VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ κ.α., Αρ. Αγωγής: 638/2011, 7/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A213 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 638/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και - ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο KATHRYN RUSTKOWSKA, από την Πάφο Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2012 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Αγωγής: 638/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και -
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο
- Katherine Maria Ruszowska, από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση εναγόμενης 2 ημερ. 2.6.2014 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στην αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερ. 25.10.2011 Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κα Κ. Χατζηχαραλάμπους για και Ε. Πουλλά Μακαρούνα Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Γαβριήλ για κα Λ. Θεοφάνους -------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η εναγόμενη 2 ζητά διάταγμα που δικαστηρίου με το οποίο να της επιτρέπεται να καταχωρήσει συμπληρωματική και/ή συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις στην αίτηση της ημερ. 17.3.2014 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερ. 25.10.2011 και διάταγμα για άδεια καταχώρησης απαντητικής/συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης/δηλώσεων στην ένορκη δήλωση του Κώστα Κόλιαρου η οποία συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση ημερ. 30.4.2012 στην αίτηση της ημερομηνίας 17.3.
- Η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε υπό μορφή μονομερούς αιτήσεως αλλά τελικά επιδόθηκε στους καθ΄ων η αίτηση στηρίζεται στην Δ.39 Θ. 1 και 2 και στην Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της εναγόμενης 2, από το σύνολο της οποίας κρίνω τα ακόλουθα ως σημαντικά να καταγράψω και τούτο γιατί για να δοθεί η συγκεκριμένη άδεια θα πρέπει να αποδειχτεί ότι υπάρχει «καλός λόγος» ώστε το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Υποστηρίζει, η αιτήτρια με την ένορκη της δήλωση, ότι από τη νομική συμβουλή που παίρνει από την δικηγόρο της λόγω της τροποποίησης της Διαταγής 48 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πρέπει να προβεί σε απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση/δηλώσεις και/ή ο συνεναγόμενος της. Πιστεύει, ότι υπάρχει καλός λόγος για να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική/ές ένορκες δηλώσεις και τα σχετικά τεκμήρια που επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της αίτησης της για ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης γιατί σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύει η αίτηση της να απορριφθεί επειδή δεν θα μπορέσει να προσφέρει οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της. Στις παρ. 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρει τα ακόλουθα:
- Οι ενάγοντες έχουν προβεί σε ένσταση στην αίτηση μου ημ. 17.3.2014 για ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης ημ. 25.10.2011 στην οποία επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του Κώστα Κόλιαρου, υπαλλήλου των Εναγόντων.
- Στην ένορκη του δήλωση αρνείται όλους του ισχυρισμούς μου που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση μου ημερ. 17.3.2012 στην οποία επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς μου και ισχυρίζεται ότι είναι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους και/ή άγνοιας του πραγματικού ονόματος μου κατά τον χρόνο καταχώρησης των δικογράφων, πράγμα που δεν μπορεί να το ισχυρίζεται. Επίσης έχει καταχωρήσει σωρεία εγγράφων όπου δεικνύει πρακτικά γενικών συνελεύσεων όπου για το διαμέρισμα μου φαίνεται να υπογράφει ως ιδιοκτήτης με πληρεξούσιο η εταιρεία WESPARK LTD που τόσον εγώ όσο και ο συνιδιοκτήτης μου εξ όσων γνωρίζω και πληροφορούμαι ουδέποτε είχαν υπογράψει πληρεξούσιο στην εν λόγω εταιρεία και ούτε είχαν οιανδήποτε δοσοληψία με αυτήν, πράγμα που εξυπακούει παράνομη σύνθεση και παράνομες συνεδριάσεις της διαχειριστικής επιτροπής και ως αποτέλεσμα παράνομες χρεώσεις. Ως φαίνεται και από τον τίτλο μου που επισυνάπτεται στην αίτηση εγώ είμαι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος μου από 20/12/
- Πως ήταν δυνατόν να υπογράφει η εταιρεία WESTPARK LTD ως πληρεξούσιος μας; Και αν ακόμα υπήρχε πληρεξούσιο από οιονδήποτε προκάτοχο μας έπαυσε να υφίσταται από την πρώτη μεταβίβαση του ακινήτου. Πως μπορούσαν να ψηφίζουν για εμένα και τον συνιδιοκτήτη μου; Επίσης αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι δεν ξανακατάβαλα οιαδήποτε πληρωμή λόγω του ότι ο συνιδιοκτήτης μου δεν πλήρωσε κανένα ποσό. Ουδέν αναληθέστερον. Αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτω εκ πρώτης όψεως αγωγή, πράγμα που δεν είναι αληθές και με τα ίδια έγγραφα που καταθέτει φαίνεται ότι έχω καλή και γνήσια υπόθεση. Αναφέρει αδιαφορία από μέρους μου, ενώ κάτι τέτοιο δεν υφίσταται και το γνωρίζουν πολύ καλά οι Ενάγοντες με τους οποίους εκάναμε και συναντήσεις με τους δικηγόρους μας και εγώ προσωπικά πήγα στα γραφεία τους και συμφωνήσαμε όσα αναφέρει η ένορκη μου δήλωση ημ. 17.3.
- Ο λόγος που δεν καταχώρησα έγκαιρα αίτηση παραμερισμού ήταν αυτός. Καμία καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας δεν υπήρξε, κανένας επηρεασμός των εναγόντων και καμιά αρχή τελεσιδικίας των αποφάσεων θα επηρεαστεί σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης αλλά αντιθέτως θα μπουν στη σωστή διάσταση των τα θέματα της αγωγής και θα είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και προβάλλουν συνοπτικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι
- Η αιτήτρια επιδιώκει να καλύψει ελλείψεις και κενά της ένορκης της δήλωσης ημερ. 17.3.
- Δεν προκύπτει επαρκής λόγος και/ή καλός λόγος για να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση
- Δεν υπάρχει πρόνοια στον Νόμο και στους Θεσμούς για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης.
- Η αιτήτρια έχει θέσει την θέση της και την εκδοχή της με την ένορκη της δήλωση ημερ. 17.3.2012 .
- Η αίτηση της είναι καταχρηστική. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Κόλιαρου, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι υπάλληλος των καθ΄ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση με την οποία και επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Κρίνω σε αυτό το σημείο σημαντικό να παραθέσω μέρος του ιστορικού της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς συνοχής και αναφοράς των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού της απόφασης από την εναγόμενη 2, η οποία εκδόθηκε εναντίον της στις 25.10.2011 και η οποία αίτηση της είναι άμεσα συνυφασμένη με την υπό κρίση αίτηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.3.2011 εναντίον των εναγομένων 1 και 2, Χρύσανθου Κάιζερ και Kathryn Rustkowska. Εμφάνιση καταχώρησε μόνο ο εναγόμενος 1 ενώ εναντίον της εναγόμενης 2, η οποία δεν καταχώρησε εμφάνιση, εκδόθηκε απόφαση στην 25.10.2011 και η οποία είναι και η απόφαση της οποίας τον παραμερισμό αιτείται η εναγόμενη 2 με την αίτηση της ημερ. 17.3.
- Εναντίον της εναγόμενης 2 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση έρευνας στις 31.12.2012, η οποία μετά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους της (ημερ. 9.4.2012) και αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε λανθασμένη αναφορά του ονόματος της στο κλητήριο ένταλμα και στην απόφαση που εκδόθηκε, την επέσυραν στις 29.5.2012 άνευ βλάβης ενώ προηγουμένως στις 8.5.2012 καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της απόφασης ημερ. 25.10.
- Στην αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και στις 20.12.2012 εκδόθηκε απόφαση με την οποία επιτράπηκε η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, της απόφασης και τον δικογράφων ώστε το όνομα της εναγόμενης 2 να διαβάζεται ως «Katherine Maria Ruszowska». Μετά καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, καταχωρήθηκε στις 7.6.2013 νέα αίτηση έρευνας εναντίον της εναγόμενης 2 η οποία απορρίφθηκε στις 17.3.2014 από το Δικαστήριο με δικαίωμα καταχώρησης νέας. Στις 17.3.2014, η εναγόμενη 2, καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης στην οποία καταχωρήθηκε ένσταση και επίσης οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 30.4.2014 ν΄έα αίτηση για διόρθωση του τίτλου της αγωγής και της απόφασης ημερομηνίας 25.10.2011 με την αντικατάσταση του ονόματος της εναγόμενης σε «Katherine Maria Ruszkowska» στην οποία καταχωρήθηκε ένσταση και ακούστηκε την ίδια ημέρα με την υπό κρίση αίτηση, η απόφαση της οποίας θα εκφωνηθεί σήμερα αμέσως μετά. Ανεξάρτητα βέβαια από τα πιο πάνω, αυτό που υπέχει σημασίας σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο η εναγόμενη 2 έχει ικανοποιήσει με την ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτησης της ότι υπάρχει καλός λόγος και δικαιολογία ώστε να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην αίτηση της για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 25.10.
- Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι η Διαταγή 48 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόασης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο πιο πάνω κανονισμός 4 της Διαταγής 48, τέθηκε σε εφαρμογή την 23.12.1999, με σκοπό να διευκολύνει τη διαδικασία και να ανατρέψει τη νομική θέση που ίσχυε προηγουμένως, όπως έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Stylianou v. Stylianou
(1998)1 AAΔ.520, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 AAΔ.750. Μετά την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4
(2), το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια για «καλό λόγο» να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όπως ανέφερε και η Πρόεδρος του Ε.Δ Λεμεσού (όπως ήταν τότε) κ. Έφη Παπαδοπούλου, στην ενδιάμεση απόφαση της στην Αγωγή 2596/2002, μεταξύ Σωτήρη Πίττα, ενάγοντα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α, εναγομένων, ημερομηνίας 5.11.2002, εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση των ισχυρισμών τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει. Δεν βλέπω ιδιαίτερη δυσκολία στην ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου, ο οποίος απαντάται στον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο από το να θα υποβοηθήσει την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και κατ΄ επέκταση την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παρέχουν οι σχετικοί κανονισμοί την διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και είναι προφανές από το λεκτικό του κανονισμού 4
(2)της Δ.48 ως τροποποιήθηκε ότι ο διάδικος που υποβάλλει γραπτή αίτηση ή προφορικό αίτημα και ζητά να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, έχει το βάρος της απόδειξης ότι το αίτημα του υποβάλλεται για καλό λόγο. Κατά την εκτίμηση μου δηλαδή ο διάδικος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Θα ήταν άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε ένα αιτητή που επιθυμεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Επομένως το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να μπορεί το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της χορήγησης της άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι τι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελεί καλό λόγο. Η αποκάλυψη του καλού λόγου θα πρέπει να πηγάζει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης εκείνου που αιτείται την άδεια. Τι συνιστά καλό λόγο επαφίεται στο δικαστήριο να καταλήξει. Δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο για κάθε ενδιάμεση αίτηση. Εξαρτάται από το είδος της και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της. Στοιχεία που δεν ρυθμίζονται από τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το αίτημα σε συνάρτηση και με την αίτηση παραμερισμού της απόφασης της εναγόμενης , δηλαδή την φύση του αιτήματος αλλά και τις προϋποθέσεις που έχει θέτει ο νόμος και η νομολογία σε σχέση με την συγκεκριμένη αίτηση. Σύμφωνα με την νομολογία, για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Επίσης η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Το γεγονός ότι η Δ.48 Θ. 4 θέτει το πλαίσιο διεξαγωγής της ακρόασης αιτήσεων, χωρίς δηλαδή την δυνατότητα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, δεν αποτελεί από μόνο του καλή δικαιολογία και καλό λόγο. Η θέση της εναγόμενης 2 που παρουσιάζει με την ένορκη της δήλωση επικαλούμενη την Δ.48 ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της αίτησης της από μόνος του δεν μπορεί να αποτελεί και καλό λόγο ώστε να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ή συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Το ότι ο ενόρκως δηλών στην ένσταση προβαίνει σε άρνηση των ισχυρισμών της εναγόμενης 2, δεν μπορεί επίσης να αποτελέσει καλό λόγο και αιτία ώστε να της επιτραπεί να καταχώρησει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει στην άρνηση του αυτή. Άλλωστε η αίτηση της εναγόμενης 2 για παραμερισμό της απόφασης, έχοντας υπόψη μου και την πιο πάνω υπό αναφορά νομολογία που αφορά αυτού του είδους αιτήσεις, θα κριθεί επί των στοιχείων που η ίδια η εναγόμενη 2 έχει παρουσιάσει με την ένορκη της δήλωση και με σκοπό να ικανοποιήσει τις σχετικές και απαιτούμενης προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της. Η άρνηση των εναγόντων σε σχέση με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης που προβάλει στην ένορκη της δήλωση δεν μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία αντιπαραθετικού συστήματος στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης παραμερισμού της απόφασης, αφού το δικαστήριο δεν θα πρέπει και δεν μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας αλλά μόνο να εξετάσει και αποφασίσει κατά πόσο η εναγόμενη έχει ικανοποιήσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Επίσης, το γεγονός, ως η εναγόμενη ισχυρίζεται με την ένορκη της δήλωση, ότι από τα όσα ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αναφέρει προκύπτει ότι έγιναν παράνομες χρεώσεις, δεν μπορεί να αποτελέσει καλό λόγο για να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού είναι η εναγόμενη 2 που θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων κάτι το οποίο όφειλε να πράξει με την αρχική της ένορκη δήλωση και δεν είναι δυνατό να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για σκοπούς συμπλήρωσης και προώθησης άλλων στοιχείων της υπεράσπισης της. Σε ότι αφορά τα λοιπά που έχουν να κάνουν με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, την αδιαφορία της εναγόμενης κτλ., που ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αναφέρει, αυτά δεν είναι στοιχεία που χρίζουν απάντησης ή συμπλήρωσης με ένορκη δήλωση αφού αυτά πρόκειται για στοιχεία επίσης που η εναγόμενη θα πρέπει να ικανοποιήσει και επίσης για στοιχεία που τηις πλείστες φορές προκύπτουν και από τον ίδιο τον φάκελο της διαδικασίας. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν την πορεία και το αποτέλεσμα της αίτησης παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 17.3.2014, αυτά όμως, σε καμία περίπτωση δεν θα βαρύνουν του ενάγοντες - καθ΄ων η α'ίτηση. Η αίτηση ημερ. 17.3.2014 ορίζεται για ακρόαση στις 5.12.2014 και ώρα 10:
- (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο