Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8304/12, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8304/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.11.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Μουχταρούδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 23.09.14 ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας (τέταρτη κατηγορία) ενώ κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία) και αθέμιτης κτίσης περιουσιακού οφέλους κατά παράβαση του άρθρου 3 του Ν.51(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 31.12.11 στην Πάφο ενώ ήταν αστυφύλακας και υπηρετούσε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό καταχράστηκε εξουσία που αναγόταν στα καθήκοντα αποκτώντας αθέμιτα περιουσιακό όφελος όταν κατ' ισχυρισμό έκλεψε ένα δερμάτινο πορτοφόλι άγνωστης μάρκας και αξίας το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €370,00 σε διάφορα χαρτονομίσματα, το βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αρ. 600331338 στο όνομα Vangel Vasiliev Stoychev, μία πιστωτική κάρτα βουλγάρικης τράπεζας, μία κάρτα του Beauty Line καθώς και διάφορα άλλα έγγραφα που περιήλθαν μέσω της δημόσιας θέσης του στην κατοχή του. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 9 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον υπαστυνόμο Χαράλαμπο Δημητρίου (ΜΚ1), τον αρχιαστυφύλακα 3070 Ανδρέα Τσεκούρα (ΜΚ2), τον Vangel Vasiliev Stoychev (ΜΚ3), τον Stoil Emilov Bogdanov (ΜΚ4), τον αρχιαστυφύλακα 1825 Ανδρέα Χριστοφίδη (ΜΚ5), τον αστυφύλακα 2886 Αλέξανδρο Αλεξάνδρου (ΜΚ6), την Μαρία Γιωργαλλή (ΜΚ7), την ειδική αστυφύλακα 5796 Κωνσταντίνα Κυριακίδου Χατζηχριστοφή (ΜΚ8) και τη Λουκία Λαμπριανού (ΜΚ9). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 32 τεκμήρια και ένα τεκμήριο προς αναγνώριση. Ο ΜΚ1 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης αυτής που προέκυψε ως αποτέλεσμα καταγγελίας του Γιώργου Γιωργαλλή από την Πάφο. Στην γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 08.01.12 που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1 αναφέρει το περιεχόμενο της καταγγελίας που αφορούσε παράδοση ανευρεθείσας περιουσίας σε μέλος της αστυνομίας που εκείνη τη στιγμή εκτελούσε χρέη φρουρού στην πύλη του νέου Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου τα μεσάνυχτα της 30-31.12.11, η οποία κατ' ισχυρισμό δεν παραδόθηκε στο νόμιμο δικαιούχο της. Στις 04.01.12 ο εν λόγω μάρτυρας μαζί με τον αρχιλοχία Ν. Χατζηοικονόμου, τον αστυφύλακα 711 Θ. Παπαδόπουλο και με την βοήθεια του τεχνικού Νίκου Πλαστήρα επιθεώρησαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του νέου Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου τα γεγονότα που έχουν καταγραφεί στο χρονικό του επιδίκου περιστατικού. Οι διαπιστώσεις μέσα από αυτή την επιθεώρηση έχουν σημειωθεί σε σχετικό πρακτικό που ετοιμάστηκε και φέρει την υπογραφή του ΜΚ1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το επίδικο πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του που ήταν η προαναφερόμενη ανευρεθείσα περιουσία ουδέποτε εντοπίστηκε. Στα πλαίσια των ενεργειών του ο μάρτυρας αυτός στις 04.01.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον αστυφύλακα 3819 Ανδρέα Κακουλλή που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 3, συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων δυνάμει σχετικών δικαστικών ενταλμάτων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 8, τον οποίο και πληροφόρησε για τα δικαιώματα επικοινωνίας που είχε δυνάμει σχετικού εντύπου που του έδωσε, το οποίο και προσκομίστηκε ως Τεκμήριο
- Μέρος των ενεργειών του ΜΚ1 αποτελούν η έρευνα που διεξήγαγε στην οικία του κατηγορουμένου κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του τελευταίου, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 καθώς και δύο ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε στις 04.01.12 και 07.01.12 αντίστοιχα από τον κατηγορούμενο και παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 7 και
- Επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή τα πιο έγγραφα: Τεκμήρια 10Α1, 10Β1 και 10Γ1 - 36 έγχρωμες φωτογραφίες αστυνομικών Τεκμήρια 10Α2, 10Β2 και 10Γ2 - 3 κατάλογοι ονομάτων αστυνομικών, τα πρόσωπα των οποίων εμφανίζονται στα Τεκμήρια 10Α1, 10Β1 και 10Γ1 Τεκμήριο 11 - Επιστολή ημερομηνίας 04.01.12 του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου με την οποία στα πλαίσια συνέχισης των εξετάσεων ζητεί από τον Αρχηγό Αστυνομίας φωτογραφίες του αστυφύλακα 3819 Ανδρέα Κακουλλή, του ειδικού αστυφύλακα 5282 Στέφανου Παπαναστασίου και του κατηγορουμένου για σκοπούς διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης με φωτογραφίες για τυχόν αναγνώριση από τον παραπονούμενο Τεκμήριο 12 - Επιστολή Γιώργου Καφά ημερομηνίας 13.01.12 συνοδευόμενη από διάφορα επισυνημμένα έγγραφα Τεκμήριο 13 - Απόδειξη ανάληψης χρηματικού ποσού €170,00 ημερομηνίας 30.12.11 και ώρα 23:52 από μηχανή ΑΤΜ του καταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο Τεκμήριο 14 - Απόδειξη ανάληψης χρηματικού ποσού €170,00 ημερομηνίας 31.12.11 και ώρα 00:51 από μηχανή ΑΤΜ του καταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας στη λεωφόρο Νικοδήμου Μυλωνά στην Πάφο Τεκμήριο 15 - Ψηφιακός δίσκος κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του νέου Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ψηφιακός δίσκος δείχνει τον κατηγορούμενο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή εργαζόταν και είχε την ευθύνη να αντικαταστήσει άλλο συνάδελφο του σκοπό, να εξέρχεται η ώρα 22:45-22:46 από το κτίριο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου και να κατευθύνεται σε διάδρομο που οδηγεί σε σκοπιά και στις 02:22 αφού αντικαταστάθηκε από άλλο αστυφύλακα να επιστρέφει στο κτίριο του αστυνομικού σταθμού ακολουθώντας την ίδια διαδρομή αλλά αντίστροφα. Σύμφωνα όμως με τον μάρτυρα ο διάδρομος δεν οδηγεί αποκλειστικά στη σκοπιά αλλά και στην έξοδο από το γενικό κτίριο προς το δρόμο. Όπως ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε, η κάμερα ασφαλείας δεν καλύπτει τον τελικό προορισμό της διαδρομής του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ούτε καταγράφει το σημείο της σκοπιάς. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 σημείωσε ότι την ώρα που κάποιος τηλεφώνησε στον Γιωργαλλή και αφού του παρουσιάστηκε ως πολωνός τον ευχαρίστησε που βρήκε και παρέδωσε το πορτοφόλι του ο κατηγορούμενος ήταν καθήκον στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ενώ με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και χωρίς να εντοπιστεί ο ιδιοκτήτης του τηλεφώνου που χρησιμοποιήθηκε, έγιναν κλήσεις από την περιοχή Γερμασόγειας και Αμαθούντας της επαρχίας Λεμεσού. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου και βοηθούσε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 16 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 13.01.12 μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 04.01.12 έλαβε μέρος στη διερεύνηση της οικίας και του οχήματος του κατηγορουμένου κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του τελευταίου όπου εντοπίστηκαν 2 κινητά τηλέφωνα στην οικία και δύο άλλα κινητά τηλέφωνα στο όχημα του. Επίσης αναφέρει ότι στις 05.01.12 ο εν λόγω μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την πρόθεση διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης και ότι ο ίδιος θα συμμετείχε αλλά αυτός απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος και προς τούτο έδωσε γραπτή συγκατάθεση. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης την ίδια ημέρα προσήλθε στο ΤΑΕ Πάφου ο Γιωργαλλής ο οποίος στην παρουσία του ΜΚ2 αφού είδε 5 άτομα με πολιτική ενδυμασία υπέδειξε τον κατηγορούμενο λέγοντας "Ο μόνος που του μοιάζει εν τούτος αλλά εν είμαι σίουρος." Η ίδια διαδικασία έγινε και με την Μαρία Γιωργαλλή που ακολούθησε, η οποία επίσης στην παρουσία του μάρτυρα αυτού υπέδειξε τον κατηγορούμενο λέγοντας "Νομίζω εν τούτος." Η Μαρία Γιωργαλλή ήταν ακόμη αυτή που παρέδωσε έναντι σχετικής απόδειξης παραλαβής στον ΜΚ2 τα Τεκμήρια 13 και 14, η οποία απόδειξη παραλαβής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, γίνεται αναφορά ότι στις 11.01.12 τηλεφώνησε ο Vangel Vasiliev Stoychev λέγοντας πως ήταν το πρόσωπο που απώλεσε το πορτοφόλι και αφού το περίγραψε με λεπτομέρεια καθώς και το περιεχόμενο του την ίδια ημέρα προσήλθε στο ΤΑΕ Πάφου και με τη βοήθεια διερμηνέα έδωσε κατάθεση, το κείμενο της οποίας στη μητρική του γλώσσα αλλά και πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18Α και 18Β. Στις 13.01.12 ο ΜΚ2 υπέδειξε στον Stoychev 12 έγχρωμες φωτογραφίες αστυνομικών και αυτός αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στη θέση 007 και αφού υπέγραψε κάτω από τη φωτογραφία που βρισκόταν στη θέση αυτή και σημείωσε την ημερομηνία αναγνώρισης είπε "Αυτός είναι αλλά η φωτογραφία είναι παλιά. Τώρα είναι γεμάτος και φαλακρός." Η αναγνώριση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο συμπληρωματικής κατάθεσης που ο Stoychev την ίδια ημέρα έδωσε στην αστυνομία, το κείμενο της οποίας στη μητρική του γλώσσα αλλά και πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19Α και 19Β. Ακολούθως στις 13.01.12 ο Γιωργαλλής έδωσε συμπληρωματική κατάθεση λέγοντας πως ήταν απόλυτα βέβαιος ότι ο κατηγορούμενος που υπέδειξε ήταν ο αστυνομικός στον οποίο είχε δώσει το πορτοφόλι που βρήκε αλλά είπε ότι δεν ήταν σίγουρος λόγω προβλημάτων υγείας που είχε δεν ήθελε να κινδυνεύσει η ζωή της θυγατέρας του, πλην όμως μετάνιωσε και αποφάσισε να το πει. Επίσης στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφορικά με το θέμα κλήσεων από πολωνό στον Γιωργαλλή αλλά και σε υπάλληλο τοπικής εφημερίδας Πάφου όπου προσπάθησε να επιβεβαιώσει παραλαβή του πορτοφολιού ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο συγκεκριμένος αριθμός κλήσης που κάλεσε τον Γιωργαλλή κατά το χρόνο κλήσης λάμβανε λήψη από κεραία της ΑΤΗΚ που βρίσκεται στην περιοχή Γερμασόγεια στη Λεμεσό όπου ο κατηγορούμενος διέμενε κατά τον εν λόγω επίδικο χρόνο ενώ για την άλλη κλήση, βάση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, λήφθηκε λήψη από την περιοχή Αμαθούντα στη Λεμεσό όπου κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν στην ίδια περιοχή οι γονείς του κατηγορουμένου καθώς και θείοι του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 με αναφορά από το Τεκμήριο 12 δήλωσε πως οι επίδικες κλήσεις στα τηλέφωνα των Γιωργαλλή και υπαλλήλου τοπικής εφημερίδας στην Πάφο έγιναν από κάρτα με αριθμό 97742898 στις 03.01.12 η ώρα 20:53 και 21:
- Ο ίδιος είπε ότι γνωρίζει πως ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή εργαζόταν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Απαντώντας στο ερώτημα του συνηγόρου υπεράσπισης γιατί δεν ακολουθήθηκε διαδικασία αναγνωριστικής παράταξης για τον Stoychev, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι όταν ο προσήλθε ο κατηγορούμενος είχε ήδη απολυθεί και έτσι η διαδικασία αναγνώρισης προχώρησε αναγκαστικά από βιβλιάριο φωτογραφιών. Κατά την αναγνώριση, εκτός από τον Stoychev, παρόντες ήταν ο μάρτυρας αυτός ο οποίος είχε πάντοτε στην κατοχή του το βιβλιάριο φωτογραφιών καθώς και η διερμηνέας. Επιπλέον, ο ΜΚ2 απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι κατά την αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον Γιωργαλλίδη τα υπόλοιπα άτομα του δωματίου ήταν ντυμένα με την αστυνομική τους στολή ενώ ο κατηγορούμενος ήταν με τις φόρμες λέγοντας πως όλοι ήταν καθιστοί και εμφανή ήταν μόνο το πάνω μέρος του κορμιού τους με τα 3 από τα τέσσερα άτομα να φορούν μπλούζα αθλητική ενώ το τέταρτο άτομο τρικό. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ3, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήρια 18Α, 18Β, 19Α και 19Β). Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18Β, όταν περί τα μεσάνυχτα της 30.12.11 ο παραπονούμενος που βρισκόταν στην οικία του φίλου του Stoiel Bogdanov βγήκε έξω μαζί με το φίλο του όταν τους προσέγγισε ένα άσπρο όχημα στο οποίο ήταν ένας άνδρας και μία γυναίκα και έδειχναν ότι σαν να έψαχναν κάτι. Σε κάποια στιγμή ο άνδρας του είπε κάτι στα ελληνικά με τη λέξη πορτοφόλι. Ο παραπονούμενος νόμισε ότι ο άνδρας τους ρωτούσε εάν είχαν βρει κάποιο πορτοφόλι αλλά μετά που αντιλήφθηκε ότι έχασε το πορτοφόλι του κατάλαβε ότι ο άνδρας τους ρωτούσε αν είχαν χάσει πορτοφόλι. Έτσι κατευθύνθηκαν στην αστυνομία για να καταγγείλουν την απώλεια του πορτοφολιού του παραπονούμενου. Περί ώρα 01:20 περίπου έφθασαν έξω από τον νέο αστυνομικό σταθμό Πάφου και έδωσε στον σκοπό που ήταν εκεί τα στοιχεία του, τον αριθμό τηλεφώνου του και λεπτομέρειες περιγραφής του πορτοφολιού καθώς και του περιεχομένου του, ο οποίος προσποιήθηκε ότι τα κατέγραψε στο ημερολόγιο του. Όταν όμως του ζητήθηκε να γράψει το ονοματεπώνυμο του στο ημερολόγιο αυτό, ο παραπονούμενος παρατήρησε ότι η σελίδα ήταν κενή. Περιγράφοντας τον σκοπό ηλικίας 40 ετών περίπου, κοντό και φαλακρό με λίγα μαλλιά στο πλευρό του κεφαλιού του ο ΜΚ3 είπε ότι ο εν λόγω αστυνομικός προσπάθησε να τον πείσει ότι ένας κύπριος που είχε έλθει ενωρίτερα στον σταθμό εκείνο ψάχνοντας και αυτός το πορτοφόλι του που είχε χάσει πιθανό να ήταν το άτομο που ο παραπονούμενος είδε στο σπίτι του φίλου του προηγουμένως και ότι μάλλον δεν θα κατάλαβε καλά τι τον ρωτούσε. Όπως ακόμη ο ΜΚ3 είπε, όση ώρα βρισκόταν εκεί και συνομιλούσε με τον σκοπό αυτός ήταν μόνος του και ουδείς άλλος αστυνομικός ή πολίτης ήλθε. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 ανάφερε ότι στις 02.01.12 και περί ώρα 11:00 μετέβηκε ξανά στον νέο αστυνομικό σταθμό Πάφου και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καταχωρημένη καταγγελία για την απώλεια του πορτοφολιού του που έκανε στις 31.12.11 με αποτέλεσμα να προβεί σε νέα καταγγελία. Αντίγραφο πιστοποιητικού τέτοιας καταγγελίας από την αστυνομία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 21 αντίγραφο κίνησης λογαριασμού του για την περίοδο από 23.11.11 μέχρι 09.01.
- Ακολούθως, ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε από το Τεκμήριο 10Α1 την υπογραφή του κάτω από τη φωτογραφία που βρίσκεται στη θέση
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως πριν από τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ουδεμία επικοινωνία είχε με μέλος της αστυνομίας. Παράλληλα είπε ότι χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε και παρόλο ότι υπήρχαν διαφορές με το άτομο που αυτός συνομίλησε εντούτοις αναγνώρισε το άτομο στη φωτογραφία της θέσης 007 του Τεκμηρίου 10Α1 ως το άτομο που εκτελούσε χρέη σκοπού κατά τον επίδικο χρόνο στις 31.12.11 που μετέβηκε για πρώτη στον αστυνομικό σταθμό από τα ξεχωριστά του μάτια. Ακόμη διευκρίνισε ότι μπροστά στη σκοπιά υπήρχε αρκετό φως ενώ βλέποντας τον ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 15), αφού βεβαίωσε ότι ήταν αυτός που είδε και στην αστυνομία, αναγνώρισε μεταξύ των χρονικών σημείων 01:40:08 μέχρι 1:41:00 το όχημα που εμφανίζεται σ' αυτό ως το όχημα που ο φίλος του οδήγησε και μαζί μετέβηκαν την επίδικη χρονική στιγμή στην αστυνομία. Ο ΜΚ4 είναι ο φίλος του παραπονούμενου που μετέβηκε μαζί του στην αστυνομία στις 31.12.11 περί ώρα 01:
- Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 13.01.12, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Το κείμενο της κατάθεσης αυτής στη μητρική γλώσσα του μάρτυρα αυτού προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 22Α ενώ πιστή μετάφραση αυτού στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήριο 22Β. Μέσα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ο μάρτυρας αυτός επιβεβαιώνει την εκδοχή του ΜΚ
- Στη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο ΜΚ4 παρακολούθησε τον ψηφιακό δίσκο του κλειστού συστήματος παρακολούθησης του Νέου Αστυνομικού Σταθμού Πάφου (Τεκμήριο 15) μέσα από τον οποίο είδε και αναγνώρισε το όχημα που οδήγησε και μετέφερε τον ΜΚ3 στο χώρο εκείνο κατά τον ουσιώδη χρόνο διευκρινίζοντας πως ήταν χρώματος πράσινου σκούρου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως αναγνώρισε από το Τεκμήριο 15 ότι ήταν το όχημα που οδηγούσε επειδή η ώρα που καταγράφεται είναι η ώρα που μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό αλλά και από τον τρόπο που φαίνεται να έστριψε το όχημα. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο σκοπός βρισκόταν στην καμπίνα, η οποία διέθετε παράθυρο και από το φωτισμό μπόρεσε να δει ότι τα μαλλιά του σκοπού ήταν πολύ κοντά, σχεδόν, όπως είπε, δεν είχε. Ο ΜΚ5 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ Πάφου ως ειδικός φωτογράφος στη διερεύνηση σκηνών εγκλημάτων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 23 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 05.01.12 όπου επισυνάπτονται δύο μαυρόασπρες φωτογραφίες, έγγραφο το οποίο και υιοθέτησε. Με βάση το περιεχόμενο της, στις 13.01.12 στο καρδιολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου έλαβε στην παρουσία του Γιωργαλλίδη δύο φωτογραφίες του κινητού τηλεφώνου μάρκας Samsung καθώς και του απεικονιζόμενου σ' αυτού γραπτού μηνύματος το οποίο μετέφερε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και χωρίς αλλοίωση μετέφερε σε ψηφιακό δίσκο και στη συνέχεια εκτύπωσε τις φωτογραφίες με τη βοήθεια ψηφιακού εκτυπωτή (minilab) σε απλό χαρτί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει αν το μήνυμα που απεικονιζόταν στο προαναφερόμενο κινητό τηλέφωνο ήταν εισερχόμενο ή εξερχόμενο διευκρινίζοντας ότι απλά φωτογράφησε το μήνυμα χωρίς να περιεργαστεί το τηλέφωνο. Ο ΜΚ6 υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 24 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 23.02.11, την οποία και υιοθέτησε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 03.01.12 ο Γιωργαλλής τηλεφώνησε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου και ανάφερε στον εν λόγω μάρτυρα ότι λίγο μετά τα μεσάνυχτα στις 31.12.11 παρέδωσε σε αστυνομικό ένα πορτοφόλι που περιείχε το χρηματικό ποσό των €370 και ένα δελτίο ταυτότητας αλλοδαπού ρωτώντας αν εντοπίστηκε ο κάτοχος του και το παρέλαβε. Μετά από έρευνα που ο μάρτυρας αυτός πραγματοποίησε στο βιβλίο ευρεθείσας και απολεσθείσας περιουσίας διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καταχώρηση ότι παραλήφθηκε το εν λόγω πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του. Ακολούθως ο ΜΚ6 ρώτησε τους επί καθήκον αστυνομικούς του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου και των κρατητηρίων αν περιήλθε οτιδήποτε σχετικό στην αντίληψη τους αλλά ουδείς γνώριζε οτιδήποτε. Ως αποτέλεσμα της έρευνας ο ΜΚ6 στις 03.01.12 και περί ώρα 20:35 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον υπεύθυνο του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, υπαστυνόμο Χριστάκη Κωνσταντίνου. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως άτομο που εργαζόταν μαζί του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως απλά κατέγραψε όσα ο Γιωργαλλής του ανάφερε. Η ΜΚ7 στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 05.01.12, την οποία προσκόμισε σαν Τεκμήριο 25 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Με βάση αυτή η ΜΚ7 φοιτούσε στην δευτέρα τάξη της Τεχνικής Σχολής Πάφου στον κλάδο μαγείρων. Στις 30.12.11 περί τα μεσάνυχτα η ίδια επέβαινε σε όχημα με οδηγό τον πατέρα της και αφού εισήλθαν στην οδό Κλυταιμνήστρας εντόπισαν στην δεξιά άκρη του δρόμου ένα μαύρο πορτοφόλι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €370 αποτελούμενο από 4 χαρτονομίσματα των €50, 8 χαρτονομίσματα των €20 και ένα χαρτονόμισμα των €10 καθώς και μία ταυτότητα αλλοδαπού άνδρα, μία τραπεζική κάρτα της USB Bank, μία κάρτα του καταστήματος Beauty Line και ένα τυλιγμένο χαρτάκι με αριθμό τηλεφώνου. Αμέσως ο πατέρας της ΜΚ7 τηλεφώνησε στην αστυνομία και αφού τους ανάφερε το γεγονός ζήτησε να έλθει περιπολικό για να το παραλάβει. Επειδή όμως η αστυνομία ζήτησε από τον πατέρα της ΜΚ7 να παραδώσει το πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του στον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, μετέβησαν εκεί όπου το έδωσαν στον επί καθήκον σκοπό εξηγώντας του την τοποθεσία και τις συνθήκες που το βρήκαν. Ο σκοπός καταμέτρησε τα χρήματα που υπήρχαν εντός του πορτοφολιού και στη συνέχεια έλαβε το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό τηλεφώνου του πατέρα της ΜΚ7, τα οποία και κατέγραψε στη σελίδα 8 ενός ημερολογίου. Παράλληλα, διαβεβαίωσε τον Γιωργαλλίδη ότι το πορτοφόλι θα περιερχόταν στην κατοχή του δικαιούχου του εντός 2 ημερών. Επειδή μέχρι τις 03.01.12 δεν ενημερώθηκαν για το τι απέγινε το εν λόγω πορτοφόλι, η ΜΚ7 τηλεφώνησε στη Γραμμή του Πολίτη 1460 και με αυτό εξήγησε το τι συνέβηκε σε αξιωματικό της Πάφου. Στη συνέχεια διάφοροι αστυνομικοί τηλεφώνησαν του πατέρας της ΜΚ7 και ρωτούσαν πληροφορίες για το πορτοφόλι. Ένα από τα τηλεφωνήματα που ο πατέρας της ΜΚ7 έλαβε ήταν και από κάποιον που του είπε ότι ήταν πολωνός και τον ευχαρίστησε που βρήκε το πορτοφόλι του και το παρέδωσε στην αστυνομία, πλην όμως αυτή η κίνηση δεν έπεισε τον πατέρα της ΜΚ
- Γι' αυτό ο Γιωργαλλίδης μετέβηκε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Η δε μάρτυρας στις 05.01.12 σε ένα γραφείο του ΤΑΕ Πάφου υπέδειξε μέσα από 5 άτομα τον κατηγορούμενο ως το άτομο που εκτελούσε χρέη σκοπού εκείνη τη νύχτα λέγοντας 'νομίζω είναι τούτος'. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η ΜΚ7 εξήγησε ότι ο λόγος που είπε την πιο πάνω φράση ήταν από φόβο αλλά και για δική της κάλυψη. Περαιτέρω, η ΜΚ7 ανάφερε ότι στη μέσα μεριά του επιδίκου πορτοφολιού υπήρχε ένα χαρτονόμισμα των €20 που ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Ακολούθως, η εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε από τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 23 το κινητό του πατέρα της καθώς και το γραπτό μήνυμα που του έστειλε στο οποίο κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που συνάντησαν αμέσως μετά που εντόπισαν το πορτοφόλι. Ακόμη στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήρια 27, 28, 29 και 30 τέσσερις γραπτές καταθέσεις του αποβιώσαντα πατέρα της που στις 03.01.12, 05.01.12, 07.01.12 και 13.01.12 έδωσε στην αστυνομία, στις οποίες ήταν παρούσα κατά τη λήψη τους αλλά και κατά την υπογραφή τους από τον πατέρα της, οι οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την δική της εκδοχή. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ7 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο φρουρός που παρέλαβε το πορτοφόλι βρισκόταν μέσα στη σκοπιά στην οποία υπήρχε φωτισμός. Όπως η ΜΚ7 είπε, ο φρουρός αυτός σημείωσε τα προσωπικά στοιχεία του πατέρα της καθώς και το περιεχόμενο του πορτοφολιού που παρέλαβε σε μία τυχαία σελίδα απλού και όχι αστυνομικού ημερολογίου χρώματος σκούρου μπλε Ερχόμενη στην αναγνωριστική παράταξη η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι μόνη της εισήλθε στο γραφείο και ανάμεσα σε 5 αστυνομικούς με πολιτικά ρούχα υπέδειξε τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ8 υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν τοποθετημένη στο Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της προσκόμισε σαν Τεκμήριο 31 γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 04.01.12, την οποία και υιοθέτησε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 30.12.11 ανέλαβε καθήκον η ώρα 18:45 με συνεχιζόμενο ωράριο μέχρι η ώρα 06:45 της 31.12.
- Σε σχέση με την υπόθεση θυμάται ότι τηλεφώνησε κάποιος Γιωργαλλής, ο οποίος της ανάφερε ότι βρήκε ένα πορτοφόλι που περιείχε χρηματικό ποσό, κάρτες και άλλα αντικείμενα και ότι επιθυμούσε να το παραδώσει στην αστυνομία. Τότε η εν λόγω μάρτυρας τον ένωσε με γραμμή του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου όπου και μίλησε με κάποιο μέλος της αστυνομίας. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ8 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως είχε εξηγήσει και είχε δώσει κατευθύνσεις στον Γιωργαλλίδη να παραδώσει το εν λόγω πορτοφόλι στο γραφείο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου όπου εκεί υπάρχει το βιβλίο ευρεθείσας και απολεσθείσας περιουσίας. Η ΜΚ9 στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 14.01.12, την οποία προσκόμισε σαν Τεκμήριο 32 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Με βάση αυτό, γίνεται αναφορά ότι στις 03.01.12 και περί ώρα 20:30 της τηλεφώνησε η Μαρία Γιωργαλλίδη από το κινητό τηλέφωνο του πατέρα της και της εξιστόρησε την εκδοχή της ως προς το τι ακριβώς διαδραματίστηκε την επίδικη νύχτα. Όταν της είπε ότι ουδείς αστυνομικός γνώριζε οτιδήποτε σχετικά με το πορτοφόλι που παρέδωσαν, η εν λόγω μάρτυρας συμβούλευσε την Μαρία να αποταθεί στη Γραμμή του Πολίτη 1460 και να το αναφέρει, πράγμα που έπραξε. Αργότερα της ίδιας ημέρα δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα από τη Μαρία, η οποία της είπε ότι κάποιος τηλεφώνησε στον πατέρας της από τον αριθμό 97742898 και αφού του είπε ότι ήταν πολωνός τον ευχαρίστησε που βρήκε το πορτοφόλι και το παρέδωσε στην αστυνομία. Ωστόσο της είπε ότι ο πατέρας της δεν πείστηκε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν αλλοδαπός. Η μάρτυρας αυτή ζήτησε και αφού έλαβε από την Μαρία τον αριθμό κλήσης του τηλεφώνου του πατέρα της τηλεφώνησε στον αριθμό αυτό από το κινητό τηλέφωνο της, πλην όμως ουδείς απάντησε. Περί ώρα 21:10 της ίδιας ημέρας χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της από τον προαναφερόμενο αριθμό και αφού το απάντησε συνομίλησε με κάποιο άνδρα στην αγγλική γλώσσα αλλά από την προφορά του ήταν απόλυτα βέβαιη ότι ήταν κύπριος και όχι πολωνός ή άλλης καταγωγής αλλοδαπός. Περαιτέρω, στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε το Τεκμήριο 26 ως δικό της άρθρο που αναφέρεται στην Μαρία Γιωργαλλίδη και δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα 'Φωνή' της Πάφου στο τεύχος ημερομηνίας 04.01.12 σελίδα 30 όπου μέσα από τα γεγονότα που η Μαρία Γεωργιάδου εξιστορεί στην συντάκτρια του άρθρου σχολιάζεται θετικά ο χαρακτήρας της. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ9 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν μίλησε με το άτομο που συστήθηκε ως πολωνός αυτός δυσκολευόταν να εκφραστεί στην αγγλική γλώσσα ενώ ανάφερε στα ελληνικά τη λέξη 'ναι'. Επίσης η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι μετά από μια εβδομάδα προσπάθησε να τηλεφωνήσει εκ νέου στον αριθμό του προσώπου που παρουσιάστηκε ως αλλοδαπός χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού δεν ανταποκρινόταν. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν στον επίδικο αστυνομικό σταθμό από η ώρα 19:00 τις 30.12.11 μέχρι η ώρα 07:00 τις 31.12.11 κατά τη διάρκεια της οποίας ανέλαβε χρέη φρουρού για ορισμένο χρονικό διάστημα περιλαμβανομένου και της φρούρησης του κτηρίου περιμετρικά υπό τη μορφή περιπολίας. Όπως είπε παρόλο ότι στην κάμερα φαίνεται να προσεγγίζει τη σκοπιά δεν αποκλείεται να μην πήγε στη σκοπιά. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι παρέλαβε το επίδικο πορτοφόλι και ότι αν το έκανε θα ακολουθούσε τη διαδικασία που ήταν να ενημερώσει το Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Επίσης αρνήθηκε ότι συνάντησε στο παρελθόν τον κάτοχο του πορτοφολιού και το ίδιο ανάφερε για τον Γιωργαλλίδη ενώ είπε ότι δεν θυμόταν αν στο παρελθόν είχε δει την Μαρία Γιωργαλλίδη (ΜΚ7). Ακόμη στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο κατηγορούμενος παρουσίασε γραπτή κατάθεση του υπαστυνόμου Νίκου Χατζηκονόμου την οποία προσκόμισε ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Μέσα από αυτή γίνεται αναφορά ποιοί αστυνομικοί ήταν υπηρεσία στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ποιοί στο Τμήμα Μικροαπαραβάσεων καθώς και ποιές οδηγίες υπήρχαν για τη φρουρά της πύλης του Κεντρικού Σταθμού Πάφου. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως είναι πιθανό να μετέβηκε στη σκοπιά του υπ' αναφορά αστυνομικού σταθμού από η ώρα 22:46 της 30.12.11 και να επέστρεψε από αυτή η ώρα 02:22 της 31.12.11, χωρίς όμως να πιστεύει ότι παρέμεινε εκεί για τις συγκεκριμένες ώρες. Ωστόσο αρνήθηκε ότι παρέλαβε πορτοφόλι το επίδικο βράδυ από τον Γιωργαλλίδη και τη θυγατέρα του και περαιτέρω αρνήθηκε ότι το έκλεψε καθότι τη στιγμή που δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα δεν θα διακινδύνευε να χάσει την εργασία του και να καταλήξει στη φυλακή. Ο κατηγορούμενος ακολούθως παραδέχτηκε ότι αντιμετώπιζε 9 πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούσαν ανάρμοστη συμπεριφορά, καθυστέρηση στην προσέλευση και ανάληψη καθηκόντων, προσποίηση ασθένειας και απουσία χωρίς άδεια, πειθαρχικά αδικήματα στα οποία και καταδικάστηκε. Επίσης ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 2865/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε κατηγορία παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό όπου του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους €1.000,00 καθώς και σε 4 κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης όπου του επιβλήθηκε σε έκαστο από αυτή χρηματική ποινή ύψους €100,00 και επιπλέον εγγύηση ύψους €2.000,00 για περίοδο 2 ετών. Ωστόσο κατηγόρησε τον πρώην Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ότι ευθύνεται για την έγερση 7 εναντίον του πειθαρχικών υποθέσεων καθώς και για την προαναφερόμενη ποινική υπόθεση με τον οποίο, όπως είπε, ήλθε σε ρήξη από το έτος 2005 επειδή ως υπεύθυνος του ΤΑΕ Λεμεσού που ήταν τότε ο ίδιος και η οικογένεια του τον θεωρούσαν υπεύθυνο για το θάνατο ενός πρώτου ξάδελφου του κατηγορουμένου, εξέλιξη για την οποία υπήρξαν αγωγές στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα εκείνος από τότε να τους κυνηγά εκδικητικά. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι με την μαρτυρία που έχει προσαχθεί έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 1, 2 και 3 του κατηγορητηρίου. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι οι μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας είναι αλληλένδετη μεταξύ τους και αλληλοενισχύονται και έτσι οι μάρτυρες αυτοί θα πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι. Παράλληλα ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να μην δεχτεί ως αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορουμένου αφού, όπως είπε, ενώ δεν θυμόταν τι έγινε το επίδικο βράδυ σε σχέση με τα καθήκοντα του ήταν σίγουρος ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν βρισκόταν στη σκοπιά. Σύμφωνα ακόμη με τον κύριο Συμεού η παραδοχή του σε καταδίκη σε πειθαρχικές υποθέσεις είναι ένας επιπλέον λόγος που η μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτή. Στη βάση αυτών ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την καταδίκη του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 2 και 3 του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος υποστήριξε πως το γεγονός ότι ο διάδρομος από το κεντρικό κτίριο δεν οδηγεί μόνο προς τη σκοπιά αλλά και στην έξοδο αλλά και στο χώρο στάθμευσης της αστυνομίας, χώροι που δεν καλύπτονται από κάμερα, σε συνδυασμό με τις ευελιξίες και την ελαστικότητα που παρατηρούνται στα ωράρια της σκοπιάς, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να μην ήταν στη σκοπιά την επίδικη ώρα. Αναφερόμενος στις αναγνωρίσεις ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε ότι ήταν κακές ενώ σε σχέση με το βίντεο είναι η θέση του ότι αυτό υποδείχτηκε στους ΜΚ3 και ΜΚ7 προτού ολοκληρώσουν την μαρτυρία τους. Όσον αφορά την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για ανάδειξη κακού χαρακτήρα του κατηγορουμένου μέσα από τις καταδίκες σε πειθαρχικές υποθέσεις ο κύριος Μουχταρούδης την χαρακτήρισε καθόλα άστοχη για το λόγο ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα μπορεί να φανερώνουν ένα άτομο ανόητο και επιπόλαιο αλλά όχι ένα άνθρωπο κλέφτη. Παράλληλα, υπέδειξε πως ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο μία λογική εκδοχή που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Με αυτό το σκεπτικό ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, υπό την εποπτεία του οποίου η παρούσα υπόθεση διερευνήθηκε. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για την εξέταση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 04.01.12 μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του και με τη βοήθεια τεχνικού επιθεώρησε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του Νέου Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου αναφορικά με την 30.12.11 και 31.12.11 μεταξύ του χρονικού διαστήματος 22:09:00 και 02:22:35. (β) Κατέγραψε τις διαπιστώσεις του σε σχετικό πρακτικό που υπέγραψε (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο του οποίου μαζί με το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου των καμερών του κλειστού συστήματος παρακολούθησης (Τεκμήριο 15) είναι παραδεκτά από αμφότερα μέρη. (γ) Στις 04.01.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον αστυφύλακα 3819 Α. Κακουλλή (Τεκμήριο 3). (δ) Στις 04.01.12 και 05.01.12 συνέλαβε δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου (Τεκμήρια 4 και 8). (ε) Επίσης στις 04.01.12 μαζί με τον ΜΚ2 και άλλους δύο συναδέλφους του ερεύνησαν στην παρουσία του κατηγορουμένου και με τη γραπτή συγκατάθεση του (Τεκμήριο 6) την οικία και το όχημα του όπου και παρελήφθησαν τεκμήρια. (στ) Ακόμη στις 04.01.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ενώ στις 07.01.12 έλαβε από αυτόν δεύτερη ανακριτική κατάθεση (Τεκμήρια 7 και 9). (ζ) Στις 08.01.12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι σε καμία από τις κατηγορίες." Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, αποδέχομαι τα Τεκμήρια 4, 5 και 8 ως αναντίλεκτες ενέργειες στις οποίες ο ΜΚ1 προέβηκε ενώ το Τεκμήριο 6 ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια από μέρους του κατηγορουμένου. Επίσης αποδέχομαι ότι το Τεκμήριο 2 καταγράφει στοιχεία από το Τεκμήριο 15, με το περιεχόμενο και των δύο αυτών τεκμηρίων να είναι από αμφότερα μέρη παραδεκτό ως αληθές και αξιόπιστο. Αντίθετα, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 3 που είναι η ανακριτικού χαρακτήρα γραπτή κατάθεση καθότι λόγω της φύσεως του εγγράφου ο τότε υπό ανάκριση καταθέτης, αστυφύλακας 3819 Α. Κακουλλής, ως ύποπτος είχε λόγο και κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα. Με δεδομένο ότι ουσιώδεις πτυχές της κατάθεσης του δεν συνάδουν απόλυτα με θέσεις του κατηγορουμένου και γενικότερα την γραμμή υπεράσπισης, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να τον παρουσιάσει για να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Παρόλο που η κλήση του εν λόγω αστυφύλακα ήταν εύλογη και εφικτή, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό (άρθρο 27 Κεφ.9). Ο ΜΚ2, ως άτομο που συμμετείχε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, προέβηκε και αυτός σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Επομένως αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της, η οποία εστιάζεται στις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 16 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Έλαβε μέρος μαζί με τον ΜΚ1 και άλλους δύο συναδέλφους του στη διεξαγωγή έρευνας στην οικία και στο όχημα του κατηγορουμένου. (β) Οργάνωσε και διεξήγαγε διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου στην παρουσία και άλλων ατόμων από τον Γιωργαλλίδη και τη θυγατέρα του Μαρία (ΜΚ7). (γ) Οργάνωσε και στις 13.01.12 διεξήγαγε διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου μέσα από βιβλιάριο φωτογραφιών διαφόρων αστυνομικών τις οποίες επιθεώρησε ο δικαιούχος του επιδίκου πορτοφολιού (ΜΚ3). (δ) Επίσης στις 13.01.12 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον Γιωργαλλή. Ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε την ορθότητα διεξαγωγής των προαναφερόμενων δύο ειδών διαδικασιών αναγνώρισης. Σε σχέση με την πρώτη διαδικασία αναγνώρισης από Γιωργαλλίδη και ΜΚ7, παρατηρώ ότι η πρόθεση της αστυνομίας ήταν η πραγματοποίηση αναγνωριστικής παράταξης με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου, πλην όμως αυτό προσέκρουσε στην άρνηση του τελευταίου. Παρόλο ότι λέχθηκε στον κατηγορούμενο ότι είναι προς το συμφέρον κάτι τέτοιο και ότι του δίδεται η ευκαιρία να παραταχθεί σε αναγνωριστική παράταξη που θα διεξαχθεί με δίκαιο τρόπο ο ίδιος συνέχιζε να αρνείται και όταν ο ΜΚ2 τον πληροφόρησε ότι τότε άτομα θα περνούσαν από το χώρο που θα βρίσκεται για σκοπούς αναγνώρισης αυτός γνωστοποίησε την επιθυμία του να τύχει επιθεώρησης στο γραφείο που βρισκόταν. Προς ικανοποίηση της επιθυμίας του κατηγορουμένου, τέσσερις άλλοι επίσης εν ενεργεία αστυνομικοί βρέθηκαν μαζί με τον κατηγορούμενο στον ίδιο χώρο. Όλοι ήταν καθιστοί και μπροστά από γραφεία με αποτέλεσμα να φαινόταν μόνο το μέρος του σώματος τους από τη μέση και πάνω. Τρία άτομα φορούσαν αθλητικές μπλούζες, το τέταρτο άτομο φορούσε τρικό ενώ ο κατηγορούμενος φορούσε φόρμες. Ουδείς άλλος υπήρχε εκεί για να επηρεάσει τη διαδικασία. Ο Γιωργαλλής και η ΜΚ7 εισήλθαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και χωρίς κανένας να τους βοηθήσει στη διαδικασία αναγνώρισης αφού είδαν τα εμπλεκόμενα άτομα από μόνοι τους υπέδειξαν τον κατηγορούμενο με την κίνηση του χεριού τους. Η πιο πάνω διαδικασία που ακολουθήθηκε παρέμεινε αναντίλεκτη και αφού διαπίστωσα ότι συνάδει με τις πρόνοιες της Διάταξης 4
(1)(β) της Αστυνομικής Διάταξης 3/8 κρίνω ότι αυτό που πραγματοποιήθηκε ήταν έγκυρο και νομότυπο. Όσον αφορά τη δεύτερη διαδικασία αναγνώρισης από τον ΜΚ3 ο εν λόγω μάρτυρας (ΜΚ2) εξήγησε ότι δεν ακολουθήθηκε η ίδια με πιο πάνω διαδικασία επειδή ο κατηγορούμενος είχε ήδη απολυθεί της κράτησης του, πράγμα που οδήγησε στη χρήση βιβλιαρίου έγχρωμων φωτογραφιών. Η πιθανότητα να διεξαγόταν αργότερα αναγνωριστική παράταξη του κατηγορουμένου από τον ΜΚ3 ήταν ανύπαρκτη δεδομένης της πιο πάνω άρνησης του κατηγορουμένου. Εν πάσει περιπτώσει, το γεγονός ότι εκ των υστέρων ο ΜΚ3 δεν παρουσιάστηκε σε αναγνωριστική παράταξη δεν καθιστά τη διαδικασία αναγνώρισης άκυρη. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 αποφασίστηκε ότι η μη τήρηση όλων των προϋποθέσεων της αστυνομικής διάταξης 3/8 δεν καθιστά άκυρη την μαρτυρία που προκύπτει από την διαδικασία αναγνώρισης. Για το ενδεχόμενο διεξαγωγής αναγνώρισης μέσω φωτογραφιών ζητήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 04.01.12 η αποστολή τέτοιων φωτογραφιών από το Αρχηγείο Αστυνομίας (Τεκμήριο 11). Το σύνολο των φωτογραφιών ήταν 36 και ειδικότερα σε 3 δέσμες των
- Όλες οι φωτογραφίες απεικόνιζαν άτομα με αστυνομική ενδυμασία και μεταξύ τους υπήρχε σχετική ομοιότητα. Ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε και δεν αμφισβητήθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας όλες οι φωτογραφίες βρίσκονταν στην κατοχή του και ουδείς εκτός από αυτόν είχε πρόσβαση σ' αυτές. Δίχως να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με οποιονδήποτε για το θέμα αναγνώρισης, ο ΜΚ3 επιθεώρησε όλες τις φωτογραφίες προτού από μόνος του και χωρίς οποιαδήποτε καθοδήγηση υποδείξει την φωτογραφία στη θέση
- Τότε κάτω από τη θέση 007 σημείωσε την ημερομηνία που η αναγνώριση έγινε και τοποθέτησε την υπογραφή του. Είναι οι φωτογραφίες αυτές που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 10Α1, 10Β1 και 10Γ1). Ακολούθως από τον κατάλογο με τα ονόματα των ατόμων που απεικονίζονταν σ' αυτές (Τεκμήρια 10Α2, 10Β2 και 10Γ2) διαπιστώθηκε ότι το άτομο που ο ΜΚ3 υπέδειξε στη φωτογραφία ήταν ο κατηγορούμενος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν έγκυρη, νομότυπη και ικανοποιεί τις προδιαγραφές που θέτει η Διάταξη 3 της Αστυνομικής Διάταξης 3/8 (Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160). Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα τα Τεκμήρια 10Α1, 10Β1, 10Γ1, 10Α2, 10Β2, 10Γ2 και
- Εξάλλου κανένα από αυτά δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Σχετικά με την αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ΜΚ3 ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε μία αντίφαση μεταξύ των λεχθέντων του ΜΚ2 με αυτά του ΜΚ
- Συγκεκριμένα ο κ. Μουχταρούδης ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ενώ ο ΜΚ2 είπε ότι μέσα στην αίθουσα της αναγνώρισης υπήρχε μόνο αυτός, ο ΜΚ3 και η διερμηνέας, ο ΜΚ3 ανάφερε ότι στην αίθουσα υπήρχαν και άλλα άτομα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Μπορεί ο ΜΚ3 να είπε ότι στην αίθουσα υπήρχαν και άλλα άτομα αλλά δεν είπε ότι διαδραμάτιζαν οποιονδήποτε ρόλο στη διαδικασία αναγνώρισης. Απλά ανάφερε ότι άλλα άτομα έτυχαν να βρίσκονται στο χώρο εκεί και να εργάζονται χωρίς να τον επηρεάσουν και δίχως να συμμετέχουν στη διαδικασία. Συνεπώς, αυτό που ο ΜΚ2 είπε ότι στη διαδικασία ήταν ο ίδιος, ο ΜΚ3 και η μεταφράστρια είναι ουσιαστικά το ίδιο με αυτό που εννοούσε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ3 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απόλυτα σαφής, θετικός και αυθόρμητος στις απαντήσεις του χωρίς προσχεδιασμό και οποιαδήποτε τάση υπερβολής. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και κατάθεσε τα γεγονότα που βίωσε και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η μαρτυρία του συνάδει με τη χρονική πτυχή των γεγονότων που παρουσιάστηκαν και παράλληλα επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ4 και ΜΚ7 με αποκορύφωμα η περιγραφή του επιδίκου πορτοφολιού καθώς και του περιεχομένου αυτού που απωλέστηκε να ταυτίζεται απόλυτα με το πορτοφόλι και το περιεχόμενο αυτού που εντοπίστηκε και παραδόθηκε στην αστυνομία. Επιπλέον, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του ΜΚ3 να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Το δε Τεκμήριο 20 ενισχύει περισσότερο την εκδοχή του εν λόγω μάρτυρα ότι αναζητούσε χωρίς επιτυχία το πορτοφόλι του καταρρίπτοντας έτσι ως αναληθή την περί του αντιθέτου θέση του κατηγορουμένου. Άξια ακόμη αναφοράς είναι η μεγάλη παρατηρητικότητα που χαρακτηρίζει τον μάρτυρα αυτό. Όπως με βεβαιότητα ο ΜΚ3 είπε, προσέγγισε τον φρουρό εκείνη τη νύχτα, ο οποίος ήταν μέσα στη σκοπιά που ήταν από αλουμίνιο και στεκόταν ενώ αυτός στεκόταν ακριβώς στο παράθυρο αυτής και έξω από αυτή, δηλαδή η μεταξύ τους απόσταση ήταν πολύ κοντινή. Πάνω στη σκοπιά υπήρχε αρκετό φως αφού όπως ο ΜΚ3 εξήγησε υπήρχαν πολλές αναμμένες λάμπες στο δρόμο. Όπως ακόμη ανάφερε, όταν του εξήγησε τον σκοπό της επίσκεψης του, πρόσεξε το είδος του ημερολογίου που ο σκοπός χρησιμοποιούσε για να καταγράψει τα προσωπικά στοιχεία του εν λόγω μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο του επιδίκου πορτοφολιού. Ειδικότερα παρατήρησε ότι δεν ήταν αστυνομικής φύσεως ημερολόγιο αλλά σύνηθες διαφημιστικού τύπου. Περαιτέρω ο μάρτυρας αυτός παρατήρησε ότι ο φρουρός αυτός δεν κατέγραψε το περιεχόμενο του πορτοφολιού όπως αναμενόταν σε μια τέτοια περίπτωση αλλά μόνο έλαβε τα στοιχεία επικοινωνίας του εν λόγω μάρτυρα όταν ο τελευταίος τα έγραψε στο ημερολόγιο. Επίσης, στην εικοσάλεπτη περίπου συνομιλία που είχε με τον σκοπό ο ΜΚ3 είχε την ευκαιρία και συνάμα το χρόνο να προσέξει ότι αυτός φορούσε αστυνομική στολή, ήταν ευγενικός και καθ' όλη τη διάρκεια μόνος του περιγράφοντας τον ως ηλικίας 40 ετών περίπου, φαλακρό με λίγα μαλλιά στο πλάι της κεφαλής του και φαινόταν κοντός. Η πολύ καλή οπτική επαφή που ο ΜΚ3 είχε με τον φρουρό για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα κάτω από συνθήκες αρκετού και ικανοποιητικού βαθμού φωτισμού την επίδικη νύχτα, τον βοήθησε ώστε να αναγνωρίσει αργότερα μέσα από 36 έγχρωμες φωτογραφίες αστυνομικών ότι ο φρουρός ήταν ο κατηγορούμενος υπογράφοντας κάτω από τη θέση 007 που ήταν το όνομα του. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε αυτό που κυρίως τον οδήγησε στην αναγνώριση ήταν τα ξεχωριστά μάτια του κατηγορουμένου. Μάλιστα το υψηλό επίπεδο παρατηρητικότητας του εν λόγω μάρτυρα φαίνεται ακόμη που αντιλήφθηκε ότι η φωτογραφία 007 που απεικόνιζε το πρόσωπο του κατηγορουμένου ντυμένο με αστυνομική ενδυμασία πρέπει να ήταν παλαιά επειδή την επίδικη νύχτα που τον συνάντησε να εκτελεί χρέη σκοπού ήταν περισσότερο εύσωμος και φαλακρός ενώ στη φωτογραφία φαινόταν πολύ λεπτός και με μαλλιά. Με όπλο την παρατηρητικότητα του ο ΜΚ3 ήταν κατηγορηματικός και απόλυτος στο ότι το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη φρουρού την ώρα που αυτός επισκέφτηκε τον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου την επίδικη νύχτα και με το οποίο συζήτησε ήταν ο κατηγορούμενος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο ζήτημα αυτό η μαρτυρία του ΜΚ3 ενισχύεται από την ισχυρή ανεξάρτητη μαρτυρία της ΜΚ7, η οποία είχε αφιχθεί στον ίδιο χώρο μαζί με τον πατέρα της περίπου 35 λεπτά ενωρίτερα της ίδιας ημέρας όπου προκύπτει ότι συζήτησαν με τον ίδιο φρουρό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κρίνω ότι η αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ΜΚ3 ήταν ακριβής και ορθή και παράλληλα διεξήχθηκε σε ασφαλή πλαίσια και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ4 στην ολότητα της περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 18Α, 18Β, 19Α και 19Β που αποτελούν μέρος αυτής. Επίσης, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο το Τεκμήριο 20, η εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ωστόσο ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο Τεκμήριο 21 καθότι δεν σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Παράλληλα, η μεγάλη παρατηρητικότητα του ΜΚ3 σε συνάρτηση με τις λεπτομέρειες που παρέχει με οδηγεί στο εύρημα ότι την επίδικη νύχτα που ο εν λόγω μάρτυρας επισκέφτηκε τον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου συνάντησε και συνομίλησε με τον κατηγορούμενο που εκείνη τη στιγμή εκτελούσε χρέη φρουρού. Ο ΜΚ4 επίσης έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως και ο ΜΚ3 στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με ευθύτητα, σαφήνεια, θετικότητα και αυθορμητισμό. Ήλθε στο Δικαστήριο και με ειλικρίνεια περίγραψε τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του. Δεν προσπάθησε να υπερβάλει ούτε να διογκώσει γεγονότα. Είπε μόνο αυτά που πρόσεξε και ήταν σίγουρος ότι γνώριζε. Η μαρτυρία του ενισχύεται από τις καταθέσεις των ΜΚ3 και ΜΚ7 και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Δείγμα της θετικότητας και συνέπειας που χαρακτηρίζει την μαρτυρία του είναι η αναγνώριση του οχήματος που οδηγούσε και μετέφερε τον ΜΚ3 στον συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό την επίδικη νύχτα μέσα από τον ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 15), την περιγραφή του οποίου παρέχει στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία εξηγώντας με σαφήνεια τους λόγους που το αναγνώρισε. Το επίπεδο αξιοπιστίας παρέμεινε μέχρι το τέλος αλώβητο και χωρίς αμφιβολία δεν επηρεάστηκε από την ολιγόλεπτη παραμονή του εντός της αίθουσας Δικαστηρίου την στιγμή που ο ΜΚ3 παρακολουθούσε τον ψηφιακό δίσκο και απαντούσε σε ερωτήσεις. Ο λόγος που δεν επηρεάζει την ποιότητα της αξιοπιστίας του ΜΚ4 είναι επειδή, εκτός από το ότι η παραμονή του ήταν μόλις 5 λεπτών περίπου και εκείνη τη στιγμή η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν αφορούσε καίρια θέματα της υπόθεσης, η μαρτυρία του ΜΚ3 περιοριζόταν σε απαντήσεις που εδράζονταν σε υποκειμενικές παρατηρήσεις του από τον ψηφιακό δίσκο με τον ΜΚ4 στη συνέχεια να δίδει τις δικές του παρατηρήσεις πάνω στη δική του τεκμηρίωση. Με γνώμονα ότι τα δικαιώματα και συμφέροντα του κατηγορουμένου δεν έχουν επηρεαστεί δυσμενώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ4 στην ολότητα της περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 22Α και 22Β που είναι μέρος της. Η μαρτυρία του ΜΚ5 ήταν τυπικής φύσεως. Αυτό που μόνο έκανε υπό την ιδιότητα του αστυνομικού φωτογράφου ήταν να λάβει στις 13.01.12 στην παρουσία του Γιωργαλλίδη 2 φωτογραφίες του κινητού του τηλεφώνου και του γραπτού μηνύματος που απεικονιζόταν και αφού στις 15.01.12 τα μετέφερε με ασφάλεια σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και από εκεί χωρίς αλλοίωση σε ψηφιακό δίσκο να τις εκτυπώσει. Το εν λόγω μήνυμα σημείωνε τη φράση 'HAK 978' και έδειχνε ότι είχε σταλεί από το κινητό τηλέφωνο της θυγατέρας του στις 31.12.11 και ώρα 00:10:
- Η πιο πάνω ενέργεια του, η οποία αποτέλεσε την μαρτυρία του, παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 23 που αποτελεί μέρος της. Αδιαμφισβήτητη όμως ήταν και η μαρτυρία του ΜΚ6, την οποία αποδέχομαι χωρίς δεύτερη σκέψη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 24 που αποτελεί μέρος αυτής. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ουσιαστικά παραπέμπει σε συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβηκε και παρέμειναν αναντίλεκτες μέχρι τέλους. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός: (α) Στις 03.01.12 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γιωργαλλή, ο οποίος τον ρώτησε αν εντοπίστηκε ο κάτοχος του πορτοφολιού που παρέδωσε σε αστυνομικό λίγο μετά τα μεσάνυχτα στις 31.12.
- (β) Διεξήγαγε αυθημερόν έρευνα μέσα από την οποία διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε καταχώρηση στο βιβλίο ευρεθείσας και απολεσθείσας περιουσίας για παραλαβή πορτοφολιού με περιεχόμενο. (γ) Στα πλαίσια της έρευνας του ρώτησε τους επί καθήκον αστυνομικούς χωρίς όμως οποιοσδήποτε να γνωρίζει οτιδήποτε. (δ) Την ίδια ημέρα ενημέρωσε τον υπαστυνόμο Χριστάκη Κωνσταντίνου για το αποτέλεσμα της έρευνας του. Η ΜΚ7 δημιούργησε πολύ καλή εικόνα ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Ήταν απόλυτα ειλικρινής στις τοποθετήσεις της. Απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς ίχνος προσχεδιασμού και τάση υπερβολής. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, οι απαντήσεις της ενέπνεαν σιγουριά και ταυτόχρονα εξέπεμπαν αέρα θετικότητας και ωριμότητας. Με παραστατικότητα και με λεπτομέρεια περίγραψε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και περιέπεσαν στην αντίληψη της. Η ειλικρίνεια ήταν διάχυτη στο πρόσωπο της και ερχόμενη στο Δικαστήριο κατάθεσε την αλήθεια. Σε κάποιο βαθμό η μαρτυρία της ενισχύεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ3 και ΜΚ
- Δεν μπορεί ακόμη να παραμείνει χωρίς θετικό σχολιασμό η εξαιρετική μνήμη και ο υψηλός βαθμός παρατηρητικότητας που χαρακτηρίζουν την μάρτυρα αυτή. Τα στοιχεία αυτά φαίνονται κατ' αρχήν από την αναλυτική περιγραφή του πορτοφολιού καθώς και του περιεχομένου του που εντόπισε μαζί με τον αποβιώσαντα πατέρα της και θυμάται ότι ήταν στην δεξιά άκρη του δρόμου και ειδικότερα αξιοθαύμαστο είναι που θυμάται ότι ένα χαρτονόμισμα των €20,00 ήταν διπλωμένο στα τέσσερα και βρισκόταν εντός του πορτοφολιού, γεγονότα που ταυτίζονται απόλυτα με την περιγραφή και το περιεχόμενο του πορτοφολιού που ο ΜΚ3 απώλεσε λίγο ενωρίτερα. Χωρίς δισταγμό περιγράφει ότι το εντόπισε στην οδό Αγίου Αντωνίου που εκείνη τη νύχτα λέει ότι ήταν φωτισμένη. Επίσης, η ΜΚ7 πρόσεξε ότι η ταυτότητα προφανώς του δικαιούχου του πορτοφολιού περιείχε διατύπωση σε ξένη γλώσσα, άλλη από αυτή στα αγγλικά. Ακόμη η εν λόγω μάρτυρας πρόσεξε ότι σε κάποιο σημείο της ταυτότητας υπήρχε κάτι γραμμένο στα αγγλικά αλλά επειδή το έγγραφο αυτό ήταν ξεθωριασμένο δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έλεγε. Ακολούθως με τρόπο θετικό και κατηγορηματικό η ΜΚ7 περιγράφει όταν την επίδικη νύχτα έφθασε στον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου και προσέγγισε τον φρουρό που ήταν μόνος του εντός της σκοπιάς. Ακόμη η μάρτυρας αυτή σημειώνει ότι η σκοπιά είχε φωτισμό. Εκεί και αφού του εξηγήθηκε τι είχε συμβεί η μάρτυρας πρόσεξε τον αστυνομικό να καταγράφει τα στοιχεία του πατέρα της σε σύνηθες και όχι αστυνομικού τύπου ημερολόγιο προσδιορίζοντας με σιγουριά ότι η σημείωση αυτή έγινε στη σελίδα με ημερομηνία
- Ακολούθως, προέκτεινε την περιγραφή του πιο πάνω ημερολογίου χαρακτηρίζοντας το απλό, στο μέγεθος ενός ευαγγελίου και χρώματος μπλε σκούρο στο οποίο παρατήρησε ότι ο εν λόγω φρουρός κατέγραψε στην προαναφερόμενη σελίδα το όνομα, την ταυτότητα και τον αριθμό τηλεφώνου του αποβιώσαντα πατέρα της. Συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 2 και 15, το περιεχόμενο των οποίων είναι κοινά παραδεκτό υποδεικνύει ότι η ώρα 00:38:58 της 31.12.11 η ΜΚ7 μαζί με τον πατέρα της προσεγγίζουν τον φρουρό της πύλης και συνομιλούν μαζί του μέχρι η ώρα 00:44:30 της ίδιας ημέρας που απομακρύνονται και επιβιβάζονται στο όχημα τους. Επομένως, προκύπτει ότι η παραμονή της ΜΚ7 και του πατέρα της κοντά στη σκοπιά διήρκεσε 6 λεπτά περίπου. Η καλή οπτική επαφή που η ΜΚ7 είχε με τον φρουρό για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα κάτω από συνθήκες φωτισμού την επίδικη νύχτα, της επέτρεψε στη συνέχεια ουσιαστικά να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ανάμεσα σε άλλα 4 άτομα που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στον ίδιο χώρο με παρόμοια πολιτική ενδυμασία και όλοι να είναι καθιστοί. Η αρχική μη απόλυτη σιγουριά που φαίνεται από την απάντηση της κατά την αναγνώριση είναι φαινομενική και αντικαταστάθηκε από αναμφίβολη πλέον τοποθέτηση. Η ίδια εξήγησε την αρχική στάση της αποδίδοντας την στο φόβο που τη διακατείχε ως ένα 16 χρόνο κορίτσι που τότε ήταν μπροστά στον κίνδυνο να μείνει μόνη της αφού η μητέρα της δεν βρίσκεται κοντά της ενώ ο πατέρας της αντιμετώπιζε σοβαρότατα προβλήματα υγείας που τελικά τον οδήγησαν στο θάνατο. Ακόμη εξήγησε το σκεπτικό που την οδήγησε τελικά να πει αυτό που από την αρχή αισθανόταν και ήταν βασικά το θάρρος που απέκτησε μεγαλώνοντας με την πάροδο του χρόνου και αντιλαμβανόμενη την κατάσταση διαφορετικά. Ο λόγος αυτός κρίνεται εύλογος και δικαιολογημένος και συνεπώς τον αποδέχομαι. Το γεγονός ότι η μάρτυρας γνώριζε απλά εξ' όψεως όλα τα άτομα που συμμετείχαν στην διαδικασία αναγνώρισης του γραφείου πλην του κατηγορουμένου δεν μειώνει την ποιότητα της αναγνώρισης. Το ισχυρό μνημονικό και η μεγάλη παρατηρητικότητα της ΜΚ7 ήταν τα εχέγγυα για να είναι η τελευταία κατηγορηματική και απόλυτη ότι το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη φρουρού την ώρα που αυτή μαζί με τον αποβιώσαντα πατέρα της επισκέφτηκαν τον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου την επίδικη νύχτα και με το οποίο συζήτησαν ήταν ο κατηγορούμενος. Δεν παραγνωρίζω ότι στο θέμα αυτό η μαρτυρία της ΜΚ7 ενισχύεται από την ισχυρή ανεξάρτητη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος αφίχθηκε στον ίδιο χώρο περίπου 35 λεπτά αργότερα της ίδιας ημέρας όπου προκύπτει ότι συζήτησε με τον ίδιο φρουρό. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η αναγνώριση του κατηγορουμένου από την ΜΚ7 ήταν ακριβής και ορθή και παράλληλα διεξήχθηκε σε ασφαλή πλαίσια και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο (R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549, Πουτζιουρής και άλλος. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2011 ημερ. 12.03.13 και Δημητρίου (άλλως 'Πόμπος') v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 302). Μπροστά στα πιο πάνω δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΚ7 ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 25 που αποτελεί μέρος αυτής. Παράλληλα, με γνώμονα την υπερασπιστική γραμμή που βρίσκεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων του αποβιώσαντα πατέρα της ΜΚ7 και ταυτόχρονα την αδυναμία της υπεράσπισης να αντεξετάσει τον Γιωργαλλίδη αποδίδω μηδενική βαρύτητα στα Τεκμήρια 27, 28, 29 και
- Επιπλέον, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στα Τεκμήρια 13, 14 και 17 καθότι δεν σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης. Ομοίως μηδενική βαρύτητα αποδίδω στα Τεκμήριο 13 επειδή δεν συνδέεται με τον κατηγορούμενο. Εντελώς τυπικού χαρακτήρα ήταν η μαρτυρία της ΜΚ
- Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα περιορίζεται σε τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον Γιωργαλλίδη, ο οποίος την επίδικη νύχτα της ανάφερε ότι βρήκε ένα πορτοφόλι που περιείχε χρηματικό ποσό, κάρτες και άλλα αντικείμενα και ότι επιθυμούσε να το παραδώσει στην αστυνομία. Τότε αυτή αφού του εξήγησε να το παραδώσει στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου τον σύνδεσε με γραμμή του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου όπου και μίλησε με κάποιο μέλος της αστυνομίας. Η μαρτυρία αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και συνεπώς την αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 31 που αποτελεί μέρος της. Η ΜΚ9 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Με ειλικρίνεια και παράλληλα απλά και δίχως δόση υπερβολής περίγραψε τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της. Χωρίς να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση θεωρώ ότι ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αποφεύγοντας να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις το επίπεδο αξιοπιστίας της παρέμεινα ακλόνητα υψηλό. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 32 που αποτελεί μέρος αυτής ως αληθής και αξιόπιστη. Συγκεκριμένα αποδέχομαι ότι στις 03.01.12 επικοινώνησε μαζί της η ΜΚ7 η οποία της περίγραψε την εκδοχή της. Αποδέχομαι ακόμη ότι ήταν αυτή που συμβούλευσε την ΜΚ7 να τηλεφωνήσει στη Γραμμή του Πολίτη και να αναφέρει ότι κανένας αστυνομικός γνωρίζει για το πορτοφόλι που αυτή με τον πατέρα της παρέδωσαν λίγες ημέρες ενωρίτερα. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι αργότερα της ίδιας ημέρας η ΜΚ7 της τηλεφώνησε ξανά λέγοντας της για κάποιο άτομο που επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πατέρα της και του παρουσιάστηκε ως ο αλλοδαπός δικαιούχος του πορτοφολιού χωρίς όμως να πείσει τον πατέρα της. Οι δε ενδοιασμοί που η εν λόγω μάρτυρας εξέφρασε για την γνησιότητα της προέλευσης του υποτιθέμενου αλλοδαπού είναι δικαιολογημένοι και ενισχύονται από τις ενέργειες της για απευθείας επικοινωνία μαζί του. Η αναφορά του προσώπου σε καταγωγή από ανύπαρκτη πόλη στην Πολωνία σε συνδυασμό με την μη ανταπόκριση του σε μεταγενέστερο τηλεφώνημα της ΜΚ9 δημιουργούν βάσιμες υποψίες για την αλήθεια των λεχθέντων του. Παράλληλα, δεδομένης της μη ύπαρξης συμφέροντος από μέρους της εν λόγω μάρτυρος για την υπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την ορθότητα και το αληθές του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Ο κατηγορούμενος δημιούργησε πολύ φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος και πειστικός στις τοποθετήσεις του. Σε διάφορες καίριες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν δεν απαντούσε ευθέως και αυθόρμητα αλλά με προσέγγιση που παρέπεμπε σε πιθανά ενδεχόμενα δίδοντας την εντύπωση ότι προσπαθούσε να τις αποφύγει. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου είναι γενική, αόριστη και ασαφής. Παρόλο ότι επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ως ήταν δικαίωμα του, για να παρουσιάσει την εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, εντούτοις αυτό που ουσιαστικά είπε είναι ενδεχόμενα σενάρια που πιθανόν να μπορούσαν να συμβούν. Ο τρόπος που απαντούσε αλλά και γενικότερα η όλη στάση που τήρησε από το εδώλιο του ενόρκως καταθέτη δεν έδωσε την εικόνα του φιλαλήθη ατόμου. Η συμπεριφορά του να αμφισβητήσει την ακεραιότητα των χαρακτήρων του παραπονούμενου και των υπολοίπων βασικών μαρτύρων κατηγορίας που κλήθηκαν να παρουσιάσουν τα γεγονότα της υπόθεσης μέσα από γενικές, αόριστες και αστήριχτες θέσεις χωρίς να διστάσει να επιρρίψει ευθύνες ακόμη και σε συναδέλφους του αποφεύγοντας την ίδια στιγμή να προβάλει τη δική του εκδοχή γεγονότων, δείχνει άτομο που σκοπό δεν είχε να πει την αλήθεια αλλά να πλήξει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι η αναφορά του ότι αν και εργαζόταν στον επίδικο αστυνομικό σταθμό από η ώρα 19:00 της 30.12.11 μέχρι η ώρα 07:00 της 31.12.11 με διάφορες υποχρεώσεις εκ των οποίων η ανάληψη καθήκοντος σκοπού στην πύλη της εισόδου, έντεχνα αποφεύγει να προσδιορίσει ποιες ώρες ήταν σκοπός λέγοντας γενικά και αόριστα ότι ανέλαβε φρουρός για ορισμένο χρονικό διάστημα. Παρόλο ότι ο ίδιος δηλώνει πως δεν θυμάται αν κατά το χρόνο του επεισοδίου εκτελούσε χρέη σκοπού, την ίδια στιγμή δηλώνει σίγουρος ότι δεν παράλαβε οποιοδήποτε πορτοφόλι από την ΜΚ7 και τον πατέρα της αλλά και ότι ουδέποτε συνάντησε τον παραπονούμενο (ΜΚ3). Στην αντεξέταση του όμως ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Ενώ αρχικά ισχυρίζεται ότι είναι πιθανό να ήταν σκοπός τις επίδικες ώρες αμέσως στη συνέχεια ελίσσεται και διαφοροποιείται λέγοντας πως δεν πιστεύει να ήταν σκοπός εκείνες τις ώρες. Παράλληλα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εκείνη τη νύχτα πραγματοποίησε περιπολίες περιμετρικά του κτιρίου χωρίς πάλι όμως να προσδιορίσει πότε ακριβώς έγινε αυτό που επικαλείται. Ο κατηγορούμενος ακόμη επικαλέστηκε ως επιπλέον καθήκοντα του εκείνη τη νύχτα τη φύλαξη κατηγορουμένων και της περιουσίας τους καθώς και τη ρύθμιση του επισκεπτηρίου. Πάλι όμως δεν προσδιορίζει πότε διεκπεραίωσε ποιο είδος επαγγελματικής υποχρέωσης τους. Στα πλαίσια της προσπάθειας του παρουσίασης ενός θολού τοπίου διεκπεραίωσης υποχρεώσεων στο χώρο εργασίας του, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε τη δυνατότητα μίας ευέλικτης και χαλαρής διαδικασίας στον τρόπο εκτέλεσης καθήκοντος σκοπού χωρίς όμως να καθορίζει αν εκείνη τη νύχτα έγινε κάτι τέτοιο με τον ίδιο. Σε αντίθεση με τη δια ζώσης μαρτυρία, στην πρώτη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 7) παρουσιάζεται μια διαφορετική εικόνα σε σχέση με το ρόλο του εκείνη τη νύχτα. Συγκεκριμένα, στα καθήκοντα που περιγράφει ότι είχε την επίδικη νύχτα δεν αναφέρει την υποχρέωση του για περιπολία περιμετρικά του κτιρίου με αποτέλεσμα το ζήτημα αυτό να αποτελεί εκ των υστέρων εφεύρεση του κατηγορουμένου προκειμένου να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 7 ο κατηγορούμενος αναφέρει κατά τρόπο θετικό ότι λίγο μετά τις 19:00 στις 30.12.11 μετέβηκε σκοπός στην πύλη όπου και παρέμεινε στη σκοπιά μέχρι τις 20:30 της ίδιας νύχτας όταν τον αντικατέστησε ο ειδικός αστυφύλακας 5282 Στέφανος Παπαναστασίου, γεγονός που δεν φαίνεται να συμμερίζεται στην προφορική του κατάθεση. Διάσταση μεταξύ του Τεκμηρίου 7 και της δια ζώσης μαρτυρία του εντοπίζεται και στη συνέχεια όταν στη γραπτή κατάθεση του ο κατηγορούμενος σημειώνει ότι περί ώρα 21:30 με δέκα παρά μετέβηκε εκ νέου ως σκοπός αντικαθιστώντας τον ειδικό αστυφύλακα 5282 Στέφανο Παπαναστασίου όπου και παρέμεινε στη σκοπιά μέχρι μετά τα μεσάνυχτα όταν τον αντικατέστησε ο αστυφύλακας 3819 Ανδρέας Κακουλλή, ενώ στην προφορική κατάθεση του εμφανίζεται να πιστεύει ότι εκείνες τις ώρες δεν βρισκόταν στη σκοπιά. Από τις αναφορές του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 7 προκύπτει ότι οι τοποθετήσεις του στη δια ζώσης μαρτυρία περί χαλαρότητας και συναδελφικές αλληλοκαλύψεις στη σκοπιά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εν πάσει περιπτώσει, οι προαναφερόμενες διαστάσεις πρόκειται για ουσιώδεις διαφορές που έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του κατηγορουμένου. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν είναι τέτοια που επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχτεί πάνω σ' αυτή με ασφάλεια για να εξάγει ευρήματα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 7 και 9 που αποτελούν μέρος αυτής. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Η ώρα 22:46:43 της 30.12.11 ο κατηγορούμενος εξέρχεται από την κύρια είσοδο του αστυνομικού σταθμού και κατευθύνεται δεξιά προς το σημείο που βρίσκεται το φυλάκιο της σκοπιάς ενώ η ώρα 02:22:35 της 31.12.11 ο κατηγορούμενος ερχόταν από το σημείο της σκοπιάς και να εισέρχεται εντός του ιδίου με πιο πάνω αστυνομικού σταθμού από την κύρια είσοδο. Στις 30.12.11 περί τα μεσάνυχτα η ΜΚ7 επέβαινε σε όχημα με οδηγό τον πατέρα της και αφού εισήλθαν στην οδό Κλυταιμνήστρας εντόπισαν στην δεξιά άκρη του δρόμου ένα μαύρο πορτοφόλι το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των €370 αποτελούμενο από 4 χαρτονομίσματα των €50, 8 χαρτονομίσματα των €20 και ένα χαρτονόμισμα των €10 καθώς και μία ταυτότητα αλλοδαπού άνδρα, μία τραπεζική κάρτα της USB Bank, μία κάρτα του καταστήματος Beauty Line και ένα τυλιγμένο χαρτάκι με αριθμό τηλεφώνου. Υπήρχε ακόμη ένα χαρτονόμισμα των €20,00 διπλωμένο στα τέσσερα. Αμέσως μετά ενώ η ΜΚ7 μαζί με τον πατέρα της επέβαιναν στο ίδιο όχημα προσέγγισαν το όχημα του ΜΚ4 με συνοδηγό τον ΜΚ3 και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τους ρωτήσουν αν το πορτοφόλι που βρήκαν ήταν δικό τους. Αργότερα ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε ότι αυτός ήταν που έχασε το πορτοφόλι του και μάταια το αναζήτησε. Επειδή όταν τηλεφώνησαν στην αστυνομία τους ζήτησε να παραδώσει το πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του στον Νέο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, η ώρα 00:38:58 της 31.12.11 μετέβησαν εκεί όπου το έδωσαν στον επί καθήκον σκοπό εξηγώντας του την τοποθεσία και τις συνθήκες που το βρήκαν. Ο σκοπός καταμέτρησε τα χρήματα που υπήρχαν εντός του πορτοφολιού και στη συνέχεια έλαβε το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό ταυτότητας και τον αριθμό τηλεφώνου του πατέρα της ΜΚ7, τα οποία και κατέγραψε στη σελίδα 8 ενός συνήθη αλλά όχι αστυνομικού τύπου ημερολογίου μπλε σκούρου χρώματος. Παράλληλα, ο φρουρός της πύλης διαβεβαίωσε τον Γιωργαλλίδη ότι το πορτοφόλι θα περιερχόταν στην κατοχή του δικαιούχου του εντός 2 ημερών. Η ΜΚ7 μαζί με τον πατέρα της παρέμειναν στο μέρος και συνομιλούσαν με τον σκοπό μέχρι η ώρα 00:44:30 της ίδιας ημέρας. Επειδή μέχρι τις 03.01.12 δεν ενημερώθηκαν για το τι απέγινε το εν λόγω πορτοφόλι, η ΜΚ7 τηλεφώνησε στη Γραμμή του Πολίτη 1460 και με αυτό εξήγησε το τι συνέβηκε σε αξιωματικό της αστυνομίας Πάφου. Στις 05.01.12 η ΜΚ7 έδωσε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία σε σχέση με το συμβάν. Επίσης, την ίδια ημέρα η ΜΚ7 σε ένα γραφείο του ΤΑΕ Πάφου υπέδειξε μέσα από 5 άτομα με παρόμοια πολιτική ενδυμασία αναγνώρισε τον κατηγορούμενο λέγοντας 'νομίζω είναι τούτος'. Περί ώρα 01:20 της 31.12.11 ο ΜΚ3 μεταβαίνει με όχημα στο οποίο οδηγός είναι ο ΜΚ4 και επισκέπτεται τον φρουρό της πύλης του ιδίου με πιο πάνω αστυνομικού σταθμού και για 20 λεπτά συνομιλεί μαζί του με αντικείμενο συζήτησης ότι απώλεσε το πορτοφόλι του, του οποίου η περιγραφή καθώς και το περιεχόμενο του ταυτίζεται απόλυτα με το επίδικο πορτοφόλι και το περιεχόμενο του που 36 λεπτά ενωρίτερα παραδόθηκε στον φρουρό από την ΜΚ7 και τον πατέρα της. Στις 04.01.12 ο ΜΚ1 μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του και με τη βοήθεια τεχνικού επιθεώρησε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του Νέου Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου αναφορικά με την 30.12.11 και 31.12.11 μεταξύ του χρονικού διαστήματος 22:09:00 και 02:22:
- Επίσης, ο ΜΚ1 κατέγραψε τις διαπιστώσεις του σε σχετικό πρακτικό που υπέγραψε (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο του οποίου μαζί με το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου των καμερών του κλειστού συστήματος παρακολούθησης είναι παραδεκτά από τον κατηγορούμενο. Ακολούθως, ο ΜΚ2 μαζί με τον ΜΚ1 και άλλους δύο συναδέλφους του πραγματοποίησαν έρευνα στην οικία και στο όχημα του κατηγορουμένου όπου παραλήφθηκαν 4 κινητά τηλέφωνα ως τεκμήρια. Στις 04.01.12 και 05.01.12 συνέλαβε δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω, στις 04.01.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ενώ στις 07.01.12 έλαβε από αυτόν δεύτερη ανακριτική κατάθεση. Στις 08.01.12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι σε καμία από τις κατηγορίες Στις 13.01.12 διεξήχθηκε διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου μέσα από βιβλιάριο φωτογραφιών διαφόρων αστυνομικών τις οποίες επιθεώρησε ο δικαιούχος του επιδίκου πορτοφολιού (ΜΚ3) μέσα από την οποία ο ΜΚ3 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό που είναι η πρώτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από τα άρθρα 255 και 267 του Κεφ.154. Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 255 και 267 του Κεφ.154 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός και (β) απέκτησε κατοχή και αποκόμισε κρατική περιουσία ή περιουσία παραπονούμενου που περιήλθε στην κατοχή του από τη θέση την οποία κατέχει και (γ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (δ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (ε) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (στ) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από τον παραπονούμενο και (ζ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από τον παραπονούμενο. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στον παραπονούμενο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος χωρίς δεύτερη σκέψη, ως αστυνομικός που είναι, θεωρείται δημόσιος λειτουργός. Η σύνδεση του κατηγορουμένου με το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη σκοπού κατά τον ουσιώδη χρόνο προς τον οποίο παραδόθηκε το επίδικο πορτοφόλι προέρχεται από το περιεχόμενο καταγραφής των κινήσεων του κατηγορουμένου από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του αστυνομικού σταθμού σε συνάρτηση με τις αναγνωρίσεις του από τους ΜΚ3 και ΜΚ7 αλλά και τις μαρτυρίες αυτών. Η εξέταση κατά πόσο τεκμηριώνονται τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος θα αναζητηθεί μέσω περιστατικής μαρτυρίας. Σχετικές επί της αποδοχής και αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, ως περιστατικής μαρτυρίας, παρέχουν οι υποθέσεις Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να αντληθεί από την πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτη Νικολάου, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2009, ημερομηνίας 10.11.10, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: "Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης τοιαύτης, όταν δε είναι '... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ... (δέστε Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746)... " Όπως έχει περαιτέρω εξηγηθεί στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: "Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθηκαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα." Επίσης, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, απόσπασμα της οποίας εκτίθεται ακολούθως: " Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν π ρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του." Στα πλαίσια αξιολόγησης της περιστατικής μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες αλλά ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε επίσης στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41: "Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου." Σχετική ακόμη επί του προκειμένου είναι και η απόφαση στην Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: " Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104." Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου διαπιστώνω τα εξής:
(1)Η ώρα 22:46:43 της 30.12.11 ο κατηγορούμενος εξέρχεται από την κύρια είσοδο του αστυνομικού σταθμού και κατευθύνεται δεξιά προς το σημείο που βρίσκεται το φυλάκιο της σκοπιάς.
(2)Η ώρα 00:38:58 της 31.12.11 η ΜΚ7 μαζί με τον πατέρα της προσεγγίζουν τον φρουρό της πύλης του αστυνομικού σταθμού και συνομιλούν μαζί του μέχρι η ώρα 00:44:30 της ίδιας ημέρας που απομακρύνονται και επιβιβάζονται στο όχημα τους.
(3)Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους δίδεται στο φρουρό που είναι μόνος του το επίδικο πορτοφόλι με το περιεχόμενο του, ο οποίος και το παραλαμβάνει.
(4)Η ώρα 00:44:30 της 31.12.11 ο Γιωργαλλής και η ΜΚ7 επιβιβάστηκαν στο όχημα τους.
(5)Η ώρα 00:45:31 της 31.12.11 το αυτοκίνητο του Γιωργαλλή αναχώρησε από το μέρος.
(6)Περί ώρα 01:20 της 31.12.11 ο ΜΚ3 επισκέπτεται τον μοναδικό φρουρό της πύλης του ιδίου αστυνομικού σταθμού και για 20 λεπτά συνομιλεί μαζί του με αντικείμενο συζήτησης ότι απώλεσε το πορτοφόλι του, του οποίου η περιγραφή καθώς και το περιεχόμενο του ταυτίζεται απόλυτα με το επίδικο πορτοφόλι και το περιεχόμενο του που 36 λεπτά ενωρίτερα παραδόθηκε στον φρουρό από την ΜΚ7 και τον πατέρα της.
(7)Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι όταν ο ΜΚ3 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στη σκοπιά ο τελευταίος του παρέδωσε το επίδικο πορτοφόλι.
(8)Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι ο πιο πάνω φρουρός μεταξύ της χρονικής περιόδου 00:44:30 της 31.12.11 και 01:20 της ίδιας ημέρας αντικαταστάθηκε από άλλο συνάδελφο του ή ότι παρέδωσε το επίδικο πορτοφόλι σε κάποιον άλλο συνάδελφο του για να το καταγράψει στο βιβλίο καταγραφής απολεσθέντων αντικειμένων στο Τμήμα Μικροπααραβάσεων Πάφου.
(9)Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε το επίδικο πορτοφόλι στην υπηρεσία του με σκοπό να αναζητηθεί ο νόμιμος δικαιούχος του.
(10)Η ώρα 02:22:35 της 31.12.11 ο κατηγορούμενος ερχόταν από το σημείο της σκοπιάς και εισέρχεται εντός του ιδίου με πιο πάνω αστυνομικού σταθμού από την κύρια είσοδο.
(11)Η ΜΚ7 αναγνωρίζει μέσα από διαδικασία αναγνώρισης τον κατηγορούμενο ως το άτομο που εκτελούσε χρέη μοναδικού φρουρού στην πύλη από η ώρα 00:38:58 της 31.12.11 μέχρι η ώρα 00:44:30 της ίδιας ημέρας.
(12)Ο ΜΚ3 αναγνωρίζει μέσα από διαδικασία αναγνώρισης τον κατηγορούμενο ως το άτομο που εκτελούσε χρέη μοναδικού φρουρού στην πύλη από η ώρα 01:20 της 31.12.11 και τουλάχιστο για τα επόμενα 20 λεπτά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα μοναδικού φρουρού στην πύλη του αστυνομικού σταθμού κατά τη διάρκεια της οποίας εντεταλμένης υπηρεσίας του παρέλαβε από την ΜΚ7 και τον πατέρα της το επίδικο πορτοφόλι με το περιεχόμενο του που εντόπισαν στο δρόμο ενωρίτερα και το οποίο είχε απολέσει αμέσως προηγουμένως ο ΜΚ3 που ήταν ο κάτοχος και δικαιούχος αυτού. Η μη παράδοση του επιδίκου πορτοφολιού στον ΜΚ3 που το αναζήτησε καθώς και μη αναφορά της παραλαβής αυτού στην αστυνομία και ακολούθως η εξαφάνιση του αντικειμένου αυτού, φανερώνει δόλια συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου, ο οποίος, χωρίς τη συναίνεση του ΜΚ3 που είναι ο νόμιμος δικαιούχος του, προβαίνει σε απόκτηση και κατοχή της εν λόγω περιουσίας που δεν του ανήκει με σκοπό να την αποστερήσει μόνιμα από τον ΜΚ3, η οποία τέτοια περιουσία αποτελεί αντικείμενο κλοπής. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, το πιο πάνω αποτέλεσμα δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό. Επομένως, πληρούνται σωρευτικά και στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, το οποίο διέπεται από το άρθρο 105 του Κεφ. 154, είναι η δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κελβέρη
(1996)2 Α.Α.Δ.103 λέχθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής: (α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, (β) να προβαίνει ή να διατάζει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης, (γ) η πράξη αυτή να παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου ατόμου. Το ότι ο κατηγορούμενος είναι δημόσιος λειτουργός έχει ήδη ειπωθεί πιο πάνω. Επίσης, η ενέργεια του κατηγορουμένου να μην παραδώσει το πορτοφόλι είτε στον ΜΚ3 που ήταν ο νόμιμος δικαιούχος του είτε να το δηλώσει στην υπηρεσία του ως απολεσθείσα περιουσία αλλά να το οικειοποιηθεί μαζί με το περιεχόμενο του σαφώς και αποτελεί μία αυθαίρετη πράξη από μέρους του χρησιμοποιώντας καταχρηστικά τις εξουσίες που η δική του δημόσια θέση του παρείχε. Παράλληλα, η παράνομη ενέργεια του αυτή παράβλαψε τα συμφέροντα του ΜΚ3, ως νόμιμου δικαιούχου του πορτοφολιού, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο ζημιά. Ως εκ τούτου, έχουν τεκμηριωθεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το αδίκημα της αθέμιτης κτήσης περιουσιακού οφέλους που είναι το αντικείμενο εξέτασης στην τρίτη κατηγορία, εδράζεται στο άρθρο 3 του Ν.51(Ι)/2004. Μελέτη των διατάξεων του άρθρου αυτού καθιστούν αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι: (α) ο κατηγορούμενος να είναι αξιωματούχος ή λειτουργός του δημοσίου, (β) να αποκτήσει αθέμιτα περιουσιακό όφελος. Η έννοια της 'αθέμιτης κτήσης περιουσιακού οφέλους' παρέχεται μέσα από το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας. Σύμφωνα με αυτό σημαίνει την απόκτηση περιουσιακού οφέλους από αξιωματούχο ή λειτουργό του δημοσίου κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση της ιδιότητας ή του αξιώματος του με το όφελος να το προσπορίζεται άμεσα ή έμμεσα ο ίδιος η μέλος της οικογένειας του ή συγγενικό του πρόσωπο μέχρι και του τρίτου βαθμού συγγένειας. Ο δε 'λειτουργός του δημοσίου' σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε επαγγελματική θέση, μεταξύ άλλων, στη δημόσια υπηρεσία. Όσον αφορά το 'περιουσιακό όφελος', με βάση το άρθρο 2 της ιδίας νομοθεσίας, καλύπτει κάθε είδους κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, ως αστυνομικός που είναι, θεωρείται λειτουργός στη δημόσια υπηρεσία. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την θέση και την ιδιότητα του εν ώρα υπηρεσίας και προσπορίστηκε προσωπικά άμεσο οικονομικό όφελος οικειοποιούμενος το επίδικο πορτοφόλι μαζί με το περιεχόμενο του που δεν του ανήκε. Αυτό φανερώνει απόκτηση αθέμιτου περιουσιακού οφέλους από τον κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τεκμηριώνονται σωρευτικά στον απαιτούμενο βαθμό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε σχέση με την πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία, στις οποίες ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό δημόσιου λειτουργού-Κατάχρηση εξουσίας-Αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους /Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο