← Κύπρος

Ελένη Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου, Αρ. Αίτησης :- 60/13, 19/11/2014

Ελένη Αργυρού κ.α. ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου, Αρ. Αίτησης :- 60/13, 19/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A219 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης :- 60/13 Επί τοις αφορώσι τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Επί τοις αφορώσει την Διαιτησία μεταξύ :-

  1. Ελένη Αργυρού
  2. Ανδρέας Αργυρού Εφεσείοντων/Αιτητών Και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου Εφεσίβλητων Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία :- Τετάρτη 19η Νοεμβρίου 2014 Για τους Εφεσείοντες - Αιτητές :- κα. Δήμητρα Καρακώστα για κο. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαριέλλα Θεοφάνους Για την Εφεσίβλητη - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Χρίστος Ευσταθίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Ευσταθίου Απόφαση
  3. Το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση εξετάζει έφεση για ακύρωση «και/ή» παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 19/11/
  4. Παραθέτουν οι εφεσείοντες ως λόγους έφεσης επτά λόγους οι οποίοι έχουν σχέση κυρίως με τις ενέργειες του διαιτητή και τις συνέπειες αυτών των ενεργειών.
  5. Οι θέσεις επί των οποίων στηρίζονται οι εφεσείοντες προβάλλονται προς υποστήριξη των ακόλουθων λόγων έφεσης.
  6. «Η διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα και/ή είναι άκυρη και/ή παράτυπη.
  7. Ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και/ή ενήργησε αντιδικαστικώς.
  8. Ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά.
  9. Η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και/ή είναι ανυπόστατη.
  10. Ο διαιτητής ενήργησε με πλάνη ως πρός το νόμο.
  11. Ο διαιτητής ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών του και η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας.
  12. Ο διαιτητής απέκρυψε την ιδιότητα του και/ή ότι ήταν πρόσωπο ακατάλληλο να διεξάγει διαιτησία.»
  13. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά και τα όσα αναφέρονται σχετικά εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης και στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσείοντων δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος έφεσης ως προς το ότι η διαδικασία διορισμού του διαιτητή δεν ήταν ορθή ή ότι ο διορισμός του δεν ήταν έγκυρος.
  14. Βεβαίως η θέση αυτή δεν είχε τεθεί υπόψη του διαιτητή κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Με παρόμοιο τρόπο ούτε είχε τεθεί ως θέμα προς εξέταση κατά την διαδικασία της διαιτησίας η θέση πως αυτή ήταν πρόωρη καθότι η συμφωνία δανείου δεν είχε τερματιστεί ή τερματιστεί νομότυπα. Ο λόγος για τον οποίο αμφότερες αυτές οι θέσεις δεν τέθηκαν υπόψη του διαιτητή πολύ απλά είναι το γεγονός της μη συμμετοχής των εφεσείοντων στη διαδικασία της διαιτησίας. Επέλεξαν δηλαδή οι εφεσείοντες όπως μην παρουσιαστούν κατά την ημερομηνία στην οποία είχε οριστεί η διαιτησία προς διεξαγωγή της διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς παρά και το γεγονός πως τόσο ο χρόνος όσο και ο τόπος διεξαγωγής ήταν γνωστοί σε αμφότερους τους εφεσείοντες.
  15. Προς υποστήριξη της έφεσης ο εφεσείων 2 υπέγραψε σχετική ένορκη δήλωση ως ένας εκ των εγγυητών στη συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 20/3/2009 (τεκμήριο Α, το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως η «συμφωνία»). Τονίζω πως το Δικαστήριο κατά τη συγγραφή αυτής της απόφασης ασφαλώς διατηρεί υπόψη του τα όσα αναφέρονται τόσο εντός αυτής της ένορκης δήλωσης όσο και στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία καταχωρήθηκε από την εφεσίβλητη. Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη πως οι διάδικοι σε αυτή τη διαδικασία περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, λαμβάνω επίσης υπόψη μου και τα όσα αναφέρονται εντός αυτών των γραπτών αγορεύσεων.
  16. Δεν κρίνω σκόπιμο όπως επαναλάβω ούτε ακόμη και σε συνοπτική μορφή τα όσα αναφέρονται εντός αυτών των κειμένων. Σημασία έχει όχι η καταγραφή, ιδιαίτερα δε υπό μορφή επανάληψης του περιεχομένου των, εντός αυτής της απόφασης, αλλά το γεγονός ότι αυτά έχουν μελετηθεί με ενδελεχή προσοχή σε μία προσπάθεια η ουσία αυτών να γίνει όσο το δυνατό πιο καλύτερα κατανοητή από το Δικαστήριο.
  17. Ευθύς εξ αρχής το πιο αξιοσημείωτο σημείο σε σχέση με το ζήτημα υπό εξεταση είναι το γεγονός πως οι εφεσείοντες ουδέποτε παρουσιάστηκαν στη διαιτητική διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης της οποίας ζητείται η ακύρωση ή παραμερισμός. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 19/11/2009 και - για κάποιο ανεξήγητο λόγο - επιδόθηκε στους εφεσείοντες στις 19/3/2013, δηλαδή περίπου 3 ½ χρόνια αργότερα.
  18. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι οι εφεσείοντες έγκαιρα, με επιστολή η οποία φέρει ημερομηνία 19/10/2009 (Τεκμήριο Β) και η οποία «δόθηκε»[1] σε αυτούς, έλαβαν γνώση για τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία[2]. Επέλεξαν όμως να μην παρουσιαστούν σε αυτή τη «... διαδικασία επίλυσης διαφοράς...» (βλ. σχετικά τεκμήριο Β) μεταξύ τους και της εφεσίβλητης.
  19. Επομένως, πραγματικά προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η όλη προσέγγιση του αιτήματος για ακύρωση ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης βασίζεται κυρίως σε παράπονα τα οποία οι εφεσείοντες προβάλουν αναφορικά με τον τρόπο είτε έναρξης είτε διεξαγωγής αυτής της διαδικασίας. Μίας διαδικασίας δηλαδή στην οποία ακολουθείται η επιλογή από τους εφεσείοντες της μη εμφάνισης τους, δίχως παράλληλα να προβάλλεται ο οποιοσδήποτε λόγος είτε αδυναμίας να παραστούν είτε η ύπαρξη οποιασδήποτε διαμαρτυρίας ως πρός είτε τη νομιμότητα είτε την εγκυρότητα της διαδικασίας ή ακόμη και ως πρός τον τρόπο διορισμού του διαιτητή ή σε σχέση με το διορισμό του συγκεκριμένου διαιτητή, ως η αιτία αυτής της επιλογής τους.
  20. Επιπλέον παρατηρείται πως εντός του απλού και λιτού περιεχομένου του τεκμηρίου Β η διαιτησία περιγράφεται ως η διαδικασία επίλυσης της διαφοράς ενώ αναφέρεται επίσης πως σε περίπτωση παράλειψης παρουσίασης στη διαδικασία η απόφαση θα εκδιδόταν στην απουσία του εφεσείοντα.
  21. Πραγματικά θεωρείται λογικό πως εάν οι εφεσείοντες είχαν την οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά είτε με τον τρόπο διορισμού του διαιτητή είτε με τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ακόμη και οποιαδήποτε θέση αναφορικά με τα όσα διαβήματα θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί της διαιτητικής διαδικασίας προτού αυτή αρχίσει, τότε θα μπορούσαν να είχαν λάβει μέρος σε αυτή έτσι ώστε να είχαν θέσει υπόψη και του διαιτητή την οποιαδήποτε ένσταση ή θέση τους. Ή ακόμη και να είχαν αποστείλει μία επιστολή εντός της οποίας να παρέθεταν τους λόγους επί των οποίων να στήριζαν την επιλογή τους να μην εμφανιστούν και λάβουν μέρος στη διαδικασία της διαιτησίας.
  22. Ούτε και προβάλει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης πως έλαβαν οι εφεσείοντες οποιαδήποτε άλλα μέτρα ανταπόκρισης σε σχέση με τη παραλαβή της συγκεκριμένης επιστολής. Είτε προ της ημερομηνίας κατά την οποία είχε οριστεί η διαιτησία είτε μετά από αυτή την ημερομηνία μέχρι και την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στις 19/3/13 (τεκμήριο Γ).
  23. Τίθεται ως βασικό ερώτημα σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης, κατά πόσο παρέχεται στο Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία έφεσης από τους εφεσείοντες εναντίον της διαιτητικής απόφασης, η ευχέρεια ή η δυνατότητα καν, να αποδεχτεί ως βάσιμη την οποιαδήποτε θέση τους παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είχαν την ευκαιρία να θέσουν μία τέτοια θέση υπόψη του διαιτητή κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας αλλά παρέλειψαν να το πράξουν ή επέλεξαν να μην το πράξουν.
  24. Παράλειψη πράξεων ή επιλογή απραξίας η οποία ευθέως προέκυπτε από τη βασικότερη επιλογή τους να μην εμφανιστούν ενώπιον του διαιτητή κατά την ημερομηνία ορισμού της διαιτησίας ή ακόμη και να πράξουν οτιδήποτε αναφορικά με το δεδομένο της διεξαγωγής της διαδικασίας της διαιτησίας μέχρι και τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης σε αυτούς οπότε και καταχώρησαν την έφεση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  25. Υπενθυμίζω πως η δυνατότητα έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης προνοείται από το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/1985)((στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») το οποίο κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης είχε την ακόλουθη μορφή. "52.—

(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραµµένης εταιρείας— (α) µεταξύ µελών, πρώην µελών, προσώπων αξιούντων µέσω µελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) µεταξύ µέλους, πρώην µέλους ή προσώπου αξιούντος µέσω µέλους, πρώην µέλους ή αποβιώσαντος µέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) µεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) µεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραµµένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέµπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι— (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καµιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραµµένη εταιρεία να προσφύγει σε αρµόδιο δικαστήριο στη ∆ηµοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραµµένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραµµένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αµφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάµει του εδαφίου
(1)παραποµπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέµπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συµφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νοµοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραποµπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισµού της αµοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικηµένον από την απόφασην οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και µιάς ηµερών από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, µε βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύµφωνα µε το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου." 16. Σύμφωνα με τον κανονισμό 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών όταν εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά αυτή παραπέμπεται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 52 του σχετικού Νόμου εις τον Έφορον. Σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό η παραπομπή αυτή θα γίνεται με γραπτή έκθεση, θα ορίζει τη διαφορά και θα περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες αυτής. Ενώ σύμφωνα με τον κανονισμό 79 εάν ο Έφορος παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία θα ορίζει, μεταξύ άλλων, το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητή. Αξίζει δε να σημειωθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 52 δεν είναι μόνο η Συνεργατική Εταιρεία η οποία δύναται να παραπέμπει εις τον Έφορο οποιαδήποτε διαφορά αλλά και οποιοδήποτε μέλος αυτής. 17. Σημαντική απόφαση από τη νομολογία μας επί του θέματος το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση είναι η Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 Α. Α. Δ.
  1. 17.
  2. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η εφεσείουσα παρά το ότι είχε ειδοποιηθεί να παρευρεθεί στη διαιτητική διαδικασία δεν παρευρέθηκε και δεν υπέβαλε οποιαδήποτε θέση. Ακολούθως υπέβαλε αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου
(4)του άρθρου 52 του σχετικού Νόμου. 17.
  1. Ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι ήταν καταλυτική η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη εμφάνισης της εφεσείουσας ενώπιον του διαιτητή. Εξέφρασε δε την άποψη ότι το άρθρο 52 του σχετικού Νόμου θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πνεύμα της νομολογίας με συνέπεια το νόημα της λέξης «αδικημένος» να αναφέρεται ουσιαστικά στη παρουσία του μέρους που κλήθηκε στη διαιτησία και στη προβολή εκ μέρους του θετικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών οι οποίοι να αφορούν είτε την ουσία είτε την διαδικασία στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος. 17.
  2. Πρόσθεσε δε πως αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου η οποία παραπέμπεται σε διαιτησία το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το Δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, τότε αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του περί Διαιτησίας Νόμου. Καθώς δηλαδή θα καθιστούσε αυτές τις νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου εφόσον τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το Δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στη διαιτησία. 17.
  3. Επεσήμανε επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως η υποχρέωση παραπομπής της διαφοράς σε δεσμευτική διαιτησία προκύπτει εκ του νόμου ενώ τόνισε επίσης πως η διαιτησία δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο αλλά αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ότι ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. 17.
  4. Το Ανώτατο Δικαστήριο ουσιαστικά συμφώνησε με αυτό το μέρος της πρωτόδικης απόφασης καθώς παρατηρήθηκε πως οι όποιες θέσεις της εφεσείουσας θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του διαιτητή, πράγμα το οποίο δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. 17.
  5. Πρόσθεσε μάλιστα ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χατζηχαμπής Δ. (όπως ήταν τότε) ότι ουσιαστικά είναι ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του διαιτητή. 17.
  6. Ακόμη και ο περιορισμός από την εφεσείουσα - ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου - του παραπόνου της ως προς το ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στον διαιτητή να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείται από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως δεν βοηθά τα πράγματα με αναφορά στο γεγονός πως τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του προσθέτοντας όμως και το εξής σημαντικό. 17.
  7. Η παράλειψη της εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του διαιτητή συνέχιζε να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα καθώς ούτε ο πρωτόδικος Δικαστής αλλά ούτε και το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός εάν, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δεν δικαιολογείτο η απόφαση του. 17.
  8. Εξέτασε μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο το λογαριασμό που η εφεσίβλητη (όχι η εφεσείουσα) παρουσίασε στον διαιτητή, ιδιαίτερα δε τις καταχωρήσεις των τόκων και δεν μπορούσε να πει ότι υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως πρός τους τόκους και έτσι ότι ο διαιτητής αποφάσισε λανθασμένα.
  9. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ πως βάσει και της νομολογίας μας η οποία είναι σαφέστατη επί του συγκεκριμένου θέματος, ευσταθεί πλήρως ο λόγος ένστασης 10 σύμφωνα με τον οποίο οι λόγοι οι οποίοι επικαλούνται οι εφεσείοντες για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας καθότι θα έπρεπε πρώτα να είχαν τεθεί προς εξέταση ενώπιον του διαιτητή.
  10. Αυτή και μόνο η αποδοχή οδηγεί αναπόφευκτα το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα μπορούσε σε αυτό το σημείο της να ολοκληρωθεί αυτή η απόφαση και η αιτιολόγηση αυτής να θεωρείται επαρκής. Όμως κρίνω πως θα ήταν ορθότερο προς πληρέστερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης όπως συνοπτικά προστεθούν στο όλο σκεπτικό του Δικαστηρίου και ορισμένες διαπιστώσεις αναφορικά με τα διάφορα σημεία τα οποία προβάλλονται προς υποστήριξη της έφεσης.
  11. Κατ΄αρχάς αναφορικά με το θέμα του διορισμού του διαιτητή θεωρώ πως ο κανονισμός 79 (βλ. σχετικά τη παράγραφο 16) είναι σαφέστατος ως πρός το γεγονός ότι αυτός γίνεται από τον Έφορο. Ενώ αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 9 του περί Διατησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της έφεσης, επισημαίνω απλά πως σαφώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πρόνοια σε μία συμφωνία για παραπομή σε διαιτητή ο οποίος είτε ονομάζεται είτε καθορίζεται εντός της συμφωνίας.
  12. Ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε σχέση με τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (τεκμήριο Α). Καθώς σύμφωνα με τον όρο 25 προνοείται πως για «...σκοπούς εκτέλεσης του παρόντος εγγράφου και των σχετιζομένων με αυτό, και τα δύο μέρη διακηρύσσουν ότι αποδέχονται τη διαδικασία της Διαιτησίας όπως προνοείται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, χωρίς τούτο να αποκλείει το δικαίωμα της Συνεργατικής να επιλέξει αντί διαιτησίας τη παραπομπή του χρεώστη στα πολιτικά δικαστήρια και να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του χρεώστη σε οποιοδήποτε δικαστήριο της Κύπρου ή άλλης χώρας».
  13. Σαφώς δηλαδή η πρόνοια για διαιτησία εντός της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περιορίζεται και συνδέεται άρρηκτα με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου. Ο οποίος προνοεί και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο διορισμού του διαιτητή.
  14. Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τον όρο 25 της συμφωνίας θεωρώ πως αυτό είναι ένα κατάλληλο σημείο της απόφασης για εξέταση και της θέσης αναφορικά με την αναγκαιότητα τερματισμού της συμφωνίας. Δηλαδή, όπως αναφέρεται και στη παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης, η θέση ότι η διαδικασία διαιτησίας ήταν πρόωρη καθότι η συμφωνία δεν είχε τερματιστεί ή τερματιστεί νομότυπα έτσι ώστε το κατ΄ ισχυρισμό χρέος να είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
  15. Αγνοεί πλήρως η θέση αυτή τα όσα σχετικά αναφέρονται στον όρο 25 της συμφωνίας. Ενώ, όπως παρατηρείται, με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτού του σημείου υπάρχει αναφορά στον όρο 14 σε σχέση με το δικαίωμα της εφεσίβλητης για τερματισμό της συμφωνίας. Αναδεικνύεται όμως με αυτό τον τρόπο η διαφορά η οποία υπάρχει μεταξύ της περίπτωσης όπου, σύμφωνα με τον όρο 25, για σκοπούς εκτέλεσης της συμφωνίας αμφότερα τα μέρη αποδέχονται τη διαδικασία της διαιτησίας ενώ παράλληλα διαφυλάσσεται το δικαίωμα της εφεσίβλητης να επιλέξει αντί τη διαδικασία της διαιτησίας την παραπομπή του χρεώστη στα πολιτικά δικαστήρια και τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του.
  16. Σε περίπτωση τέτοιας επιλογής, λήψης δηλαδή δικαστικών μέτρων, τότε τυγχάνει εφαρμογής ο όρος 14 της συμφωνίας και τα όσα σχετικά αναφέρονται εντός αυτού σε σχέση και με τη προβλεπόμενη δυνατότητα τερματισμού της συμφωνίας από την εφεσίβλητη.
  17. Όμως για σκοπούς ενεργοποίησης της διαδικασίας της διαιτησίας δεν τίθεται καν θέμα αναγκαιότητας τερματισμού της συμφωνίας με στόχο τη λήψη δικαστικών μέτρων. Άλλωστε η επιλογή ενεργοποίησης της διαδικασίας διαιτησίας ουσιαστικά αποκλείει, κατά το χρονικό σημείο άσκησης αυτής της επιλογής, τη λήψη δικαστικών μέτρων.
  18. Έχοντας ως βάση συμβουλή αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαιτησίας σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την εκδίκαση υποθέσεων ενώπιον Δικαστηρίου έτσι ώστε να μην παραβλάπτονται θεμελιωμένα και κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα αλλά και αρχές της δίκαιης δίκης και φυσικής δικαιοσύνης, οι εφεσείοντες προβάλλουν την εξής θέση. Ότι η πλευρά τους είχε τεθεί σε μειονεκτική θέση καθώς υπήρξε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους αλλά και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του δικαιώματος στη περιουσία καθώς και της αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη αλλά και της αποτελεσματικής κρίσης των αστικών δικαιωμάτων τους. Εντούτοις δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το γεγονός πως οι εφεσείοντες δεν αρνούνται πως δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία διαιτησίας παρά και το γεγονός ότι είχαν ενημερωθεί σχετικά τόσο με το χρόνο όσο και με το τόπο διεξαγωγής της.
  19. Συνεπώς είχαν οι εφεσείοντες την ευκαιρία να ασκήσουν τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους απλά με το να είχαν εμφανιστεί ενώπιον του διαιτητή και να είχαν θέσει υπόψη του την οποιαδήποτε θέση τους. Επέλεξαν όμως να μην συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Παρά και την επιλογή της μη συμμετοχής στη διαδικασία ζητούν ουσιαστικά από το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των όσων θα μπορούσαν να είχαν ζητήσει να κριθούν κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας σε σχέση με τη διεξαγωγή μίας διαδικασίας στην οποία όμως ουδέποτε συμμετείχαν. Διατηρώντας υπόψη αυτά τα απλά δεδομένα η έλλειψη βασιμότητας στην όλη θέση των εφεσείοντων αναφορικά με τη παραβίαση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους ή των οποιωνδήποτε αρχών δικαιοσύνης είναι εμφανέστατη.
  20. Το γεγονός είναι ότι με τη συμφωνία είχε γίνει αποδεκτή από όλους τους συμβαλλόμενους μία διαδικασία διαιτησίας. Γεγονός επίσης είναι ότι ενώ έλαβαν γνώση οι εφεσείοντες αναφορικά με την επικείμενη διαδικασία διαιτησίας σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο επέλεξαν να μην παραστούν παρά και τη σαφή ειδοποίηση επί του τεκμηρίου Β πως σε περίπτωση μη παρουσίασης τους στη διαδικασία η απόφαση θα εκδιδόταν στην απουσία τους.
  21. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί όπως και απορρίπτεται ενώ αναφορικά με τα έξοδα θεωρώ ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα εκδίκασης της έφεσης. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βαρός των εφεσείοντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφέρει σχετικά ο ενόρκως δηλών στη παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του τόσο ότι η επιστολή (Τεκμήριο Β) του «δόθηκε» όσο και ότι του «επιδόθηκε». [2] Σχετική είναι η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντα και το τεκμήριο Β. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.