Ευφημίας Κωνσταντίνου ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αγωγής :- 3792/2007, 1/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A228 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3792/2007 Μεταξύ:- Ευφημίας Κωνσταντίνου Και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD «υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(Ι)/2013(ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία)» Ημερομηνία :- Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου 2014 Για την ενάγουσα :- κος. Νικόλας Νικολάου για κο. Λεωνίδα Γεωργίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Νικόλας Νικολάου Για την εναγόμενη :- κα. Μαρίνα Τζιούτ για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Ιάσωνας Τηλεμάχου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προέκυψε ως αποτέλεσμα των ενεργειών του πρώην συζύγου της ενάγουσας, Αντώνη Αντωνίου, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος της εναγομένης (στο εξής θα καλείται ο «Αντωνίου»). Έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ως πρός τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο Αντωνίου από τον μοναδικό μάρτυρα υπεράσπισης, Νίκο Μηλιώτη. Βασικό αποτέλεσμα των ενεργειών του ήταν η υπεξαίρεση χρημάτων από την εναγόμενη.
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα από τους δικηγόρους των διαδίκων τα οποία ενσωματώθηκαν στο τεκμήριο
- Ουσιαστικά, με αυτά γίνονται παραδεκτά από κοινού τα ακόλουθα. 2.
- Πρώτο, η υπαλληλική ιδιότητα του Αντωνίου σε κατάστημα της εναγομένης στην Πάφο μέχρι και την 1/6/
- 2.
- Δεύτερο, ότι η εναγόμενη ασχολείτο με τραπεζικές εργασίες. 2.
- Τρίτο, ότι ο Αντωνίου χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο λογαριασμό και προέβαινε στη δημιουργία εικονικών δανείων και χρηματοδοτήσεων εν αγνοία των διαδίκων. 2.
- Τέλος, ότι μεταξύ 31/5/2001 και 1/6/2001 έχιναν τέσσερεις καταθέσεις χρηματικών ποσών στο λογαριασμό με αριθμό 063-21-027456 (στο εξής θα καλείται ο «επίδικος λογαριασμός») οι οποίες μαζί συμποσούνται στο ποσό των £69.000,
- Θέση της ενάγουσας είναι πως εξαναγκάστηκε από την εναγόμενη να πληρώσει το προαναφερόμενο ποσό προς αποφυγή απόδοσης ευθυνών προς την ίδια σε σχέση με τις ενέργειες του συζύγου της. Η αξίωση της στηρίζεται επί αυτής της βασικής θέσης. Βεβαίως η απόδειξη του τρόπου με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται πως η εναγόμενη την εξανάγκασε να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό δεν μπορεί παρά να εξαρτάται από τη μαρτυρία την οποία η ίδια παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της.
- Προέβαλαν οι διάδικοι δύο διαφορετικές εκδοχές ως πρός τα όσα είχαν πραγματικά συμβεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών του πρώην συζύγου της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του από την εναγόμενη. Η μεν ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη την ξεγέλασε έτσι ώστε να πληρώσει ποσό χρημάτων το οποίο ο σύζυγος της είχε υπεξαιρέσει από την εναγόμενη. Η δε εναγόμενη ισχυρίζεται πως η ενάγουσα οικειοθελώς πλήρωσε αυτό το ποσό με δική της πρωτοβουλία έτσι ώστε να βοηθήσει τον σύζυγο της στην επιστροφή των χρημάτων τα οποία είχε αποσπάσει.
- Ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της, ισχυρίστηκε πως οδηγήθηκε στο να δραστηριοποιηθεί ώστε να πληρωθεί το συνολικό ποσό των χρημάτων το οποίο πληρώθηκε, ήταν η πίεση την οποία η ίδια έμμεσα δέχθηκε από την εναγόμενη βάσει των όσων είχαν λεχθεί στον πατέρα της από κάποιο υψηλόβαθμο υπάλληλο της εναγομένης τράπεζας, δηλαδή τον Λεονάρδο Σιάρτο (στο εξής θα καλείται ο «Σιάρτος»).
- Ιδιαίτερα σε σχέση και με τα δικόγραφα αυτής της αγωγής παρατηρώ τα ακόλουθα.
- Σύμφωνα με βασικά σημεία από την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, ο πρώην σύζυγος της ως υπάλληλος της ενάγουσας είχε αποσπάσει με εικονικά δάνεια ή άλλες πράξεις το συνολικό ποσό των £68.995,
- Διενεργούσε δε μεγάλο αριθμό συναλλαγών μέσω κοινού λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε με την ενάγουσα τον οποίο όμως έλεγχε ο ίδιος. Με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην γνωρίζει ότι δια μέσω του συγκεκριμένου λογαριασμού γινόταν υπεξαίρεση χρημάτων από λογαριασμούς πελατών της εναγομένης τράπεζας.
- Ο συγκεκριμένος κοινός λογαριασμός, ο επίδικος δηλαδή λογαριασμός, αποτελεί σημείο διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, καθώς ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται την ύπαρξη του ως κοινού λογαριασμού της με τον Αντωνίου η εναγόμενη απορρίπτει αυτή τη θέση με αναφορές μάλιστα σε εκ διαμέτρου αντίθετους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε άλλες δύο προγενέστερες αγωγές. Ενώ η ίδια η ενάγουσα σαφώς ισχυρίστηκε, όταν ερωτήθηκε ποιός ήταν ο λόγος που την ώθησε πραγματικά να πληρώσει τα χρήματα στην εναγόμενη τράπεζα, το εξής :- «Επειδή με έκανε ισότιμα υπεύθυνη και επειδή αυτός ήταν ένας κοινός λογαριασμός».
- Παρατηρείται πως η θέση ως πρός το ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν κοινός αποτελεί μία από τις βασικότερες θέσεις προς προώθηση της αξίωσης της ενάγουσας. Βεβαίως το Δικαστήριο θεωρεί πως η αξίωση της ενάγουσας θα πρέπει να κριθεί διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια επέλεξε να προωθήσει την αξίωση της δίχως όμως παράλληλα να αγνοείται και το περιεχόμενο των δικογράφων της στο βαθμό στον οποίο αυτό αντιστοιχεί με τη μαρτυρία αυτή.
- Θέση της ενάγουσας είναι πως όταν η εναγόμενη ανακάλυψε τις ενέργειες του πρώην συζύγου της, χωρίς να αποκαλύψουν στην ενάγουσα τις παράνομες ενέργειες στις οποίες αυτός είχε προβεί, την εξανάγκασαν να καταθέσει στο κοινό λογαριασμό το ποσό των £68.995,00 «...για να καλύψει ακάλυπτες επιταγές που εκδόθηκαν από τον Αντώνη Αντωνίου, ενόψει του ότι όπως της είχαν επισημάνει επρόκειτο περί κοινού λογαριασμού για τον οποίο είχε από κοινού με τον σύζυγο της και/ή κεχωρισμένως νομική ευθύνη» (παράγραφος 6 της έκθεσης απαίτησης).
- Ασφαλώς η αναφορά σε «ακάλυπτες επιταγές» δεν έχει καμία σχέση με τις πράξεις υπεξαίρεσης χρημάτων στις οποίες πραγματικά είχε προβεί ο Αντωνίου. Συνεπώς, βάσει αυτού του δικογραφημένου ισχυρισμού η εναγόμενη είχε πει ψέματα στην ενάγουσα και ουσιαστικά την είχε ξεγελάσει ή εξαπατήσει. Εφόσον δηλαδή, ως αποτέλεσμα των όσων της είχαν αναφερθεί, η ίδια στη συνέχεια μερίμνησε έτσι ώστε να κατατεθεί στον επίδικο λογαριασμό το ποσό το οποίο αξιώνει με την αγωγή της. Ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να το πράξει αυτό.
- Αξιοσημείωτο όμως σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με την ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών τις οποίες ο Αντωνίου έκδωσε και η εναγόμενη καλούσε την ενάγουσα να καλύψει είναι το γεγονός πως τέτοιος ισχυρισμός δεν συμπεριλαμβάνεται στις λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης ή εξαπάτησης στη παράγραφο 9 του ιδίου δικογράφου. Δίχως βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν εμπεριέχεται όντως στην έκθεση απαίτησης ένας πιο γενικός όμως ισχυρισμός ως πρός την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Ο ισχυρισμός δηλαδή στη παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης. Εντούτοις λογικά θα αναμενόταν εφόσον υπάρχει αυτή η ξεχωριστή προβολή ισχυρισμού ως ένα βασικό στοιχείο για την αξίωση της ενάγουσας, αυτός να εντασσόταν και εντός των σχετικών λεπτομερειών. Επί αυτού του θέματος, σε σχέση δηλαδή με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ως είχε και ως δικονομικά ορθά θα αναμενόταν να είχε, υπάρχει και επιπρόσθετη αναφορά εντός αυτής της απόφασης (βλ. σχετικά τις υποπαραγράφους 20.22 έως και 20.25 αυτής της απόφασης) κατά την εξέταση της αξιοπιστίας του ισχυρισμού της ενάγουσας ως πρός το λόγο εξαιτίας του οποίου η ίδια οδηγήθηκε στο να επιδιώξει τη πληρωμή του επίδικου ποσού με τη συνδρομή συγγενών και φιλικών προσώπων των συγγενών της.
- Επιπλέον, εντός της έκθεσης απαίτησης, προβάλλεται η θέση πως η εναγόμενη απέκρυψε από την ενάγουσα ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε από τον τότε σύζυγο της λόγω παράνομων πράξεων και καταχρήσεων του ενώ βρισκόταν στην υπηρεσία της εναγομένης. Επίσης προβάλλεται και η θέση πως ο σύζυγος της δεν απολύθηκε αλλά ούτε και καταγγέλθηκε στην Αστυνομία.
- Ουσιαστικά η θέση της ενάγουσας είναι πως εξαναγκάστηκε από την εναγόμενη να καταβάλει το ποσό των £68.995,00 με τον τρόπο ο οποίος αναφέρεται εντός της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης και με τον οποίο καθιστούσαν την ενάγουσα συνυπεύθυνη για τις πράξεις του συζύγου της ενώ στη συνέχεια παραθέτει και «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ ΚΑΙ/Η ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ/Η ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ΚΑΙ/Η ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ/Η ΥΠΗΡΕΤΩΝ ΤΗΣ».
- Βεβαίως συζευκτικά και διαζευκτικά προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτοί υποστηρίχθηκαν στη συνέχεια με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ή κατά πόσο οι ισχυρισμοί αυτοί όντως συνταυτίζονται απόλυτα ή ακόμη και επαρκώς με τους ισχυρισμούς τους οποίους η ενάγουσα προέβαλλε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της.
- Παραδείγματος χάριν, αν και υπάρχει αναφορά με συζευκτικό και διαζευκτικό τρόπο στο ενδεχόμενο να διωχθεί ποινικά ο Αντωνίου (παράγραφος 9) εντούτοις, παρά και τα όσα σχετικά ανέφερε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της, δεν υπάρχει παρόμοια αναφορά σε σχέση με το άτομο της. Ανεξαρτήτως δηλαδή και της αναφοράς στη παράγραφο 6 ως προς το ότι της είχε κατ΄ ισχυρισμό επισημανθεί πως και η ίδια ήταν συνυπεύθυνη για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών από κοινού με τον Αντωνίου, η διατύπωση του ισχυρισμού της παραγράφου 9 παρουσιάζει την πίεση η οποία κατ΄ ισχυρισμό ασκήθηκε επί της θέλησης της ενάγουσας να έχει ως βάση, μεταξύ άλλων, και το ενδεχόμενο άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του Αντωνίου αλλά όχι της ιδίας ή και της ιδίας. Βεβαίως υπάρχει και γενική αναφορά σε απειλή για λήψη δικαστικών μέτρων στη παράγραφο 9 (λ) ως επίσης και γενικότερα για τη δημιουργία από την εναγόμενη εκφοβισμού της ενάγουσας υπό την έννοια ότι αυτή ήταν συνυπεύθυνη για τις πράξεις του συζύγου της. Δίχως όμως να προβάλλεται όντως με τον ίδιο απλό τρόπο τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της, η απειλή για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της υπό την έννοια της ποινικής της δίωξης. Μειώνεται ουσιαστικά και με αυτό τον τρόπο η πειστικότητα της όλης εκδοχής της ενάγουσας όπως αυτή προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της.
- Ως προς το κατά πόσο η εναγόμενη είχε δεχτεί οποιαδήποτε πίεση από τον τότε σύζυγο της αναφέρθηκε σε κάποιο σημείο της προφορικής κατάθεσης της πως υπήρχε πολλή πίεση από τον Αντωνίου και ότι ήθελε να τον χωρίσει αλλά την απειλούσε πως αν το έκανε θα αυτοκτονούσε. Όμως ουδέποτε ισχυρίστηκε πως ήταν ο πρώην σύζυγος της ο οποίος είτε την ξεγέλασε είτε την εξανάγκασε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό.
- Βεβαίως οφείλω να παρατηρήσω πως η διατύπωση της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης δεν είναι επαρκώς σαφής έτσι ώστε να καθορίζεται με ικανοποιητικά κατανοητό τρόπο η όλη θέση της ενάγουσας επί του συγκεκριμένου θέματος. Όμως, στο βαθμό στον οποίο η σύνταξη της συγκεκριμένης παραγράφου επιτρέπει, προκύπτει ουσιαστικά πως η ενάγουσα αποδίδει ευθύνη στην εναγόμενη για τον τρόπο με τον οποίο την εξαπάτησαν ως προς το ότι ήταν και αυτή συνυπεύθυνη για τις πράξεις του συζύγου της και ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η ίδια εξαναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό των £68.995,
- Το βασικό ερώτημα το οποίο προκύπτει, διατηρώντας υπόψη και τη θέση της εναγομένης ως προς το ότι οικειοθελώς, με δική της δηλαδή πρωτοβουλία, η ενάγουσα πλήρωσε έτσι ώστε να βοηθήσει τον πρώην σύζυγο της (παράγραφος 7 της έκθεσης υπεράσπισης), είναι το εξής. Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η ενάγουσα μερίμνησε και δραστηροποιήθηκε αναλόγως έτσι ώστε να πληρωθεί το ποσό το οποίο είναι παραδεκτό ότι κατατέθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 31/5/2001 και 1/6/2001;
- Οι αναφορές πιο πάνω στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσμα της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης ιδιαίτερα δε της πιο βασικού μάρτυρος, της ίδιας δηλαδή της ενάγουσας. Παρατίθενται πιο κάτω τα κύρια σημεία τα οποία προκύπτουν από τη προφορική κατάθεση της ενάγουσας ενώ όπου κρίνεται κατάλληλο αξιολογείται και η αξιοπιστία της ενάγουσας ως μάρτυρας, διατηρώντας υπόψη όμως και την υπόλοιπη μαρτυρία στο σύνολο της σε συνδυασμό με τη δική της. 20.
- Η ίδια διατηρούσε κοινό λογαριασμό με τον Αντωνίου. 20.
- Κατατέθηκε φωτοαντίγραφο των σελίδων 12 και 13 της κατάστασης λογαριασμού με αριθμό 063-21-0227456, του επίδικου δηλαδή λογαριασμού (τεκμήριο 2). 20.
- Αναγνώρισε την υπογραφή της σε φωτοαντίγραφα εγγράφου αναφορικά με εντολές που αφορούν κοινό λογαριασμό ημερομηνίας 10/12/92 (τεκμήριο 3) και σε καρτέλλα με δείγμα υπογραφής (τεκμήριο 4), η οποία επίσης φέρει την ίδια ημερομηνία. 20.
- Κατατέθηκε επίσης φωτοαντίγραφο πρακτικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/12/2006 (τεκμήριο 5), σε σχέση με την απόσυρση της αγωγής 2535/03 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου από την εναγόμενη εναντίον της ενάγουσας, εντός του οποίου υπάρχει και δήλωση του δικηγόρου της ενάγουσας αναφορικά με τη πρόθεση της για έγερση αγωγής. 20.
- Διατηρώντας υπόψη και το θέμα το οποίο εξετάστηκε στο στάδιο των διευκρινίσεων, μετά και από τη παρουσίαση των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, αξίζει να σημειωθεί, παρά και την άμεση έγερση ένστασης και απόσυρση της συγκεκριμένης ερώτησης, πως κατά την κύρια εξέταση της ενάγουσας, δίχως να είχε με οποιοδήποτε τρόπο δημιουργηθεί όχι μόνο το απαραίτητο αλλά ούτε καν το οποιοδήποτε υπόβαθρο, αναπάντεχα ερωτήθηκε η ενάγουσα αν θυμόταν να αναφέρει αν ασκήθηκε οποιουδήποτε είδους πίεσης στην ίδια από την εναγόμενη τράπεζα. Ακόμη και μετά από την απόσυρση της ερώτησης, στη συνέχεια ερωτήθηκε η μάρτυρας ουσιαστικά την ίδια ερώτηση, με συγκεκριμενοποίηση όμως αυτή τη φορά του είδους πίεσης το οποίο ενδεχομένως να είχε δεχτεί η ενάγουσα. Ερωτήθηκε δηλαδή αν μπορούσε να αναφέρει αν είχε υποστεί οποιουδήποτε είδους ψυχική πίεση. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε τη συγκεκριμένη ερώτηση. 20.
- Ως αποτέλεσμα ερωτήθηκε η ενάγουσα ως πρός τη σχέση της με την εναγόμενη τράπεζα και απάντησε πως απλά είχε με τη συγκεκριμένη τράπεζα ένα κοινό λογαριασμό με τον σύζυγο της. 20.
- Έδωσε στη συνέχεια τη δική της αντίληψη των πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό όπως αυτές φαίνονται επί του τεκμηρίου
- Τότε ήταν που ερωτήθηκε ως πρός το λόγο για τον οποίο τα άτομα τα οποία ανέφερε της είχαν δανείσει τα συγκεκριμένα ποσά. 20.
- Είναι σε αυτό το σημείο της απόφασης που η ενάγουσα για πρώτη φορά δίδει την εκδοχή της ουσιαστικά ως πρός την ίδια τη βάση επί της οποίας στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα της. Άρχισε μεν να απαντά με αναφορά στην τράπεζα όμως αμέσως μετά αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο άτομο, δηλαδή τον Λεονάρδο Σιάρτο. Ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, τηλεφώνησε στον πατέρα της στην Νότιο Αφρική και τον πληροφόρησε ότι ο σύζυγος της είχε ακάλυπτες επιταγές από τον κοινό λογαριασμό και ότι αυτό την έκανε υπεύθυνη για τα ποσά, προσθέτοντας πως, διαφορετικά θα ήταν υπεύθυνη και ότι θα καταδικαζόταν γι΄ αυτό το «εγκληματικό αδίκημα». Πρόσθεσε δε, δίχως όμως να διευκρινίζει ακριβώς ποιος το είπε αυτό ή ποιος της το επανέλαβε, πως αυτό το ποσό έπρεπε να συλλεγεί σε δύο μέρες και αρκετή πίεση εφαρμόστηκε πάνω της. 20.
- Πρόσθεσε, επίσης αόριστα και δίχως το συγκεκριμένο θέμα να διευκρινίζεται καθόλου από το υπόλοιπο της προφορικής κατάθεσης της, πως «αυτό» είχε επίσης «μπει στις ειδήσεις και ασκούσε πίεση και στους δύο μας». Η αναφορά στους «δύο μας» προφανώς κάλυπτε και τον σύζυγο της. 20.
- Αξίζει να σημειωθεί πως το μοναδικό άτομο το οποίο κατέθεσε ως μάρτυρας προς απόδειξη της αξίωσης το οποίο αναφέρθηκε σε «ακάλυπτες επιταγές» είναι η ενάγουσα. Ο Μ. Ε. 2, Ανδρέας Δημητρίου, αναφέρθηκε σε κάποιες «ατασθαλίες» του Αντωνίου. Μάλιστα ο Δημητρίου, του οποίου η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη, καθώς δεν αντεξετάστηκε και για την οποία μαρτυρία δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτή να μην γίνει δεκτή ως αξιόπιστη, ανέφερε πως ο ίδιος ο πατέρας της ενάγουσας είχε συνομιλήσει μαζί του τηλεφωνικώς. Ενώ, όπως ο ίδιος ο Μ. Ε. 2 είχε αναφέρει, ο λόγος για τον οποίο είχε δώσει την επιταγή στην ενάγουσα ήταν ότι ο πατέρας της του είχε πει ότι η ενάγουσα χρειαζόταν τα λεφτά διότι έπρεπε να δοθούν άμεσα στην τράπεζα για να μην την κατηγορήσουν προσωπικά για τις υποθέσεις του συζύγου της ο οποίος είχε κάνει κάποιες ατασθαλίες τότε στην τράπεζα. Καμία αναφορά όμως στην ύπαρξη οποιωνδήποτε ακάλυπτων επιταγών οι οποίες να είχαν εκδοθεί από τον Αντωνίου σε σχέση με τον κοινό λογαριασμό του με την ενάγουσα. Λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο ο πατέρας της ενάγουσας να είχε αναφέρει και στον Δημητρίου τα όσα η ενάγουσα είχε ισχυριστεί ότι ο πατέρας της είχε αναφέρει στην ίδια ως πρός τα όσα του είχε πει ο Σιάρτος. 20.
- Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως η τράπεζα, δια μέσω του πατέρα της, δεν είχε ενημερώσει ορθά την ενάγουσα με απώτερο στόχο να εφαρμόσει πίεση σε αυτή καθότι έτσι η ενάγουσα θα ένοιωθε πως διέτρεχε τον κίνδυνο να κατηγορηθεί και αυτή για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών από τον Αντωνίου από τον κοινό τους λογαριασμό. Όμως, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, τότε γιατί να μην επαναλάβει ο πατέρας της ενάγουσας και στον Δημητρίου τα όσα κατ΄ ισχυρισμό είχε αναφέρει και στην ενάγουσα; Μειώνεται σημαντικά και από αυτό το δεδομένο η αξιοπιστία του ισχυρισμού της ενάγουσας ως πρός την αναφορά του πατέρα της σε σχέση με τα όσα ο Σιάρτος του είχε κατ΄ ισχυρισμό αναφέρει. 20.
- Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας στην τελική αγόρευση του, αναφερόμενος στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, εισηγήθηκε πως τα όσα ο Σιάρτος είχε αναφέρει στον πατέρα της ενάγουσας αποτελούσαν ψευδή παράσταση η οποία θα μπορούσε να ενταχθεί στα όσα προνοούνται σύμφωνα με το άρθρο 36, η οποία έγινε εντός του πλαισίου της υπαλληλικής ιδιότητας του Σιάρτου καθιστώντας με αυτό τον τρόπο την εναγόμενη υπεύθυνη για τις συνέπειες της προβολής αυτής της ψευδής παράστασης. Θεωρώ πως εξέταση της νομικής πτυχής αυτής της θέσης προαπαιτεί πρώτα αποδοχή από το Δικαστήριο όντως της ύπαρξης της συγκεκριμένης αναφοράς του Σιάρτου προς τον πατέρα της ενάγουσας. 20.
- Επί αυτού του θέματος ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε πως ούτε με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από την εναγόμενη ούτε και κατά την αντεξέταση της ενάγουσας αμφισβητήθηκε πως όντως ο Σιάρτος είχε προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση. Όντως η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης δεν υπέβαλε στην ενάγουσα πως η δήλωση αυτή δέν έγινε. Όμως ο ισχυρισμός ως πρός την ύπαρξη αυτής της δήλωσης θα πρέπει να ιδωθεί εντός του γενικότερου πλαισίου τόσο της εκδοχής της ενάγουσας όσο και της εναγομένης. Κατά την αντεξέταση της ενάγουσας αμφισβητήθηκε γενικότερα η εκδοχή της έστω και εάν όντως δεν υποβλήθηκε σε αυτήν ότι δεν είχε γίνει η συγκεκριμένη δήλωση από τον Σιάρτο. Υπενθυμίζω ότι η εκδοχή της εναγομένης είναι πως ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα μερίμνησε για τη πληρωμή του επίδικου ποσού ήταν έτσι ώστε να βοηθήσει τον τότε σύζυγο της. Απλά και μόνο με τη προβολή αυτής της εκδοχής αμφισβητείται ως μέρος της εκδοχής της ενάγουσας και ο ισχυρισμός ως πρός την ύπαρξη της δήλωσης του Σιάρτου ως η αιτία βάσει της οποίας η ενάγουσα κατ΄ ισχυρισμό εξαπατήθηκε έτσι ώστε να μεριμνήσει για τη πληρωμή του επίδικου ποσού. Η αμφισβήτηση δηλαδή γενικότερα της εκδοχής της ενάγουσας δεν μπορεί παρά να καλύπτει και αυτό το βασικό της μέρος έστω και εάν αυτή δεν αμφισβητήθηκε ρητά. 20.
- Υπενθυμίζω τη θέση η οποία ουσιαστικά υποβλήθηκε στην ενάγουσα ως πρός το ότι δηλαδή στο τέλος βοήθησε τον σύζυγο της ο οποίος της είχε ζητήσει βοήθεια. Απάντησε βεβαίως όπως απάντησε η ενάγουσα, αναφέροντας πως ουσιαστικά βοήθησε τον εαυτό της και πως με αυτό τον τρόπο, με το να βοηθήσει τον εαυτό της τον βοήθησε. Έμμεσα δηλαδή φαίνεται να εννοούσε η ενάγουσα. 20.
- Εντούτοις η υποβολή αυτή κατά την αντεξέταση της ακολούθησε παραπομπή της ενάγουσας, από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης, στη τελευταία παράγραφο της σελίδας 7 του τεκμηρίου 6 το περιεχόμενο της οποίας η ενάγουσα δεν αρνήθηκε. Σύμφωνα με το οποίο η ίδια είχε αναφέρει πως ο τότε σύζυγος της την είχε πληροφορήσει πως του ζητήθηκε από την τράπεζα να σταματήσει, ως επίσης πως την πληροφόρησε ότι είχε υποπέσει σε απάτες και ζήτησε τη βοήθεια της. Ως επίσης πως θα έπρεπε σε δύο ημέρες να επιστρέψει ποσό £80.000,00 στην τράπεζα και πως η ίδια τον βοήθησε. 20.
- Σαφώς αποδέχεται η ενάγουσα κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό το οποίο ισχυρίστηκε σε σχέση με τη δήλωση του Σιάρτου προς τον πατέρα της ως η μοναδική αιτία βάσει της οποίας ενήργησε στη συνέχεια. Πριν από τη παραπομπή της ενάγουσας στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης της υπενθυμίσε πως είχε αναφέρει, κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της, πως στις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες έλεγε την αλήθεια και γι΄ αυτό και τις κέρδισε. Η ενάγουσα συμφώνησε μαζί της. 20.
- Όπως και δεν αρνήθηκε πως τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 6 αντανακλούν τη πραγματικότητα. Έστω και εάν με την απάντηση της προσπάθησε να δικαιολογήσει τα όσα αποδεχόταν, προβάλλοντας τη θέση πως αυτό δεν την έκανε να μην είναι υπεύθυνη για τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ότι δηλαδή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η καταδίκη θα ήταν η ίδια και για τον σύζυγο της και για την ίδια, για αυτό αν και σκέφτηκε να μην τον βοηθήσει την έκαναν επίσης υπεύθυνη και για αυτό δεν είχε άλλη επιλογή. Προσπάθησε δηλαδή να εντάξει τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι εμπεριέχονται εντός του τεκμηρίου 6, δηλαδή απόφαση η οποία εκδόθηκε το 2005, στην όλη εκδοχή της όπως αυτή προβαλλόταν το 2014 κατά τη διάρκεια εκδίκασης αγωγής η οποία καταχωρήθηκε το
- Δίχως όμως να πείθει με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο ως πρός την ειλικρίνεια της σε σχέση με την όλη εκδοχή της όπως αυτή προβλήθηκε σε αυτή την αγωγή. 20.
- Αξίζει επίσης απλά να σημειωθεί πως η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της δήλωσε σαφώς πως κανένας από την τράπεζα δεν επικοινώνησε μαζί της προσωπικά. Αυτή η αποδοχή αναδεικνύει και τη σημασία την οποία η ενάγουσα επεδίωκε να αποδοθεί από το Δικαστήριο στη κατ΄ ισχυρισμό δήλωση του Σιάρτου προς τον πατέρα της. 20.
- Ο μάρτυρας υπεράσπισης ευθέως ανέφερε πως δεν γνώριζε είτε αν είχαν γίνει τηλεφωνήματα από τον Σιάρτο προς τον πατέρα της ενάγουσας ή αν αυτά θα σημειώνονταν στο φάκελο που είχε μελετήσει εάν όντως αυτά είχαν γίνει. Συνεπώς όντως δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την εναγόμενη αναφορικά με αυτό το θέμα. Παρά και το γεγονός ότι αναντίλεκτα ο μάρτυρας υπεράσπισης ανέφερε πως δεν εντόπισε οτιδήποτε στο φάκελο το οποίο να δείχνει ότι η τράπεζα πίεσε ή εκφόβισε την ενάγουσα να πληρώσει τα χρήματα ή να βοηθήσει το σύζυγο της. 20.
- Όμως παρά και τη μή παρουσίαση μαρτυρίας επί αυτού ακριβώς του σημείου τονίζω πως αυτό το οποίο πρέπει να διατηρείται υπόψη είναι πως αυτό το οποίο αξιολογείται είναι η εκδοχή της ενάγουσας στο σύνολο της. Συνεπώς το γεγονός πως δεν υποβλήθηκε στην ενάγουσα πως ο Σιάρτος δεν είχε προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση δεν αρκεί από μόνο του έτσι ώστε να θεωρηθεί πως στοιχειοθετείται η όλη εκδοχή της ενάγουσας. 20.
- Εντούτοις επειδή έχει γίνει η συγκεκριμένη εισήγηση θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτή εξεταστεί με αναφορά κυρίως στο ερώτημα κατά πόσο η προβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού θα μπορούσε να κριθεί αξιόπιστη. Θεωρώ πως τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται και θα εξηγήσω γιατί. 20.
- Κατ΄αρχάς καμία αναφορά δεν υπάρχει στην έκθεση απαίτησης ως πρός τον τρόπο με τον οποίο εξαπατήθηκε η ενάγουσα δια μέσω της ούτω καλούμενης ψευδής παράστασης του Σιάρτου. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 5[1] των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένας διάδικος βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε ψευδή παράσταση ή απάτη, πλήρεις λεπτομέρειες θα πρέπει να καταγράφονται στο δικόγραφο ενώ μάλιστα στη περίπτωση της απάτης οι κατ΄ ισχυρισμό πράξεις απάτης θα πρέπει να εξειδικεύονται και θα πρέπει να προβάλλεται ως θέση ότι τέτοιες πράξεις έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση. 20.
- Όπως αναφέρεται στη σελίδα 452 του συγγράμματος Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings" (12η Έκδοση) σε περίπτωση προβολής του αγώγιμου δικαιώματος της απάτης θα πρέπει να καταγράφεται καθαρός και συγκεκριμένος ισχυρισμός και η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να περιέχει ακριβείς και πλήρεις ισχυρισμούς επί του θέματος. Ενώ σε περίπτωση όπου προβάλλεται η ύπαρξη ψευδής παράστασης θα πρέπει να αναφέρονται λεπτομέρειες οι οποίες να δείχνουν από ποιό άτομο και προς ποιό άτομο αυτή είχε γίνει και κατά πόσο αυτή ήταν προφορική ή γραπτή. 20.
- Υπενθυμίζω τα όσα παρατηρούνται πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 12) αναφορικά με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς το ότι εντός της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει αναφορά του ισχυρισμού της παραγράφου 6 ως πρός το ότι εξαναγκάστηκε η ενάγουσα να καταθέσει στον επίδικο λογαριασμό ποσό αντίστοιχο προς κάλυψη ακάλυπτων επιταγών οι οποίες εκδόθηκαν από τον Αντωνίου ενόψει του ότι εφόσον αυτός ήταν κοινός λογαριασμός θα είχε και η ίδια νομική ευθύνη. 20.
- Θεωρώ πως στις λεπτομέρειες θα έπρεπε να αναφέρονται τα όσα εκ των υστέρων η ενάγουσα ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της. Τόσο δηλαδή το άτομο (Σιάρτος) το οποίο είχε προβεί στη συγκεκριμένη ψευδή παράσταση όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτή είχε γίνει (προφορικά δια τηλεφώνου) ως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή είχε μεταφερθεί στην ίδια την ενάγουσα (από τον πατέρα της). 20.
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη και αυτό το δεδομένο ο ισχυρισμός της ενάγουσας αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως αξιόπιστος ανεξάρτητα και από το γεγονός πως αυτός δεν αμφισβητήθηκε ευθέως με συγκεκριμένη δηλαδή αναφορά κατά την αντεξέταση της. Περισσότερη σημασία έχει η γενικότερη αμφισβήτηση της εκδοχής της ενάγουσας από την εναγόμενη με προβολή δικής της σαφέστατης αλλά και εν τέλει κρινόμενης ως αξιόπιστης εκδοχής. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αποτελεί παρά μέρος αυτής της εκδοχής και όσο βασικός και να είναι δυνατό να θεωρηθεί αυτό δεν σημαίνει ότι η μη συγκεκριμένη αμφισβήτηση του κατά την αντεξέταση της ενάγουσας ισοδυναμεί με αποδοχή του ως ένα αναντίλεκτος ισχυρισμός. 20.
- Επιπλέον αναμφίβολα ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και παρά το γεγονός πως αυτή δεν αποκλείεται ως μαρτυρία εντούτοις σύμφωνα και με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. 20.
- Λαμβάνω υπόψη μου ιδιαίτερα το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας δηλαδή το γεγονός πως η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού το οποίο θεωρώ πως μειώνει τη βαρύτητα της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Δηλαδή, επικαλείται η ενάγουσα τα όσα της είχε κατ΄ ισχυρισμό αναφέρει ο πατέρας της αναφορικά με τα όσα ο Σιάρτος είχε αναφέρει σε αυτόν. Πέραν αυτού, το πρόσωπο το οποίο έχει προβεί στην αρχική του δήλωση δεν βρισκόταν στη ζωή έτσι ώστε να παρεχόταν η δυνατότητα στην εναγόμενη να κλητεύσει τον πατέρα της ενάγουσας με σκοπό να τον αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση. Ενώ αναφορικά με τον Σιάρτο δεν έχει διευκρινιστεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά πόσο υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Όμως και να είχε όντως διευκρινιστεί πως αυτή υπήρχε ασφαλώς η μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να προκύψει από μία τέτοια κλήτευση θα παρέμενε μετέωρη ενόψει της απουσίας της ίδιας δυνατότητας κλήτευσης ως μάρτυρα του πατέρα της ενάγουσας. 20.
- Εντοπίζεται επίσης γενικά στη προφορική κατάθεση της ενάγουσας το στοιχείο της αοριστίας αναφορικά με το οποίο παρατηρώ τα ακόλουθα. Εντοπίζεται και στην αναφορά της σε «ειδήσεις». Μία αναφορά εντελώς αόριστη. Τι ακριβώς είχε ειπωθεί σε αυτές τις «ειδήσεις»; Αόριστη πραγματικά η συγκεκριμένη αναφορά τόσο από χρονικής άποψης όσο και ως πρός το είδος ή περιεχόμενο αυτών των «ειδήσεων». Έτσι και σε διάφορα άλλα σημεία της προφορικής κατάθεσης της ενάγουσας εντοπίζεται αοριστία. Όπως, παραδείγματος χάριν, ως πρός το τι ακριβώς πληροφορήθηκε από τον πατέρα και τον σύζυγο της. Ενώ πριν από «αυτό» η ίδια δεν ήξερε τίποτε από «αυτά τα συμβάντα». 20.
- Αοριστία αλλά επίσης και αντιφατικότητα εντοπίζεται στον ισχυρισμό της ενάγουσας όταν ερωτήθηκε εάν ο Αντωνίου της αποκάλυψε «μεταγενέστερα» οποιεσδήποτε παράνομες πράξεις που τυχόν να έκανε κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του στην τράπεζα[2]. Ενώ απάντησε όχι, αμέσως μετά ερωτήθηκε πότε έμαθε τα σχετικά με διάφορες παρανομίες τις οποίες έκανε και απάντησε πως είχε πληροφορηθεί από τον Σιάρτο δια μέσω του πατέρα της και τις «ειδήσεις» αναφερόμενη όμως σε ένα χρονικό σημείο το οποίο ασφαλώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, προηγείται ακόμη και της πληρωμής η οποία έγινε προς την εναγόμενη. Χρονικό σημείο κατά το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αυτό το οποίο όντως είχε αναφερθεί ήταν η κατ΄ ισχυρισμό έκδοση από τον Αντωνίου ακάλυπτων επιταγών από τον κοινό λογαριασμό τους. 20.
- Βεβαίως μέρος της αοριστίας αποτελεί και η αναφορά ως προς το ότι «στις αρχές του Ιούνη» την πληροφόρησε ο πατέρας και ο σύζυγος της. Προκαλεί ιδιαίτερη απορία αυτή η αναφορά καθότι δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί το δεδομένο πως σύμφωνα και με το τεκμήριο 2 οι επίδικες πληρωμές έγιναν την τελευταία ημερομηνία του Μάη και την πρώτη του Ιούνη του
- Επομένως, εάν όντως πληροφορήθηκε στις αρχές του Ιούνη, τότε πως είχε προηγουμένως όχι μόνο οδηγηθεί στο να ζητήσει τα χρήματα αλλά και να τα εξασφαλίσει πρίν από την 31/5/2001 και 1/6/2001; Εφόσον δηλαδή ουσιαστικά η θέση της ενάγουσας είναι πως οι καταθέσεις εγίναν μετά που η ίδια είχε υποστεί πίεση από την εναγόμενη. 20.
- Η δε αναφορά της ενάγουσας ως προς το ότι θα έπρεπε το επίδικο ποσό να συλλεγεί μέσα σε δύο μέρες επίσης είναι αόριστη. Αναμφίβολα το ποσό είχε κατατεθεί εντός δύο ημερών αλλά άγνωστο παραμένει το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο Σιάρτος είχε συνομιλήσει με τον πατέρα της. Ούτε και αναφέρει η ίδια συγκεκριμένα πως ο Σιάρτος είχε καθορίσει την οποιαδήποτε προθεσμία στον πατέρα της. Λογικό φαίνεται όμως, εφόσον κρίνεται αξιόπιστο πως η εναγόμενη όντως είχε αποφασίσει να δοθεί η ευκαιρία στον Αντωνίου να καλύψει τα ποσά τα οποία είχε καταχραστεί, να είχε καθοριστεί και κάποια προθεσμία δίχως όμως ο καθορισμός αυτός να προκύπτει με σαφήνεια από τη προφορική κατάθεση της ενάγουσας. 20.
- Θεωρώ πως το ερώτημα κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα να υπάρξει παρατράβηγμα από τον επίδικο λογαριασμό δεν έχει όση σημασία όση προσπάθησε να του αποδοθεί από την ενάγουσα. Η μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης επί του συγκεκριμένου θέματος κρίνεται αξιόπιστη. Ως προς το ότι δηλαδή η τράπεζα θα μπορούσε, σύμφωνα με τους όρους ανοίγματος του λογαριασμού, να επιτρέψει ένας λογαριασμός από πιστωτικός να γίνει χρεωστικός με τον τρόπο τον οποίο εξήγησε με αναφορά στον όρο 6 του τεκμηρίου
- 20.
- Βεβαίως το κατά πόσο θα μπορούσε ή όχι να υπάρχει παρατράβηγμα σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό θα μπορούσε να είχε σχέση με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ως πρός την ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών οι οποίες να είχαν εκδοθεί από τον Αντωνίου. Εντούτοις το θέμα δεν τέθηκε με αυτό τον τρόπο στον μάρτυρα υπεράσπισης, του οποίου η μαρτυρία κρίνεται αξιόπιστη, ο οποίος επεξήγησε με σαφήνεια τη χρήση ουσιαστικά του συγκεκριμένου λογαριασμού έτσι ώστε να διοχετευτούν τα ποσά τα οποία η ενάγουσα μερίμνησε να κατατεθούν σε αυτό έτσι ώστε να εξοφληθούν όλες οι πλασματικές ουσιαστικά τραπεζικές διευκολύνσεις τις οποίες ο Αντωνίου δημιούργησε προς όφελος του. 20.
- Αξίζει απλά να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης πως, διατηρώντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο όσο και τον τρόπο της προφορικής κατάθεσης του μάρτυρα υπεράσπισης πως ο μάρτυρας αυτός κρίνεται αξιόπιστος. Βεβαίως η μαρτυρία του δεν προέκυπτε από προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά ήταν κυρίως επεξηγηματική με αναφορές στα όσα στοιχεία μπορούσε να εντοπίσει από μελέτη του φακέλου του επίδικου λογαριασμού καθότι ο ίδιος δεν είχε αυτή τη προσωπική γνώση των γεγονότων στο βαθμό στον οποίο κατέθετε αναφορικά με αυτά σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό. 20.
- Άλλωστε - επιστρέφοντας σε εξέταση του θέματος της δυνατότητας παρατραβήγματος από τον επίδικο λογαριασμό - η πραγματικότητα όπως προκύπτει από τη κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα δεν είναι ότι ο Αντωνίου είχε εκδόσει ακάλυπτες επιταγές από αυτό τον κοινό λογαριασμό αλλά ότι η παράνομη δραστηριότητα του επικεντρωνόταν στη δημιουργία εικονικών ουσιαστικά τραπεζικών διευκολύνσεων (παραδείγματος χάριν, ενοικιαγορών ή πιστωτικών καρτών) έτσι ώστε με αυτή τη μέθοδο να υπεξαιρούσε χρήματα από την εναγόμενη. 20.
- Προφανώς αυτό το οποίο είχε συμβεί ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης αυτής της δραστηριότητας του Αντωνίου ήταν η χρέωση από την εναγόμενη του επίδικου κοινού[3] λογαριασμού με το συνολικό ποσό το οποίο προέκυπτε εξαιτίας της υπεξαίρεσης χρημάτων από την εναγόμενη. Ποσό το οποίο στη συνέχεια η εναγόμενη κάλεσε τον Αντωνίου να καλύψει προφανώς έτσι ώστε να μην υποστεί ο ίδιος οποιεσδήποτε συνέπειες, ιδιαίτερα δε υπό την έννοια της ποινικής του δίωξης μετά και από σχετική καταγγελία στις ανακριτικές αρχές. 20.
- Η αναφορά βεβαίως σε αυτή την έλλειψη δυνατότητας να καθίσταται χρεωστικός ο συγκεκριμένος λογαριασμός έγινε από την ενάγουσα σε μία προσπάθεια να ενισχύσει τη θέση της πως είχε υποστεί πίεση υπό την έννοια πως ενώ αυτή η δυνατότητα δεν υπήρχε ο Αντωνίου είχε εκδώσει ακάλυπτες επιταγές τις οποίες και η ίδια θα έπρεπε να τιμήσει καθότι ήταν και αυτή υπεύθυνη γι΄ αυτό τον κοινό λογαριασμό και δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πληρώσει. Διατηρώντας υπόψη όμως όλη τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας πραγματικά δεν έχω πεισθεί πως η ενάγουσα ήταν ειλικρινής ως προς το θέμα αυτό. 20.
- Δεν αποκλείεται όντως η ενάγουσα να αισθανόταν την ίδια, όπως ανέφερε, ή τουλάχιστον παρόμοια, πίεση με αυτή του συζύγου της και αυτός να ήταν και ο λόγος που είχε καταβάλει τις προσπάθειες της να εξεύρει το ποσό το οποίο πληρώθηκε. Θεωρώ όμως πως η πηγή αυτής της πίεσης δεν ήταν οτιδήποτε το οποίο είχε λεχθεί αρχικά από τον Σιάρτο προς τον πατέρα της και στη συνέχεια από τον πατέρα της προς αυτήν ή τουλάχιστον όχι αυτό το οποίο ισχυρίστηκε πως ο Σιάρτος είχε πει στον πατέρα της. Θεωρώ πολύ πιο εύλογη ως πηγή αυτής της πίεσης το ενδεχόμενο των συνεπειών τις οποίες ενδεχομένως να αντιμετώπιζε ο τότε σύζυγος της εάν δεν κάλυπτε τα ποσά τα οποία είχε υπεξαιρέσει από την τράπεζα υπό την έννοια της ποινικής δίωξης του ιδίου και όχι της ενάγουσας. Ανεξάρτητα βεβαίως και από τις οποιεσδήποτε γενικότερες συνέπειες τις οποίες λογικά θα είχε κατ΄ επέκταση να αντιμετωπίσει η οικογένεια του Αντωνίου ή η ενάγουσα ως αποτέλεσμα μίας τέτοιας ποινικής δίωξης. 20.
- Προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, δηλαδή την επιστολή του Μ. Ε. 3, Ανδρέα Παπαδόπουλου, πως η ανησυχία η οποία όντως υπήρχε ήταν σε σχέση με τις συνέπειες για τον Αντωνίου και όχι για την ενάγουσα ανεξαρτήτως και του δεδομένου πως αναμφίβολα μία ποινική δίωξη εναντίον του Αντωνίου θα είχε άλλες αρνητικές συνέπειες για τη σύζυγο του και την οικογένεια του[4] αλλά όχι όμως υπό την έννοια την οποία η ενάγουσα προσπάθησε να παρουσιάσει σύμφωνα με την οποία καθίστατο και αυτή «ισότιμα» συνυπεύθυνη για την πληρωμή του οποιουδήποτε ποσού. Ούτε και τυχαίο μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός πως τόσο ο Παπαδόπουλος όσο και η Ελένη Παπαδοπούλου, η οποία συνυπογράφει την επιστολή, παρακαλούν όπως η εναγόμενη δείξει επιείκεια στον Αντωνίου και όπως του δοθεί η ευκαιρία να παραιτηθεί από μόνος του δίχως άλλες επιπλοκές. 20.
- Εμφανώς αυτή ήταν η κοινή έγνοια τόσο των συγγενών της ενάγουσας οι οποίοι την βοήθησαν αλλά και της ίδιας της ενάγουσας. Η αποφυγή οποιωνδήποτε άλλων αρνητικών συνεπειών για τον Αντωνίου ιδιαίτερα δε υπό την έννοια της ποινικής του δίωξης ενώ για την ενάγουσα δεν αποκαλύπτεται η ύπαρξη οποιασδήποτε παρόμοιας ανησυχίας για την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου. Εύστοχα κατά την αντεξέταση του Παπαδόπουλου η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης επεσήμανε προς τον μάρτυρα πως εντός του τεκμηρίου 9 δεν εξέφραζε οποιαδήποτε ανησυχία για την ενάγουσα. Για την οποία ως εξαδέλφη του εάν όντως υπήρχε ο οποιοσδήποτε κίνδυνος ποινικής της δίωξης λογικά θα αναμενόταν επίσης να εξέφραζε ανησυχία. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε εάν έκρινε πως δεν υπήρχε λόγος να κάνει αναφορά στην συγγένισα του η οποία ήταν και αυτή μπλεγμένη η απάντηση του ήταν ότι η ενάγουσα δεν ήταν μπλεγμένη αλλά ότι ήταν ο σύζυγος της που την είχε μπλέξει σε αυτή την ιστορία. 20.
- Διευκρινίζω ως πρός τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες εναντίον της ενάγουσας και οι οποίες καταχωρήθηκαν από την εναγόμενη πως όντως προκύπτει η ύπαρξη κάποιου βαθμού αντιφατικότητας ως πρός το θέμα του κατά πόσο ο επίδικος λογαριασμός ήταν ή δεν ήταν κοινός με τον Αντωνίου. Αυτό όμως το οποίο διαπιστώνεται να έχει περισσότερη σημασία είναι το γεγονός πως δεν προκύπτει οτιδήποτε από αυτές τις διαδικασίες το οποίο να ενισχύει με οποιοδήποτε τρόπο τη βασική εκδοχή της ενάγουσας ως προς το ότι η πληρωμή έγινε υπό το βάρος της οποιασδήποτε πίεσης η οποία ασκήθηκε από την εναγόμενη εις βάρος της και η οποία να έχει άμεση σχέση τόσο με την ύπαρξη κοινού λογαριασμού όσο και με το πρόσωπο της και όχι με τον πρώην σύζυγο της. 20.
- Πραγματικά η θέση της ενάγουσας, ως προς το ότι είχε ειπωθεί οτιδήποτε από τον Σιάρτο στον πατέρα της το οποίο να της είχε μεταφέρει αργότερα ο πατέρας της και το οποίο να την έκανε να πιστεύει ότι ήταν υπεύθυνη δίχως να έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή για εξόφληση του επίδικου λογαριασμού, καθόλου δεν πείθει το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αντιθέτως κρίνεται πως η θέση αυτή κατασκευάστηκε εκ των υστέρων έτσι ώστε να προωθηθεί η αξίωση της ενάγουσας αρχικά - δηλαδή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας - υπό την έννοια της εφαρμογής πίεσης επί της θέλησης της και εν τέλει - σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία στην τελική αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας - προς απόδειξη της ύπαρξης απάτης η οποία ασκήθηκε εις βάρος της και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά του ύψους του ποσού το οποίο αξιώνει με την αγωγή της. Υπενθυμίζω απλά πως όταν προς το τέλος της αντεξέτασης της ερωτήθηκε - συμπερασματικά και ουσιαστικά υπό μορφή υποβολής - εάν δηλαδή η ίδια βοήθησε στο τέλος τον σύζυγο της ο οποίος της ζήτησε βοήθεια, πέραν του γεγονότος πως δεν αρνήθηκε πως όντως της είχε ζητήσει βοήθεια απάντησε ως εξής. Πως βοήθησε τον εαυτό της και πως με αυτό τον τρόπο με το να βοηθήσει τον εαυτό της τον βοήθησε. Ενώ ευθέως παραδέχτηκε πως κανένας δεν επικοινώνησε προσωπικά μαζί της από την τράπεζα. 20.
- Πενιχρή πραγματικά κρίνεται η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια, γενικότητα αλλά ακόμη και μερική αντιφατικότητα στο βαθμό στον οποίο αποπειράθηκε η παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας προς ενίσχυση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ίδιας της ενάγουσας τους οποίους προέβαλλε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της.
- Πραγματικά σε αυτή την αγωγή δεν διαπιστώνω να προκύπτει η αναγκαιότητα όπως καταγραφούν λεπτομερή ευρήματα του Δικαστηρίου. Πέραν και από τα παραδεκτά γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται πιο πάνω (βλ. σχετικά τη παράγραφο 2) βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου ως πρός τη πραγματική πτυχή της αγωγής είναι ο τρόπος υπεξαίρεσης χρημάτων από τον Αντωνίου όπως αυτός διευκρινίστηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης και οι προσπάθειες στη συνέχεια οι οποίες καταβλήθηκαν από την ενάγουσα με τη βοήθεια συγγενών και φίλων συγγενικών της προσώπων για τη πληρωμή αυτών των χρημάτων προς αποφυγή των οποιωνδήποτε ακόμη χειρότερων συνεπειών για τον Αντωνίου πέραν από την υποχρεωτική παραίτηση του από τη θέση του ως υπάλληλος της εναγομένης τράπεζας.
- Διατηρώντας δηλαδή υπόψη τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί στο σύνολο της από την ενάγουσα δεν έχω πεισθεί πως ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα δια μέσω των ατόμων τα οποία την βοήθησαν να πληρώσει το ποσό την επιστροφή του οποίου αξιώνει από την εναγόμενη ήταν διότι αυτή είχε υποστεί οποιαδήποτε ψυχική πίεση ή διότι είχε εξαπατηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την εναγόμενη.
- Κρίνω ως βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής, πως ο μοναδικός λόγος βάσει του οποίου η ίδια η ενάγουσα με τη συνδρομή συγγενών και φίλων αυτών των συγγενικών προσώπων επεδίωξε την πληρωμή του οποιουδήποτε ποσού προς την εναγόμενη τράπεζα ήταν έτσι ώστε να βοηθήσει τον τότε σύζυγο της με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η οποιαδήποτε αρνητικότερη συνέπεια για τον ίδιο πέραν και από την υποβολή της παραίτησης του από υπάλληλος της εναγομένης και όχι διότι της είχε δημιουργηθεί η οποιαδήποτε ανησυχία πως σε διαφορετική περίπτωση η ίδια θα είχε υποστεί την οποιαδήποτε συνέπεια υπό την έννοια του καταμερισμού ποινικής ευθύνης προς την ίδια και κατ΄ επέκταση την ποινική της δίωξη ως είτε άμεσο είτε έμμεσο αποτέλεσμα των ενεργειών του πρώην συζύγου της.
- Καθίσταται εμφανές από τις ενέργειες του Αντωνίου πως ο ίδιος κινδύνευε να προσαχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης το πιθανότερο για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων όπως αυτό της πλαστογραφίας ή της κλοπής υπό υπαλλήλου. Η εναγόμενη τράπεζα όμως επέλεξε όπως αντιμετωπίσει τον Αντωνίου όντως με επιείκεια δίδοντας του μία ευκαιρία να επιστρέψει τα ποσά τα οποία είχε καρπωθεί από την εγκληματική του δραστηριότητα με τη δημιουργία πλαστών ή εικονικών περιπτώσεων παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων.
- Η βασιμότητα δε της εκδοχής της εναγομένης ενισχύεται, βάσει της μαρτυρίας του μάρτυρα υπεράσπισης, από το γεγονός ότι η εναγόμενη όντως αποδέχτηκε την παραίτηση του Αντωνίου δίχως να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία υπό την προϋπόθεση πως θα εξοφλούσε άμεσα τα όσα χρωστούσε στην τράπεζα (παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα υπεράσπισης) και θα υπέβαλε την παραίτηση του (τεκμήριο 12). Μετά δηλαδή και από υπόσχεση του, έτσι ώστε η εναγόμενη να μην καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, πως ο ίδιος θα επέστρεφε τα χρήματα τα οποία είχε οικειοποιηθεί.
- Ενισχύεται δηλαδή από το γεγονός πως όντως δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε άλλες συνέπειες για τον Αντωνίου υπό την έννοια της προσαγωγής του ενώπιον της Δικαιοσύνης αναφορικά με τη διάπραξη του οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Προσαγωγή η οποία θα μπορούσε να είχε προκύψει μετά και από υποβολή σχετικού παραπόνου από την εναγόμενη εναντίον του Αντωνίου. Μάλιστα επί του τεκμηρίου 11 υπάρχει, ουσιαστικά υπό μορφή ομολογίας, τόσο περιγραφή της παράνομης δραστηριότητας του Αντωνίου όσο και παράκληση του ίδιου για την επιείκεια της τράπεζας προς το πρόσωπο του[5], δίχως οποιαδήποτε αναφορά στην ενάγουσα ως εμπλεκόμενο πρόσωπο, ενώ επί αυτού του τεκμηρίου υπάρχει και η υπογραφή του Σιάρτου ως μάρτυρας.
- Ενδεχομένως η ενάγουσα ακολούθως να ένοιωσε απογοήτευση για το γεγονός πως η ίδια, με τη βοήθεια συγγενικών προσώπων ή φιλικών προς αυτά προσώπων, έσπευσε να βοηθήσει τον Αντωνίου τόσο ως σύζυγο της όσο και ως πατέρα του παιδιού των. Άλλωστε στη συνέχεια η ίδια είχε χωρίσει από τον Αντωνίου. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός πως κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωμής προς την εναγόμενη η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι συζευγμένη με τον Αντωνίου και ουσιαστικά γι΄ αυτό το λόγο και μόνο η μοίρα της να ήταν δεμένη μαζί με τη δική του.
- Ασφαλώς και θα μπορούσαν να υπήρχαν αρνητικές συνέπειες και για την ίδια εάν η εναγόμενη είχε αποφασίσει να καταγγείλει τη περίπτωση του τότε συζύγου της στις ανακριτικές αρχές. Όμως οι συνέπειες αυτές δεν διαπιστώνεται από τη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί πως θα ήταν οποιεσδήποτε άλλες από το να είχε να αντιμετωπίσει το γεγονός πως ο σύζυγος της και πατέρας του παιδιού τους θα διωκόταν ποινικά για τη διάπραξη ενός αρκετά σοβαρού ποινικού αδικήματος ή ακόμη και περισσοτέρων του ενός αδικήματος.
- Ενώ το ενδεχόμενο της ποινικής δίωξης της ιδίας δεν προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο από την αξιόπιστη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί.
- Βασική διαπίστωση συνεπώς του Δικαστηρίου ως πρός τη πραγματική πτυχή της αγωγής είναι πως ένας ήταν ο στόχος και ένα το κίνητρο της ενάγουσας αναφορικά με τα όσα είχε πράξει σε σχέση με την επίδικη πληρωμή προς την τράπεζα. Να βοηθηθεί ο τότε σύζυγος της έτσι ώστε να αποφύγει την οποιαδήποτε δυσμενέστερη συνέπεια πέραν από την απώλεια της θέσης του ως τραπεζικός υπάλληλος της εναγομένης.
- Συνεπώς, έχοντας ως βάση τη προαναφερόμενη βασική διαπίστωση επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής, το Δικαστήριο οδηγείται σε συμπέρασμα πρώτο, πως καμία πίεση δεν εφαρμόστηκε επί της ενάγουσας από την εναγόμενη και δεύτερο, πως η ενάγουσα δεν είχε εξαπατηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την εναγόμενη. Η ίδια η ενάγουσα οικειοθελώς και με δική της πρωτοβουλία επέλεξε όπως βοηθήσει τον τότε σύζυγο της με την εξασφάλιση της πληρωμής του συνολικού ποσού του οποίου πλέον αξιώνει την επιστροφή με την αγωγή της.
- Προσθέτω επίσης πως η ενδελεχής εξέταση από το Δικαστήριο, υπό την έννοια της εκτεταμένης ανάλυσης της νομικής πτυχής των δύο διαφορετικών αγωγίμων δικαιωμάτων τα οποία είχαν εγερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, ως πρός το κατά πόσο δηλαδή η ενάγουσα είχε υποστεί ψυχική πίεση ή είχε υποστεί ζημιά από τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της απάτης από την εναγόμενη εις βάρος της, καθίσταται αχρείαστη καθώς θα διεξαγόταν αποκλειστικά σε ένα θεωρητικό επίπεδο και εντός ενός ανύπαρκτου πλαισίου αναφορικά με τη πραγματική πτυχή αυτού. Καθότι η ενάγουσα με τη μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει προς απόδειξη της αξίωσης της έχει αποτύχει πραγματικά να πείσει το Δικαστήριο ως πρός τη βασιμότητα της δικής της εκδοχής αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα αυτής της αγωγής.
- Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας. Η αγωγή απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα της εκδίκασης της θεωρώ πως τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής με την επιδίκαση αυτών υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου. Επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής υπέρ της εναγομένης και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, wilful default, or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleading. In the case of fraud the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently. [2] Βεβαίως αντιφατικότητα προκύπτει και σε σχέση με τα όσα η ίδια αποδέχτηκε ως αληθινά εντός του περιεχομένου του τεκμηρίου 6 (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 20.15 αυτής της απόφασης). [3] Διευκρινίζω απλά πως βάσει της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί στο σύνολο της κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δέχεται πως όντως ο επίδικος λογαριασμός ήταν κοινός λογαριασμός της ενάγουσας με τον πρώην σύζυγο της. [4] Ανέφερε σχετικά ο Μ. Ε. 3, Ανδρέας Παπαδόπουλος, πως όταν έγραψε την επιστολή ήταν με σκοπό ο Αντωνίου να παραιτηθεί από μόνος του έτσι ώστε να βρει δουλειά να ζήσει την οικογένεια του ενώ στο τεκμήριο 6, δηλαδή την αιτιολογημένη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου στην αγωγή 2100/2003, υπάρχει αναφορά και σε νεογέννητο παιδί της ενάγουσας. [5] Χαρακτηριστικά ο Αντωνίου αναφέρει τα εξής:- «Τελειώνοντας, θα ήθελα να ζητήσω την επιείκια (sic) της Τράπεζας για αυτή μου την επιπολαιότητα». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο