Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. S. L. CYFLY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3659/09, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A243 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3659/09 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Εναγόντων και
- S. L. CYFLY LIMITED, από την Πάφο
- SHIRLEY ANN HARRISON, από την Πάφο
- Νικόλα Λεμονάρη, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 23.12.14 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μαρίνα Ομήρου για κ. Γ. Ομήρου Για την Εναγόμενη 2: κ. Ε. Πίτρος για κκ Ευτύχιος Πίτρος & Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ραφαέλα Δημητριάδου) .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη 2 τα ακόλουθα ποσά: Ευρώ 20.165,85 σεντ ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0660-11-038027 πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.956,86 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο (παράγραφος 9(ΙΙ) (Α) της Έκθεσης Απαίτησης) και Ευρώ 18.697,36 σεντ ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 18.503,59 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο (παράγραφος 9(ΙΙ) (Β) της Έκθεσης Απαίτησης). Αξιώνει, επίσης, δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης (παράγραφος 9(ΙΙ) (Γ) της Έκθεσης Απαίτησης). Τα πιο κάτω αποτελούν ισχυρισμούς της Ενάγουσας όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης της. Κατά ή περί την 19.12.08 στην Πάφο η Ενάγουσα ενέκρινε αίτηση της Εναγόμενης 1 για την παραχώρηση σε αυτήν τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και την ίδια ημέρα δυνάμει γραπτής συμφωνίας η Ενάγουσα παραχώρησε και/ή προσέφερε στην Εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0660-11-038027 με όριο ύψους Ευρώ 20.000,00 σεντ. Η πιο πάνω χορηγηθείσα πιστωτική διευκόλυνση συμφωνήθηκε να χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,50% ετησίως αποτελούμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα βασικό επιτόκιο που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5,25% προσαυξημένο κατά 3,25% και ο τόκος να κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Επίσης, κατά ή περί την ίδια ημερομηνία στην Πάφο η Ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης 1 παραχώρησε και/ή προσέφερε στην Εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πιστώσεις και/ή δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 για το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί διά μηνιαίων δόσεων εκ Ευρώ 287,51 σεντ έκαστης δόσης της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 8.1.09 μέχρι τελείας εξόφλησης. Η πιο πάνω χορηγηθείσα πιστωτική διευκόλυνση συμφωνήθηκε να χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,50% ετησίως αποτελούμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα βασικό επιτόκιο που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5,25% προσαυξημένο κατά 3,25% και ο τόκος να κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με γραπτή συμφωνία εγγύησης εγγυήθηκαν την πληρωμή των πιο πάνω πιστωτικών και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα επικαλούμενη τις πρόνοιες των μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης 1 πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών με επιστολή της ημερομηνίας 21.10.09 προς όλους τους Εναγόμενους τερμάτισε τις πιο πάνω συμφωνίες και κάλεσε τους Εναγόμενους να πληρώσουν όλα τα υπό αυτούς οφειλόμενα ποσά πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν, όμως, να πράξουν τούτο με αποτέλεσμα κάθε υπόλοιπο να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Τους ενημέρωσε, επίσης, ότι οι επίδικοι λογαριασμοί θα χρεώνονταν με αυξημένο τόκο υπερημερίας προς 5,25% ετησίως και ότι παράλειψή τους να συμμορφωθούν με τις πιο πάνω επιστολές θα συνεπαγόταν την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους χωρίς άλλη ειδοποίηση. Σύμφωνα με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.01 και σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών σε περίπτωση καθυστερήσεων η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να αλλάξει και/ή τροποποιήσει και/ή αυξομειώσει το επιτόκιο οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή καθυστερημένων δόσεων χρεώνοντας επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας και επίσης να ανατοκίζει και να κεφαλαιοποιεί δύο φορές τον χρόνο. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Ενάγουσα καθόρισε το ποσοστό επιτοκίου σε 13,75% ετησίως. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη 2, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη», αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας και όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: η Εναγόμενη είναι Βρετανίδα υπήκοος και δεν γνωρίζει να διαβάζει ή να γράφει στην Ελληνική γλώσσα. Αν δε υπεγράφη οτιδήποτε από αυτήν στα Ελληνικά δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενό του ουδέποτε μεταφράσθηκε στην Εναγόμενη οποιοδήποτε έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα και η Ενάγουσα δεν παρείχε στην Εναγόμενη υπηρεσίες διερμηνέα ώστε η Εναγόμενη να αντιληφθεί το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου τυχόν υπεγράφη από την ίδια ουδέποτε εξηγήθηκαν στην Εναγόμενη οι νομικές συνέπειες οποιουδήποτε εγγράφου τυχόν υπεγράφη από την Εναγόμενη ώστε το περιεχόμενό του να είναι κατανοητό στην Εναγόμενη. Σημειώνεται ότι εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 και υπέρ της Ενάγουσας εκδόθηκε στις 20.1.10 απόφαση ως οι παράγραφοι 9(ΙΙ) (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης πλέον δικηγορικά έξοδα και ΦΠΑ κατόπιν αίτησης που υπεβλήθη στις 7.1.10 εκ μέρους της Ενάγουσας δυνάμει της Διάταξης 17, θεσμός 11 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί το ότι το κλητήριο ένταλμα αν και επιδόθηκε στους πιο πάνω Εναγόμενους αυτοί παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Την ίδια ημέρα και στα πλαίσια της προαναφερόμενης αίτησης εκδόθηκε, επίσης, διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η διά δημοσίου πλειστηριασμού εκποίηση κτήματος που υποθηκεύθηκε από την Εναγόμενη 1 προς όφελος της Ενάγουσας δυνάμει υποθήκης με αριθμό Υ 6867/08 και όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους του οφειλόμενου υπό της Εναγόμενης 1, θεραπεία η οποία αξιώνεται με την παράγραφο 9(Ι) της Έκθεσης Απαίτησης. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν ο Ανδρόνικος Σταυρινού (ΜΕ 1) και η Έλλη Χριστοδουλίδου (ΜΕ 2). Αναφορικά με την ΜΕ 2 σημειώνονται τα ακόλουθα. Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος άρχισε στις 9.4.14 και την ίδια ημέρα ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέτασή της. Κατά την 19.5.14 που η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση ακούσθηκε μέρος της αντεξέτασης της μάρτυρος και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για συνέχιση στις 26.5.
- Στις 26.5.14 παρουσιάσθηκε για τον δικηγόρο της Εναγόμενης άλλος δικηγόρος ο οποίος και ζήτησε αναβολή εκ μέρους του πρώτου. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε το αίτημα για αναβολή και η πλευρά της Ενάγουσας ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης ως η Έκθεση Απαίτησης πλέον έξοδα, αφού προηγουμένως έκλεισε την υπόθεσή της. Έτσι, η μαρτυρία της ΜΕ 2 δεν ολοκληρώθηκε. Για την πλευρά της Εναγόμενης ουδείς μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει. Μάλιστα, ο συνήγορος που εμφανίσθηκε στις 26.5.14 εκ μέρους του συνηγόρου της Εναγόμενης την ημέρα εκείνη και μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποχωρήσει από την αίθουσα αφού προηγουμένως δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν επιθυμούσε να εκπροσωπήσει κανένα, ούτε τον συνήγορο της Εναγόμενης, ούτε οποιονδήποτε άλλο. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε ο Ανδρόνικος Σταυρινού. Ο μάρτυρας είναι υπάλληλος της Ενάγουσας από το έτος 1990 και από το έτος 2005 εργάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών (Recoveries) της Ενάγουσας στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντά του στην εν λόγω Υπηρεσία είναι και ο έλεγχος καθώς και η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού ενός πελάτη ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών (Recoveries) της Ενάγουσας για να ληφθούν όλα τα δέοντα για την κάθε περίπτωση δικαστικά μέτρα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Συμφωνήθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα και έτσι δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5(Α) - (Β), 6, 10, 11(α) - (γ), 12(α) - (γ) και 13 - 18 από την γραπτή δήλωση του μάρτυρα - Τεκμήριο
- Παρατίθενται κάποια από τα παραδεκτά γεγονότα: η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο στις 19.12.08 η Ενάγουσα με απόφασή της με αριθμό 5490 ενέκρινε αίτηση της Εναγόμενης 1 με αριθμό 66065014278 ημερομηνίας 9.12.08 για την παραχώρηση σε αυτήν τραπεζικών διευκολύνσεων και την ίδια ημερομηνία υπεγράφη από την Εναγόμενη 1 και την Ενάγουσα στην παρουσία της υπαλλήλου της Ενάγουσας, Έλλης Χριστοδουλίδου, γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 ύψους Ευρώ 20.000,00 σεντ. Η πιο πάνω στην Εναγόμενη 1 χορηγηθείσα πιστωτική διευκόλυνση συμφωνήθηκε να χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,50% ετησίως αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5,25% προσαυξημένο κατά 3,25% και ο τόκος να κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους στις 19.12.08 η Ενάγουσα με απόφασή της με αριθμό 5491 ενέκρινε αίτηση της Εναγόμενης 1 με αριθμό 66065014271 ημερομηνίας 9.12.08 για την παραχώρηση σε αυτήν τραπεζικών διευκολύνσεων και την ίδια ημερομηνία υπεγράφη από την Εναγόμενη 1 και την Ενάγουσα στην παρουσία της υπαλλήλου της Ενάγουσας, Έλλης Χριστοδουλίδου, γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 ύψους Ευρώ 20.000,00 σεντ. Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε επιφυλασσομένου του δικαιώματος της Ενάγουσας να ζητήσει άμεση εξόφληση να αποπληρωθεί με 96 μηνιαίες δόσεις εκ Ευρώ 287,51 σεντ έκαστη δόση της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 8.1.09 και των υπόλοιπων την 8η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης. Η πιο πάνω χορηγηθείσα στην Εναγόμενη 1 πιστωτική διευκόλυνση συμφωνήθηκε να χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 8,50% ετησίως αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5,25% προσαυξημένο κατά 3,25% και ο τόκος να κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους οι όροι των επίδικων συμφωνιών όπως αυτοί εκτίθενται στην παράγραφο 6 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα - Τεκμήριο 1 προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεών της προς την Ενάγουσα στις 23.12.08 η Εναγόμενη 1 σύνηψε με την Ενάγουσα Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου με αριθμό Υ 6867/08 δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας όλο το συμφέρον και/ή μερίδιό της επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/9455, τεμάχιο 401 του Φ/Σχ 51/20 που βρίσκεται στην τοποθεσία Περιβόλι στην Γεροσκήπου και ανέλαβε να πληρώσει στην Ενάγουσα στις 26.12.08 το ποσό των Ευρώ 44.000,00 σεντ πλέον τόκους προς 8,50% ετησίως από 23.12.08 και τα σχετικά έξοδα λόγω της μη ομαλής λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0660-11-038027 της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα λόγω υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού καθώς και της μη ομαλής λειτουργίας του λογαριασμού δανείου τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 και συγκεκριμένα λόγω της καθυστέρησης στην καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων από την Εναγόμενη 1 η Ενάγουσα απέστειλε με σύνηθες ταχυδρομείο ξεχωριστές επιστολές ημερομηνίας 21.10.09 τόσο στην Εναγόμενη 1 όσο και στους Εναγόμενους 2 και 3 με τις οποίες τερμάτισε την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 4 των Γενικών Όρων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού καθώς και την λειτουργία του λογαριασμού του δανείου της Εναγόμενης 1 με αριθμό 0660-13-110949 σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 5 της Συμφωνίας Δανείου και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανήρχετο σε Ευρώ 20.051,67 σεντ πλέον τόκους και το υπόλοιπο του δανείου σε Ευρώ 18.632,30 σεντ πλέον τόκους, υπόλοιπα, τα οποία με τις επιστολές τερματισμού η Ενάγουσα κάλεσε τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν άμεσα με τις επιστολές τερματισμού η Ενάγουσα, επίσης, ενημέρωνε τους Εναγόμενους ότι θα εξακολουθήσει να χρεώνεται τόκος στους δυο λογαριασμούς σύμφωνα με τα ποσοστά που ισχύουν γι' αυτούς μέχρι την εξόφληση και ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας ύψους 5,25% ως είχε κοινοποιηθεί και τους προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που παραλείψουν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση μετά τον τερματισμό οι λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 και η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών της Ενάγουσας (Recoveries) κατά την ημέρα του τερματισμού, 21.10.09, το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών αυξήθηκε σε 13,75% περιλαμβάνοντας τους τόκους υπερημερίας. Στις 10.11.09 το υπόλοιπο το οποίο οφειλόταν από την Εναγόμενη 1 προς της Ενάγουσα σύμφωνα με καταστάσεις λογαριασμού ημερομηνίας 10.11.09 και την αλλαγή του επιτοκίου ήταν: (α) σχετικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 Ευρώ 20.165,85 σεντ περιλαμβανομένων των μέχρι τότε εισπρακτέων τόκων πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.956,86 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης και (β) σχετικά με τον λογαριασμό δανείου τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 Ευρώ 18.697,36 σεντ περιλαμβανομένων των μέχρι τότε εισπρακτέων τόκων πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 18.503,59 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης στις 20.1.10 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 για τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο ανωτέρω καθώς και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης οι Εναγόμενοι 1 και 3 ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους τους. Σημειώνεται ότι αποτελούσε ρητό όρο και των δύο συμφωνιών ότι σε περίπτωση υπέρβασης στον τρεχούμενο λογαριασμό και σε περίπτωση καθυστερήσεων στο δάνειο, ο τρεχούμενος λογαριασμός και το δάνειο θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού της υπέρβασης, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, και επί του ποσού των καθυστερήσεων, στην περίπτωση του δανείου. Και ότι με το ίδιο ποσοστό τόκου υπερημερίας θα επιβαρύνονται και τυχόν υφιστάμενες υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Έγιναν, επίσης, από κοινού παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα έγγραφα που πιο κάτω αναφέρονται και τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως: η γραπτή απόφαση της Ενάγουσας με αριθμό 5490 και ημερομηνία 19.12.08 - Τεκμήριο 2 η γραπτή συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 ημερομηνίας 19.12.08 - Τεκμήριο 3 η γραπτή απόφαση της Ενάγουσας με αριθμό 5491 και ημερομηνία 19.12.08 - Τεκμήριο 4 η γραπτή συμφωνία δανείου με αριθμό 0660-13-110949 ημερομηνίας 19.12.08 εξαιρουμένης της συμφωνίας εγγύησης, ήτοι του μέρους υπό τον τίτλο «ΕΓΓΥΗΣΗ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΠΟΣΟ» - Τεκμήριο 5 η επιστολή τερματισμού της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.10.09 προς την Εναγόμενη 1 αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 - Τεκμήριο 6 η επιστολή τερματισμού της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.10.09 προς την Εναγόμενη αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 - Τεκμήριο 7 η επιστολή τερματισμού της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.10.09 προς την Εναγόμενη 1 αναφορικά με τον λογαριασμό με αριθμό 0660-13-110949 - Τεκμήριο 8 η επιστολή τερματισμού της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.10.09 προς την Εναγόμενη αναφορικά με τον λογαριασμό με αριθμό 0660-13-110949 - Τεκμήριο 9 κατάσταση λογαριασμού που αφορά στον λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 ημερομηνίας 10.11.09 - Τεκμήριο 10 και κατάσταση λογαριασμού που αφορά στον λογαριασμό με αριθμό 0660-13-110949 ημερομηνίας 10.11.09 - Τεκμήριο
- Τα ουσιώδη σημεία από την αντεξέταση του μάρτυρα είναι τα ακόλουθα. Αν και δεν έχει εξειδίκευση, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αναφορικά με τις διαδικασίες που ακολουθούνται από την Ενάγουσα και οι οποίες αφορούν στην κατάρτιση εγγράφων για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων καθότι εργάζεται σε άλλο τομέα που δεν ασχολείται με αυτά τα θέματα, εντούτοις, είναι ενήμερος για την διαδικασία που η Ενάγουσα ακολουθεί σε περιπτώσεις παραχώρησης τέτοιων διευκολύνσεων. Όταν παρέλαβε τον φάκελο της υπόθεσης υπήρχαν εντός αυτού όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην υπόθεση ως τεκμήρια εκτός από δύο έγγραφα που καταρτίσθηκαν δυνάμει του Νόμου που αφορά στην προστασία των εγγυητών. Προδήλως, τα έγγραφα αυτά είναι τα Τεκμήρια 15Α και 15Β τα οποία κατατέθηκαν από την ΜΕ 2 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της. Ερωτηθείς αν για την παρούσα υπόθεση υπήρχαν εκτός από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και που είναι συνταγμένα στην Ελληνική γλώσσα και άλλα έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική ο μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει καθότι δεν είχε τον φάκελο της υπόθεσης μαζί του ενώ κατέθετε. Διασαφήνισε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και ότι αφ' ης στιγμής δεν εργάζεται στο Τμήμα που ασχολείται με την υπογραφή των εγγράφων και την συνομολόγηση συμφωνιών με πελάτες, όπως συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ή συμφωνιών εγγύησης, η γνώση του για την διαδικασία που ακολουθείται από την Ενάγουσα μέχρι το στάδιο της υπογραφής των εγγράφων και της συνομολόγησης των συμφωνιών είναι μόνο από όσα έχει πληροφορηθεί. Ερωτηθείς αν η Εναγόμενη είναι Βρετανίδα υπήκοος απάντησε ότι δεν γνώριζε καθότι στον φάκελο που έχει στην κατοχή του στα γραφεία της Ενάγουσας δεν είχε προσέξει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με το ζήτημα τούτο, όπως αντίγραφο της ταυτότητας ή του διαβατηρίου της. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν γνώριζε αν η Εναγόμενη αντιλαμβάνεται ή ομιλεί την Ελληνική. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν γνώριζε αν η Ενάγουσα έχει προεκτυπωμένα συμβόλαια και εγγυητήρια έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. Ανέφερε, όμως, ότι στα γραφεία της Ενάγουσας έχει δει έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. Αν κάποιος πελάτης υποβάλει αίτημα όπως κάποιο έγγραφο που πρόκειται να υπογράψει ετοιμασθεί συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα, τότε, οι λειτουργοί της Ενάγουσας θα το ετοιμάσουν. Ο πελάτης θα πρέπει, όμως, να το ζητήσει. Αν ο πελάτης δεν ζητήσει κάτι τέτοιο, τότε, του γίνεται επεξήγηση από τον αρμόδιο λειτουργό της Ενάγουσας για το τι υπογράφει. Επίσης, επεξηγείται στους υποψήφιους συμβαλλόμενους ότι μπορούν να συμβουλευθούν δικηγόρο πριν υπογράψουν για τα έγγραφα που πρόκειται να υπογράψουν. Διασαφήνισε ότι τα όσα πιο πάνω ανέφερε αφορούν στη διαδικασία που ακολουθείται γενικά. Για το τι ακολουθήθηκε στην υπό εξέταση περίπτωση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αφ' ης στιγμής, όπως και ενωρίτερα είχε δηλώσει, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων και κατά την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης από την Εναγόμενη. Επίσης, δήλωσε ότι δεν γνώριζε σε ποιο υποκατάστημα υπεγράφησαν τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Υποστήριξε, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι ήταν όλοι παρόντες κατά την υπογραφή των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Και αυτό γιατί αυτό είναι το λογικό συμπέρασμα που αναδύεται από το ότι η συνάδελφός του Έλλη Χριστοδουλίδου ήταν μάρτυρας των υπογραφών, κάτι το οποίο καταμαρτυρείται σύμφωνα με τον ίδιο από τα σχετικά τεκμήρια. Κατά την αντεξέταση επιδείχθηκε στον μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης έγγραφο που φέρει τίτλο «ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ» - Τεκμήριο 12 - και υπεβλήθη σε αυτόν ότι σύμφωνα με το πιο πάνω τεκμήριο ήταν καθήκον της Ενάγουσας, αφ' ης στιγμής οι συμφωνίες εγγύησης και τα Τεκμήρια 15Α και 15Β ήταν συνταγμένα στα Ελληνικά, να παραπέμψει την Εναγόμενη σε δικηγόρο για να της επεξηγήσει το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων τα οποία και η Εναγόμενη υπέγραψε. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι ουδέποτε είχε δει το πιο πάνω έγγραφο και επισήμανε ότι αυτό δεν φέρει ημερομηνία, σήμανση ή το λογότυπο της Ενάγουσας, αλλά ούτε και οποιαδήποτε ένδειξη του οργανισμού ο οποίος το εξέδωσε. Συν τοις άλλοις, οι εγκύκλιοι που εκδίδει η Ενάγουσα επιδέχονται συχνά τροποποιήσεις και αλλαγές, κάτι το οποίο, ας σημειωθεί, υποστήριξε και η ΜΕ 2 κατά την αντεξέτασή της. Επανέλαβε ότι δεν είχε εξειδίκευση στις εργασίες που εκτελούνται στο Τμήμα Χορηγήσεων. Σε υποβολή ότι αφ' ης στιγμής δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχαν επεξηγηθεί στην Εναγόμενη οι όροι των εγγράφων που η τελευταία υπέγραψε ο μάρτυρας αντέτεινε ότι η Εναγόμενη έτυχε τέτοιας επεξήγησης. Δέχθηκε, όμως, ότι η γνώση του επί του προκειμένου δεν ήταν προσωπική και ότι αυτή προκύπτει από πληροφόρηση που είχε από συναδέλφους του. Ερωτηθείς αν δόθηκε στην Εναγόμενη γραπτή ενημέρωση για το ότι μπορεί να συμβουλευθεί δικηγόρο με σκοπό όπως ο δικηγόρος της εξηγήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ' αρχής ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα αναλώθηκε σε ζητήματα που δεν ενέπιπταν εντός της σφαίρας των καθηκόντων του, αφού ο μάρτυρας από την αρχή διασαφήνισε ότι στην υπόθεση ενεπλάκη μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών, οπότε και αυτή διαβιβάσθηκε στην Υπηρεσία όπου και εργάζεται. Έτσι, δεν είχε και δεν θα μπορούσε να έχει εμπλοκή ή ανάμειξη στην υπογραφή των εγγράφων και την διαδικασία που είχε προηγηθεί αυτής, οπότε και δεν γνώριζε και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι είχε ή δεν είχε λεχθεί στην Εναγόμενη πριν αυτή υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης και τα άλλα δύο έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο
- Συναφώς δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων, όπως ενδεικτικά υποστήριξε. Παρούσα κατά την υπογραφή των εγγράφων και ενώπιον της οποίας υπογράφηκαν τα έγγραφα ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, άλλη συνάδελφός του, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε άλλο τμήμα από αυτό στο οποίο εργαζόταν ο ίδιος και συγκεκριμένα στο Τμήμα Χορηγήσεων. Πάντως, ο μάρτυρας μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με αυθορμητισμό στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση και δεν έδινε χρόνο στον εαυτό του να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν θετικός, σαφής και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ήταν, επίσης, σοβαρός και απαντούσε με υπευθυνότητα. Έτσι, αναφορικά με τα θέματα για τα οποία είχε προσωπική γνώση δέχομαι την μαρτυρία του. Σε σχέση, όμως, με εκείνα για τα οποία δεν είχε προσωπική γνώση ή η γνώση του προερχόταν από πληροφόρηση που έλαβε από τρίτους η μαρτυρία του δεν είναι αποδεκτή και επί του προκειμένου αναφέρονται τα κάτωθι. Αν και θα πρέπει να πω πως αναφορικά και με αυτά η εντύπωση που μου δημιούργησε είναι ότι ο μάρτυρας γνήσια πίστευε στην αλήθεια των όσων ανέφερε. Σε σχέση με ό,τι επί του προκειμένου αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Στις παραγράφους 8 και 9 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα - Τεκμήριο 1 - γίνεται αναφορά σε δύο συμφωνίες εγγύησης που υπογράφηκαν από την Εναγόμενη εις αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 1, ήτοι το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό και το δάνειο. Συγκεκριμένα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη στις 19.12.08 υπέγραψε στην παρουσία της συναδέλφου του Έλλης Χριστοδουλίδου, η οποία ήταν μάρτυρας υπογραφών, και προς όφελος της Ενάγουσας αναφορικά με τις πιο πάνω συμφωνίες εγγυητήρια για ποσά Ευρώ 22.000,00 σεντ και Ευρώ 20.000,00 σεντ αντίστοιχα. Επίσης, στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα - Τεκμήριο 1 - αναφέρει ότι μετά από την έκφραση της πρόθεσης της Εναγόμενης να εγγυηθεί την Εναγόμενη 1 η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη σύμφωνα με τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο αντίγραφα των αποφάσεων της Ενάγουσας με αριθμούς 5490 και 5491 καθώς και δήλωση περιουσιακών στοιχείων/ισολογισμούς/management accounts/ και τις επιβαρύνσεις στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 και ότι στις 19.12.08 η Εναγόμενη υπέγραψε ότι παρέλαβε τα πιο πάνω έγγραφα από την Ενάγουσα. Η γνώση του μάρτυρα για τα όσα πιο πάνω αναφέρονται προέρχεται από τον φάκελο της υπόθεσης ο οποίος περιήλθε στην κατοχή του στις 21.10.09, όπως αυτός ανέφερε, ημερομηνία κατά την οποία οι συμφωνίες της παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και του δανείου τερματίσθηκαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 19.12.08 αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό, ενώ αναφορικά με το δάνειο υποστήριξε ότι η συμφωνία εγγύησης που δόθηκε σε σχέση με αυτό είναι αυτή που είναι ενσωματωμένη στην συμφωνία δανείου ημερομηνίας 19.12.08 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης, δεν κατέθεσε τα έγγραφα που σύμφωνα με την παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης η Εναγόμενη υπέγραψε και που με την υπογραφή της επ' αυτών δήλωνε, ως ο μάρτυρας ανέφερε, ότι στις 19.12.08 παραδόθηκαν σε αυτήν από την Ενάγουσα και η ίδια παρέλαβε από την Ενάγουσα τα έγγραφα που σε αυτά αναφέρονται. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας και παρόλο που αυτός δεν κατέθεσε τα έγγραφα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο δέχομαι ότι εντός του φακέλου της υπόθεσης που η Ενάγουσα διατηρεί στα γραφεία της και που ο μάρτυρας παρέλαβε μετά τον τερματισμό του δανείου και του ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπήρχαν δύο συμφωνίες εγγύησης ημερομηνίας 19.12.08 οι οποίες φέρονται υπογραμμένες από την Εναγόμενη καθώς και δύο έγγραφα που, επίσης, φέρονται υπογραμμένα από την Εναγόμενη και με τα οποία η Εναγόμενη επιβεβαίωνε ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία είχε παραλάβει από την Ενάγουσα τις αποφάσεις με αριθμούς 5490 και 5491 καθώς και στοιχεία που αφορούσαν στην περιουσία της Εναγόμενης
- Δέχομαι ότι η μια συμφωνία εγγύησης είναι αυτή που δόθηκε αναφορικά με το δάνειο και είναι ενσωματωμένη στην συμφωνία δανείου ημερομηνίας 19.12.08 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5, την οποία και ο μάρτυρας αναγνώρισε. Η δεύτερη συμφωνία εγγύησης και η οποία αφορά στην συμφωνία για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό κατατέθηκε από την ΜΕ
- Είναι το Τεκμήριο
- Σε αυτήν υπάρχουν στοιχεία που ενισχύουν τους υπό του μάρτυρα προβληθέντες ισχυρισμούς επιβεβαιώνοντας το βάσιμό τους. Ότι, δηλαδή, εντός της φακέλου της υπόθεσης που φυλάσσεται στα γραφεία της Ενάγουσας υπήρχε και αυτή η συμφωνία. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η εν λόγω συμφωνία φέρει ημερομηνία 19.12.08, δόθηκε για πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 και στο τελευταίο μέρος της που είναι το μέρος των υπογραφών φαίνονται δύο ονόματα εγγυητών καθώς και υπογραφή απέναντι από κάθε όνομα εντός της στήλης με τίτλο «Υπογραφή». Τα ονόματα αυτά είναι της Εναγόμενης και του Εναγόμενου
- Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός που ο μάρτυρας πρόβαλε κατά την αντεξέτασή του. Ότι, δηλαδή, όταν παρέλαβε τον φάκελο της υπόθεσης υπήρχαν εντός αυτού όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν στην υπόθεση ως τεκμήρια εκτός από δύο έγγραφα που καταρτίσθηκαν δυνάμει του Νόμου που αφορά στην προστασία των εγγυητών. Η συμφωνία εγγύησης που αφορά στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού δεν είχε κατατεθεί από τον μάρτυρα. Αυτό, όμως, δεν κλονίζει την εν γένει θέση του μάρτυρα ότι εντός του φακέλου που παρέλαβε υπήρχε και αυτή η συμφωνία εγγύησης. Θεωρώ δε ότι αυτό οφείλεται στο ότι ο μάρτυρας ενώ είχε πρόθεση να καταθέσει το εν λόγω έγγραφο, όπως ευκρινώς προκύπτει από την γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - αυτό εν τέλει δεν κατατέθηκε μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε από κοινού παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ο μάρτυρας, προδήλως, τελούσε υπό την λανθασμένη αντίληψη ότι ανάμεσα στα έγγραφα που κατατέθηκαν ήταν και η προαναφερόμενη συμφωνία εγγύησης. Τα άλλα δύο έγγραφα που σύμφωνα με τον μάρτυρα υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από την Εναγόμενη είναι, προδήλως, τα Τεκμήρια 15Α και 15Β τα οποία, επίσης, κατατέθηκαν από την ΜΕ
- Και σε αυτά υπάρχουν στοιχεία που ενισχύουν τους υπό του μάρτυρα προβληθέντες ισχυρισμούς επιβεβαιώνοντας το βάσιμό τους. Ότι, δηλαδή, εντός της φακέλου της υπόθεσης που φυλάσσεται στα γραφεία της Ενάγουσας υπήρχαν και τα έγγραφα αυτά. Αυτά όντως αναφέρουν ότι στις 19.12.08 παραδόθηκαν στην Εναγόμενη και η Εναγόμενη παρέλαβε αντίγραφα των αποφάσεων της Ενάγουσας με αριθμούς 5490 και 5491, όπως ακριβώς ανέφερε ο μάρτυρας, καθώς και δήλωση περιουσιακών στοιχείων/ισολογισμούς/management accounts/ και τις επιβαρύνσεις στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, όπως και πάλι ο μάρτυρας ανέφερε. Είναι, επίσης, έγγραφα που δόθηκαν δυνάμει του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/03, όπως τροποποιήθηκε, όπως ο μάρτυρας υπέδειξε - συγκεκριμένα του άρθρου 5 - κάτι το οποίο καταμαρτυρείται από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και την έκθεση στο πάνω μέρος τους του ονόματος του πιο πάνω Νόμου. Σημειώνεται ότι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Δέχομαι, επίσης, ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης υπογράφηκαν από την Εναγόμενη. Τούτο, όπως εξηγείται και στα πλαίσια της αξιολόγησης της ΜΕ 2, είναι το αναπόδραστο συμπέρασμα του γεγονότος ότι τα Τεκμήρια 7 και 9 δηλώθηκαν από κοινού παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ο μάρτυρας, όμως, δεν είχε καμία εμπλοκή ή ανάμειξη στην ετοιμασία των εγγράφων που υπογράφηκαν και δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων. Εν' όψει τούτου δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι η Εναγόμενη ήταν το πρόσωπο που στις 19.12.08 υπέγραψε ότι παρέλαβε τα έγγραφα που ο μάρτυρας αναφέρει στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης ή ότι τα πιο πάνω έγγραφα παραδόθηκαν από την Ενάγουσα και παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη. Προδήλως, ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα απορρέει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 15Α και 15Β και δη την υπογραφή που φαίνεται στο κάτω μέρος τους. Πρόκειται, όμως, περί συμπεράσματος του μάρτυρα το οποίο ουσιαστικά βασίζεται στο σκεπτικό ότι για να υπάρχει η υπογραφή της Εναγόμενης ακολουθεί ότι τα όσα στα δύο τεκμήρια αναφέρονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στην ουσία πρόκειται για την γνώμη του μάρτυρα η οποία κρίνεται εκ προοιμίου ως απαράδεκτη μαρτυρία όσο και αν αυτή επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ΜΕ 2 η οποία επί του προκειμένου ήταν, όμως, μαρτυρία γεγονότος. Αναφορικά με το πότε ετοιμάζεται και συντάσσεται έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα για υπογραφή από τον πελάτη και τι γίνεται στην περίπτωση που ένα τέτοιο έγγραφο δεν συντάσσεται γιατί ο πελάτης δεν έχει υποβάλει αίτημα προς την πιο πάνω κατεύθυνση η μαρτυρία του δεν είναι αποδεκτή. Ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση για όσα πιο πάνω υποστήριξε και η γνώση του για τα όσα πιο πάνω ανέφερε προερχόταν από πληροφόρηση που είχε λάβει από τρίτους. Συν τοις άλλοις, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υποστήριξε ότι εργάσθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο στο Τμήμα Χορηγήσεων ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τα πιο πάνω προέρχεται από την εμπειρία που αποκόμισε στο πιο πάνω Τμήμα το οποίο και ασχολείται με την συνομολόγηση και υπογραφή συμφωνιών για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων ή συμφωνιών εγγύησης. Χώρια που οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αποτελούν άσχετη μαρτυρία αφού δεν ενδιαφέρει ποια διαδικασία ακολουθείται γενικά από την Ενάγουσα. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση και που γι' αυτήν ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Μη αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι επεξηγήθηκαν στην Εναγόμενη οι όροι της εγγύησης, άσχετα αν το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ΜΕ
- Ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση για όσα πιο πάνω υποστήριξε, κάτι το οποίο δέχθηκε και ο ίδιος, αφού συν τοις άλλοις η γνώση του προερχόταν από πληροφόρηση, όπως υποστήριξε, που είχε λάβει από συναδέλφους του, τους οποίους, συν τοις άλλοις δεν κατονόμασε. Επίσης, κανένα άλλο στοιχείο δεν παρέθεσε που να δίδει στο Δικαστήριο την δυνατότητα να ελέγξει την ακρίβεια ή την αλήθεια της πιο πάνω δήλωσής του. Υποστήριξε, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι ήταν όλοι παρόντες κατά την υπογραφή των εγγράφων. Ούτε αυτός του ο ισχυρισμός ενέπιπτε στην σφαίρα της προσωπικής του γνώσης. Ήταν μια πεποίθηση ή γνώμη την οποία ο μάρτυρας βάσισε, όπως εξήγησε, στο ότι στα έγγραφα που υπογράφηκαν συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν από την Εναγόμενη φαίνεται η υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών. Από αυτό, όμως, δεν συνάγεται απαραίτητα και δίχως άλλο ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης και οι συμφωνίες παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων υπογράφηκαν ταυτόχρονα από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Άσχετα και πάλι αν το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ΜΕ
- Τέλος, αναφορικά με το Τεκμήριο 12 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Ο μάρτυρας δεν αναγνώρισε το πιο πάνω έγγραφο υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε είχε περιέλθει στην αντίληψή του μια τέτοια εγκύκλιος, οι επισημάνσεις δε στις οποίες προέβη αναφορικά με την έλλειψη οποιασδήποτε ένδειξης ως προς την προέλευσή του κρίνονται εύλογες και ορθές. Πρόκειται περί εγγράφου το οποίο όπως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης δόθηκε στον τελευταίο από άλλο δικηγόρο που κατονομάσθηκε και που κανένα πρόσωπο δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση αρμόδιο για να το αναγνωρίσει και να βεβαιώσει την αυθεντικότητά του και δη ότι αποτελεί αυτό που σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αυτό αντιπροσώπευε, ήτοι εγκύκλιο που είχε εκδώσει η Ενάγουσα και η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνεται, επίσης, ότι το εν λόγω τεκμήριο αποτελείται από δύο σελίδες, οι οποίες δεν αποτελούν η μια συνέχεια της άλλης. Επίσης, ενώ επί του εν λόγω τεκμηρίου υπάρχει ένδειξη ότι αυτό εκδόθηκε από τραπεζικό οργανισμό καμία ένδειξη δεν υπάρχει προς την κατεύθυνση ότι ο οργανισμός αυτός είναι η Ενάγουσα. Άστοχη, επίσης, κρίνω πως ήταν η υποβολή ότι εν' όψει του ότι τα έγγραφα που υπέγραψε η Εναγόμενη ήταν συνταγμένα στην Ελληνική η Ενάγουσα όφειλε να παραπέμψει την Εναγόμενη σε δικηγόρο ο οποίος και να της εξηγήσει το περιεχόμενό τους. Άστοχη καθότι με την υποβολή ζητείτο η γνώμη του μάρτυρα αναφορικά με ένα σημείο που αφορούσε, μεταξύ άλλων, στην διαδικασία που ακολουθούσε η Ενάγουσα και στην οποία ο ίδιος δεν εμπλεκόταν. Εκτός από τα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Δεύτερη μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε η Έλλη Χριστοδουλίδου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 13 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Η μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Η μάρτυρας είναι υπάλληλος στην Ενάγουσα από το έτος
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο και δη τα τελευταία 13 χρόνια εργάζεται ως σύμβουλος πελατών (banker) στο κεντρικό κατάστημα της Ενάγουσας που βρίσκεται στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν η υποβολή αιτημάτων εκ μέρους πελατών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα. Επίσης, συμμετείχε στη διαδικασία και μεριμνούσε για την υπογραφή των αναγκαίων, για την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγράφων από τους πελάτες. Τα ουσιώδη σημεία από την γραπτή δήλωση της μάρτυρος - Τεκμήριο 13 - είναι τα εξής: Στις 19.12.08 υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 στην παρουσία της μάρτυρος γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0660-11-038027 με όριο ύψους Ευρώ 20.000,00 σεντ. Εις αντάλλαγμα της παραχώρησης της πιο πάνω αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης η Εναγόμενη μαζί με τον Εναγόμενο 3 υπέγραψαν στις 19.12.08 στην παρουσία της μάρτυρος και προς όφελος της Ενάγουσας εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό (Ευρώ 22.000,00 σεντ) πλέον οποιοδήποτε ποσό θα καθίστατο πληρωτέο ως τόκος, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Ενάγουσα σε σχέση με την Εναγόμενη 1 ή την εγγύηση που υπέγραψε. Επίσης, κατά την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 19.12.08, υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 στην παρουσία της μάρτυρος γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949-00 για το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Εις αντάλλαγμα της παραχώρησης του πιο πάνω δανείου από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 η Εναγόμενη και ο Εναγόμενος 3 υπέγραψαν στις 19.12.08 στην παρουσία της μάρτυρος και προς όφελος της Ενάγουσας εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό με το οποίο εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και ξεχωριστά με την Εναγόμενη 1 την πληρωμή του ποσού της συμφωνίας (Ευρώ 20.000,00 σεντ) πλέον οποιοδήποτε ποσό θα καθίστατο πληρωτέο ως τόκος, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Ενάγουσα σε σχέση με την Εναγόμενη 1 ή την εγγύηση που υπέγραψε. Μετά από την έκφραση της πρόθεσης της Εναγόμενης να εγγυηθεί την Εναγόμενη 1 η μάρτυρας σύμφωνα με τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο παρέδωσε στην Εναγόμενη αντίγραφα των αποφάσεων της Ενάγουσας με αριθμούς 5490 και 5491 - Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα - καθώς και δήλωση περιουσιακών στοιχείων / ισολογισμούς / management accounts και τις επιβαρύνσεις που βάρυναν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη στις 19.12.08 υπέγραψε έντυπο σύμφωνα με το οποίο και δήλωνε ότι παρέλαβε τα προαναφερόμενα έγγραφα από την μάρτυρα. Κατά τον χρόνο σύναψης των αναφερόμενων συμφωνιών εγγύησης η μάρτυρας γνώριζε αρκετά καλά την Εναγόμενη γιατί τότε ήταν και η ίδια η Εναγόμενη πελάτης της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα στις 11.7.06 είχε συναφθεί συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας και στις αρχές Απριλίου του 2007 συμφωνία μεταξύ της εταιρείας της Εναγόμενης Harrison Property Auctioneers (Cyprus) Ltd και της Ενάγουσας για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην εν λόγω εταιρεία. Η Εναγόμενη είναι μια γυναίκα μορφωμένη, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με δημοπρασίες, κάτι το οποίο φαίνεται να δέχεται η Υπεράσπιση, και άλλες συναφείς εργασίες και είχε παρόμοιες συναλλαγές στο παρελθόν με την Ενάγουσα. Ήταν, επομένως, εξοικειωμένη με την τραπεζική διαδικασία. Πριν την υπογραφή των συμφωνιών από την Εναγόμενη και αν και η Εναγόμενη γνώριζε και κατανοούσε την Ελληνική γλώσσα σε κάποιο βαθμό, η μάρτυρας εξήγησε στα Αγγλικά τους όρους, το σκοπό και την σημασία των εγγράφων που η Εναγόμενη θα υπέγραφε και η Εναγόμενη έδειξε να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της υπογραφής της και να κατανοεί την ευθύνη της που προέκυπτε από τις αναφερόμενες συμφωνίες. Η Εναγόμενη ούτε πριν αλλά ούτε και κατά την ημερομηνία υπογραφής των συμφωνιών, 19.12.08, εξέφρασε την επιθυμία να λάβει οποιαδήποτε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ούτε και έδειξε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή να αμφισβητεί με οποιοδήποτε τρόπο τα έγγραφα που θα υπέγραφε. Τουναντίον, άμεσα και με θετική διάθεση προέβη στην υπογραφή των εγγράφων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 3 και γι' αυτό τον λόγο αποδέχτηκε να εγγυηθεί προς όφελος της Ενάγουσας τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παρέχονταν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1, που ήταν εταιρεία του Εναγόμενου
- Η Εναγόμενη κατά την υπογραφή των εγγυήσεων στις 19.12.08 γνώριζε το σκοπό για τον οποίο υπέγραφε τις εγγυήσεις πριν καν ακόμα της επεξηγηθούν. Εξάλλου πριν από την υποβολή οποιουδήποτε αιτήματος για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα οι όροι, ο σκοπός, οι εξασφαλίσεις καθώς και άλλες λεπτομέρειες της χορήγησης επεξηγούνται εκ των προτέρων σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη - πρωτοφειλέτες και εγγυητές - και αφού τα μέρη είναι σύμφωνα, τότε, υποβάλλεται το αίτημα για την παραχώρηση. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια από το Δικαστήριο: Φωτοαντίγραφο εγγυητήριου εγγράφου που φέρει τίτλο «Εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό» ημερομηνίας 19.12.08 - Τεκμήριο
- Η μάρτυρας διασαφήνισε ότι το έγγραφο αυτό είναι η συμφωνία εγγύησης η οποία σχετίζεται με την παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό Έντυπο που φέρει τίτλο «Ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος» ημερομηνίας 9.12.08 αναφορικά με την απόφαση της Ενάγουσας με αριθμό 5491 - Τεκμήριο 15Α Έντυπο που φέρει τίτλο «Ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος» ημερομηνίας 9.12.08 αναφορικά με την απόφαση της Ενάγουσας με αριθμό 5490 - Τεκμήριο 15Β. Σύμφωνα με την μάρτυρα το εγγυητήριο που υπεγράφη αναφορικά με το δάνειο είναι αυτό που είναι ενσωματωμένο στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα, επίσης, με την μάρτυρα τα αυθεντικά των Τεκμηρίων 5 και 14 βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης αφού καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια στα πλαίσια αίτησης για απόφαση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας στις 7.1.10 εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Τα πιο πάνω πράγματι προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας υποστήριξε τα ακόλουθα. Είναι σύμβουλος πελατών τα τελευταία 13 χρόνια και την Εναγόμενη την γνώριζε πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών όταν η τελευταία είχε αποταθεί στην Ενάγουσα για χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης προς την ίδια. Στον φάκελο της υπόθεσης που φυλάσσεται στα γραφεία της Ενάγουσας δεν υπάρχουν έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. Δέχθηκε, όμως, ότι η Ενάγουσα έχει έτοιμα συνταγμένα στα Αγγλικά εγγυητήρια και συμβόλαια για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε ξένους πελάτες. Σε σχέση με την παραχώρηση των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων η Εναγόμενη μαζί με τον Εναγόμενο 3 είχαν επισκεφθεί τα γραφεία της Ενάγουσας πριν την ημερομηνία υπογραφής των εγγράφων. Επίσης, η αίτηση για την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έγινε πριν τις 19.12.
- Τα Τεκμήρια 15Α και 15Β δεν δόθηκαν στην Εναγόμενη για υπογραφή από τις 9.12.
- Όλα τα έγγραφα υπεγράφησαν ενώπιον και στην παρουσία της μάρτυρος η οποία ήταν η μοναδική μάρτυρας των υπογραφών. Οι Εναγόμενοι ήταν όλοι παρόντες στις 19.12.08 κατά την υπογραφή των εγγράφων. Και ειδοποιήθηκαν από πριν για να παραστούν στις 19.12.08 για να υπογράψουν είτε τηλεφωνικώς είτε προσωπικά στα πλαίσια επίσκεψής τους στα γραφεία της Ενάγουσας. Πριν η Εναγόμενη υπογράψει τις συμφωνίες εγγύησης η μάρτυρας υποστήριξε ότι είχε παρουσιάσει στην Εναγόμενη δήλωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 που είχε ετοιμάσει ο διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας. Διασαφηνίζοντας ανέφερε ότι η έκφραση που απαντάται στα Τεκμήρια 15Α και 15Β «Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων / Ισολογισμοί / Management Accounts Κατάσταση Περιουσιακών Στοιχείων Εταιρείας (ότι ισχύει) και των Επιβαρύνσεων που βαρύνουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία» είναι μια γενική έκφραση που απαντάται στο τύπο αυτό του εγγράφου και εξαρτάται από την κάθε περίπτωση ποια από τα έγγραφα που αναφέρονται δίδονται στον εγγυητή. Σημειώνεται ότι αυτό είναι κάτι που προκύπτει από την φράση «ότι ισχύει» η οποία αναγράφεται σε παρένθεση. Στην παρούσα περίπτωση αυτό που δόθηκε, σύμφωνα με την μάρτυρα, ήταν δήλωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης
- Υπεδείχθη στην μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης έγγραφο που φέρει τίτλο «Οργανωτική Εγκύκλιος» - Τεκμήριο
- Η μάρτυρας δεν αναγνώρισε το εν λόγω τεκμήριο. Ανέφερε ότι αυτό ήταν απλά μια φωτοτυπία εγγράφου και ότι η Ενάγουσα εξέδιδε πολύ συχνά νέες εγκυκλίους και πολύ συχνά τροποποιούσε άλλες. Η μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθηση και βεβαιότητα ότι η Εναγόμενη γνώριζε και αντιλήφθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας τι έγγραφα επρόκειτο να υπογράψει, τα έγγραφα δε που υπέγραψε τα υπέγραψε με ελευθερία, άνεση και προθυμία και χωρίς να έχει την παραμικρή αμφιβολία. Η μάρτυρας εξήγησε στην Εναγόμενη το περιεχόμενο των εγγράφων στα Αγγλικά και σε γλώσσα απλή και κατανοητή ώστε να είναι πιο εύκολο για την Εναγόμενη να το αντιληφθεί. Άλλωστε, η Εναγόμενη είναι ένα άτομο μορφωμένο και απόλυτα εξοικειωμένο με την τραπεζική διαδικασία αφού ήταν επιχειρηματίας και ζούσε στην Κύπρο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, αναφορικά με τα έγγραφα που θα υπέγραφε είχε λάβει χώρα συζήτηση πριν από την υποβολή του αιτήματος. Υπεβλήθη στην μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι η Εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να υπογράφει την συμφωνία εγγύησης ούτε και τα Τεκμήρια 15Α και 15Β. Η μάρτυρας αντέτεινε ότι η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης από την Εναγόμενη αποτελεί απόδειξη της πρόθεσής της και ότι η Εναγόμενη υπέγραψε με ενθουσιασμό και αφού η μάρτυρας της είχε εξηγήσει προηγουμένως τι έγγραφα επρόκειτο να υπογράψει. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ευθύς εξ' αρχής το εξής. Ότι αφ' ης στιγμής οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 21.10.09 - Τεκμήρια 7 και 9 - κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους δεν υπάρχει περιθώριο για να αρνείται η Εναγόμενη την ευθύνη της και, κατ' επέκταση, η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με την ουσία της υπόθεσης κρίνεται περιττή. Και εξηγώ. Στα πιο πάνω τεκμήρια αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η λειτουργία των λογαριασμών - τρεχούμενου και δανείου - τερματίσθηκε και ότι η Εναγόμενη ευθύνεται ως εγγυητής. Ζητείται, επίσης, από την Εναγόμενη να προβεί σε άμεση εξόφληση των υπολοίπων, που κατά την 21.10.09 για τον τρεχούμενο ήταν Ευρώ 20.051,67 σεντ πλέον τόκους και για το δάνειο Ευρώ 18.632,30 σεντ πλέον τόκους. Η κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους κρίνεται ουσιωδέστατη για την υπόθεση αφού σημαίνει τα ακόλουθα: (α) ότι η Εναγόμενη υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης, (β) ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης τερματίστηκαν νόμιμα και (γ) ότι η Εναγόμενη ευθύνεται ως εγγυήτρια. Υπό το φως των πιο πάνω η Εναγόμενη αποκλείεται από του να προβάλει την υπεράσπιση που προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία και να ισχυρίζεται ότι καμία ευθύνη δεν απορρέει από τις υπογραφές της καθότι δεν αντιλήφθηκε την έννοια των συμφωνιών εγγύησης και των άλλων εγγράφων που υπέγραψε. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν την μοίρα της υπεράσπισης και αναδεικνύουν την επιτυχία της αγωγής. Σε περίπτωση, όμως, που σφάλω ως προς την πιο πάνω κρίση μου θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της μάρτυρος. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε η μάρτυρας μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με αυθορμητισμό στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση και δεν έδινε χρόνο στον εαυτό της να υπολογίζει τις απαντήσεις της. Ήταν θετική, σαφής και σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Κάποια σημεία που δεν θυμόταν και, κατ' επέκταση, δεν μπορούσε να απαντήσει κρίνονται μη ουσιώδη και λεπτομέρειες και, επομένως, η έλλειψη μνήμης σε σχέση με αυτά δεν κρίνεται ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Άλλωστε, από τις 9.12.08 που υποβλήθηκαν οι αιτήσεις από την Εναγόμενη 1 για την παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων ή την 19.12.08 που συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες του τρεχούμενου και του δανείου και υπογράφηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα μέχρι τα μέσα του έτους 2014 που ακούσθηκε η μαρτυρία της παρήλθαν 5½ έτη και ήταν φυσικό η μάρτυρας να μην θυμόταν λεπτομέρειες όπως αυτές που ρωτήθηκε και για τις οποίες γίνεται αναφορά πιο κάτω. Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: αν κατά πόσο η μάρτυρας έκανε έλεγχο στο Κτηματολόγιο για τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, το όνομα του διευθυντή του καταστήματος και του υπευθύνου του Τμήματος στο οποίο εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν κατά τον χρόνο που τέθηκαν οι υπογραφές ήταν παρών και ο διευθυντής του Τμήματός της, αν στις 19.12.08 η Εναγόμενη και ο Εναγόμενος 3 συνοδεύονταν από κάποιο πρόσωπο ή δικηγόρο, αν την ημέρα που υπογράφηκαν τα έγγραφα η ίδια είχε πολλή δουλειά, τι ώρα υπογράφηκαν τα έγγραφα, αν η Εναγόμενη είχε ρωτήσει οτιδήποτε την μάρτυρα την στιγμή που υπέγραφε τα έγγραφα, ποιος ήταν ο κύκλος των εργασιών της Εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο ή αν οι δημοπρασίες με τις οποίες ασχολείτο η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ή όχι με ξένους επενδυτές. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι προκύπτει με ενάργεια από την μαρτυρία της μάρτυρος ότι η Ελληνική δεν είναι η μητρική γλώσσα της Εναγόμενης. Από την άλλη, από τις θέσεις που τέθηκαν στον ΜΕ 1 από την Υπεράσπιση και τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης προκύπτει ότι η Αγγλική ήταν η μητρική γλώσσα της Εναγόμενης στην οποία και η μάρτυρας επεξήγησε, σύμφωνα με την μαρτυρία της, το περιεχόμενο και το νόημα των εγγράφων που η Εναγόμενη υπέγραψε. Δεν μου διαφεύγει ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι η Εναγόμενη γνώριζε την Ελληνική σε κάποιο βαθμό που, όμως, δεν προσδιόρισε. Επίσης, δεν διασαφήνισε αν οι περιορισμένες γνώσεις της Εναγόμενης στην Ελληνική ήταν μόνο όσον αφορά την ομιλία ή αν επεκτείνονταν και στην γραφή ή το διάβασμα. Εν' όψει των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν δέχομαι ότι η Εναγόμενη δεν μπορούσε να διαβάζει Ελληνικά και δεν μπορούσε από μόνη της και χωρίς επεξήγηση να αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε. Εξ' ου και η μάρτυρας της το επεξήγησε στα Αγγλικά. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε η μάρτυρας δέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της. Άλλωστε, και αυτό είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί, η μαρτυρία της μάρτυρος παρέμεινε αναντίλεκτη αφού καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση που να τείνει να την αμφισβητήσει. Αστήρικτες από μαρτυρία, θα πρέπει να σημειωθεί, παρέμειναν και οι υποβολές της Υπεράσπισης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της μάρτυρος ότι η Εναγόμενη προέβη στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης καθώς και των Τεκμηρίων 15Α και 15Β με προθυμία και χωρίς κανένα δισταγμό έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της μάρτυρος συνιστούν διαπίστωση αναφορικά με ένα γεγονός στην οποία η μάρτυρας προέβη μέσα από την προσωπική της επαφή με την Εναγόμενη και παρατηρώντας την συμπεριφορά της Εναγόμενης, την αντίδραση και γενικά την όλη στάση της. Πρόκειται για μαρτυρία αναφορικά με ένα γεγονός το οποίο η μάρτυρας διαπίστωσε με τις αισθήσεις της και που συνιστά άμεση και, επομένως, αποδεκτή μαρτυρία. Ο ισχυρισμός της, όμως, ο οποίος και αποτελεί την εν γένει θέση της ότι η Εναγόμενη αντιλήφθηκε τις συνέπειες της υπογραφής της επί των επίδικων συμφωνιών εγγύησης και κατανόησε την ευθύνη που προέκυπτε ως εκ του πιο πάνω γεγονότος δεν είναι αποδεκτός. Κατ' αρχή και όπως πιο κάτω υποδεικνύεται καμία νομολογία δεν επιβάλλει στην τράπεζα το καθήκον να βεβαιωθεί ότι ο εγγυητής αποκόμισε την πιο πάνω αντίληψη. Κατά δεύτερο, δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει αν αντιλήφθηκε και τι αντιλήφθηκε κάποιος τρίτος ή πώς συνέλαβε το μυαλό του τρίτου τα όσα επεξηγήθηκαν σε αυτόν αναφορικά με ένα θέμα από κάποιο άλλο. Μεταξύ άλλων, δέχομαι, λοιπόν, τα ακόλουθα από την μαρτυρία της μάρτυρος: η Εναγόμενη στις 19.12.08 υπέγραψε δύο ξεχωριστές συμφωνίες εγγύησης εις αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που την ίδια ημέρα παραχωρήθηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1, ήτοι όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο, δυνάμει σχετικών συμφωνιών παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων με ημερομηνία 19.12.
- Με τις εν λόγω συμφωνίες εγγύησης η Εναγόμενη εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 οι οποίες απορρέουν από τις συμφωνίες του δανείου και του τρεχούμενου. Σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον εν λόγω ισχυρισμό της μάρτυρος. Ένα τέτοιο εύρημα δικαιολογείται, άλλωστε, και από τα Τεκμήρια 7 και
- Πρόκειται για τις επιστολές τερματισμού, οι οποίες ως και πάλι είναι παραδεκτό, απεστάλησαν από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη
- Αφ' ης στιγμής οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους συνάγεται και ότι η Εναγόμενη τις υπέγραψε. Ο συλλογισμός αυτός, όπως και αυτός που ακολουθεί, διέπεται από το ίδιο σκεπτικό που διέπει τον συλλογισμό που ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με την μοιραία τύχη της υπεράσπισης. Επίσης, τα Τεκμήρια 2 και 4 αναφέρουν ότι ένας από τους όρους για την παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων είναι όπως η Εναγόμενη παράσχει προσωπικές εγγυήσεις για το ποσό των Ευρώ 22.000,00 σεντ για τον τρεχούμενο και για το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ για το δάνειο. Η σημασία του ότι τα πιο πάνω τεκμήρια έγιναν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους είναι, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο πάνω εγγυήσεις δόθηκαν από την Εναγόμενη η Εναγόμενη πριν υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης την ίδια ημέρα παρέλαβε από την μάρτυρα τα έγγραφα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 15Α και 15Β, ήτοι τις αποφάσεις της Ενάγουσας - Τεκμήρια 2 και 4 - καθώς και κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης
- Υπέγραψε δε τα Τεκμήρια 15Α και 15Β και υπογράφοντας τα δήλωνε γραπτώς ότι είχε παραλάβει τα έγγραφα που σε αυτά αναφέρονται πριν η Εναγόμενη υπογράψει τα έγγραφα που υπέγραψε συμπεριλαμβανομένων των επίδικων συμφωνιών εγγύησης η μάρτυρας είχε επεξηγήσει στην Εναγόμενη στα Αγγλικά τους όρους και το περιεχόμενο αυτών καθώς και τον σκοπό και την σημασία τους η Εναγόμενη υπέγραψε τα έγγραφα με προθυμία και χωρίς να εκφράσει οποιοδήποτε δισταγμό ή αμφιβολία η Εναγόμενη στις 19.12.08 και πριν υπογράψει ήταν ενήμερη για το ότι την ημέρα εκείνη θα υπέγραφε τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης, αφού είχε προηγηθεί συνάντηση στα γραφεία της Ενάγουσας, μεταξύ άλλων, μεταξύ της μάρτυρος και της Εναγόμενης στα πλαίσια της οποίας είχε υποβληθεί το αίτημα εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη συμφωνήσει να παράσχει τις απαιτούμενες από την Ενάγουσα εγγυήσεις η μάρτυρας είχε εξηγήσει στην Εναγόμενη στη συνάντηση εκείνη ότι σε κατοπινό στάδιο θα ζητείτο από αυτή να υπογράψει εγγυήσεις για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που η Εναγόμενη 1 είχε ζητήσει από την Ενάγουσα η Ενάγουσα ενέκρινε το αίτημα της Εναγόμενης 1 που υπεβλήθη στις 9.12.08 αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την αποδοχή της Εναγόμενης να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης, τα Τεκμήρια 15Α και 15Β, οι συμφωνίες παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και οι αποφάσεις - Τεκμήρια 2 και 4 - υπογράφηκαν ταυτόχρονα στην παρουσία της μάρτυρος. Δέχομαι, επίσης, ότι ούτε πριν αλλά ούτε και κατά την ημερομηνία υπογραφής των συμφωνιών, 19.12.08, η Εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ούτε και έδειξε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή να αμφισβητεί με οποιοδήποτε τρόπο τα έγγραφα που υπέγραψε. Κρίνω, επίσης, ως λογική και εύλογη την επισήμανση της μάρτυρος ότι το γεγονός ότι η Εναγόμενη προέβη στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης καταμαρτυρεί την πρόθεση της να υπογράψει τις εν λόγω συμφωνίες. Ο ισχυρισμός, όμως, της μάρτυρος ότι η Εναγόμενη διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 3 και ότι αυτός ήταν ο λόγος που η Εναγόμενη υπέγραψε ως εγγυήτρια της Εναγόμενης 1, δεν είναι αποδεκτός. Πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρία για την οποία δεν δόθηκαν από την μάρτυρα τα αναγκαία και απαραίτητα εχέγγυα ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να την αποδεχθεί με ασφάλεια. Συναφώς η μάρτυρας περιορίσθηκε σε ένα γενικόλογο ισχυρισμό χωρίς να αναφέρει στοιχεία που να καταδεικνύουν πού στηριζόταν ο υπό συζήτηση ισχυρισμός της και με τον τρόπο αυτό αποστέρησε από το Δικαστήριο την δυνατότητα να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια και την αλήθεια του. Για τον ίδιο λόγο δεν δέχομαι ότι η Εναγόμενη 1 είναι «εταιρεία του Εναγόμενου 3». Τα σημεία, όμως, αυτά από την μαρτυρία της δεν κλονίζουν την εν γένει αξιοπιστία της μάρτυρος καθότι άπτονται μη ουσιωδών για την υπόθεση ζητημάτων. Αναφορικά με το Τεκμήριο 16, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι αυτό παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία για τους ίδιους λόγους που χωρίς αποδεικτική αξία παρέμεινε και το Τεκμήριο
- Εκτός από την μαρτυρία της μάρτυρος που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρίας της είναι αποδεκτή. Όπως ενωρίτερα κρίθηκε η υπεράσπιση μοιραία αποτυγχάνει εν' όψει του ότι τα Τεκμήρια 7 και 9 έγιναν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Τα πιο κάτω παρατίθενται στην περίπτωση που το σκεπτικό που διέπει την πιο πάνω κρίση μου ήθελε κριθεί λανθασμένο. Όπως θα διαφανεί τα όσα πιο κάτω αναφέρονται σφραγίζουν την επιτυχία της αγωγής. Σύμφωνα με τους συγγραφείς του Αγγλικού συγγράμματος Ellinger's Modern Banking Law, έκδοση 2011, σελίδα 153, η τράπεζα δεν υπέχει γενικό καθήκον να συμβουλεύσει ή να επεξηγήσει οτιδήποτε σε εγγυητή που δεν είναι πελάτης της. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο εγγυητής τυγχάνει να είναι και υφιστάμενος πελάτης της τράπεζας επικρατεί αβεβαιότητα, όπως οι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος σημειώνουν, ως προς το ισχύον δίκαιο, εν' όψει της αμφίβολης ορθότητας της απόφασης του Δικαστή Kerr LJ στην Αγγλική υπόθεση Cornish v. Midland Bank plc
(1985)3 All E R 513. Στην υπόθεση αυτή η εναγόμενη τράπεζα παρείχε αμελή συμβουλή σε εγγυητή που τύγχανε να είναι και πελάτης της. Ο εν λόγω Δικαστής προχώρησε να εξετάσει, μεταξύ άλλων, αν κατά πόσο η τράπεζα υπέχει γενικό καθήκον επιμέλειας προς εγγυητές που είναι και πελάτες της. Κατέληξε στο ότι η τράπεζα έχει καθήκον να δώσει στον πελάτη της επαρκή επεξήγηση (adequate explanation) αναφορικά με την φύση (nature) και τις νομικές συνέπειες (effect) οποιουδήποτε εγγράφου εξασφάλισης (security document), όπως εγγυητήριο, προτού αυτός το υπογράψει. Θα πρέπει, όμως, να λεχθεί ότι τα σχόλια του πιο πάνω Δικαστή ήταν obiter. Εξετάσθηκαν δε μεταγενέστερα σε πολλές περιπτώσεις και απορρίφθηκαν σχεδόν κάθε φορά. Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις που αναφέρονται στις υποσημειώσεις της σελίδας 153 του πιο πάνω συγγράμματος. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι τρεις είναι οι λόγοι γιατί πρόσωπα που είναι πελάτες της τράπεζας και πρόσωπα που δεν είναι πελάτες θα πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης. Πρώτο, το κατά πόσο ο προτιθέμενος εγγυητής είναι πελάτης της τράπεζας ή όχι είναι κάτι που μπορεί να διαπιστωθεί εντελώς τυχαία αφού οι υπάλληλοι του καταστήματος (branch) που χειρίζονται την συναλλαγή μπορεί να μην γνωρίζουν αν το πρόσωπο αυτό είναι πελάτης άλλου καταστήματος. Δεύτερο, η επιβολή καθήκοντος στην τράπεζα να παρέχει εξήγηση ή συμβουλή στον πελάτη-εγγυητή θα ισοδυναμούσε με εξυπακουόμενο όρο στην σύμβαση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. Ένα τέτοιο καθήκον, όμως, δεν θα περνούσε το κριτήριο του strict necessity, που απαιτείται για την ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου, για λόγους επιχειρηματικούς (business grounds). Με βάση τα πιο πάνω τα Δικαστήρια θα ήταν και απρόθυμα να επιβάλουν ισοδύναμο κατά το κοινοδίκαιο καθήκον στην τράπεζα. Τρίτο, η σχέση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη δεν είναι κανονικά σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary) και η επιβολή καθήκοντος στην τράπεζα να παρέχει επεξήγηση ή συμβουλή θα υπονόμευε την φύση της σχέσης αυτής. Τα πράγματα φαίνεται να είναι διαφορετικά όταν η τράπεζα επιλέγει να επεξηγήσει την φύση και τις νομικές συνέπειες εγγράφου εξασφάλισης στον εγγυητή αλλά αποτυγχάνει να πράξει τούτο δεόντως. Στην Αγγλική υπόθεση Barclay's Bank plc v. O'Brien ο Δικαστής Scott LJ διέκρινε μεταξύ της περίπτωσης που η τράπεζα παρέχει τέτοια επεξήγηση όση απαιτείται για να αποφύγει την ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας και της περίπτωσης που η τράπεζα δεν εκπληρώνει τον ρόλο της ή προχωρεί πέρα από αυτόν και εθελοντικά αναλαμβάνει τον ρόλο του συμβούλου στον εγγυητή ο οποίος τυγχάνει να είναι και πελάτης της. Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει καθήκον επιμέλειας. Στην δεύτερη περίπτωση η τράπεζα δυνατόν να υπέχει καθήκον να συμβουλεύσει τον εγγυητή προσεκτικά. Στην σελίδα 153 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι όπως και να' χει η τράπεζα βρίσκεται σε μια δυνητικά δυσάρεστη για την ίδια θέση. Με το να παρέχει επεξήγηση ή συμβουλή διατρέχει τον κίνδυνο να ξεπεράσει την γραμμή και να βρεθεί ότι ανέλαβε τον ρόλο συμβούλου. Γι' αυτό και προς αποφυγή αυτού του κινδύνου οι τράπεζες καθιέρωσαν την πρακτική να λένε όσο πιο λίγα γίνεται. Και να συμβουλεύουν τους εγγυητές να αναζητούν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην βάση των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν προκύπτει ότι τα εν παρόδω λεχθέντα σχόλια του Δικαστή Kerr LJ στην υπόθεση Cornish v. Midland Bank plc
(1985)3 All E R 513, που πιο πάνω μνημονεύεται, δεν φαίνεται να αντανακλούν το εφαρμοστέο δίκαιο στην Αγγλία, με αποτέλεσμα ακόμα και στην περίπτωση που ο εγγυητής είναι πελάτης της τράπεζας η τράπεζα να μην υπέχει καθήκον να προβεί σε επεξήγηση του περιεχομένου ή των όρων της συμφωνίας εγγύησης προτού ο εγγυητής την υπογράψει. Το πρώτο είναι αυτό. Το δεύτερο είναι ότι η απόφαση στην υπόθεση Cornish v. Midland Bank plc
(1985)3 All E R 513 έχει εφαρμογή στην περίπτωση και μόνο που ο εγγυητής είναι υφιστάμενος πελάτης της τράπεζας. Οι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος μετά από ανάλυση της Αγγλικής Νομολογίας στην σελίδα 119 καταλήγουν ότι η σχέση μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη δημιουργείται την στιγμή που η τράπεζα συμφωνεί να ανοίξει λογαριασμό στο όνομα του πελάτη. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί την συγκατάθεση της τράπεζας να έχει μια κανονική επιχειρηματική εμπορική σχέση με το πρόσωπο αυτό. Η σχέση αυτή περιλαμβάνει την τίμηση των επιταγών του πελάτη από την τράπεζα, την εκτέλεση άλλων μορφών οδηγιών πληρωμής, την συλλογή επιταγών του πελάτη και άλλων εγγράφων πληρωτέα σε αυτόν. Με την δημιουργία της σχέσης τραπεζίτη - πελάτη η τράπεζα συμφωνεί να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πελάτη στις τραπεζικές συναλλαγές και να ασκεί τον ίδιο βαθμό φροντίδας και επιδεξιότητας η οποία αναμένεται από τον λογικό τραπεζίτη. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνηγορεί με ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ό,τι αναφέρθηκε από την ΜΕ 2 είναι ότι πριν την συνομολόγηση και υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης από την Εναγόμενη η Ενάγουσα είχε παράσχει πιστωτική διευκόλυνση στην ίδια προσωπικά καθώς και στην εταιρεία της σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις. Η χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης σε κάποιο πρόσωπο δεν καθιστά, όμως, σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία, το πρόσωπο αυτό πελάτη με την έννοια εκείνη που η Αγγλική Νομολογία το πραγματεύεται για τους σκοπούς της παρούσης περίπτωσης. Συναφώς καμία μαρτυρία δεν δόθηκε προς την κατεύθυνση ότι η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι της Εναγόμενης και ότι στα πλαίσια λειτουργίας του λογαριασμού εκείνου η Ενάγουσα ανέλαβε την παροχή των χαρακτηριστικών εκείνων υπηρεσιών που σηματοδοτούν την συγκατάθεση από μέρους της Ενάγουσας να έχει μια κανονική επιχειρηματική εμπορική σχέση με την Εναγόμενη, όπως την τίμηση των επιταγών της Εναγόμενης, την εκτέλεση άλλων μορφών οδηγιών πληρωμής, την συλλογή επιταγών της Εναγόμενης και άλλων εγγράφων πληρωτέα σε αυτήν. Υπό το φως των πιο πάνω και δη με την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιόν μου επί του προκειμένου δεν μπορώ να καταλήξω στο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη ήταν πελάτης της Ενάγουσας, άσχετα αν έτσι την χαρακτήρισε η ΜΕ 2, ή ότι η Ενάγουσα συμφώνησε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης στις τραπεζικές της συναλλαγές που είναι η νομική συνέπεια της δημιουργίας της σχέσης τραπεζίτη - πελάτη. Επομένως και αν ακόμα τα όσα λέχθηκαν obiter από τον Δικαστή Kerr LJ στην υπόθεση Cornish v. Midland Bank plc
(1985)3 All E R 513, που πιο πάνω μνημονεύεται, συνιστούν το ισχύον δίκαιο, που, όπως φαίνεται δεν είναι, αυτά δεν έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση. Ούτε και μπορεί στην βάση της μαρτυρίας που αποδέχθηκα να λεχθεί ότι επεξηγώντας το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών εγγύησης στην Εναγόμενη η Ενάγουσα υπερέβη την γραμμή ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι ανέλαβε τον ρόλο συμβούλου προς την Εναγόμενη. Σημειώνεται, επίσης, ότι από την προσκομισθείσα στην υπόθεση μαρτυρία δεν διεφάνη η ΜΕ 2 να έδωσε οποιαδήποτε λανθασμένη πληροφόρηση στην Εναγόμενη κατά την επεξήγηση των όρων και του περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών εγγύησης. Βεβαίως, δεν μου διαφεύγει ότι η κρινόμενη περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση κατά την οποία εγγυητής υπογράφει ένα εγγυητήριο στην μητρική του γλώσσα ή σε γλώσσα άλλη που, όμως, αντιλαμβάνεται και κατανοεί. Στην υπό εξέταση περίπτωση τα έγγραφα που η Εναγόμενη υπέγραψε περιλαμβανομένων των επίδικων συμφωνιών εγγύησης δεν ήταν συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα αλλά στην Ελληνική, γλώσσα που η Εναγόμενη δεν κατανοούσε. Το ερώτημα είναι αν από μόνο του το πιο πάνω γεγονός επέβαλλε στην Ενάγουσα οιονδήποτε καθήκον έναντι της Εναγόμενης. Φρονώ πως η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική. Κατά την κρίση μου το γεγονός αυτό δεν θα ήταν ικανό να απαλλάξει την Εναγόμενη από την ευθύνη που απορρέει από την υπογραφή της. Διαφορετική προσέγγιση κρίνω πως θα επηρέαζε δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας και θα υπομόνευε γενικότερα τις εμπορικές συναλλαγές. Θα πρέπει να πω ότι δεν εντόπισα Νομολογία που να λέει ότι η υπογραφή μιας συμφωνίας εγγύησης ή άλλου εγγράφου σε γλώσσα άλλη από αυτή που ο υπογράφων αντιλαμβάνεται παρέχει στον υπογράφοντα νόμιμη υπεράσπιση. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη θέτοντας την υπογραφή της επί των εγγράφων παρουσίασε σε όλους εκείνους που τα έγγραφα θα έφθαναν στα χέρια τους ότι αντιλήφθηκε το περιεχόμενό τους και ότι δεσμευόταν από την υπογραφή της. Η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να λέει ότι θα πρέπει να απαλλαγεί της υπογραφής της γιατί τα έγγραφα που υπέγραψε ήταν συνταγμένα στα Ελληνικά. Υπεισέρχεται το ερώτημα γιατί τότε τα υπέγραψε. Ή γιατί προτού τα υπογράψει δεν αναζήτησε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)AC 1004 λέχθηκε ότι το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Αν η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης γινόταν αποδεκτή θα οδηγούμασταν στο παράδοξο και ανεπιθύμητο για την εμπιστοσύνη που πρέπει να διέπει τις εμπορικές σχέσεις αποτέλεσμα ο πρωτοφειλέτης να λαμβάνει την τραπεζική διευκόλυνση και, ακολούθως, ο εγγυητής να απαλλάσσεται της ευθύνης που απορρέει από την υπογραφή του επικαλούμενος την γλώσσα του εγγράφου το οποίο υπέγραψε ενώ γνώριζε ότι δεν αντιλαμβανόταν την γλώσσα αυτή. Η Ενάγουσα επενέργησε επί της υπογραφής της Εναγόμενης και είναι επειδή η Εναγόμενη υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης που η Ενάγουσα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχώρησε. Αν η Εναγόμενη δεν υπέγραφε τις συμφωνίες εγγύησης η Εναγόμενη δεν θα παραχωρούσε στην Εναγόμενη 1 τις διευκολύνσεις αυτές. Η θέση της Εναγόμενης ότι η γλώσσα των εγγράφων και των συμφωνιών εγγύησης που υπέγραψε δεν ήταν αντιληπτή σε αυτήν και ότι για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να δεσμεύεται από την υπογραφή της θα συνιστούσε ούτε λίγο ούτε πολύ απάτη από μέρους της Εναγόμενης. Διότι ενώ ήξερε ότι δεν αντιλαμβανόταν την γλώσσα των εγγράφων που υπέγραψε προέβη στην υπογραφή των εγγράφων αυτών. Και αυτό το έπραξε για να πείσει την Ενάγουσα να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 τις τραπεζικές διευκολύνσεις που της παραχώρησε. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δεν είναι δίκαιο η Εναγόμενη να επικαλείται την γλώσσα των εγγράφων που υπέγραψε ισχυριζόμενη ότι δεν την αντιλαμβανόταν με σκοπό να απαλλαγεί των ευθυνών της που απορρέουν από την υπογραφή της. Τέτοια στάση και συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή από τα Δικαστήρια. Αν η Εναγόμενη δεν αντιλαμβανόταν την γλώσσα των εγγράφων που υπέγραψε όφειλε να μην τα υπογράψει. Όχι να τα υπογράψει με σκοπό να πείσει την Ενάγουσα να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 τις τραπεζικές διευκολύνσεις και μετά να επικαλείται την γλώσσα του εγγράφου που υπέγραψε για να απαλλαγεί των ευθυνών της που απορρέουν από την υπογραφή της. Θα μπορούσε, επίσης, να τα υπογράψει αφού λάμβανε ανεξάρτητη νομική συμβουλή, κάτι το οποίο, επίσης, η Εναγόμενη δεν έπραξε. Και αν ακόμα η κρίση μου σε σχέση με όλα όσα ανωτέρω αναφέρονται είναι λανθασμένη το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε καθότι αυτά ήταν συνταγμένα στην Ελληνική δεν καθιστά υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων τις συμφωνίες εγγύησης και την υπογραφή που έθεσε επ' αυτών άκυρες, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ 2 που δέχθηκα η εν λόγω μάρτυρας επεξήγησε στην Εναγόμενη στα Αγγλικά το περιεχόμενο και το νόημά τους καθώς και το περιεχόμενο και το νόημα όλων των άλλων εγγράφων που υπέγραψε και τις νομικές συνέπειες που απορρέουν από την υπογραφή της. Εξ' ου και σύμφωνα με την μαρτυρία της η Εναγόμενη προέβη στην υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό. Σημειώνεται και το εξής. Σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας όταν μια τράπεζα ή πιστωτικός οργανισμός ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case) η τράπεζα ή ο οργανισμός, ανάλογα με την περίπτωση, τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση και έχει υποχρέωση να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του εγγυητή όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική (Βλ. Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] 4 All E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 All ER 417, Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 All E.R. 144 και Alpha Bank Ltd v. Γαλάτειας Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101). Επί του προκειμένου το μόνο που λέχθηκε από την ΜΕ 2 είναι ότι η Εναγόμενη διατηρούσε επαγγελματικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 3 και ότι γι' αυτό τον λόγο αποδέχτηκε να εγγυηθεί την Εναγόμενη 1, που ήταν εταιρεία του Εναγόμενου 3. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Και αν ακόμα γινόταν αποδεκτός αυτός ουδόλως θα διαφώτιζε ως προς την φύση της σχέσης μεταξύ της Εναγόμενης και της Εναγόμενης 1, αφού ό,τι αναφέρθηκε από την ΜΕ 2 ήταν αναφορικά με τις επαγγελματικές σχέσεις μεταξύ της Εναγόμενης και του Εναγόμενου 3 και όχι μεταξύ της Εναγόμενης και της Εναγόμενης 1, ήτοι της πρωτοφειλέτριας. Υπό το φως των πιο πάνω δεν καταδείχθηκε ότι η υπόθεση ήταν μια «μη εμπορική υπόθεση». Αλλά και τέτοια να ήταν θεωρώ ότι με βάση την μαρτυρία που έκανα αποδεκτή η Ενάγουσα αφ' ης στιγμής η ΜΕ 2 προειδοποίησε την Εναγόμενη επεξηγώντας της το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε και τις νομικές συνέπειες που απορρέουν από την υπογραφή της συμμορφώθηκε με το καθήκον που επιβάλλεται σε αυτήν από το δίκαιο της επιείκειας. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο τρεχούμενος λογαριασμός και το δάνειο δεν λειτουργούσαν ομαλά. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα παρατηρούνταν υπέρβαση στο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού και καθυστέρηση στην καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων του δανείου. Η Ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 21.10.09 που απέστειλε με σύνηθες ταχυδρομείο στην Εναγόμενη 1 τερμάτισε την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και την λειτουργία του δανείου και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του δανείου. Το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τις συμφωνίες προβλέπεται ρητά από τον όρο 4 της συμφωνίας σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και από τον όρο 5 της συμφωνίας δανείου σε σχέση με το δάνειο. Ταυτόχρονα απέστειλε με σύνηθες ταχυδρομείο ξεχωριστές επιστολές ίδιας ημερομηνίας - Τεκμήρια 7 και 9 - στην Εναγόμενη με τις οποίες ενημέρωνε την τελευταία για τον τερματισμό και ότι ήταν υπόλογη για τα ποσά που σε αυτές αναφέρονται υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτριας και επιπλέον ζητούσε από αυτήν να προβεί σε πλήρη εξόφληση των υπολοίπων ως υπεύθυνη για την πληρωμή τους υπό την πιο πάνω ιδιότητά της. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και 9 δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, πράγμα, που, όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε, σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, τον νόμιμο τερματισμό των συμφωνιών του τρεχούμενου και του δανείου. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει, επίσης, κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε έξι μήνες και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους αποτελεί ρητό όρο των συμφωνιών του ορίου και του δανείου. Το άρθρο 33
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, όπως τροποποιήθηκε, επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το άρθρο 33
(1)του Νόμου 14/1960, όπως τροποποιήθηκε, τροποποιήθηκε από το άρθρο 3(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν. 160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα την υποχρέωση να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την σελίδα 490 της απόφασης του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση: «Τόκος επί τόκου. Η εφεσείουσα τράπεζα ισχυρίζεται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι απαγορεύεται η επιδίκαση τόκου επί τόκου είναι λανθασμένο. Το σχετικό απόσπασμα του πρωτόδικου Δικαστή αναφέρει ότι: "Επισημαίνω ότι η φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου έγινε με τον Νόμο 160(I)/99 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1/01/2001 αρκετά χρόνια δηλαδή μετά που ο επίδικος λογαριασμός λειτούργησε. Παρόλα αυτά με βάση το Άρθρο 30
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)εξακολουθεί να απαγορεύεται η επιδίκαση τόκου επί τόκου." Η πιο πάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη. Όπως πολύ ορθά έχει υποδειχθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της εφεσείουσας τράπεζας, το Άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (αρ. 14/60) επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Το Άρθρο 33
(1)του Νόμου 14/60 έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου αρ. 160(I)/99, το άρθρο 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Στην παρούσα περίπτωση η εφεσείουσα τράπεζα δεν απαιτούσε την επιδίκαση τόκου επί τόκου. Η αξίωσή της ήταν για £66.668,49 με τόκο 12.5% από 18/3/05 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως. Η εφεσείουσα τράπεζα είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (Τ.1), να τροποποιεί το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο. Η εφεσείουσα τράπεζα τροποποίησε το επιτόκιο με σχετικές επιστολές ημερομηνίας 26/8/2002 οι οποίες στάληκαν στους εφεσίβλητους, στις οποίες αναφερόταν ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μεταβαλλόταν σε 12.5% και ότι ο τόκος θα εκεφαλαιοποιείτο την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνο. Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια κρίνεται ότι η αξίωση της εφεσείουσας τράπεζας ήταν καθόλα νόμιμη». Ακολουθεί ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται στην επιδίκαση τόκου κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές ετησίως όπως και αξιώνει. Εν' όψει όλων των πιο πάνω συμπεριλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων δεν απομένει οτιδήποτε άλλο προς εξέταση. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 πετυχαίνει. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 για τα αξιώμενα ποσά, ήτοι: Ευρώ 20.165,85 σεντ ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 0660-11-038027 πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.956,86 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους και Ευρώ 18.697,36 σεντ ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου τακτής προθεσμίας με αριθμό 0660-13-110949 πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 18.503,59 σεντ από 10.11.09 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Νοείται ότι η ευθύνη της Εναγόμενης 2 για την πληρωμή των πιο πάνω ποσών θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη με τους Εναγόμενους 1 και 3. Τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2. Νοείται ότι η ευθύνη της Εναγόμενης 2 για την πληρωμή του ποσού των δικηγορικών εξόδων τα οποία επιδικάσθηκαν εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη με τους Εναγόμενους 1 και 3. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Εγγύηση υπογραφείσα σε γλώσσα μη αντιληπτή στον εγγυητή - Καθήκον της Τράπεζας Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο