← Κύπρος

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPOULAR BANK PUPLIC CO LTD ν. Λούλλας Σαββίδου κ.α., Αρ. Αγωγής 1299/2010, 12/12/2014

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPOULAR BANK PUPLIC CO LTD ν. Λούλλας Σαββίδου κ.α., Αρ. Αγωγής 1299/2010, 12/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟY ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1299/2010 CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPOULAR BANK PUPLIC CO LTD Εναγόντων Και Λούλλας Σαββίδου, από την Πάφο Γιώργος Μούντης, από την Λευκωσία Χάρης Μούντης, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 15.6.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.12.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητή: κ. Σιμιλλίδης για κ. Π. Ευθυμίου Για την εναγόμενη 1 - καθ΄ ης η αίτηση: κα Ζ. Στυλιανού για κα Αργ. Ιωάννου Εναγόμενη 1 - καθ΄ης η αίτηση: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες στις 2.11.2010 εξασφάλισαν απόφαση υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €54.476.28 πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη 1 διατασσόταν όπως παραδώσει στους ενάγοντες, μεταξύ άλλων αντικειμένων και το όχημα με αριθμούς εγγραφής KUF 702 μάρκας DAIHATSU για να πωληθούν σε Δημόσιο Πλειστηριασμό και τα έσοδα από την πώληση διατεθούν προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού της απόφασης και των εξόδων. Οι ενάγοντες, με την αίτηση τους η οποία στηρίζεται στις διαταγές 42 Α και 48 Θ. 1, 2,3, 9 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60 ζητούν τον εξαναγκασμό της εναγόμενης 1 σε συμμόρφωση και την τιμωρία της καθότι δεν έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 2.10.

  1. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία υποστηρίζεται από δική της ένορκη δήλωση και περιλαμβάνει 17 λόγους ένστασης. Οι λόγοι έντασης αφορούν το τυπικό μέρος της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει καθώς και ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν το περιεχόμενο και το λεκτικό του διατάγματος, την επίδοση του διατάγματος, την επίδοση της αίτησης, κ.ά. Επίσης η εναγόμενη 1 εγείρει με την ένσταση της την υπεράσπιση του άρθρου 17 του Κεφ.
  2. Κατά την ακρόαση της αίτησης έγινε παραδεκτή η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 2.11.2010 προσωπικά στην εναγόμενη 1 και συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης (αρ. 15) και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 στις παρ. 12, 13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως της περί μη κλήσης της από του ενάγοντες για παράδοση των επίδικων αντικειμένων, μη επίδοσης και γνώσης του διατάγματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Οι ενάγοντες για την απόδειξη της αίτησης τους κάλεσαν τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση Νεόφυτο Νεοφύτου και κατάθεσε ενόρκως (σχετική με το ζήτημα αυτό είναι η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 3.10.2014). Ο μάρτυρας των αιτητών, Νεόφυτος Νεοφύτου κατάθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της εναγόμενης 1 - καθ΄ης η αίτηση. Η εναγόμενη 1 δεν έχει καταθέσει στο δικαστήριο μετά από δικής της δήλωση και επιλογή που έγινε από τον δικηγόρο της. Οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς τις αγόρευση τους, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς ανάγκη επανάληψης του, σχετική αναφορά στις θέσεις τους γίνεται πιο κάτω όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Τα όσα ο πιο πάνω μάρτυρας των εναγόντων έχει καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου, ενόψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε, γίνονται αποδεκτά. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του αφορούσε τις πρόνοιες του διατάγματος και το κατά πόσο μπορούσε με βάση αυτές και τον τρόπο λειτουργίας της τράπεζας η εναγόμενη 1 να συμμορφωθεί. Ο μάρτυρας επεξήγησε με θετικό τρόπο και με επάρκεια το τρόπο λειτουργίας της Τράπεζας και τούτο σε σχέση με τις ερωτήσεις που δέχτηκε αναφορικά με το κατά πόσο η εναγόμενη μπορούσε να συμμορφωθεί με το επίδικο διάταγμα εφόσον σε αυτό υπήρχε χρόνος συμμόρφωσης μέχρι και τις 24:00 της δέκατης ημέρας μετά την επίδοση του. Επίσης ανάφερε, ερωτηθείς σε σχέση με τη διεύθυνση που αναγράφεται στο διάταγμα, ότι εκεί σήμερα δεν στεγάζεται η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD καθότι τις εργασίες της από τον Μάριο του 2013 έχει αναλάβει η Τράπεζα Κύπρου. Το σύνολο της μαρτυρίας του έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της καθότι όπως προανέφερα, μου έκανα πολύ καλή και θετική εντύπωση με τον τρόπο και την φυσικότητα που μαρτυρούσε. Σε αυτό το στάδιο, και προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω την πορεία της αίτησης αυτής, ώστε να φανεί και ο λόγος που η εκδίκαση της έχει καθυστερήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 25.9.2012 και η εναγόμενη 1, η οποία εκπροσωπείτο από δικηγόρο, άμεσα παραδέχτηκε την μη συμμόρφωση της με το επίδικο διάταγμα και ζήτησε χρόνο ώστε να συμμορφωθεί . Η αίτηση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής αρκετές φορές στην συνέχεια (21.11.2012, στις 31.1.2013, 14.3.2013 24.4.2013 και 12.6.2013) αφού η εναγόμενη 1 κάθε φορά ζητούσε και άλλο χρόνο για να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη 1 την 12.6.2013 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της και η αίτηση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής και για έλεγχο το Ε/Σ στις 26.9.
  3. Στις 26.9.2013 η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και ζήτησε περαιτέρω χρόνο για συμμόρφωση και η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 15.10.
  4. Στις 15.10.2013 η εναγόμενη και πάλι δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εκδοθεί νέο ένταλμα σύλληψης εναντίον της το οποίο εκτελέστηκε στις 3.6.
  5. Την ίδια τακτική ακολούθησε στην συνέχεια η εναγόμενη 1 όπου ζητούσε χρόνο για συμμόρφωση με το διάταγμα και/ή για να βρει τρόπους προς διευθέτηση γενικά της υπόθεσης της. Η ορίστηκε αίτηση για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 11.6.2014, στις 27.6.2014, 9.7.2014, 12.9.
  6. Στις 12.9.2014 η εναγόμενη 1 ζήτησε και άλλο χρόνο για να συμμορφωθεί, το αίτημα της απορρίφθηκε και μετά την έκθεση των γεγονότων και αφού το δικαστήριο άκουσε και την εναγόμενη, όρισε την αίτηση στις 15.9.2014 για να επιβάλει ποινή στην εναγόμενη
  7. Οι ενάγοντες θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας δήλωσαν ότι περιορίζουν την αίτηση της σε σχέση μόνο με το όχημα που περιλαμβάνεται και αναφέρεται στο διάταγμα ημερομηνίας 2.11.2010 και συνεπώς η εναγόμενη 1 αυτό που όφειλε να κάνει ήταν να παραδώσει μόνο το όχημα που περιγράφεται στο διάταγμα και στην αίτηση για σκοπούς υπακοής και συμμόρφωσης με το διάταγμα ημερομηνίας 2.11.
  8. Στις 15.9.2014 εμφανίστηκε η εναγόμενη με νέο δικηγόρο, ο οποίος ζήτησε χρόνο ώστε να λάβει γνώση της πορείας της αίτησης και η αίτηση ορίστηκε στις 19.9.2014 και ακολούθως για τον ίδιο λόγο στις 26.9.
  9. Στις 26.9.2014 η εναγόμενη άλλαξε την απάντηση της από παραδοχή σε μη παραδοχή και καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με αποτέλεσμα η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Νομική Πτυχή: Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για την τιμωρία προσώπου για ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα πηγάζει από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Ν14/60 το οποίο αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο. (βλ. Krashias K. Wonderlich v. E. Παναγιώτου

(1999)1(Α) ΑΑΔ 366 και Οικονομίδου v. Economides Estates
(1999)1(B) ΑΑΔ 1145) και οι δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν14/60 καθορίζονται στη Δ.42Α των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο αποτελεί το δικονομικό Δίκαιο. Το άρθρο 42 του Ν14/60 έχει ως ακολούθως: «42 Τηρουμένου οιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, έκαστον Δικαστήριον θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει εις υπακοή προς οιονδήποτε Διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων ..» Η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα πιο κάτω:
  1. Όπου οιονδήποτε διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σ΄ αυτό με μια σημείωση ως εξής: Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε σ΄ αυτό το διάταγμα, εντός του χρόνου που καθωρίζεται σ΄ αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σας σε κατάσχεση.
  2. Επίσημο αντίγραφο του διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθωρίζει το διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. 3.
(1)Όπου εκδίδεται τέτοιο διάταγμα από οιονδήποτε Δικαστήριο και το πρόσωπο που διατάσσεται να κάμει ή του απαγορεύεται να κάμει κάτι (που πιο κάτω θα ονομάζεται «ο καθ΄ ου» η αίτηση) αρνείται ή παραλείπει να το κάμει ή απέχει να το κάμει σύμφωνα με τις οδηγίες του τοιούτου διατάγματος, το πρόσωπο υπέρ του οποίου εδόθει το τοιούτο διάταγμα (που πιο κάτω θα ονομάζεται ο «αιτητής») μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για ένταλμα συλλήψεως (προσαγωγή) (Writ of Attachment).
(2)Τέτοια αίτηση θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως που να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση και επίσημο αντίγραφο αυτής πρέπει, εκτός αν διατάσσεται διαφορετικά από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να επιδίδεται στον Καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά. Το Δικαστήριο ή Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι δια της καθυστερήσεως που θα προκληθεί λόγω της πιο πάνω διαδικασίας θα μπορούσε να συνεπάγετο ανεπανόρθωτη ή σοβαρή ζημιά μπορεί να δώσει διάταγμα μονομερώς (ex parte) με τοιούτους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά και με τέτοια υποχρέωση, αν υπάρχει, που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα θεωρήσει δικαία και οιοσδήποτε διάδικος που επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα μπορεί να κινηθεί να το παραμερίσει.
  1. Κατά την επιστρεπτέα ημέρα του διατάγματος αν ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν παρουσιασθεί και το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι του έγινε κανονική επίδοση δύναται, το Δικαστήριο, να διατάξει την έκδοση εντάλματος συλλήψεως (Writ of Attachment) εναντίον του.
  2. Το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει τον χρόνο για την εμφάνιση του Καθ΄ ου η αίτηση ή μπορεί, κατά την ημέρα που είναι επιστρεπτέο, να δώσει οδηγίες όπως το ένταλμα σύλληψης εκδοθεί κατόπιν ορισμένου χρόνου και σε περίπτωση που εξακολουθεί να μην υπακούει ως εκείνο το χρόνο στο διάταγμα εν σχέσει προς το οποίο είναι ένοχος ανυπακοής.
  3. Αν ο Καθ΄ ου δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιασθεί και δεν δείξει καλό λόγο που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μην τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον διατάξει να πληρώσει τοιούτο πρόστιμο ή να τον στείλει στη φυλακή για τοιούτο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει. Η Δικαστική εξουσία ως η μόνη Αρχή επίλυσης των διαφορών αμφισβητουμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε συνδυασμό με την συμμόρφωση και το σεβασμό στις αποφάσεις των Δικαστηρίων αποτελούν τα θεμέλια του κράτους Δικαίου. Η καταφρόνηση των Δικαστηρίων παρουσιάζεται σε δύο μορφές. (Α) Στην Αστική καταφρόνηση και (Β) την Ποινική καταφρόνηση. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που μας αφορά είναι η αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω ανυπακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.11.2010 από την εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση ως είναι η θέση των εναγόντων αιτητών. Το επίδικο διάταγμα, είναι διατακτικό (mandatory) διάταγμα, αφού μ΄ αυτό διατάσσεται η καθ΄ ης η Αίτηση - εναγόμενη 1 να πράξει κάτι, ήτοι, να παραδώσει στους ενάγοντες εντός συγκεκριμένου και καθορισμένου χρόνου μετά την επίδοση του τα αντικείμενα που περιγράφονται σε αυτό. Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου όμως η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του Καθ΄ ου η Αίτηση που τονίζονται με τις κυρώσεις ποινικού Δικαστηρίου (βλ. Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 (Β)ΑΑΔ 1085). Επίσης η συγκεκριμένη διαδικασία χαρακτηρίστηκε και ως «οιονεί ποινική διαδικασία». Γι΄ αυτό και ο βαθμός απόδειξης είναι εκείνος που εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Μαρίας Ιωάννου v. Έλλης Ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1ΑΑΔ 309, Mouzouris v. Xylophagοu Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 (E) ΑΑΔ 750, In re Bramblevale Ltd
(1969)3 ALL E.R. 1062, 1063 και στο σύγγραμμα sentencing in Cyprus σελίδα 92 του κ. Πική. Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του δικαστηρίου θα πρέπει να αποδειχτούν τα ακόλουθα. (Α) Η ύπαρξη του διατάγματος. (Β) Η προσωπική επίδοση του σχετικού διατάγματος στον καθ΄ ου η αίτηση. (Γ) Ο καθορισμός από το Δικαστήριο χρόνου εντός του οποίου η διατασσόμενη πράξη πρέπει να εκτελεστεί (Δ) Ο καθορισμός από το Δικαστήριο τόπου όπου η διατασσόμενη ενέργεια πρέπει να εκτελεστεί (όταν χρειάζεται να προσδιοριστεί τόπος). (Ε) Η ηθελημένη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. (Στ) Το αδίκημα (η παράβαση του διατάγματος) να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι η θέση του συνηγόρου της εναγόμενης 1 καθ΄ης η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι πρωτογενής αίτηση η οποία θα πρέπει να καταχωρείται υπό μορφή εναρκτήριας αίτησης και συνεπώς εφόσον εδώ καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης πρόκειται για παρατυπία η οποία δεν θεραπεύεται. Επίσης είναι η θέση του, ότι πάσχει ο τίτλος της αίτησης η οποία θα έπρεπε να είχε την μορφή και τον τύπο εναρκτήριας αίτησης. Όπως πιο πάνω έχω αναφέρει η παρούσα διαδικασία αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία. Σύμφωνα με τη Δ.1 Θ.2 πρωτογενής αίτηση (originating summons) είναι οποιαδήποτε αίτηση εκτός από αίτηση σε εκκρεμούσα διαδικασία «... means any summons other than a summons in a pending cause or matter και επίσης στην ερμηνευτική διάταξη «cause» σημαίνει «includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant» και «matter» σημαίνει «includes every proceeding in court not in a cause». Συνεπώς με βάση την πιο πάνω διαταγή, την υπόθεση Hjichambis Attorncy Generals & others
(1986)1 CLR386 και την Δ.48Θ.4 η αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου που καταχωρείται μετά το πέρας της αγωγής έχει τον χαρακτήρα πρωτογενούς αίτησης. Αυτά όσα επικαλείται επί του θέματος ο συνήγορος της εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα ότι «Παρ' όλο δηλαδή που η παρούσα αίτησης μπορεί να καταχωρηθεί στα πλαίσια της αρχικής αγωγής, εντούτοις πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία αγωγών (βλ. Ιωακείμ κ.α ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 989, όπου έστω και εάν η αίτηση για ακύρωση καταδολιευτικής μεταβίβασης καταχωρήθηκε στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων Αγωγής, θεωρήθηκε ως ξεχωριστή διαδικασία, ήτοι πρωτογενής αίτησης), δεν συνηγορούν στην εισήγηση του ότι επειδή η αίτηση έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα αποτελεί παρατυπία και μάλιστα θεμελιώδης η οποία δεν διορθώνεται. Δεν έχει ο συνήγορος της εναγόμενης 1 παραπέμψει σε οτιδήποτε σχετικό πέραν της αναφοράς στην σελίδα 6 της γραπτής του αγόρευσης ως προς τον χαρακτήρα της αίτησης που να καθιστά την αίτηση παράτυπη και δεν έχω εντοπίσει μια τέτοια νομολογιακή αντιμετώπιση. Να σημειωθεί ότι η θέση του δικαστηρίου είναι ότι με βάση την νομολογία και τα όσα προανέφερα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται παρατυπία, ο ειδικός χαρακτήρας της αίτησης δεν θεωρείται εμπόδιο στην καταχώρηση της στα πλαίσια της αγωγής στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα. Συνεπώς ο πιο πάνω λόγος ένστασης (δεύτερος λόγος) απορρίπτεται ως επίσης και ο τρίτος λόγος της ένστασης ο οποίος είναι άμεσα σχετικός και συνυφασμένος και για αυτό συμπαρασύρεται σε απόρριψη. Ο πρώτος λόγος της ένστασης (σχετικός και ο λόγος ένστασης 16) αφορά την νομική υπόσταση των αιτητών. Η καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται (σχετική είναι και η παρ. 19 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 1 που υποστηρίζει την ένσταση της), ότι οι αιτητές είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί καθότι ένας εκ των διαδίκων, οι αιτητές, δεν υφίσταται πλέον και τούτο γιατί σύμφωνα με τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(I)/2013 δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση και/ή ένδειξη με εξουσιοδότηση ότι η Τράπεζα Κύπρου συναινεί στην συνέχιση της παρούσας διαδικασίας. Το άρθρο 28 του υπό αναφορά Νόμου, έχει ως εξής: 28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχειών, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχειών ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της παρούσας εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώρηση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή το επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση. Σχετική ειδοποίηση, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013, δόθηκε, βρίσκεται στον φάκελο του δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στις 18.6.2013, συνεπώς ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τον Νόμο δεν απαιτείται οτιδήποτε άλλο και ειδικότερα αυτά τα οποία ο συνήγορος της εναγόμενης 1 επικαλείται στην αγόρευση του (σελ 18), ειδικότερα ότι η εναγόμενη 1 θα έπρεπε να ειδοποιηθεί προσωπικά σε σχέση με την αλλαγή. Να σημειωθεί δε ότι στην ειδοποίηση ημερ. ημερ 18.6.2013 γίνεται αναφορά για κοινοποίηση της στον δικηγόρο που εκπροσωπούσε την εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και ουδέποτε εγέρθηκε το ζήτημα σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας από την εναγόμενη
  1. Οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία 4 και 5 αφορούν την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων αιτητών, την οποία η εναγόμενη 1 χαρακτηρίζει ως προβληματική και/ή ότι περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Η εναγόμενη 1 στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης στην ένσταση αναφέρει ότι, η ένορκη δήλωση των αιτητών είναι παράτυπη κατά τρόπο που καθιστά την αίτηση αστήριχτη αλλά και χωρίς πραγματικό υπόβαθρο γιατί όπως την ενημερώνει ο δικηγόρος της ο ενόρκως δηλών είχε υποχρέωση να προσθέσει στην ένορκη του δήλωση του πως ότι ορκίζεται το ορκίζεται «εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και πληροφορείται», κάτι το οποίο δεν έπραξε. Η καταγραφή μέρους της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, απαντά χωρίς άλλο σχόλιο στην πιο πάνω θέση. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση των εναγόντων - αιτητών Νεόφυτος Νεοφύτου, στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει τα εξής: «Ο πιο κάτω υπογεγγραμμένος Νεόφυτος Νεοφύτου από την Πάφο, εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
  2. Είμαι εις την υπηρεσία των Εναγόντων, Αιτητών, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση» Ο συνήγορος της εναγόμενης 1 στην αγόρευση του, επικαλείται ότι η ένορκη δήλωση είναι ελλιπής και δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης (σχετικές είναι και οι παρ. 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωση της εναγόμενης 1). Συγκεκριμένα εισηγείται ότι δεν αποκαλύπτει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως κατά πόσο η καθ΄ης η αίτησης ηθελημένα παρακούει το επίδικο διάταγμα ή κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα συμμόρφωσης με αυτό. Σύμφωνα με την νομολογία (Βλ. Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova (Aρ.1)
(2011)1 ΑΑΔ, Stancombe v. Trowbridge UDC
(1910)2 Ch 190, Attorney-General v. Newspaper Publishing Plc
(1987)3 W.L.R. 942), όσον αφορά το «means rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί ότι η ένοχη διάνοια ως προς ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύλογα καταλογίζεται ένοχη διάνοια. Συνεπώς το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση του δεν αναφέρει την φράση «ηθελημένα η καθ΄ης η αίτηση παρακούει την διαταγή του δικαστηρίου» ή κάτι ανάλογο ή κατά πόσο υπάρχει από μέρους της δυνατότητα συμμόρφωσης με το διάταγμα, δεν καθιστά την ένορκη δήλωση ελλιπή και κατ΄ επέκταση την αίτηση χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Η εξαγωγή συμπεράσματος ως προς το ηθελημένο της παρακοής είναι έργο του δικαστηρίου αφού λάβει υπόψη του όλα τα όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Εάν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης είναι έλλειπες κατά τρόπο που αφήνει αστήριχτη την αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά αλλά σε συνάρτηση με την αίτηση, το διάταγμα και άλλα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου συμπεριλαμβανομένης και της ένορκης μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα κατά την ακρόαση της αίτησης. Εισηγείται ο συνήγορος της εναγόμενης 1 στην αγόρευση του (σελ. 7 ), ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και η αίτηση δεν περιέχει τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που απαιτούνται όπως σε ποινικό κατηγορητήριο Στην διαδικασία για καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικής κατηγορίας. Επομένως ο καθ΄ ου η Αίτηση έχει δικαίωμα να γνωρίζει επαρκώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Έτσι οι αιτητές οφείλουν είτε στην αίτηση είτε στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει να προσδιορίζουν και να παραθέτουν το είδος του αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού, δηλαδή τις παραβιάσεις του διατάγματος, με σαφήνεια όπως σε ποινικό κατηγορητήριο. (βλ. Krashias και Ιωάννου ανωτέρω). Συγκεκριμένα στην υπόθεση Krashias με αναφορά στις υποθέσεις Chriffern DC v. Keane
(1984)2ALL E.R. 118 και Attorney-General v. Levetter
(1979)1 ALL E.R. 711 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση αποτελούν το κατηγορητήριο με τις λεπτομέρειες του αδικήματος (παρακοή διατάγματος), ως αναφέρθηκε πιο πάνω, επίσης με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισυνάπτεται και το διάταγμα ημερομηνίας 2.11.
  1. Το οποίο να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη και συνεπώς έλαβε γνώση του περιεχομένου του, αντίθετος ισχυρισμός δεν χωρεί. Η επίδοση του διατάγματος σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στον φάκελο του δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 6.5.2011 και η υπό κρίση αίτηση αναφέρεται συγκεκριμένα στο περιεχόμενο του διατάγματος. Συνεπώς, η αίτηση στο σύνολο της, (χωρίς ανάγκη επανάληψης του περιεχόμενου της) κατά την γνώμη μου, έχει όλα τα αναγκαία και απαραίτητα στοιχεία τα οποία προσδίδουν πληρότητα και επομένως η καθ΄ ης η Αίτηση ήταν σε θέση να λάβει γνώση και έχει εξασφαλιστεί το δικαίωμα της να γνωρίζει και να πληροφορηθεί επαρκώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Οι αιτητές στην αίτηση προσδιορίζουν και παραθέτουν το είδος του αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού, δηλαδή τις παραβιάσεις του διατάγματος, με σαφήνεια όπως σε ποινικό κατηγορητήριο. Τα πιο πάνω απαντούν και στον 5 λόγο της ένστασης της εναγόμενης 1, σύμφωνα με τον οποίο, η αίτηση συντάχθηκε με τρόπο που προκαλεί σύγχυση και/ή με προβληματικό τρόπο και/ή είναι παράτυπη. Η θέση ότι η σύγχυση ενισχύθηκε πολύ περισσότεροι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, όπου ο μάρτυρας, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, ισχυρίστηκε μέσω της προφορικής του μαρτυρίας ότι η αιτήτρια ηθελημένα παρακούει το διάταγμα και ότι οι λόγοι που επικαλείται είναι «άσχετοι με την παρούσα διαδικασία», δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η εναγόμενη 1, καταχώρησε την ένσταση της στην αίτηση μετά την καταχώρηση της αίτησης, τα όσα η ίδια επικαλείται σε αυτή δεν ήταν εις γνώση των εναγόντων, όπως προέκυψε από την μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων, πριν την καταχώρηση της αίτησης. Ο μάρτυρας των εναγόντων ο οποίος και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της εναγόμενης 1 και κρίθηκε αξιόπιστος, πρόβαλε την πιο πάνω θέση έχοντας πλέον υπόψη του τους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία 8 μέχρι και 9, αφορούν το διάταγμα ημερομηνίας 2.11.
  2. Είναι η θέση των εναγόντων ότι στο διάταγμα ημερομηνίας 2.11.2010 δεν καθορίζεται ο χρόνος και/ή ο τόπος εντός του οποίου θα πρέπει να εκτελεστούν τα όσα διατάσσονται με αυτό και ούτε εκδόθηκε μεταγενέστερο συμπληρωματικό διάταγμα το οποίο να καθορίζει τον χρόνο και τον τόπο. Επίσης παρατηρείται στην οπισθογράφηση του διατάγματος παράλειψη προειδοποίησης της καθ΄ης η αίτηση σε σχέση με τον χρόνο και τόπο συμμόρφωσης της Κρίνω συνεπώς σκόπιμο, ενόψει της πιο πάνω θέσης, όπως, στο στάδιο αυτό καταγράψω μέρος του επίδικου διατάγματος: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΠΩΣ:
  3. 3..
  4. Η εναγόμενη αρ. 1 παραδώσει στους ενάγοντες στην Λεωφ. Απ. Παύλου 10 στην Πάφο εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης, τα πιο κάτω αντικείμενα, δυνάμει τιμολογίων με αρ. 0017 ημερ. 14.5.2009, 0019 ημερ. 14.5.2009 και 0020 ημερ. 14.5.2009 καθώς και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚUF 702, μάρκας DAIHATSU και όπως αυτά πωληθούν με Δημόσιο Πλειστηριασμό και τα έσοδα από την πώληση αυτή διατεθούν προς εξόφληση των πιο πάνω ποσών τόκων και εξόδων, παν δε ενδεχομένως εναπομείναν υπόλοιπο προκύψει να διατεθεί προς όφελος της εναγόμενης αρ. 1, των εναγομένων ευθυνόμενων για τυχόν έλλειμμα, ήτοι:- Σύστημα κλιματισμού, κεντρική θέρμανση και υδραυλική εγκατάσταση και σύνδεση υποδαπέδιας θέρμανσης με ηλιακά πλαίσια.» «ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ: Εάν εσείς η εναγόμενη αρ. 1 ΛΟΥΛΛΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ, από την Πάφο, αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο εντός 10 ημερών από την ημερομηνίας επίδοσης της απόφασης, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» (Η πιο πάνω υπογράμμιση είναι δική μου). Η πιο πάνω φράση που υπογραμμίζεται από το Δικαστήριο, είναι σαφέστατη και εύκολα κατανοητή ως προς τον τόπο και τον χρόνο που θα έπρεπε το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα, στη προκειμένη προς την εναγόμενη 1, να συμμορφωθεί με τα όσα διατάσσει. Ο ισχυρισμός και η θέση συνεπώς (σελ. 11 γραπτής αγόρευσης), ότι δεν καθορίζεται ως απαιτείται, ο χρόνος εντός του οποίου οφείλει να εκτελεστεί η διατασσόμενη πράξη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Καμία αναγκαιότητα για την έκδοση επιπρόσθετου/συμπληρωματικού διατάγματος στην προκειμένη δεν υφίσταται. Στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «Οι λέξεις που καταγράφηκαν στο διάταγμα «το αργότερο μέχρι τις 30.7.2007» είναι σαφέστατες και η απλή γραμματική ερμηνεία τους, αλλά και ανάγνωση τους από τον μέσο κοινό άνθρωπο θα έδινε αναμφιβόλως το στίγμα ότι η εφεσίβλητη όφειλε να συμμορφωθεί με την σχετική υποχρέωση που καταγράφεται στην παρ, (iii) του εκ συμφώνου διατάγματος, οποτεδήποτε μεταξύ του χρόνου που άρχετο από την επίδοση του διατάγματος, μέχρι την λήξη της ημέρας της 30.07.
  5. Αυτό σε συμφωνία με την πρόνοια της Δ.34, Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που καθορίζει ότι σε κάθε διάταγμα θα αναφέρει το χρόνο «within which the act is to be done». Είναι εντελώς εξωπραγματική η θέση που έλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αυτή η φράση άφηνε απροσδιόριστο το χρόνο συμμόρφωσης διότι μπορούσε να επιτευχθεί σε οποιαδήποτε στιγμή μεταξύ της επίδοσης και της ώρας 24:00, της 30.07.
  6. Η συμφωνία των διαδίκων στη γνώση και αποδοχή της εφεσίβλητης ήταν η παράδοση της επίμαχης κατοικίας να μπορούσε να λάβει χώραν, κατ επιλογή της ιδίας, σε οποιοδήποτε χρόνο μέχρι τις 30.7.
  7. Η επιλογή αυτή που δόθηκε στην εφεσίβλητη, δεν θα ήταν νοητό να λειτουργούσε εν τέλει εναντίον του εφεσείοντος, ιδιαίτερα τη στιγμή που η εφεσίβλητη δεν κατάθεσε ενόρκως κατά τη διαδικασία παρακοής, ούτε δήλωσε οποιοδήποτε πρόβλημα κατανόησης της πιο πάνω φράσης ώστε να ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να εξαγάγει από μόνο του το συμπέρασμα ότι ο χρόνος ήταν ασαφής. Πρόκειτο για ένα σαφέστατο σε λεκτικό διάταγμα μη επιδεχόμενο οποιασδήποτε αμφιλεγόμενης ερμηνείας (Chitten District Coumcil v. Keane
(1985)2 All E.R.118), που διέτασσε την εφεσίβλητη να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή , δίδοντας της και χρόνο έξι και πλέον μηνών, προφανώς για να καταστεί δυνατή η εκκένωση της κατοικίας. Στην ένορκη δήλωση της, υποστηρικτική της ένστασης της πρωτόδικος, ουδέν ουσιαστικό επί τούτου κατέγραψε, αλλά αντίθετα εμπεριέχονται και αντιφατικά στοιχεία όπως ότι ο εφεσείων κατά τον ισχυρισμό της δεν είχε καταβάλει στην ίδια το συνολικό ποσό των Λ.Κ.270.000, θέση που ο εφεσείων έδειξε ως μη ισχύουσα με την δική του ένορκη μαρτυρία.» Η θέση του συνηγόρου της εναγόμενης 1, ότι η αναφορά στο επίδικο διάταγμα ότι η διατασσόμενη πράξη θα έπρεπε να γίνει «εντός 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης» δεν αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου εντός του οποίου να έπρεπε να εκτελεστεί η διατασσόμενη πράξη, αφού έδινε χρονικό διάστημα από την επίδοση του διατάγματος (06/05/2011) μέχρι και την 16/05/2011 ώρα 24:00 και ως εκ τούτου σε απροσδιόριστο χρόνο, σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί μέσα από την υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης, κρίνεται ανεδαφική. Τούτο που το διάταγμα πρόσφερε στην εναγόμενη 1 ήταν περιθώριο συμμόρφωσης 10 ημερών από την επίδοσης του. Το διάταγμα της επιδόθηκε στις 6.5.2011 και διατασσόταν όπως συμμορφωθεί μέσα σε 10 ημέρες. Συνεπώς, ήταν δικό της ζήτημα και θέμα να βρει τον κατάλληλο χρόνο μέσα σε αυτά τα δέκα εικοσιτετράωρα για να παραδώσει τα επίδικα αντικείμενα και να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη 1, γνώριζε πολύ καλά ότι οι ενάγοντες στους οποίους γίνεται αναφορά στο διάταγμα και αναγράφεται το όνομα τους σε αυτό ήταν Τραπεζικό Ίδρυμα και είχαν συγκεκριμένες ημέρες και ώρες εργασίας, έτσι που θα μπορούσε να προβεί σε διευθετήσεις ώστε να παραδώσει σε αυτούς τα επίδικά αντικείμενα μέσα σε αυτά τα χρονικά πλαίσια. Η εναγόμενη 1 δεν υποστήριξε ότι έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια προς συμμόρφωση αλλά δεν έγινε τούτο εφικτό και κατορθωτό λόγω ύπαρξης εμποδίου σε σχέση με τον χρόνο που της παραχωρήθηκε με το διάταγμα, τον χρόνο και τον τρόπο λειτουργίας των εναγόντων. Τα όσα ερωτήθηκε ο μάρτυρας σε σχέση με την μη στέγαση της Λαϊκής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ στο κτίριο της Λεωφόρου Αποστόλου Παύλου στην Πάφο και τα όσα ο μάρτυρας απάντησε και προέκυψε σε ότι αφορά την ανάληψη των εγασίων της από την Τράπεζα Κύπρου αφορούν γεγονότα πολύ μεταγενέστερα από τον χρόνο της επίδοσης του διατάγματος και της παρέλευσης του χρόνου που η εναγόμενη 1 όφειλε να συμμορφωθεί, συγκεκριμένα αφορούν τον Μάρτιο του 2013. Στην ίδια υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης (πιο πάνω) γίνεται αναφορά και σε σχέση με τον τόπο συμμόρφωσης στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αλλά εξ ίσου λανθασμένη είναι και η κρίση του Δικαστηρίου ότι το εκ συμφώνου διάταγμα άφηνε απροσδιόριστο και τον τόπο συμμόρφωσης, με το σκεπτικό ότι το διάταγμα δεν καθόριζε το μέρος στο οποίο η εφεσίβλητη όφειλε να παραδώσει κατοχή της κατοικίας. Αυτή η κρίση έγινε στη βάση μιας συλλογιστικής ότι η λέξη «κατοχή» δεν εμπεριέχει την ίδια την έννοια στους νομικούς και μη νομικούς, είναι διφορούμενης έννοιας και εφόσον η εφεσίβλητη δεν είναι νομικός δεν ήταν κατ΄ ανάγκην κατανοητό από αυτή ότι θε έπρεπε να προβεί στη συμβολική ενέργειας παράδοσης του κλειδιού ως ισοδυναμούσαν με νομική παράδοση της κατοχής. Αλλά και αν ακόμη, συνέχισε το Δικαστήριο, η εφεσίβλητη το είχε κατανοήσει κατ΄ αυτόν τον τρόπο, παρέμενε απροσδιόριστος ο χώρος ή το μέρος της παράδοσης του κλειδιού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνεται, ότι λειτουργούσε υπό σύγχυση. Όχι μόνο δεν είχε ενώπιον του οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία από πλευράς της εφεσίβλητης ώστε να την αξιολογήσει ανάλογα, αλλά ανέλαβε από μόνο του να ερμηνεύσει, αναιτίως, νομικές έννοιες που δεν είχαν καν τεθεί υπό συζήτηση αναμειγνύοντας λανθασμένα νομολογία ως προς τη σημασία της παράδοσης του κλειδιού προσερχόμενη από το δίκαιο που αφορά τις σχέσεις ιδιοκτήτη-ενοικιαστή. Πουθενά στην ένσταση ή στην αγόρευση πρωτοδίκως της εφεσίβλητης δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Οι διάδικοι διαζεύχθηκαν στις 25.11.2003, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε η ίδια η εφεσίβλητη στην ένσταση της. Ήταν πολύ απλό για την ίδια να επικοινωνήσει με τον εφεσείοντα και να του παραδώσει ελεύθερη την κατοχή της οικίας με οποιοδήποτε εύλογο τρόπο και σε οποιοδήποτε εύλογο χώρο, παραδίνοντας στο χέρι το κλειδί ή αφήνοντας το κάπου με κοινή, ενδεχομένως, συνεννόηση. Αναφέρεται μάλιστα στους Borrie & Lowe's Law of Contempt - ανωτέρω - σελ 401, ότι όταν εγείρεται θέμα παρακοής σε θετική διαταγή τότε: «...ιt is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defense to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants." (A-G v. Walthamstow UDC
(1985)11 TLR 533).» Στην υπό κρίση περίπτωση, ο τόπος στον οποίο η εναγόμενη 1 έπρεπε να παραδώσει τα αντικείμενα περιγράφεται με σαφήνεια στο διάταγμα, «στους ενάγοντες στην Λεωφ. Απ. Παύλου 10 στην Πάφο». Οι διάφορες υποβολές και ερωτήσεις που τέθηκαν στον μάρτυρα των εναγόντων σε σχέση με την συγκεκριμένο χώρο, που δεν έχει αμφισβητηθεί ότι εκεί βρίσκονταν τα γραφεία των εναγόντων, τις ώρες λειτουργίας τους κτλ δεν βρίσκουν έρεισμα στα πιο πάνω που παράθεσα από την υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης. Τα όσα ερωτήθηκε ο μάρτυρας σε σχέση με την μη στέγαση της στο κτίριο της Λεωφόρου Αποστόλου Παύλου στην Πάφο της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και τα όσα ο μάρτυρας απάντησε αναφορικά με το ζήτημα αυτό και σε σχέση με την ανάληψη των εργασιών της από την Τράπεζα Κύπρου, αφορούν γεγονότα πολύ μεταγενέστερα του χρόνου της επίδοσης του διατάγματος και της παρέλευσης του χρόνου που καθοριζόταν σε αυτό όπου η εναγόμενη 1 όφειλε να συμμορφωθεί, συγκεκριμένα αφορούν τον Μάρτιο του
  1. Ο λόγος ένστασης με αρ. 15 που αφορά την μη ύπαρξη προσωπικής επίδοσης της υπό κρίση αίτησης στην εναγόμενη 1, δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 1 στις 25.6.
  2. Η εναγόμενη 1 έλαβε γνώση της αίτησης και για αυτό και εμφανίστηκε την ημέρα που κλήθηκε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο στις 25.9.20102 όπου ζήτησε χρόνο για συμμόρφωση και έπεται το ιστορικό που καταγράφεται πιο πάνω. Σύμφωνα με την νομολογία για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδεχτεί ηθελημένη ανυπακοή, πρέπει δηλαδή να συνυπάρχει πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (βλ. Mouzouris). Τι αποτελεί θελημένη ανυπακοή σε διάταγμα Δικαστηρίου αποφασίστηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις: Steiner Products Ltd v. Willy Steiner Ltd
(1966)2 ALL E.R. 387, Worthington v. Ad. Lib Club Ltd
(1964)3 ALL E.R. P.74, Fairclough & Sons v. Manchester Ship Camal Co. (No 2)
(1897)W.N. 7, A.G. v. Walthamstow Urban District Council
(1895)11 T.L.R. 553 και Lewis v. Poncypridd etc.
(1895)11 L.R.
  1. Είναι η θέση της εναγόμενης 1 ότι στην περίπτωση της ισχύ η υπεράσπιση του άρθρου 17 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, ΚΕΦ.
  2. Στην υπόθεση Κώστας Λαούρη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 143/2012 ημερομηνίας 10.2.2014, αναφορικά με το πιο πάνω άρθρο και την υπεράσπιση που καθιερώνει, λέχθηκε πως εφαρμόζεται σε σπάνιες περιπτώσεις και κάτω υπό ποιες ιδιαίτερα εξαιρετικές περιστάσεις η εν λόγω υπεράσπιση η οποία, όταν εγείρεται, μεταθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της σε αυτόν που την επικαλείται. Το άρθρο 17 του Κεφ. 154 το που τιτλοφορείται «Κατάσταση ανάγκης» προβλέπει τα εξής: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μην καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε εάν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαία με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε.» Η εναγόμενη 1 - καθ΄ης η αίτηση, η οποία δεν κατάθεσε ενόρκως στο δικαστήριο, επικαλείται δια του δικηγόρου της ότι αυτά που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένστασης της έχουν παραμείνει αναντίλεκτα και συνεπώς θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά. Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης της πιο πάνω υπεράσπισης που η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ισχύ στην περίπτωση της, αναφέρεται πιο πάνω. Η εναγόμενη 1, δεν έχει πείσει έστω και με αυτά που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, ότι υπάρχει οποιαδήποτε ταύτιση της μη συμμόρφωσης της με το διάταγμα με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει και την ανάγκη μετακίνησης της. Επιπρόσθετα η εναγόμενη 1, καμία ιατρική βεβαίωση ή πιστοποιητικό δεν έχει καταθέσει που να επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρει σε σχέση με την υγεία της. Από την άλλη, ο συνήγορος της, στο στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα των εναγόντων, υπέβαλε ερωτήσεις σε σχέση με την ικανότητα της εναγόμενης να οδηγά ώστε να προβεί σε παράδοση του οχήματος και συμμόρφωση με το διάταγμα ενώ με την ένορκη της δήλωση επικαλείται αναγκαιότητα του οχήματος για σκοπούς μετακίνησης της. Σε ότι αφορά την θέση της ίδιας και του συνηγόρου της ως προς απαγόρευση φυλάκισης για αστικές οφειλές και χρέη, η παρούσα διαδικασία υπενθυμίζω ότι δεν αφορά και δεν σχετίζεται με την πληρωμή του χρέους της προς τους ενάγοντες αλλά με την υποχρέωση της εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου και να σεβαστεί την διαταγή του δικαστηρίου. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και αναλύσω κρίνω ότι οι αιτητές πέτυχαν να αποδείξουν την αίτηση τους (παρακοή διατάγματος) εναντίον του καθ΄ ης η αίτησης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού απέδειξαν: (α) Την ύπαρξη του διατάγματος (β) Ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι. (γ) Την προσωπική επίδοση του διατάγματος προς την καθ΄ης η αίτηση εναγόμενη 1 και συνεπώς το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 έλαβε γνώση του διατάγματος. (δ) ότι η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα αφού μετά την επίδοση του και την πάροδο του χρόνου που καθορίζει το διάταγμα εντός του οποίου θα έπρεπε να συμμορφωθεί δεν έπραξε οτιδήποτε προς συμμόρφωση της και μέχρι σήμερα δεν έχει συμμορφωθεί. Το ηθελημένο της ανυπακοής προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση, τόσο μέσα από την διαγωγή της εναγόμενης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που αφορούν τη αρχική της θέση πριν την αλλαγή απάντησης στην κατηγορία, το ότι εξακολουθεί να κατακρατεί το όχημα εν γνώση της ότι θα έπρεπε να το παραδώσει στους ενάγοντες και το γεγονός ότι δεν υπάρχει εμπόδιο για τη συμμόρφωση της. Η εναγόμενη 1 κρίνεται ένοχη παρακοής λόγω μη συμμόρφωσης ως προς το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 2.11.2010 σε σχέση με την παράδοση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUF
  3. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων αιτητών και εναντίον της εναγόμενης 1 - καθ΄ης η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.