← Κύπρος

Μαρία Χαραλάμπους Γρηγορίου Πισσιαρά ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 34/2013, 15/12/2014

Μαρία Χαραλάμπους Γρηγορίου Πισσιαρά ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 34/2013, 15/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A236 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 34/2013 Μεταξύ:- Μαρία Χαραλάμπους Γρηγορίου Πισσιαρά Και Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ[1] Ημερομηνία :- Δευτέρα 15η Δεκεμβρίου 2014 Για την ενάγουσα :- κα. Ασπασία Ευσταθίου για κο. Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Νικολέττα Χαραλάμπους Για την εναγόμενη :- κα. Κατερίνα Ανδρέου για Χριστάκη Λουκά Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Αιτείται η εφεσείουσα διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 11/12/2012 επί του δανείου με αριθμό 7211956-2 και των υποθηκών με αριθμούς ΥΑ4800/09 και ΥΑ4802/09 για το ποσό των €103.407,
  2. Σύμφωνα με τους λόγους έφεσης προβάλλονται τα ακόλουθα σημεία τα οποία παρατίθενται πιο κάτω όσο πιο συνοπτικά αυτό είναι εφικτό. 2.
  3. Παρανομία της διαδικασίας της διαιτησίας ως αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. 2.
  4. Έκδοση της απόφασης του διαιτητή κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 2.
  5. Η απόφαση του διαιτητή είναι παράτυπη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιτάσσει η νομολογία. 2.
  6. Το ποσό της απόφασης περιλαμβάνει παράνομο τοκισμό και ανατοκισμό, παράνομες χρεώσεις και παράνομη κεφαλαιοποίηση. 2.
  7. Η εφεσίβλητη έχει προβεί σε υπερχρεώσεις και παράνομο ανατοκισμό αναίτια χωρίς να ενημερώσει την εφεσείουσα. 2.
  8. Οι παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις παραβιάζουν τα δικαιώματα της εφεσείουσας. 2.
  9. Η εφεσίβλητη προχώρησε σε επιβολή καταχρηστικών όρων στην επίδικη συμφωνία και επιβολή και αξίωση παράνομων τόκων και χρεώσεων. 2.
  10. Η εφεσίβλητη δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τους τόκους, τους ανατοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και άλλες χρεώσεις και έξοδα. 2.
  11. Παραβίαση της νομοθεσίας περί καταχρηστικών ρήτρων.
  12. Τέλος, η εφεσείουσα αναφέρει πως επιφυλάσσεται να παρουσιάσει λεπτομέρειες σχετικές με την υπόθεση «...μετά από μελέτη στα σχετικά πρακτικά της διαδικασίας της οποίας δεν έχει στην κατοχή...» της.
  13. Αναφορικά με αυτή την επιφύλαξη αξίζει να σημειωθεί πως εν τέλει η εφεσείουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετική με τη διαδικασία της διαιτησίας. Καθώς δηλαδή περιορίστηκε προς υποστήριξη του αιτήματος της στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του συζύγου της. Το περιεχόμενο της οποίας είναι και η μοναδική μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης.
  14. Διατηρώντας υπόψη τις θέσεις επί των οποίων η εφεσείουσα στηρίζει το αίτημα της για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης η μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος της κρίνεται όχι μόνο ασαφής αλλά και ελλιπής. Παραδείγματος χάριν, ο σύζυγος της εφεσείουσας δεν αναφέρει καν κατά πόσο η εφεσείουσα είχε ειδοποιηθεί έτσι ώστε να είναι παρούσα κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Εντούτοις επί της γνωστοποίησης της απόφασης η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται - δίχως να αμφισβητείται από τον ίδιο - πως ο διαιτητής είχε καλέσει την εφεσείουσα να παρευρεθεί στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς με σχετική ειδοποίηση του ημερομηνίας 1/11/
  15. Επιπλέον, όπως διαπιστώνεται, με την ένορκη δήλωση του συζύγου της εφεσείουσας, ουσιαστικά δεν προστίθεται οτιδήποτε υπό μορφή μαρτυρίας καθότι εντός αυτής απλά επαναλαμβάνονται τόσο το αίτημα της εφεσείουσας όσο και οι λόγοι έφεσης. Αξίζει να σημειωθεί πως το μοναδικό τεκμήριο το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του συζύγου της εφεσείουσας είναι φωτοαντίγραφο της γνωστοποίησης της απόφασης προς την εφεσείουσα[2].
  16. Δηλαδή, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε άλλο το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σχετικό με τα θέματα τα οποία η εφεσείουσα καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει. Όπως, παραδείγματος χάριν, η επίδικη συμφωνία βάσει της οποίας οι διάδικοι οδηγήθηκαν στη διαδικασία διαιτησίας ή σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Μάλιστα ούτε καν αντίγραφο της ίδιας της διαιτητικής απόφασης δεν επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έφεσης.
  17. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με 8 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου της, Αντιγόνης Χαριδήμου. Θεωρώ πως δεν χρειάζεται επανάληψη κατά λέξη των λόγων ένστασης εντός αυτής της απόφασης. Συνοπτικά αναφέρονται στην έλλειψη βασιμότητας της αίτησης, την ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, τη νομιμότητα της διαδικασίας διαιτησίας, την ορθή άσκηση των καθηκόντων του διαιτητή, τη νομότυπη έκδοση της διαιτητικής απόφασης και τη νομιμότητα της, την απουσία νομιμοποίησης της εφεσείουσας ως πρός τη προβολή ισχυρισμών αναφορικά με παράνομους τόκους και χρεώσεις στη παρούσα διαδικασία, την ανυπαρξία παράνομων χρεώσεων ή ανατοκισμό στο λογαριασμό της εφεσείουσας, στην εγκυρότητα της συμφωνίας μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης και την αναλυτική επεξήγηση των όρων της συμφωνίας στην εφεσείουσα.
  18. Περιορίστηκαν αμφότεροι οι δικηγόροι των διαδίκων σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους δίχως να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ή να τεθεί καν θέμα ως πρός τη δυνατότητα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας προς υποστήριξη της έφεσης.
  19. Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι η ανεπάρκεια της μαρτυρίας προς υποστήριξη της έφεσης. Ουσιαστικά η όλη βάση της έφεσης αποτελείται από διάφορα νομικά σημεία δίχως όμως αυτά να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία.
  20. Βεβαίως καθίσταται αμφίβολο κατά πόσο η εφεσείουσα θα μπορούσε να είχε παρουσιάσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία διατηρώντας υπόψη πως η ίδια, δια μέσω του συζύγου της, δεν ισχυρίζεται καν πως ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Ενώ παράλληλα ούτε και ισχυρίζεται πως δεν ειδοποιήθηκε σχετικά με το χρόνο και χώρο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Έτσι ώστε ένας τέτοιος ισχυρισμός να μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ανάλογη μαρτυρία από την εφεσίβλητη ή να εξεταστεί, από το Δικαστήριο, η οποιαδήποτε αντιπαράθεση ισχυρισμών των διαδίκων επί του συγκεκριμένου θέματος.
  21. Επομένως, προκύπτει αδυναμία εξέτασης καν της βασιμότητας των λόγων έφεσης αναφορικά με τη διαιτητική διαδικασία παρά και τη προβολή των λόγων ένστασης της εφεσίβλητης αναφορικά με τη διαδικασία η οποία είχε διεξαχθεί. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο τρίτος λόγος ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο κατά την διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας τηρήθηκαν, μεταξύ άλλων, όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης.
  22. Ελλείψει αυτής της μαρτυρίας διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως είναι δυνατό να γίνουν δεκτές θέσεις της εφεσείουσας αναφορικά είτε με τη κατ΄ ισχυρισμό παρανομία της διαδικασίας της διαιτησίας ως αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμος, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης είτε ως προς το ότι η έκδοση της απόφασης του διαιτητή έγινε κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας;
  23. Βάσει και πάλι αυτής της έλλειψης μαρτυρίας και ανεξάρτητα από την επιλογή ουσιαστικά της εφεσείουσας να μην παραστεί στη διαιτητική διαδικασία, προκύπτει και πάλι το ερώτημα κατά πόσο παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα εξέτασης και όλων των υπόλοιπων θέσεων της εφεσείουσας. Αναφορικά δηλαδή με το κατά πόσο όντως το ποσό της απόφασης περιλαμβάνει παράνομο τοκισμό και ανατοκισμό, παράνομες χρεώσεις και παράνομη κεφαλαιοποίηση ή ότι η εφεσίβλητη έχει προβεί σε υπερχρεώσεις και παράνομο ανατοκισμό αναίτια χωρίς να ενημερώσουν την εφεσείουσα ή ότι οι παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις παραβιάζουν τα δικαιώματα της εφεσείουσας.
  24. Υπενθυμίζω επί αυτού του θέματος, τονίζοντας και πάλι όμως το γεγονός της απουσίας της εφεσείουσας κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, πως δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οι οποιεσδήποτε σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Επίσης, ενόψει και της απουσίας μαρτυρίας ως πρός το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας ή σχετικών λογαριασμών, προκύπτει το ερώτημα ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να προχωρήσει το Δικαστήριο σε εξέταση θέσεων της εφεσείουσας αναφορικά με το κατά πόσο όντως η εφεσίβλητη είχε επιβάλει καταχρηστικούς όρους στην επίδικη συμφωνία ή είχε παραβιάσει τη νομοθεσία περί καταχρηστικών ρήτρων ή κατά πόσο είχε προβεί σε επιβολή και αξίωση παράνομων τόκων και χρεώσεων ή ως προς το ότι δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τους τόκους, τους ανατοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και άλλες χρεώσεις και έξοδα.
  25. Βεβαίως η έμφαση η οποία δίδεται από το Δικαστήριο πιο πάνω στο γεγονός της απουσίας της εφεσείουσας απο τη διαιτητική διαδικασία έχει να κάνει γενικότερα με τη δυνατότητα εξέτασης των οποιωνδήποτε θεμάτων θα μπορούσε να είχε εγείρει η εφεσείουσα έστω δηλαδή και εάν είχε υποστηρίξει την έφεση της με επαρκή μαρτυρία.
  26. Υπενθυμίζω πως η δυνατότητα έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης προνοείται από το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/1985)((στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») το οποίο κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης είχε την ακόλουθη μορφή. "52.—

(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραµµένης εταιρείας— (α) µεταξύ µελών, πρώην µελών, προσώπων αξιούντων µέσω µελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) µεταξύ µέλους, πρώην µέλους ή προσώπου αξιούντος µέσω µέλους, πρώην µέλους ή αποβιώσαντος µέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) µεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) µεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραµµένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέµπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι— (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καµιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραµµένη εταιρεία να προσφύγει σε αρµόδιο δικαστήριο στη ∆ηµοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραµµένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραµµένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αµφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάµει του εδαφίου
(1)παραποµπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέµπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συµφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νοµοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραποµπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισµού της αµοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικηµένον από την απόφασην οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και µιάς ηµερών από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, µε βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύµφωνα µε το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου." 18. Σύμφωνα με τον κανονισμό 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών όταν εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά αυτή παραπέμπεται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 52 του σχετικού Νόμου εις τον Έφορον. Σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό η παραπομπή αυτή θα γίνεται με γραπτή έκθεση, θα ορίζει τη διαφορά και θα περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες αυτής. Ενώ σύμφωνα με τον κανονισμό 79 εάν ο Έφορος παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία θα ορίζει, μεταξύ άλλων, το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητή. Αξίζει δε να σημειωθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 52 δεν είναι μόνο η Συνεργατική Εταιρεία η οποία δύναται να παραπέμπει εις τον Έφορο οποιαδήποτε διαφορά αλλά και οποιοδήποτε μέλος αυτής. 19. Σημαντική απόφαση από τη νομολογία μας επί του θέματος το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση είναι η Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 Α. Α. Δ. 987.Στη συγκεκριμένη υπόθεση η εφεσείουσα παρά το ότι είχε ειδοποιηθεί να παρευρεθεί στη διαιτητική διαδικασία δεν παρευρέθηκε και δεν υπέβαλε οποιαδήποτε θέση. Ακολούθως υπέβαλε αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου
(4)του άρθρου 52 του σχετικού Νόμου.
  1. Ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι ήταν καταλυτική η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη εμφάνισης της εφεσείουσας ενώπιον του διαιτητή. Εξέφρασε δε την άποψη ότι το άρθρο 52 του σχετικού Νόμου θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πνεύμα της νομολογίας με συνέπεια το νόημα της λέξης «αδικημένος» να αναφέρεται ουσιαστικά στη παρουσία του μέρους που κλήθηκε στη διαιτησία και στη προβολή εκ μέρους του θετικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών οι οποίοι να αφορούν είτε την ουσία είτε την διαδικασία στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος. Πρόσθεσε δε πως αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου η οποία παραπέμπεται σε διαιτησία το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το Δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, τότε αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του περί Διαιτησίας Νόμου. Καθώς δηλαδή θα καθιστούσε αυτές τις νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου εφόσον τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το Δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στη διαιτησία. Επεσήμανε επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως η υποχρέωση παραπομπής της διαφοράς σε δεσμευτική διαιτησία προκύπτει εκ του νόμου ενώ τόνισε επίσης πως η διαιτησία δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο αλλά αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ότι ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο ουσιαστικά συμφώνησε με αυτό το μέρος της πρωτόδικης απόφασης καθώς παρατηρήθηκε πως οι όποιες θέσεις της εφεσείουσας θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του διαιτητή, πράγμα το οποίο δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Πρόσθεσε μάλιστα ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χατζηχαμπής Δ. (όπως ήταν τότε) ότι ουσιαστικά είναι ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του διαιτητή. Ακόμη και ο περιορισμός από την εφεσείουσα - ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου - του παραπόνου της ως προς το ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στον διαιτητή να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείται από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως δεν βοηθά τα πράγματα με αναφορά στο γεγονός πως τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του προσθέτοντας όμως και το εξής σημαντικό. Η παράλειψη της εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του διαιτητή συνέχιζε να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα καθώς ούτε ο πρωτόδικος Δικαστής αλλά ούτε και το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός εάν, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δεν δικαιολογείτο η απόφαση του διαιτητή. Εξέτασε μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο το λογαριασμό που η εφεσίβλητη (όχι η εφεσείουσα) παρουσίασε στον διαιτητή, ιδιαίτερα δε τις καταχωρήσεις των τόκων και δεν μπορούσε να πει ότι υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως πρός τους τόκους και έτσι ότι ο διαιτητής αποφάσισε λανθασμένα.
  3. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ πως βάσει και της νομολογίας μας, η οποία είναι σαφέστατη επί του συγκεκριμένου θέματος, ευσταθεί πλήρως ο λόγος ένστασης 6 σύμφωνα με τον οποίο οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της εφεσείουσας αναφορικά με παράνομο τόκο ή ανατοκισμό ή παράνομες χρεώσεις ή παράνομη κεφαλαιοποίηση όντως είναι γενικοί και αόριστοι ενώ εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται η εφεσείουσα από να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς σε αυτή τη διαδικασία. Όπως ουσιαστικά ευσταθούν και οι λόγοι ένστασης αναφορικά με την έλλειψη βασιμότητας της αίτησης και την ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης.
  4. Ουσιαστικά πέραν και από την αποτυχία της εφεσείουσας να υποστηρίξει με επαρκή μαρτυρία την έφεση της, οι θέσεις τις οποίες επικαλείται για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν εντός του πλαισίου αυτής της διαδικασίας εφόσον αυτές θα έπρεπε πρώτα να είχαν τεθεί προς εξέταση ενώπιον του διαιτητή. Αυτή η γενικότερη αποδοχή των συγκεκριμένων λόγων ένστασης οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί.
  5. Επιπλέον παρατηρώ πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία βάσει της οποίας να είναι δυνατό να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα δεν ειδοποιήθηκε αναφορικά με την επικείμενη ημερομηνία και χώρο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Μάλιστα η μαρτυρία την οποία η ίδια η εφεσείουσα έχει παρουσιάσει (δηλαδή, το τεκμήριο Α) οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συμπεράνει το Δικαστήριο πως η εφεσείουσα δεν είχε την ευκαιρία να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματα της απλά με το να είχε εμφανιστεί ενώπιον του διαιτητή και να είχε θέσει υπόψη του την οποιαδήποτε θέση της. Αντιθέτως η εντύπωση η οποία δημιουργείται είναι πως επέλεξε να μην λάβει μέρος σε αυτή τη διαδικασία. Παρά και την επιλογή αυτή, εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, και ανεξάρτητα ακόμη και από το κατά πόσο όντως ασκήθηκε αυτή η επιλογή, αυτό το οποίο στη συνέχεια η εφεσείουσα ουσιαστικά ζητά από το Δικαστήριο είναι να αποφασίσει επί των όσων θα μπορούσε να είχε ζητήσει όπως κριθούν κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας. Διαδικασία όμως στην οποία ουδέποτε συμμετείχε. Υπάρχει αναφορά και πάλι στο τεκμήριο Α στην απουσία της εφεσείουσας από τη διαιτητική διαδικασία.
  6. Διατηρώντας υπόψη αυτά τα απλά δεδομένα καθίσταται εμφανής πλέον η έλλειψη βασιμότητας στην οποιαδήποτε θέση της εφεσείουσας η οποία προβάλλεται προς υποστήριξη του αιτήματος της για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Η καθεμία από τις θέσεις της εφεσείουσας αποτελεί ακόμη μία θέση η οποία ουδέποτε τέθηκε υπόψη του διαιτητή έτσι ώστε στη συνέχεια το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να κρίνει το οποιαδήποτε θέμα αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας.
  7. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τα έξοδα θεωρώ ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα εκδίκασης της έφεσης. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βαρός της εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διευκρινίζεται αναφορικά με τον τίτλο της Αίτησης/Έφεσης πως στις 16/1/2014 καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση εντός του φακέλου της έφεσης, σύμφωνα με την οποία η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πωμού Τυλληρίας Λτδ. είχε διαλυθεί από τις 26/10/2013 και συγχωνευθεί με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ., το οποίο στη συνέχεια άλλαξε το όνομα του σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ.. Σχετικός επί του θέματος είναι ο περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικός) (Αρ. 5) Νόμος του 2013, Ν. 185 (Ι)/2013 και η προστιθέμενη επιφύλαξη στο εδάφιο
(1)του άρθρου 49ΣΤ του βασικού νόμου, σύμφωνα με την οποία, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώρηση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο. [2] Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως λανθασμένα εντός της αίτησης αναφέρεται πως το τεκμήριο Α το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση είναι η απόφαση του διαιτητή. Βεβαίως αυτό το οποίο όντως επισυνάπτεται είναι η γνωστοποίηση της απόφασης και όχι η ίδια η απόφαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.