← Κύπρος

VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ κ.α., Αρ. Αγωγής: 638/2011, 23/12/2014

VESTA HOLIDAYS LIMITED κ.α. ν. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ κ.α., Αρ. Αγωγής: 638/2011, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A244 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 638/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και - ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο KATHRYN RUSTKOWSKA, από την Πάφο Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2012 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Αγωγής: 638/2011 Μεταξύ: VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και -

  1. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο
  2. Katherine Maria Ruszowska, από την Πάφο Εναγομένων -------------------------------- Μεταξύ:
  3. VESTA HOLIDAYS LIMITED, από την Πάφο
  4. Διαχειριστική Επιτροπή του κτιριακού συγκροτήματος LIMNARIA WESTPARK, από την Πάφο Εναγόντων - και -
  5. ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙΖΕΡ, από την Πάφο
  6. Katherine Maria Ruszkowska, από την Πάφο Εναγομένων Αίτηση εναγόμενης 2 ημερομηνίας 7.3.2014 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερ. 25.10.2011 Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κα Κ. Χατζηχαραλάμπους για και Ε. Πουλλά Μακαρούνα Για τους Ενάγοντες 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γ. Γαβριήλ για κα Λ. Θεοφάνους -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η εναγόμενη 2, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Θ.10 και Δ.48 9 (h), των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον στις 25.10.2011 και αφορά Η το ποσό των €2,947.00 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, το ως άνω ποσό αφορά ποσό κοινοχρήστων εξόδων για την περίοδο 06/092007 - 31/12/2010 για το διαμέρισμα αρ. 103 το οποίο βρίσκεται στο κτιριακό συγκρότημα LIMNARIA WESTPARK στην Κ. Πάφο του οποίου οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν συνιδιοκτήτες όπως και συνιδιοκτήτες των κοινοχρήστων χώρων του πιο πάνω κτιριακού συγκροτήματος. Η εναγόμενη 2 με την ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει πως γύρω στις 21.9.2011 της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα με το όνομα κάποιας KATHRYN RUSTKOWSA αλλά δεν καταχώρησε εμφάνιση καθότι το όνομα της εναγόμενης 2 μοιάζει με το δικό της αλλά δεν είναι το δικό της και επίσης, επειδή ο εναγόμενος 1, της ανάφερε ότι όταν θα επισκεπτόταν την Δικηγόρο τους θα της έλεγε να εμφανιστεί και να υπερασπίσει και την ίδια, πράγμα όμως που δεν έγινε. Μετά από επικοινωνία που είχε με την δικηγόρο της και δικηγόρο του εναγόμενου 1, γύρω στις 22/11/2011, για να πληροφορηθεί τι έγινε με την υπόθεση, έμαθε ότι λήφθηκε απόφαση εναντίον του προσώπου που αναφέρεται στην αγωγή ως εναγόμενη
  7. Στην συνέχεια, στην ένορκη της δήλωση, αναφορά κάνει στην πορεία της αγωγής (σχετική αναφορά γίνεται και πιο πάνω από το Δικαστήριο) μετά την έκδοσης της απόφασης και αναφέρει επίσης, ότι η αρχική νομική συμβουλή που έλαβε ήταν ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν προχωρήσουν εναντίον της, όμως τώρα η νομική συμβουλή που έλαβε είναι ότι οι ενάγοντες θα επαναλάβουν την τακτική τους για μέτρα εκτέλεσης με νέα αίτηση και θα επιτύχουν σε αυτή. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση της η εναγόμενη 2, υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το ποσό της απαίτησης το οποίο αμφισβητεί και υιοθετεί την υπεράσπισης του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση της). Σχετική αναφορά, στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της για την απαίτηση των εναγόντων, γίνεται πιο κάτω στο σημείο που το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο η εναγόμενη 2 έχει αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ενάγοντες 1 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1.Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  8. Η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 25/10/
  9. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει τα πραγματικά και αληθή γεγονότα στη ένορκη δήλωση της.
  10. Η αιτήτρια αμέλησε να καταχωρήσει έγκαιρα την αίτηση της.
  11. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της.
  12. Η αίτηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο και ειδικότερα στο στάδιο της εκτέλεσης.
  13. Η αιτήτρια δεν έχει δείξει σοβαρό λόγο και/ή λογικό λόγο που να δικαιολογεί την μη εμφάνιση της στην διαδικασία ή την καθυστέρηση της να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης.
  14. Οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι.
  15. Ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης αποστερεί τους καθ΄ων η αίτηση από κεκτημένα δικαιώματα. Η ένσταση των εναγόντων 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Κόλλιαρου, ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων 2 - καθ΄ων η αίτηση και υπεύθυνος για την διαχείριση των κτιριακών συγκροτημάτων για τα οποία οι ενάγοντες 2 - καθ΄ων η αίτηση παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί σε ένορκη δήλωση. . Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης ημερ. 25.10.11, στην διαγωγή της εναγόμενης 2, στην καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και σχολιάζει απορρίπτοντας ταυτόχρονα τα όσα η εναγόμενη 2 προβάλλει με την ένορκη της δήλωση σε σχέση με την υπεράσπιση της στην αγωγή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων και οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 2.3.2011 εναντίον των εναγομένων 1 και 2, Χρύσανθου Κάιζερ και Kathryn Rustkowska. Εμφάνιση καταχώρησε μόνο ο εναγόμενος 1, ενώ εναντίον της Kathryn Rustkowska, εναγόμενης 2, η οποία δεν καταχώρησε εμφάνιση, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων 2 στις 25.10.2011 Μετά την έκδοση της απόφασης, καταχωρήθηκε εναντίον της εναγόμενης 2 από τους ενάγοντες 2, αίτηση έρευνας στις 31.12.2012, η οποία μετά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους της (ημερ. 9.4.2012) και αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε λανθασμένη αναφορά του ονόματος της στο κλητήριο ένταλμα και στην απόφαση που εκδόθηκε, οι ενάγοντες 2 την επέσυραν στις 29.5.2012 άνευ βλάβης ενώ προηγουμένως στις 8.5.2012 καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της απόφασης ημερ. 25.10.
  16. Στην αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και στις 20.12.2012 εκδόθηκε απόφαση με την οποία επιτράπηκε η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, της απόφασης και τον δικογράφων ώστε το όνομα της εναγόμενης 2 να διαβάζεται ως «Katherine Maria Ruszowska». Μετά καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, καταχωρήθηκε στις 7.6.2013 νέα αίτηση έρευνας εναντίον της εναγόμενης 2 η οποία απορρίφθηκε στις 17.3.2014 από το Δικαστήριο με δικαίωμα καταχώρησης νέας. Στις 17.3.2014, η εναγόμενη 2, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Οι ενάγοντες 2, καταχώρησαν στις 30.4.2014 νέα αίτηση για διόρθωση του τίτλου της αγωγής και της απόφασης ημερομηνίας 25.10.2011 με την αντικατάσταση του ονόματος της εναγόμενης σε «Katherine Maria Ruszkowska» στην οποία καταχωρήθηκε ένσταση από την εναγόμενη 2 και οδηγήθηκε σε ακρόαση εκκρεμούσης της παρούσας αίτησης. Το δικαστήριο στις 7.11.2014 έκδωσε την απόφαση του στην αίτηση ημερ.30.4.2014 και έκδωσε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν όπως ο τίτλος της αγωγή, όπως εμφαίνεται στο κλητήριο ένταλμα, στα δικόγραφα και στην απόφαση ημερ. 25.10.2011 τροποποιηθεί ώστε το όνομα της εναγόμενης 2 να διαβάζεται Katherine Maria Ruszkowska. Σημαντικό για την πιο πάνω κατάληξη του το δικαστήριο θεώρησε, το γεγονός ότι εάν το Δικαστήριο όταν έκδιδε την απόφαση του ημερ. 20.12.2012 σε αίτηση με το ίδιο αντικείμενο ημερομηνίας 8.5.2012, εντόπιζε αυτή την διαφορά, στην βάση των όσων αναφέρει στην απόφαση του και με δεδομένο ότι η αίτηση για διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης 2 έγινε μετά που η ίδια δήλωσε το όνομα της στην ένσταση που καταχώρησε στην αίτηση έρευνας, στην όποια επισύναψε και ως τεκμήριο αντίγραφο του διαβατηρίου της, θα προέβαινε στην έκδοση διατάγματος για διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης από Katherine Maria Ruszowska σε Katherine Maria Ruszkowska. Δηλαδή εάν εντόπιζε την διαφορά στο όνομα της εναγόμενης σχετικά με την παράλειψη αναφοράς του γράμματος «k» θα έκδιδε διάταγμα με το ορθό όνομα. Η θέση της εναγόμενης 2, στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης ημερ. 30.4.2014, ότι η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που είχε καταχωρήσει, θα έπρεπε να ακουστεί και αποφασιστεί πριν από την αίτηση των εναγόντων 2 ημερομηνίας 30.4.2014, γιατί τότε η αίτηση παραμερισμού της εναγόμενης 2 θα καταστεί άνευ αντικειμένου, απορρίφθηκε καθότι η τροποποίηση της απόφασης δια της διορθώσεως του ονόματος της εναγόμενη 2, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου έθετε πλέον τα πράγματα στην σωστή τους διάσταση και πορεία ως αυτό είχε επιδιωχθεί και με την αίτηση ημερ. 8.5.
  17. Σύμφωνα με την νομολογία, για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,

(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Επίσης, η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή». Σε ότι αφορά την συμπεριφορά του αιτητή, υποθέσεις Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πανω) λέχθηκε πως η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης του και επίσης το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 2004, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας Στην προκειμένη περίπτωση τούτο που προκύπτει μέσα από το σύνολο του φακέλου, χωρίς να μπορεί να παραγνωριστεί η κατάληξη του δικαστηρίου σε σχέση με το λανθασμένο της αναφοράς του ονόματος της εναγόμενης 2, είναι ότι η εναγόμενη 2 εκμεταλλεύτηκε ουσιαστικά στο λάθος των εναγόντων, ενώ αντιλήφθηκε ότι η αγωγή την αφορούσε και δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή με την προσδοκία ότι αυτό μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος της. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν χωρεί αμφισβήτηση και αμφιβολία ότι η εναγόμενη 2 ευθύς εξ αρχής με την επίδοση της αγωγής, αντιλήφθηκε ότι η αγωγή την αφορούσε, αφού αυτή εγέρθηκε και εναντίον προσώπου με το οποίο παραδέχεται ότι ήταν συνιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, η οποία ακίνητη περιουσία, περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω με την ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της, προβάλει αντιφατικούς ισχυρισμούς, για τον λόγο που δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωσης αναφέρει ότι δεν το έπραξε καθότι το κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε στις 21/09/2011 ήταν στο όνομα κάποιας KATHRYN RUSTKOWSA, όνομα το οποίο μοιάζει με το δικό της αλλά δεν είναι το δικό της, συνεχίζει όμως και αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 της ανάφερε ότι όταν θα επισκεπτόταν την Δικηγόρο τους θα της έλεγε να εμφανιστεί και υπερασπίσει και την ίδια κάτι το οποίο δεν έγινε. Ενώ η εναγόμενη 2, όπως ισχυρίζεται, στις 22.11.2012 επικοινωνεί με την δικηγόρο της και τον δικηγόρο του εναγόμενου 1 και ενώ μαθαίνει ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 (όπως αναγραφόταν το όνομα της στο κλητήριο ένταλμα) συνεχίζει να αδιαφορεί για την υπόθεση. Το ιστορικό της υπόθεσης όπως ακολουθεί, καταδεικνύει ότι η εναγόμενη 2 οχυρώθηκε πίσω από το λάθος που διαπιστώθηκε ότι έγινε με το όνομα της και επιμένει μόνο σε σχέση με τα διαδικαστικά και όσα νομίζει ότι την ωφελούν ώστε να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Ενώ η εναγόμενη 2, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης στις 22.11.2011 στην συνέχεια δεν πράττει οτιδήποτε. Δεν πράττει επίσης οτιδήποτε και όταν άρχισε η προσπάθεια των εναγόντων 2 για εκτέλεση της απόφασης που λήφθηκε εναντίον της με την καταχώρηση της αίτησης έρευνας ημερομηνίας 31.1.
  1. Επίσης, η εναγόμενη 2, δεν πράττει οτιδήποτε ούτε μέχρι την καταχώρηση της δεύτερης αίτησης έρευνας στις 7.6.
  2. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρείται από την εναγόμενη 2 στις 17.3.2014, 3 χρόνια δηλαδή μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και 2 ½ σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, όταν, όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, η εναγόμενης 2 αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να εκμεταλλευτεί το ότι υπήρξε λανθασμένη αναφορά του ονόματος της στο κλητήριο ένταλμα και στην απόφαση που εκδόθηκε. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, δεν μπορώ να δεχτώ ότι υπήρξε οποιοδήποτε ουσιαστικό ή πραγματικό γεγονός που εμπόδιζε την εναγόμενη 2 από το να καταχωρήσει εμφάνιση μετά την επίδοση της αγωγής. Η όποια προσπάθεια δικαιολόγησης της συμπεριφοράς της μετά την επίδοση της αγωγής και μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης (βλ. παρ. 8 της ένορκης της δήλωσης) δεν έχει πείσει. Τούτο που καθίσταται εμφανές από το ιστορικό της υπόθεσης αυτής είναι ότι, η εναγόμενη 2 έπραξε τούτο, δηλαδή προώθησε την υπό κρίση αίτηση, μετά που αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε πλέον να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση. Η γενική συμπεριφορά της εναγομένης 2 στην παρούσα υπόθεση μπορεί να χαρακτηρισθεί από πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση της και δεν μπορεί να υποστηρίζεται το αντίθετο. Η εναγόμενη 2, επέδειξε ενδιαφέρον για την υπόθεση της μόνο όταν πραγματικά αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια και όταν πλέον αντιμετώπιζε τα αποτελέσματα της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Η εναγόμενη 2 είναι εμφανές ότι ενώ αντιλήφθηκε ότι η αγωγή την αφορούσε, πίστευε ότι η λανθασμένη αναφορά του ονόματος της ότι θα θέσει εμπόδιο στους ενάγοντες από το να εκτελέσουν την απόφαση και ενήργησε με τρόπο ώστε να ξεγελάσει τόσο τους ενάγοντες και να εμπαίξει την δικαστική διαδικασία. Έχοντας υπόψη το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μουγής ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996), 1 ΑΑΔ 997 (βλέπε σελ.1004), βρίσκει έρεισμα και μπορεί να υιοθετηθεί αυτούσιο στην προκειμένη περίπτωση. «Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και όλης της διαγωγής του εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντίδικου για εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους έθετε σε χλευασμό». Έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει την ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση και καταλήγω ότι η εναγόμενη 2 δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον της καθότι δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Η θέση ότι η απόφαση αφορά ολόκληρο το ποσό των κοινόχρηστων εξόδων ενώ είναι συνιδιοκτήτρια του διαμερίσματος με άλλο πρόσωπο, τον εναγόμενο 1, και ότι το Δικαστήριο όταν έκδιδε την απόφαση εναντίον της δεν έλαβε υπόψη του τούτο το γεγονός, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης δεν μπορεί παρά να έλαβε υπόψη του την έκθεση απαίτησης των εναγόντων στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω γεγονός και επίσης την αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 6.7.2011, την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε και τα επισυναπτόμενα σε αυτή ως τεκμήρια έγγραφα, όπου και πάλι γίνεται αναφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαμερίσματος. Η εναγόμενη με την ένορκη της δήλωση (παρ. 11 μέχρι 20) αρνείται την απαίτηση των εναγόντων προβάλλοντας θέσεις που αφορούν τον διορισμό της διαχειριστικής επιτροπής, τις παρεχόμενες υπηρεσίες το είδος και την ποιότητα τους, το ύψος των χρεώσεων κ.α συναφή. Με την ένορκη της δήλωση δεν έχουν δοθεί επαρκή στοιχεία που να στοιχειοθετούν και να αποδεικνύουν, στο μέγεθος που αυτό απαιτείται, την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ώστε να αποσείσει η αιτήτρια το βάρος απόδειξης ως όφειλε Πρόκειται ουσιαστικά για εναντίωση στην απαίτηση των εναγόντων και στην συμφωνία διαχείρισης καθώς και στις χρεώσεις που είχαν γίνει για τις παρεχόμενες υπηρεσίες που αφορούν συγκεκριμένη περίοδο κατά τρόπο γενικό ενώ τα διάφορα έγγραφα που παρουσιάζει ως τεκμήρια αφορούν διαφορετική από την επίδικη περίοδο, περίοδο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής (πιο πάνω), «αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που προσδίδει σ΄αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών». Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης της εναγόμενης 2. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόντων 2 - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο προς έγκριση. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.