Χάρης Παυλή ν. John Howard Gaskin κ.α., Αρ.Aγωγής: 2291/2014, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ.Κουνίδου Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 2291/2014 Μεταξύ: Χάρης Παυλή, από την Πάφο Ενάγοντας Και John Howard Gaskin, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο Patricia Anne Gaskin από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα. Μ. Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού και Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση: κα Α. Παναγιώτου για Mantis & Athinodorou LLC ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ O ενάγοντας, πέτυχε στις 21.10.2014 με μονομερή αίτηση του ημερομηνίας 17.10.2014, την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους αυτών από το να μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν δια υποθήκης ή άλλως πως το 1/15 του ακινήτου υπ΄αρ. εγγραφής 0/46089, Φυλ./Σχ.45/17, τεμάχιο υπ΄ αριθμό 682, εντός του οποίου βρίσκεται οικία με κολυμβητική δεξαμενή, που βρίσκεται στην τοποθεσία Λουβιάς, του Δήμου Πέγειας στην Επαρχία Πάφου, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. Η αίτηση επί τη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5,7 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1,2,3, 8 και
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το οποίο περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ακίνητη περιουσία της οποίας η δέσμευση ζητείται δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα που υποστηρίζει την αίτηση, αυτός είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και παρέχει κτηματομεσιτικές υπηρεσίες με την χρήση της επωνυμίας HPL-Superior Real Estates Cyprus. Οι εναγόμενοι οι οποίοι είναι υπήκοοι Ηνωμένου Βασιλείου, διαμένουν μόνιμα στην Πάφο και είναι οι ιδιοκτήτες της κατοικίας για την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Η αξίωση του εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των €17.208,75 ως υπόλοιπο της αμοιβής/προμήθειας του για την πώληση της πιο πάνω κατοικίας δυνάμει έγγραφης συμφωνίας μεσιτείας ημερομηνίας 07/09/
- Κατόπιν δικών του ενεργειών, όπως ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι ως πωλητές πέτυχαν την πώληση της κατοικίας τους και υπέγραψαν με τους αγοραστές αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο κατά ή περί την 13.10.2014 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και έλαβε αριθμό ΠΩΕ 934/
- Σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, εξέδωσε τιμολόγιο για τις υπηρεσίες του και πληρώθηκε μέρος της αμοιβής του ενώ υπάρχει άρνηση για την καταβολή του υπόλοιπου ποσού αυτής. Όπως στην ένορκη του δήλωση αναφέρει, εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται, η ακίνητη περιουσία που αφορά την αίτηση είναι η μοναδική περιουσία της οποίας οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες στην Κύπρο και με την οποία δύναται να εξασφαλίσει το λαβείν του σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Υποστηρίζει επίσης ότι, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, υπάρχει άμεσος κίνδυνος οι εναγόμενοι να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν την ακίνητη ιδιοκτησία επ΄ ονόματι των αγοραστών. Όπως έχει πληροφορηθεί από τους ίδιους τους εναγόμενους, επιθυμούν και θέλουν να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν εσπευσμένα την οικία και να μετακομίσουν για μόνιμη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου σε μια τέτοια περίπτωση, υποστηρίζει, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί η απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί εναντίον τους. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο από το Δικαστήριο, ως επιβάλλεται, για να επιδοθεί στους εναγόμενους ώστε να έχουν την ευκαιρία να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να το αμφισβητήσουν, πράγμα το οποίο οι εναγόμενοι έπραξαν και προς τούτο καταχώρησαν ένσταση. Οι εναγόμενοι στην γραπτή ένσταση τους για διατήρηση του διατάγματος, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 προβάλουν ως λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
- Δεν αποδεικνύεται ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας των εναγομένων και/ή δεν επείγει η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος εμποδίζοντας την πώληση της περιουσίας των εν λόγω εναγομένων.
- Ο αιτητής δεν αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και/ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογεί την έκδοση του εν λόγω διατάγματος.
- Η περιουσία των καθ΄ων η αίτηση είναι δυσανάλογη με την απαίτηση του αιτητή και η έκδοση του διατάγματος επενεργεί σε βάρος των καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Το στοιχείο του επείγοντος έχει εκλείψει προ πολλού στην εν λόγω υπόθεση.
- Ο ενάγων δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή καθότι δεν αποκαλύπτεται βάσης αγωγής.
- Ο ενάγων δεν έκανε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση.
- Οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται.
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά στους εναγόμενους.
- Η μη έκδοση του αιτούμενο διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον ενάγοντα.
- Η καταχώρηση της εν λόγω αγωγής είναι πρόωρη. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, αρνείται με την ένορκη δήλωση του, όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση, πλην του ισχυρισμού ότι είναι κτηματομεσίτης, και ισχυρίζεται τα πιο κάτω: Επειδή έχουν αποφασίσει με την σύζυγο του να πωλήσου την οικία τους, συμφώνησαν πράγματι με τον ενάγοντα όπως καταβάλει προσπάθειες εξεύρεσης αγοραστή και προς τούτο υπογράφτηκε συμφωνία μεσιτείας ημερ. 7.9.
- Μετά την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας, ο ενάγοντας δεν βρήκε αγοραστές για την πώληση της στην τιμή των €545.000 που είχαν συμφωνήσει και αντιθέτως προσπαθούσε να την πωλήσει στην τιμή των €645.000 και να τους αποκρύψει την διαφορά και να πάρει τα χρήματα. Η προσπάθεια αυτή ισοδυναμούσε, όπως ισχυρίζεται, με εξαπάτηση και η συμφωνία ακυρώθηκε από τους εναγόμενους. Η κατοικία πωλήθηκε τελικά από τους εναγόμενους σε αγοραστές όπου αρχικά είχαν βρεθεί μέσω του ενάγοντα αλλά στην τιμή που το είχαν στην αγορά στις €545.000.- Με την ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος 1 επισυνάπτει ως Τεκμήρια, διαφήμιση του ακινήτου από τον ενάγοντα μέσω του εμπορικού ονόματος για την τιμή των €645.000 (Τεκμήριο 1) και email προς τον ενάγοντα με το οποίο η επίδικη συμφωνία τερματίζεται (Τεκμήριο 2). Όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπάρχει συμφωνία έγκυρη και δεσμευτική με τον ενάγοντα, ο ενάγοντες σύμφωνα με την παρ. 4 της επίδικης συμφωνίας μεσιτείας δικαιούται να λάβει την αμοιβή του για τις υπηρεσίες του όταν οι πωλητές λάβουν το 20% της τιμής ως αυτή συμφωνήθηκε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο κάτι το οποίο δεν έχει γίνει και αρνείται τον ισχυρισμό του ενάγοντα στην παρ.12 που αναφέρει ότι, πληροφορήθηκε ότι οι αγοραστές έμβασαν σε λογαριασμό του Δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί πέραν του ποσοστού του 40% του συνολικού ποσού πώλησης της οικίας, και όπως ισχυρίζεται ούτε οι δικηγόροι τους ούτε οι ίδιοι έλαβαν το πιο πάνω ποσό. Από τα πιο πάνω προκύπτει, όπως αναφέρει, ότι ουδέν ποσό οι πωλητές ή οι δικηγόροι τους εισέπραξαν ώστε να υποχρεούνται να πληρώσουν την αμοιβή του μεσίτη και παρά το ότι καθαρά χαριστικά του έδωσαν ένα σημαντικό ποσό και αυτό παρά την προσπάθεια του να τους εξαπατήσει και στην απουσία συμβατικής υποχρέωσης. Ισχυρίζεται ότι, είναι άδικο να μπλοκάρει η πώληση του ακινήτου λόγω της αξίας του η οποία είναι δυσανάλογα μεγάλη με το ποσό της απαίτησης και να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα για μερίδιο ισοδυναμεί με προσωρινό διάταγμα για το όλο αφού κανείς δεν αγοράζει μερίδιο κατοικίας. Από τα πιο πάνω γεγονότα, όπως ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αναφέρει, φαίνεται ότι ο ενάγοντας δεν έχει καλή υπόθεση για να αξιώνει τα όσα περιγράφει στην έκθεση απαίτησης του αφού αυτή είναι πρόωρη και ως εκ τούτο η έκδοση του αιτούμενος διατάγματος είναι άνευ αντικειμένου και ουσίας. Νομική πτυχή Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ.
- Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός αν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να πετύχει την ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν να εκδοθεί προς όφελος του. Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποια «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 785, παρατηρήθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. σχετικές υποθέσεις Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν γραπτώς της αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €17.208,75 ως υπόλοιπο της αμοιβής/προμήθειας του για την παροχή υπηρεσιών προς τους εναγόμενους ως αδειούχος κτηματομεσίτης για την πώληση της οικίας τους δυνάμει συμφωνίας μεσιτείας ημερομηνίας 7/09/2012 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, ένεκα της μεσολάβησης και των ενεργειών του επιτεύχθηκε η πώληση της οικίας των εναγομένων και για αυτό δικαιούται αμοιβή με βάση την μεταξύ τους συμφωνία μεσιτείας. Εκείνο συνεπώς που προκύπτει από τα πιο πάνω που αποτελούν το περιεχόμενο κλητηρίου εντάλματος, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια, είναι ότι, αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται Πιθανότητα επιτυχίας Εγείρεται επίσης για εξέταση η ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» εφόσον αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου 5 του Ν.14/60, της οποίας την ύπαρξη αμφισβητεί η πλευρά της εναγόμενης. Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Είναι η θέση των συνηγόρων των εναγομένων, ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται, αφού με βάση το ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό έχει διαφανεί ότι ο ενάγοντας δεν έχει πιθανότητες επιτυχίες. Επί του προκειμένου, έχει αναφερθεί το ζήτημα της μη έγκυρης συμφωνίας μεσιτείας, καθώς και της περίπτωσης που αν θεωρηθεί ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία δεν έχει δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης ούτε και στη ένορκη δήλωση έχει αναφερθεί, ότι έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση που η συμφωνία ορίζει ώστε να πρέπει να πληρωθεί το ποσό στον ενάγοντα, δηλαδή ότι δικαιούται να λάβει την αμοιβή του για τις υπηρεσίες του όταν οι πωλητές λάβουν το 20% της τιμής ως αυτή συμφωνήθηκε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο (όρος 4 της συμφωνίας μεσιτείας). Υπό τις περιστάσεις, ενόψει και του ότι υπάρχει άρνηση με την παρ. 7 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι ποσοστό 40% επί του ποσού της πώλησης έμβασαν οι εναγόμενοι σε λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί, η έγερση της αγωγής είναι πρόωρη. Σχετική με την ακύρωση της συμφωνίας μεσιτείας είναι και η παρ. 6 της ένορκης δήλωση της ένστασης. Σε ότι αφορά την θέση ότι δεν αναφέρεται η πρόνοια της συμφωνίας μεσιτείας στην έκθεση απαίτησης για την καταβολή του 20% του τιμήματος πώλησης προς τους εναγόμενους, ώστε ο ενάγων να δικαιούται σε πληρωμή, τούτο είναι γεγονός, όμως δεν θεωρώ ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο με δεδομένο ότι, η αξίωση του ενάγοντα στηρίζεται σε συμφωνία μεσιτείας η ύπαρξης της οποίας δικογραφείται. Δεν ισχύει όμως η θέση των συνηγόρων των εναγομένων ότι ούτε και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται αναφορά στα πιο πάνω, αφού με την παρ. 6 της ένορκης του δήλωσης ο ενάγων αναφέρει: «Επίσης σύμφωνα με ουσιώδη όρο της επίδικης συμφωνίας το ποσοστό 5% της προμήθειας προς εμένα θα έπρεπε να πληρωθεί μόλις πληρωθεί προς τους Εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση ή στον δικηγόρο τους ποσοστό τουλάχιστον 20% από το συνολικό ποσό της πώλησης.» Το Δικαστήριο εξετάζοντας την πιο πάνω προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπος Χριστοφή κ.α Πολιτική Έφεση 12026 ημερομηνίας 8.9.2006, όπου εγέρθηκε ζήτημα σχετικό με την παρανομία της συμφωνίας των διαδίκων , η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η εξής: « Από την ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών και από την ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση, φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία αναφύονται μέσα από την προφορική συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την διεκπεραίωση εργασιών με σκοπό την ανακαίνιση της κατοικίας των αιτητών. Η ακριβής φύση της σχέσης των εναγόντων και εναγόμενου δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και θα προσδιοριστεί στο τελικό στάδιο της δίκης.» Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή και πως η νομική φύση της επίδικης συμφωνίας είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί μέσα στα περιορισμένα πλαίσια τα οποία παρέχονται κατά την εκδίκαση μιας αίτησης (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοδούλου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Υπό τις περιστάσεις, καταλήγω πως, η υπεράσπιση και ο ισχυρισμός ως προς την ακύρωση της συμφωνίας, πρόκειται για ζήτημα το οποίο για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει στην ουσία θα είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην εξέταση τέτοιων θεμάτων που θα ήταν καλύτερα, λαμβανομένων υπόψη και των πιο πάνω, να αναμένουν την ακρόαση της αγωγής . Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, δεν είναι του παρόντος να εξακριβωθούν και να προσδιοριστούν και θα πρέπει να αναμένουν το τελικό στάδιο της δίκης. Τα στοιχεία που κατά την άποψη μου είναι σημαντικά για την στοιχειοθέτηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, είναι, η ιδιότητα του ενάγοντα, η ύπαρξη της συμφωνίας μεσιτείας με τους εναγόμενους ημερομηνίας 7.9.2012 και η πώληση της κατοικίας σε αγοραστή που είχε εξευρεθεί μέσω τα ενάγοντα. Επιπρόσθετο και σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι το αξιούμενο με την έκθεση απαίτησης ποσό αποτελεί μέρος της προμήθειας του ενάγοντα αφού το υπόλοιπο ποσό αυτής έχει πληρωθεί, γεγονός το οποίο οι εναγόμενοι παραδέχονται. Οι δε ισχυρισμοί των εναγομένων για χαριστική πληρωμή θα πρέπει να εξεταστούν κατά το στάδιο της ακρόασης και να αξιολογηθούν αναλόγως. Το δε πρόωρο της έγερση της αγωγής έχει να κάνει με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 ότι δεν έγινε η πληρωμή που ο ενάγων ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ώστε να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα του να ζητά πληρωμή της προμήθειας του με βάση τον όρο της συμφωνίας. Επί του σημείου αυτού, κρίνω ότι η παραδοχή πληρωμής μέρους της προμήθειας του ενάγοντα θέτει υπό αμφισβήτηση την πιο πάνω θέση και κατά τρόπο που δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι ο ενάγων έχει ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή. Συνεπακόλουθα ως προς την τήρηση αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο μπορεί ο ενάγοντας θα παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Την τρίτη προϋπόθεση ο ενάγων προσπάθησε να ικανοποιήσει με τις παραγράφους 18 , 20 μέχρι και 30 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση τους. Το Ανώτατο στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω) παρατήρησε ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην υπόθεση Χριστάκης Σάββα v. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) 2081, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, εκτός από μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση πρόβαινε σε ενέργειες για να πωλήσει το ακίνητο, υπήρχε και μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είχε καμία άλλη περιουσία. Ενώπιον μου υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι το ακίνητο του οποίου η δέσμευση ζητήθηκε, είναι η μόνη περιουσία των εναγόμενων στην Κύπρο και επίσης υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου (πιο πάνω)) ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν στην πώληση της πλην όμως από ότι φαίνεται δεν έχει μεταβιβαστεί ακόμη στους αγοραστές. Συνεπακόλουθα είναι εμφανές πως, η αποξένωση της, νοουμένου ότι είναι η μόνη περιουσία των εναγόμενων στην Κύπρο, δημιουργεί τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του. Βέβαια δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο ενάγων δεν θα εξασφάλιζε την πληρωμή αμοιβής μεσιτείας αν η πώληση δεν πραγματοποιείτο. Το αποτέλεσμα της πώλησης, δηλαδή την μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων προς τους αγοραστές, την οποία, πώληση, ισχυρίζεται ότι πέτυχε μετά από δικές του ενέργειες, προσπαθεί τώρα να εμποδίσει. Όμως αυτό το στοιχείο, δεν θα πρέπει να είναι καθοριστικό στην έκβαση της αίτησης, αφού υπό τις περιστάσεις, λόγω της μη ύπαρξης άλλων περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων στην Κύπρο υπάρχει κίνδυνος η απόφαση που ήθελε εκδοθεί υπέρ του και εναντίον τους να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Αντίθετος ισχυρισμός από τους εναγόμενους δεν έχει τεθεί. Επομένως με βάση πιο πάνω τα στοιχεία κρίνω ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι πως, στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου Πολιτική Έφεση 9610 ημερομηνίας 31.3.1998, το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd - (Αίτηση Αρ. 76/94 - 29.12.94) In Re B.P. CYPRUS LTD (Αίτηση 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Το κατεπείγον το θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets Πολιτική Έφεση 10244 ημερομηνίας 28.9.99 λέχθηκε πως «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας της αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα να πετύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην προκειμένη περίπτωση, το πωλητήριο έγγραφο που υπογράφηκε με τους αγοραστές για την πώληση της οικίας των εναγομένων, σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 13.10.2014 και ενώ οι εναγόμενοι φαίνεται να πλήρωσαν μέρος του τιμολογίου που ο ενάγων έκδωσε στις 25.7.2014 αρνούνται την πληρωμή του υπολοίπου ποσού, για τους λόγους που οι ίδιοι ισχυρίζονται. Η αγωγή εγέρθηκε στις 17.10.2014 και η αίτηση καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα. Συνεπώς ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε με καθυστέρηση αλλά με τρόπο που καταδεικνύετο το κατεπείγον της ανάγκης έκδοσης του διατάγματος αφού υπό τις περιστάσεις η μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας θα ήταν το επόμενο στάδιο που θα ακολουθούσε από την πώληση. Από το περιεχόμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, προκύπτει ότι ο ενάγων πρέπει να γνωρίζει κατά προσέγγιση το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του. Επίσης το άρθρο 5 του Κεφ. 6 αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον θα δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω), λέχθηκαν τα εξής: « Αυτά, θέλουμε να αποσαφηνίσουμε, δεν σημαίνουν και αποδοχή της άποψης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσίβλητων πως αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση δυνατό να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Δεν προκύπτει, όπως ήταν η εισήγηση, τέτοιος περιορισμός από το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο.» Συνεπώς η θέση των εναγομένων ως προς την δέσμευση μέρους της περιουσίας δεν είναι αντίθετη ούτε με το άρθρο 5 ούτε με την νομολογία και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την λογική έκδοσης και διατήρησης του. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του επίδικου διατάγματος. Εν όψει όλων των πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.10.2014 οριστικοποιείται. Επειδή τίθεται το ζήτημα της μεταβίβασης του ακινήτου στους αγοραστές και η ύπαρξη του διατάγματος δυνατό να την επηρεάσει, αποτελεί εισήγηση του δικαστηρίου ότι, διαφοροποίηση στην διαμορφωθείσα κατάσταση ίσως θα μπορούσε να γίνει με την κατάθεση του ποσού της απαίτησης, τόκων και των εξόδων της αγωγής στο Δικαστήριο προς όφελος του ενάγοντα σε περίπτωση που πετύχει την απαίτηση του, ώστε να απαλλαχτεί το ακίνητο από το διάταγμα και να επιτευχθεί η μεταβίβαση του, χωρίς βέβαια η εισήγηση αυτή να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον των εναγόμενων - καθ΄ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο