GORDON WALTER JENKINS κ.α. ν. ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2767/12, 2/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A229 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. ΚONH, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2767/12 Μεταξύ:
- GORDON WALTER JENKINS από το Ηνωμένο Βασίλειο
- CHRISTINE PAYNE από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων και ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 2.12.2014 Αίτηση ημερ. 4.9.14 Για Εναγόμενο-Αιτητή κ. Τ. Σιμιλλίδης για Paul (Pavlos) G. Efthymiou LLC και Constantinos Kalavas LLC Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση κα Μ. Πιερή για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ -------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος-Αιτητής εξαιτείται: «
- Άδεια και/ή διάταγμα τροποποίησης της Ε/Υ ως ακολούθως: Α. Με την προσθήκη της παραγράφου 1(ΙΙΙ) μετά την παράγραφο 1(ΙΙ) της Ε/Υ ως ακολούθως- «1(ΙΙΙ)- Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου στην βάση κατ΄ ισχυρισμό αμέλειας και παράβασης θέσμιου καθήκοντος έχει παραγραφεί, αφού έχει παρέλθει η προθεσμία των 3 ετών, από την ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμό διάπραξης της αμελούς πράξης και/ή παράλειψης και/ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος, μέσα στην οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο.» Β. Με την προσθήκη της παραγράφου 1(ΙΙΙΙ) μετά την παράγραφο 1(ΙΙΙ) ως ακολούθως- «1(ΙΙΙΙ)- Οι ενάγοντες απέτυχαν να φέρουν όλους τους αναγκαίους διαδίκους εις το Δικαστήριο και ειδικά στην εταιρεία από την οποία αγόρασαν το επίδικο ακίνητο.»
- Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής.» Η αίτηση η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 Θ.1, 2 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (όπως προκύπτει από τη δικογραφία είναι δικηγόρος) ο οποίος δηλώνει ότι κατά τη μελέτη της υπόθεσης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση διεφάνη ότι στην Υπεράσπιση του δεν τέθησαν με επάρκεια όλες οι θέσεις του κυρίως σε ότι αφορά τη νομική πτυχή των απαιτήσεων των Εναγόντων εναντίον του. Συγκεκριμένα διεφάνη ότι εκ πρώτης όψεως η αξίωση των Εναγόντων εναντίον του στη βάση παράβασης θέσμιου καθήκοντος ή και αμέλειας έχει παραγραφεί, κάτι που είναι νομικά ορθό να δικογραφηθεί για να μπορέσει να υποστηρίξει τη θέση αυτή κατά το στάδιο της ακρόασης της αγωγής. Περαιτέρω διεφάνηκε ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να φέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους αναγκαίους διαδίκους, κυρίως την εταιρεία ανάπτυξης από την οποία προέβησαν στην επίδικη αγορά. Οι πιο πάνω θέσεις είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, να δικογραφηθούν με τη μορφή προδικαστικών ενστάσεων για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεση του ορθά, έγκαιρα και δίκαια έναντι της απαίτησης των Εναγόντων. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αίτηση του είναι καλόπιστη, υποβάλλεται έγκαιρα και δεν δημιουργεί βλάβη στην πλευρά των Εναγόντων που να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Η πλευρά των Εναγόντων στην ένσταση της προβάλει διάφορους λόγους ένστασης όπως ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι ελλιπής ή και ελαττωματική, ότι επιχειρείται η εισαγωγή νέων διαφορετικών υπερασπίσεων με αποτέλεσμα ουσιαστικά να μεταβάλλεται η βάση της Υπεράσπισης, ότι η φύση των ζητούμενων τροποποιήσεων εγείρει τόσο σοβαρά ζητήματα που σε συνάρτηση με την πολλαπλότητα και σοβαρότητα των ήδη εγερθέντων στην Υπεράσπιση ζητημάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τη σύγχυση, συσκότιση και την αοριστία των επίδικων ζητημάτων ενώ οι Ενάγοντες δεν θα γνωρίζουν ποια Υπεράσπιση έχουν να αντιμετωπίσουν, ότι η τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση και τον πολλαπλασιασμό των διαδικασιών και την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, ότι η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και χωρίς εξήγηση γιατί δεν καταχωρήθηκε προηγουμένως, ότι δεν δίδεται εξήγηση πως συνέβηκε τόσο σοβαρό λάθος και παράλειψη, ότι καταχωρήθηκε κακόπιστα και ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι Ενάγοντες θα βρεθούν σε δυσκολότερη θέση από ότι προηγουμένως και ότι οι επιπτώσεις για αυτούς θα είναι τέτοιες που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ραλλίας Δρακουλάκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Ρ. Δρακουλάκου ότι υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης ενώ αμφισβητούνται οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου-Αιτητή αναφορικά με το πώς προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως αναληθείς, ανυπόστατοι και ισχυρισμοί εκ των υστέρων. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Χρήστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Όσον αφορά τους λόγους ένστασης της πλευράς του Ενάγοντα ότι η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήτο ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δώδεκα και πλέον χρόνων. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ξεκινήσει και επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν γίνονται δεκτοί. Η πλευρά των Εναγόντων υποστηρίζει ότι μέσω της αίτησης επιχειρείται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο η εισαγωγή νέων νομικών βάσεων στην υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (βλ. Saba & Co T.M.P. v. T.M.P. Agents και Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω)). Όπως επίσης αναφέρεται στο Annual Practice
(1959)σελ. 627, το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά και μόνο επειδή εισάγει νέα υπόθεση. Θα το πράξει όμως εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ πιο ευχερές να περιλαμβανόταν σε μια τελείως νέα αγωγή. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 204/09, ημερ. 25.4.12, λέχθηκε πως όταν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν έχει παραγραφεί, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Κρίνω ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιχειρείται η αλλαγή της υπεράσπισης σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα αλλά επιχειρείται να προστεθούν δύο ζητήματα νομικού περιεχομένου, δηλαδή δεν προκύπτει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι στο ίδιο πνεύμα με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του εναγομένου στην υπεράσπιση του. Περαιτέρω, δεν έχω αντιληφθεί η παρούσα αίτηση να στηρίζεται σε ελαττωματική ή ελλιπή βάση. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης συνδέονται ή έχουν σχέση με αυτούς που έχουν ήδη εξεταστεί και επομένως δεν γίνονται αποδεκτοί. Τέλος επαναλαμβάνεται και υπογραμμίζεται το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν έχει αντεξεταστεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς του όσον αφορά το πώς προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται. Ο Εναγόμενος-Αιτητής να καταχωρίσει τροποποιημένη υπεράσπιση εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση να καταχωρήσουν απάντηση εντός δέκα ημερών από την επίδοση σ΄ αυτούς της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης ως επίσης όλα τα έξοδα τα οποία καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση και να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο