← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 983/06, 17/12/2014

ALPHA BANK LIMITED ν. MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 983/06, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A238 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 983/06 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, από την Λευκωσία Ενάγουσας και MOUNTIS ELECTRONICS AND SYSTEMS (CYPRUS) LTD, από την Πάφο ΛΟΥΛΛΑ ΜΟΥΝΤΗ, από την Πάφο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΥΝΤΗ, από την Πάφο PRITEK DATAFORMS EXPRESS LTD, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 17.12.2014 Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου (κα Φ. Στεφάνου ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 2: κ. Σ. Βασιλείου για Α. Ιωάννου (κ. Ν. Δημοσθένους ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων ποσά εκ Λ.Κ.196.934,22 και Λ.Κ.142.935,74, πλέον τόκους καθώς και διάταγμα εκποίησης της Yποθήκης Y526/99 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που έδωσε η Εναγόμενη

  1. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σ΄ όσον αφορά μόνο την Εναγόμενη 2, εφόσον εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 26.11.
  2. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 12.3.1999 (που στο εξής θα καλείται «η συμφωνία τρεχούμενου») συμφώνησε όπως παρέχει στην Εναγόμενη 1 δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνοντο με τόκο προς 8% ετησίως ή προς το εκάστοτε εκ του νόμου ανώτατο ποσοστό επιτοκίου νοουμένου ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθορισμένων πιστώσεων και/ή διευκολύνσεων θα βαρύνοντο με τόκο 9%. Ενόψει της συμφωνίας τρεχουμένου ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό 145-10027-2002-0, ο οποίος αριθμός στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τον αριθμό 645-220-007789-
  3. Στις 25.10.2005 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.196.934,22, πλέον τόκους και έξοδα. Δυνάμει άλλης γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.12.2000 (που στο εξής θα καλείται «η συμφωνία δανείου») η Ενάγουσα χορήγησε δάνειο προς την Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.120.000 πληρωτέου δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.1.871 εκάστη από 8.1.
  4. Το ποσό του δανείου θα χρεωνόταν με τόκο 8% ετησίως. Ενόψει της συμφωνίας δανείου ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 345-10027-4302-1 ο οποίος αριθμός αντικαταστάθηκε μετέπειτα με τον αριθμό 645-400-001324-
  5. Ο λογαριασμός αυτός στις 9.11.2005 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.142.935,74, πλέον τόκους. Η Εναγόμενη 2 προς εξασφάλιση της Ενάγουσας για την παραχώρηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1, παραχώρησε στις 12.3.1999 προς όφελος της Ενάγουσας την Υποθήκη με αριθμό Υ526/99 και επιπρόσθετα εγγυήθηκε προσωπικά μαζί με τους υπόλοιπους Εναγόμενους όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  6. Η Ενάγουσα ασκώντας τα δικαιώματα της στη βάση των δύο συμφωνιών, με συστημένη επιστολή της ημερομηνίας 25.10.2005, πληροφόρησε την Εναγόμενη 2 ότι προέβη σε τερματισμό της λειτουργίας των δύο λογαριασμών δηλαδή του τρεχούμενου και του δανείου και ότι υπέβαλε απαίτηση προς την Εναγόμενη 1 για εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων τους. Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 2 προβάλλει κυρίως τη θέση περί ακυρότητας του εγγράφου εγγύησης και της Σύμβασης Υποθήκης, ως προϊόντα άσκησης ψυχικής πίεσης σε βάρος της από μέρους του Εναγόμενου 3, συζύγου της, και/ή της Ενάγουσας. Προβαίνει περαιτέρω σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλοντας θέμα περί παράνομης κεφαλαιοποίησης και χρέωσης τόκων. Υποβάλλει δε Ανταπαίτηση για Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγυήσεις που έδωσε η Εναγόμενη 2 είναι άκυρες εξ΄ υπαρχής συνεπεία εξάσκησης ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού σε βάρος της από την Ενάγουσα και/ή ελλείψει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Η Ενάγουσα προς υποστήριξη της υπόθεσης της κάλεσε ως μάρτυρες τον Σάββα Άδωνη (Μ.Ε.1), τον Σάββα Παπασάββα (Μ.Ε.2), τη Μαρία Τερπίζη (Μ.Ε.3) και τη Μαρία Παπαγρηγορίου (Μ.Ε.4). Από πλευράς Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία μόνο η Λούλλα Σαββίδου (Εναγόμενη 2). Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνεται εκεί που παρίσταται ανάγκη. Η δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε στη γραπτή της αγόρευση ότι με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός των δύο συμφωνιών μεταξύ της πελάτιδος της και της Εναγόμενης 1 καθώς και το άνοιγμα των λογαριασμών προς όφελος της τελευταίας, τις υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν γραπτώς οι Εναγόμενοι περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης
  7. Εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 που ήταν χρεωστικοί και η απαίτηση πληρωμής τους ήταν καθόλα νόμιμες και δικαιολογημένες ενέργειες από μέρους της Ενάγουσας και ζήτησε απόφαση ως η αξίωση της πελάτιδος της στη βάση των Καταστάσεων Λογαριασμού που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Από την άλλη με τη γραπτή αγόρευση του ο δικηγόρος της η Εναγόμενη 2 αμφισβήτησε σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας δίνοντας έμφαση στο καθεστώς κάτω από το οποίο η πελάτιδα του έδωσε τις εγγυήσεις, γεγονός που καθιστά, κατά την άποψη του, τις εγγυήσεις ακυρώσιμες. Εισηγήθηκε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της πελάτιδος του εκδίκασης της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου καθώς και παράνομες χρεώσεις στους λογαριασμούς. Αξίωσε δε απόφαση επί της Ανταπαίτησης. Ειδική αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις των δικηγόρων θα γίνεται κατωτέρω στο κατάλληλο στάδιο. Είναι παραδεκτά από την Εναγόμενη 2 στην Υπεράσπιση της η συνομολόγηση της Υποθήκης Υ526/99 του Κτηματολογίου Πάφου και του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 6), τα οποία φέρουν την υπογραφή της Εναγόμενης
  8. Εκείνο που αμφισβητείται με την Υπεράσπιση και δόθηκε έμφαση κατά την ακρόαση ήταν η εγκυρότητα των δύο πιο πάνω εγγράφων που φέρεται να αποτελούν προϊόντα αθέμιτης ψυχικής πίεσης και/ή βίας και/ή επιρροής από πλευράς Ενάγουσας και/ή διαζευκτικά της άσκησης ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού από μέρους του Εναγόμενου 3, σε βάρος της Εναγόμενης
  9. Λεπτομέρειες της συμπεριφοράς αυτής της Ενάγουσας και του συζύγου της-Εναγόμενου 3 επί της οποίας η Εναγόμενη 2 στηρίζει αποκλειστικά την Ανταπαίτηση της παρατίθενται στην Υπεράσπιση. Συνεπώς κρίνω ορθό όπως εξεταστεί κατ΄ αρχάς η εγκυρότητα των εξασφαλίσεων που έδωσε η Εναγόμενη 2 στην Ενάγουσα, δηλαδή της Σύμβασης Υποθήκης και των προσωπικών εγγυήσεων της και μετά να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα που προκύπτουν από τις πιο πάνω εξασφαλίσεις, καθώς και το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών της Εναγόμενης 1, για το οποίο ευθύνεται η Εναγόμενη
  10. Από πλευράς Υπεράσπισης τόσο για το θέμα εγκυρότητας των εξασφαλίσεων όσο και για το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών, κατέθεσε μόνο η Εναγόμενη 2 ενώ από πλευράς Ενάγουσας οι Μ.Ε.1, 2, 3 και 4, οι οποίοι κατέθεσαν και το μεγαλύτερο μέρος των τεκμηρίων. Σ΄ όσον αφορά τα χρεωστικά υπόλοιπα η πλευρά της Υπεράσπισης περιορίστηκε απλά στην αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας επί των Καταστάσεων Λογαριασμού, που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η Εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της προώθησε τη θέση ότι ουσιαστικά η Εναγόμενη 1 εταιρεία ανήκε στον σύζυγο της και η ίδια κατείχε ποσοστό 1% των μετοχών, απλά για να υπάρχει ως εταιρεία. Αρνήθηκε ότι υπήρξε μια εκ των διευθυντών της ή υπήρξε ποτέ γραμματέας της εταιρείας προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι με το διορισμό της ως καθηγήτριας Μαθηματικών στα Δημόσια Εκπαιδευτήρια το 1994 δεν της επιτρέπετο να ασχολείται με άλλο επάγγελμα. Εκτός του ότι αρνήθηκε ότι το 1999 ήταν γραμματέας της Εναγόμενης 1 αρνήθηκε επίσης και ότι η υπογραφή στο έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 6) είναι η δική της. Το έγγραφο εγγύησης ήταν ανάμεσα σε ένα σετ εγγράφων που κανένας δεν της το διάβασε, ούτε το είδε προηγουμένως και ούτε της δόθηκε η ευκαιρία να τύχει νομικής συμβουλής. Το ίδιο έγινε και με την υπογραφή της στη Σύμβαση Υποθήκης. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι ήταν η υπογραφή της στα πρακτικά της Εναγόμενης 1 που είναι τα Τεκμήρια 2 και 3, γιατί δεν ήταν τότε γραμματέας της εταιρείας και απέδωσε τη φερόμενη υπογραφή της σε πλαστογραφία από πλευράς του συζύγου της. Είναι η θέση της Εναγόμενης 2 ότι δεν γνώριζε καν το γεγονός της σύναψης του δανείου το οποίο εγγυήθηκε. Ακολούθως η Εναγόμενη 2 παραδέχθηκε ότι υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης το 1999 στα γραφεία της Ενάγουσας αλλά κάτω από καθεστώς πίεσης εκ μέρους του συζύγου της που μια από τις απειλές που χρησιμοποίησε ήταν και το διαζύγιο. Στα γραφεία της Ενάγουσας την πήρε ο σύζυγος της με τη βία για να του δοθεί το δάνειο, διαφορετικά αν δεν πήγαινε την απειλούσε ότι θα τη κτυπούσε. Εξήγησε ότι ο σύζυγος της - Εναγόμενος 3 - ασκούσε σωματική και ψυχολογική βία σε βάρος της ίδιας και των παιδιών της ακόμη και μπροστά στους γονείς της. Τη συμπεριφορά αυτή του συζύγου της, που άρχισε απ΄ όταν τον παντρεύτηκε το 1979 και όταν ακόμη εγκυμονούσε, κατάγγειλε και στην Αστυνομία στις 30.10.2003, όταν η συμπεριφορά του συζύγου της έφτασε πλέον στο απροχώρητο. Γνώστες της παράνομης συμπεριφοράς του συζύγου της ήταν και η Ενάγουσα, αλλά και ο κ. Χριστάκης της Τράπεζας ο οποίος γνώριζε και προσωπικά πόσο βίαιος ήταν ο σύζυγος της. Τους Μ.Ε.1, Μ.Ε.2 και Μ.Ε.4 πρώτη φορά τους έβλεπε στο Δικαστήριο, όταν βρίσκοντο στο εδώλιο του μάρτυρα. Σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση της γιατί το 2007 υπέβαλε πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, εφόσον οι εγγυήσεις δόθηκαν από μέρους της, όπως η ίδια είπε, κάτω από την πίεση του συζύγου της, απάντησε ότι αυτό έγινε κατόπιν πίεσης από τα παιδιά της για να μην προχωρήσει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Απέδιδε άσκηση πίεσης σε βάρος της και από την Ενάγουσα που της έλεγαν «όλα θα πάνε καλά κα Σαββίδου» και ότι ο κ. Παπαχριστοδούλου της έλεγε συνέχεια «να πάμε να το κάμουμε». Εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή προώθησε η Ενάγουσα μέσω της μαρτυρίας των ΜΕ.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, υπαλλήλων της. Ο Μ.Ε.1 Σάββας Άδωνη, ένας εκ των υπευθύνων για τον έλεγχο και εποπτεία της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών πελατών της Ενάγουσας, στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνήφθησαν οι δύο συμφωνίες, εκείνη του τρεχούμενου και η άλλη του δανείου με την Εναγόμενη 1 και τι ρόλο ενείχε η Εναγόμενη 2 στον καταρτισμό τους. Είναι ισχυρισμός του ότι η ίδια η Εναγόμενη 2 με την επιστολή της ημερ. 5.3.99 (Τεκμήριο 2) προς την Ενάγουσα κατέγραψε την ομόφωνη απόφαση που λήφθηκε σε έκτακτη γενική συνέλευση των μελών της Εναγόμενης 1-εταιρείας στις 3.3.99 για να ζητηθούν τραπεζικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, δάνειο τακτής προθεσμίας και όριο σε πιστώσεις. Υπογραφή της Εναγόμενης 2 εντοπίζει ο μάρτυρας και σε επιστολή της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας της εταιρείας, με την οποία κοινοποιούσε την απόφαση της Εναγόμενης 1 να ζητήσει από την Τράπεζα τραπεζικές διευκολύνσεις με τον όρο παροχής προσωπικών εγγυήσεων περιλαμβανομένης και εκείνης της Εναγόμενης 2, Υποθήκης επί ακινήτων της Εναγόμενης 2 και εγγύηση της εταιρείας Pritek Dataforms Express Ltd. H Εναγόμενη 2 υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 6) μαζί με τους υπόλοιπους εγγυητές στις 12.3.99 και μάρτυρες της υπογραφής της εμφαίνονται η Μ.Ε.3 και η Δώρα Λουκά, υπάλληλος επίσης της Τράπεζας. Η Εναγόμενη 2 με επιστολή της ημερ. 7.8.03 (Τεκμήριο 7) γνωστοποίησε στην Ενάγουσα τον τερματισμό της εγγύησης της, αλλά η Τράπεζα σε απάντηση με την επιστολή της ημερ. 17.11.13 την ενημέρωσε ότι η εγγύηση εξακολουθεί να υφίσταται και δεν θεωρούσε ότι έχει τερματιστεί. Εκτός από το Τεκμήριο 6 η Εναγόμενη 2 έδωσε την Υποθήκη Υ.526/99 (Τεκμήριο 10) που αφορά σε τρία ακίνητα της στην Πάφο προς εξασφάλιση ποσού μέχρι Λ.Κ.275.000 πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 12.3.
  11. Τα έγγραφα της Υποθήκης υπέγραψε η Εναγόμενη 2 ως ενυπόθηκος οφειλέτης στην παρουσία των υπαλλήλων της Τράπεζας, δηλαδή του Μ.Ε.3 και της Δώρας Λουκά. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 η Ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 4.10.04 (Τεκμήρια 11 και 12) ειδοποίησε την Εναγόμενη 1 για αλλαγή του επιτοκίου. Ακολούθησε η αποστολή των επιστολών ημερ. 25.10.05 (Τεκμήρια 15 και 16) στην Εναγόμενη 1 με τις οποίες η Ενάγουσα τερμάτισε τις δύο συμφωνίες και την ενημέρωνε επίσης για επιπρόσθετη αλλαγή του επιτοκίου. Με την επιστολή της ημερ. 25.10.05 η Ενάγουσα πληροφόρησε και την Εναγόμενη 2 για τον τερματισμό της λειτουργίας των δύο λογαριασμών και την κάλεσε να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφανίζοντο στις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 17 και 18). Της στάληκε και άλλη επιστολή ημερ. 25.10.05 (Τεκμήριο 19) που αφορούσε την Υποθήκη Υ526/99 και την καλούσε μέσα σε 15 μέρες να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών. Οι επιστολές προς την Εναγόμενη 2 δεν επιστράφησαν αζήτητες, οπότε η Τράπεζα θεωρεί ότι έχουν παραληφθεί από την ίδια. Ο Μ.Ε.1 δεν ήταν παρών κατά τον καταρτισμό των δύο συμφωνιών με την Εναγόμενη 1, αλλ΄ ούτε και κατά την υπογραφή των εξασφαλίσεων που έδωσε η Εναγόμενη
  12. Γνωρίζει όμως τη διαδικασία και ότι αυτές υπογράφησαν στην παρουσία υπαλλήλων της Τράπεζας που υπέγραψαν ως μάρτυρες. Ο ίδιος επιβεβαίωσε τον καταρτισμό των συμφωνιών και την παροχή των εξασφαλίσεων και ότι η Εναγόμενη 2 προσήλθε στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο και υπέγραψε χωρίς τη χρήση απειλής ή οτιδήποτε άλλο. Ο Μ.Ε.2 Σάββας Παπασάββας, επίσης υπάλληλος της Ενάγουσας στο Τμήμα Καθυστερήσεων στα γραφεία της στην Πάφο αναφέρθηκε σε γεγονότα που ξεκινούν από την αίτηση της Εναγόμενης 1, μέσω των διευθυντών της, για παραχώρηση στην ίδια πιστωτικών διευκολύνσεων, μέχρι την παραχώρηση του δανείου και του τρεχούμενου ορίου. Το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε σε προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου 3 (βλ. Τεκμήριο 23) κατόπιν εντολής της Εναγόμενης 1 στη βάση των αποδείξεων (Τεκμήρια 21 και 22). Ο Μ.Ε.2 παρακολουθούσε επίσης και την κίνηση των λογαριασμών και απέστελλε Καταστάσεις Λογαριασμού στην Εναγόμενη
  13. Θυμάται ότι απέστειλε Καταστάσεις και στην Εναγόμενη 2 που η ίδια τις ζήτησε και αφορούσαν στις υποθέσεις της στο Δικαστήριο. Εξήγησε δε τον τρόπο υπολογισμού των τόκων που χρεώθηκαν οι λογαριασμοί ότι δηλαδή ο τόκος επιβάλλεται «αυτοματοποιημένα τεχνικά από το σύστημα στη Λευκωσία». Ο Μ.Ε.2 δεν ήταν σε θέση να πει αν η Τράπεζα προέβη σε αυξομείωση του τόκου. Προτού προχωρήσει η Τράπεζα με τη σύναψη των δύο συμφωνιών, τα έγγραφα των οποίων δεν ετοιμάστηκαν ταυτόχρονα αλλά σταδιακά, ο Μ.Ε.2 έλεγξε όλα τα έγγραφα που η Εναγόμενη 2 είχε προμηθεύσει την Τράπεζα, όπως το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας και το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών των υπευθύνων της εταιρείας. Ο ίδιος είχε ετοιμάσει τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 5) αλλά δεν υπέγραψε ως μάρτυρας. Σ΄ όσον αφορά την εγγύηση που υπέγραψε η Εναγόμενη 2 αυτή δόθηκε το 1999 και είναι απεριόριστης ευθύνης γι' αυτό και ο Μ.Ε.2 κρίνει ότι καλύπτει το δάνειο που έγινε το
  14. Ο Μ.Ε.2 είναι της άποψης ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε για την σύναψη της συμφωνίας δανείου, εφόσον η απόφαση της εταιρείας φέρει την υπογραφή της και η ίδια επισκέφθηκε τα γραφεία της Τράπεζας το 2000 και ζήτησε το δάνειο για την εταιρεία. Ο ίδιος ο μάρτυρας ήταν επίσης παρών στις συζητήσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που προηγήθηκαν της σύναψης του δανείου. Η Μ.Ε.3 Μαρία Τερπίζη, υπάλληλος της Ενάγουσας και σήμερα τοποθετημένη στο Τμήμα Καθυστερήσεων του γραφείου της στην Πάφο, ήταν μια από τους μάρτυρες, της οποίας η υπογραφή εμφαίνεται στη συμφωνία τρεχουμένου (Τεκμήριο 4) και των Εγγράφων Υποθήκης (Τεκμήριο 10). Ανέφερε ότι στην παρουσία της και του συναδέλφου της υπέγραψαν τη συμφωνία ο κ. Νίκος Νικολάου και κ. Χριστάκης Παπαχριστοδούλου εκ μέρους της Ενάγουσας και ο κ. Μιχάλης Μούντης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας που ήταν η πρωτοφειλέτιδα. Η Μ.Ε.2 ήταν επίσης μάρτυρας και κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 6), όπου ο Εναγόμενος 3, η εναγόμενη 2 και το επιφορτισμένο άτομο εκ μέρους της εταιρείας Pritek Dataforms Express Ltd έθεσαν τις υπογραφές τους. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη 2 έθεσε την υπογραφή της στην κάθε μία εκ των σελίδων του εγγράφου εγγύησης και στο τέλος της τέταρτης σελίδας του. Η Μ.Ε.3 ήταν μάρτυρας της υπογραφής πολλών εγγράφων και ο τρόπος υπογραφής από πλευράς Εναγόμενης 2 ουδέποτε της προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση. Ήταν κατηγορηματική ότι σε καμιά περίπτωση η Εναγόμενη 2 της ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τους ισχυρισμούς στο δικόγραφο της περί άσκησης πίεσης σε βάρος της για να υπογράψει. Μάλιστα από την πείρα της η μάρτυρας γνωρίζει ότι η Τράπεζα παραδίδει τα έγγραφα πριν την υπογραφή τους στους πελάτες της για να τα μελετήσουν και όταν αυτοί είναι έτοιμοι, τα υπογράφουν στην παρουσία εκπροσώπων της Τράπεζας. Σ΄ όσον αφορά την περίπτωση της Εναγόμενης 2, ανέφερε ότι δόθηκε το έγγραφο εγγύησης σε όλους τους εγγυητές και αφού το διάβασαν και ικανοποιήθηκαν, ακολούθως το υπέγραψαν χωρίς να θέσουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Σύμφωνα με την Μ.Ε.3 η Εναγόμενη 2 ήταν γνώστρια ότι θα παραχωρούσε προσωπική εγγύηση και Υποθήκη προς εξασφάλιση της Τράπεζας, εφόσον ήταν και η γραμματέας της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και ήταν αυτή που υπέγραφε τα πρακτικά της εταιρείας στα οποία εμφαίνοντο οι όροι παραχώρησης των διευκολύνσεων. Με τον τερματισμό των δύο συμφωνιών στις 25.10.2005 ο χειρισμός της υπόθεσης μεταφέρθηκε στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων Πάφου. Μέχρι τότε τη διαχείριση της είχαν η ίδια, η Λίζα Χαραλάμπους και ο προϊστάμενος της Πανίκος Στατιώτης. Στη συνέχεια στις 21.11.2006 ο χειρισμός της υπόθεσης μεταφέρθηκε στο Τμήμα Αγωγών στη Λευκωσία. Η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι είχε οπτική επαφή με την Εναγόμενη 2 από τη στιγμή που προσήλθε στα γραφεία της Τράπεζας για να υπογράψει και φαινόταν περιχαρής και με διάθεση να συνομιλήσει για κοινωνικού περιεχομένου θέματα. Η Εναγόμενη 2 στην παρουσία της Μ.Ε.3 διάβασε όλα τα έγγραφα, όπως και ο σύζυγος της, τα οποία τους παρέδωσε η ίδια και μετά υπέγραψαν. Εκτός αυτού τόσο η ίδια όσο και μετά ο συνάδελφος της Χριστάκης Παπαχριστοδούλου της επεξήγησαν τους όρους των εγγράφων και ό,τι απορίες είχαν. Η Μ.Ε.4 Μαρία Παπαγρηγορίου, υπάλληλος της Ενάγουσας μέχρι τον Ιούλιο του 2013 που συνταξιοδοτήθηκε, ανέλαβε την παρακολούθηση των δύο λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και προώθησε στα Κεντρικά Γραφεία της Ενάγουσας στην Αθήνα τις διάφορες προτάσεις που υπέβαλε η Εναγόμενη 2 για διευθέτηση της διαφοράς της με την Τράπεζα μαζί με τις σχετικές αποφάσεις των αρμοδίων συμβούλων της Ενάγουσας επί των προτάσεων της. Περαιτέρω η Μ.Ε.4 απέστειλε τις επιστολές (Τεκμήριο 25) στην Εναγόμενη 2 σε απάντηση πρότασης της, (Τεκμήριο 28), μέσω της δικηγόρου της και άλλην επιστολή (Τεκμήριο 24) στην οποία εσωκλείοντο Καταστάσεις Λογαριασμού. Προηγήθηκαν επιστολές της Εναγόμενης 2 ημερ. 6.7.2007 και 8.6.2007 με τις οποίες ζητούσε συνάντηση με τους υπευθύνους της Τράπεζας για σκοπούς διευθέτησης. Τελικά η Ενάγουσα απέρριψε όλες τις προτάσεις της που πόρρω απείχαν από την πραγματικότητα. Η Εναγόμενη 2 υπέβαλε περαιτέρω αντιπροτάσεις που επίσης απορρίφθηκαν. Η Μ.Ε.4 είχε αρκετές συνομιλίες με την Εναγόμενη 2 και ουδέποτε της παραπονέθηκε ή έθεσε θέμα άσκησης σε βάρος της ψυχικής πίεσης από τον σύζυγο της. Είναι η θέση της ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε τις οφειλές της πρωτοφειλέτιδας σε όλα τα χρονικά στάδια, τις οποίες είχε επεξεργαστεί μαζί με τους λογιστές της. Χαρακτήρισε δε την Εναγόμενη 2 ως άτομο με μεγάλο δυναμισμό, μόρφωση, γνώσεις και κύρος, αποκλείοντας την πιθανότητα υπογραφής από μέρους της συμφωνιών ή άλλων εγγράφων κάτω από καθεστώς βίας σε βάρος της. Σύμφωνα με την Μ.Ε.4 το θέμα περί βίας σε βάρος της Εναγόμενης 2, ήταν μια επινόηση εκ των υστέρων δηλαδή μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής εναντίον της και μετά τις άκαρπες προσπάθειες της για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς της με την Τράπεζα. Από ενδελεχή μελέτη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε συνάρτηση με τη δια ζώσης μαρτυρία της Εναγόμενης 2, διαφαίνεται ότι πολλοί από τους ισχυρισμούς της δεν συμφωνούν με τις δικογραφημένες θέσεις της. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να εκθέτει στο δικόγραφο του σε συνοπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπόθεση του, όχι όμως και τη μαρτυρία. Η Δ.19 θ.5 προβλέπει ότι σε περίπτωση που ο διάδικος στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, απάτη, κατάχρηση εμπιστοσύνης, εσκεμμένη παράλειψη ή ψυχική πίεση, πλήρεις λεπτομέρειες θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο. Περαιτέρω η Δ.19 θ.16 προβλέπει ότι, ένας διάδικος όταν αρνείται στο δικόγραφο του ένα ισχυρισμό γεγονότος, δεν πρέπει να το πράττει με υπεκφυγές αλλά να απαντά στην ουσία του θέματος (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα

(2011)1 Α.Α.Δ. 1422). Στην παράγραφο 19 της Υπεράσπισης παρατίθενται οι λεπτομέρειες αθέμιτης ψυχικής πίεσης και/ή βίας και/ή επιρροής της Ενάγουσας σε βάρος της Εναγόμενης
  1. Αυτές περιορίζονται σε τρεις και είναι συνοπτικά α) ότι η Ενάγουσα λόγω της θέσης της ως ενός ισχυρού οικονομικά οργανισμού και αποκλειστική τραπεζίτης των Εναγομένων 2 και 3 ήταν σε θέση να επιβληθεί επί της θέλησης της Εναγόμενης 2 και του συζύγου της οι οποίοι οφείλουν σημαντικά ποσά στην Τράπεζα, ιδιαίτερα επί της Εναγόμενης 2 με τη λήψη δικαστικών μέτρων, β) η Εναγόμενη 2 εξαρτάτο πλήρως επί των τραπεζικών διευκολύνσεων της ενάγουσας που εν πάση περιπτώσει ήταν εξασφαλισμένη με Υποθήκες επί ακινήτων της Εναγόμενης και γ) ουδέποτε η Τράπεζα συνεβούλευσε ή προέτρεψε την Εναγόμενη 2 να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής ως προς την Υποθήκη και την προσωπική εγγύηση που έδωσε ως εξασφαλίσεις. Στην παράγραφο 20 της Υπεράσπισης καταγράφονται επίσης τρεις λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού της Εναγόμενης 2 από τον πρώην σύζυγο της-Εναγόμενο 3 που συνοπτικά είναι: α) Ο σύζυγος της την εκβίασε ότι θα εγκατέλειπε τη συζυγική οικία και θα προχωρούσε με αίτηση διαζυγίου και/ή θα την κτυπούσε και/ή προκαλούσε φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα και/ή την πίεζε αφόρητα και/ή ασκούσε συστηματικά σε βάρος της σωματική και ψυχολογική βία αν δεν έδινε τις εξασφαλίσεις στην Τράπεζα, β) ως αποτέλεσμα της άσκησης σωματικής βίας από μέρους του συζύγου της αναγκάστηκε να δώσει προσωπική εγγύηση και Υποθήκη και γ) λόγω της άρνησης της ίδιας να υπογράψει νέα και/ή οποιαδήποτε έγγραφα Υποθήκης προκάλεσε ισχυρό κλονισμό του γάμου τους και/ή κατήγγειλε τον σύζυγο της στην Αστυνομία για κακοποίηση και/ή βία στην οικογένεια και/ή επίθεση και/ή ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του και/ή ο γάμος της τελικά κατέρρευσε και λύθηκε δικαστικά. Με τον τρόπο που συντάχθηκε η Υπεράσπιση δίνεται η εντύπωση ότι η άσκηση ψυχικής πίεσης σε βάρος της Εναγόμενης 2 φέρεται να ασκήθηκε διαζευκτικά από την Ενάγουσα και/ή τον Εναγόμενο
  2. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ v. Χίνη
(1998)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. v. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ, Πολ. Έφεση αρ. 347/08, ημερ. 23.1.2012). Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στις Πολιτικές Εφέσεις 189/07, 190/07 και 191/07 Μιχάλης Μούντης v. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου, ημερ. 30.11.
  1. Η ακρόαση όμως διεξήχθηκε στη βάση άσκησης ψυχικής ή άλλης βίας τόσο από την Ενάγουσα όσο και από τον Εναγόμενο
  2. Παρά τον πιο πάνω ανορθόδοξο χειρισμό από πλευράς Υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το θέμα, εφόσον δεν φαίνεται να προκύπτει δυσμενής ή οποιοσδήποτε επηρεασμός στην υπόθεση της Ενάγουσας από τις παράλληλες τοποθετήσεις της Εναγόμενης
  3. Στην μαρτυρία της η Εναγόμενη 2 έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στις διάφορες ενέργειες και δραστηριότητα του συζύγου της σε βάρος της, παρά σ΄ εκείνες της Ενάγουσας, που κατ΄ ισχυρισμό την εξανάγκασαν στο να δώσει την επίδικη Υποθήκη και προσωπική εγγύηση στην Τράπεζα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική πτυχή σ΄ όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης 2 περί ακυρότητας της προσωπικής εγγύησης και Υποθήκης που παραχώρησε στην Τράπεζα, λόγω της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης δραστηριότητας σε βάρος της. Το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προϋποθέτει πως για να είναι έγκυρη μια σύμβαση πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Η συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΚΕΦ 149, θεωρείται ότι δόθηκε ελευθέρως, όταν δεν προκαλείται με: - Εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο
  1. - Ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  2. - Απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο
  3. - Ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο
  4. - Πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
  5. Σχετικές με το θέμα είναι οι υποθέσεις Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 961, Κεφάλας κ.α. v. Νικόλα
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1226) και Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason και τώρα Ρίτσα Παπαδημητρίου v. Αντώνη Αντωνίου κ.α., Πολ. Έφεση 273/10, ημερ. 8/4/14. Ο ορισμός της ψυχικής πίεσης δίνεται από το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και είναι ο εξής: «16.
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάχθηκε συνεπεία ΄ψυχικής πίεσης΄ όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιάτη v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1598, αναφέρθησαν τα εξής στις σελ. 1610-1611: «Υπάρχουν βέβαια και ανεγνωρισμένες νομολογιακά περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένας πιστωτής θα μπορούσε ενδεχόμενα να αποτύχει στην απαίτηση του εάν καταδειχθεί ότι αυτός είχε αναθέσει την εξασφάλιση της υπογραφής οφειλέτη σε κάποιον ο οποίος ήταν, εν γνώσει του πιστωτή, σε θέση να επηρεάσει τον οφειλέτη και πράγματι εξασφάλισε την υπογραφή του οφειλέτη ασκώντας αθέμιτη επιρροή ή ψευδείς παραστάσεις. [Βλ. π.χ. Midland Bank Plc v. Shephard
(1988)3 All E.R. 17]. Όπως μάλιστα τονίστηκε στην υπόθεση αυτή του Αγγλικού Εφετείου, η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ συζύγων, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο αφ΄ εαυτού, για άσκηση αθέμιτης επιρροής (undue influence). Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι τέτοια συναλλαγή δεν μπορεί να επικυρωθεί εκτός αν καταδειχθεί ότι η σύζυγος είχε εξασφαλίσει ανεξάρτητη συμβουλή [Shears & Sons Ltd v. Jones
(1922)2 Ch. 802].» Σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου σε περίπτωση όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ΄ εκλογή του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό. Σε σχέση με την ψυχική πίεση τονίστηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σωκράτους v. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602 «Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής) (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το Δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ιδε Snell's "Principles of Equity" 25th Edition, p. 496).» Το άρθρο 2
(1)του ΚΕΦ 149 προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σ΄ αυτές θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια την οποία απέδωσε σ΄ αυτές το Αγγλικό Δίκαιο (βλ. Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. Αντώνη Αντωνίου κ.α. (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Κεφάλας κ.α. v. Νικόλα (ανωτέρω) στις σελ. 1238-1239 αναφέρθησαν τα εξής: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση.» Στην υπόθεση Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, αναφέρθηκε ότι «Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιρροής ή πίεσης έξω από εκείνες τις επίδικες σχέσεις». Στην υπόθεση Barclays Bank plc v. Boulter and another
(1999)4 All E.R. 513, λέχθηκε ότι όταν μια σύζυγος η οποία δίνει εγγύηση για χρέη του συζύγου της με τον οποίο συζεί προβάλει τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε κάτω από ψυχική πίεση από μέρους του συζύγου της, εξυπακουόμενη γνώση από μέρους της Τράπεζας της πίεσης αυτής τεκμαίρεται από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη συναλλαγή είναι μειονεκτική για τη σύζυγο εκτός αν η Τράπεζα αποδείξει ότι έλαβε λογικά μέτρα προς ικανοποίηση της ότι η συγκατάθεση της συζύγου για παροχή της εγγύησης λήφθηκε κανονικά. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον μου ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 υπήρξε ποτέ πριν τις επίδικες δοσοληψίες οποιαδήποτε ειδική ή άλλη σχέση από την οποίαν να προκύπτει σχέση εμπιστοσύνης. Δεν έχει παρουσιαστεί κανένα στοιχείο ώστε η Ενάγουσα να θεωρηθεί ότι κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης και Υποθήκης, ως η αποκλειστική τραπεζίτης των Εναγομένων 2 και 3 ήταν σε θέση να κυριαρχήσει επί της θέλησης της Εναγόμενης 2 για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος. Ούτε και αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με προηγούμενες δοσοληψίες της Εναγόμενης 2 με την Ενάγουσα που είχαν ως αποτέλεσμα να οφείλονται στην Τράπεζα οποιαδήποτε ποσά πριν την παραχώρηση των επίδικων εξασφαλίσεων. Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η πρώτη εκ των λεπτομερειών ψυχικής πίεσης που η Εναγόμενη 2 αποδίδει στην Ενάγουσα με την Υπεράσπιση της. Σ΄ όσον αφορά τη λεπτομέρεια (β) ότι δηλαδή η Εναγόμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο εξαρτάτο απολύτως από τις τραπεζικές διευκολύνσεις της Ενάγουσας που ήταν εν πάση περιπτώσει εξασφαλισμένη με Υποθήκες επί ακινήτων της, δεν προσφέρθηκε πάλι καμία μαρτυρία ότι προϋπήρχαν οποιεσδήποτε Υποθήκες της ημερομηνίας παροχής των επίδικων εξασφαλίσεων, εκτός και αν η Εναγόμενη 2 εννοεί την επίδικη Υποθήκη. Αν ισχύει το τελευταίο ασφαλώς και δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Από την άλλη η Εναγόμενη 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε για προηγούμενες διευκολύνσεις που της παρείχε η Ενάγουσα. Σ΄ όσον αφορά την τελευταία λεπτομέρεια που αφορά στην παράλειψη της Ενάγουσας να τη συμβουλεύσουν να λάβει νομική ανεξάρτητη συμβουλή σχετική μαρτυρία είναι εκείνη της Μ.Ε.3 και της Εναγόμενης
  1. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων της Ενάγουσας για το θέμα ήταν γενική και αφορούσε στην τακτική της Τράπεζας που εφαρμόζετο. Κανένας από αυτούς, εκτός από την Μ.Ε.3, ήταν παρών κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης και Υποθήκης από την Εναγόμενη
  2. Η Μ.Ε.3 ήταν σαφής ότι το έγγραφο εγγύησης δόθηκε σε όλους τους εγγυητές, όπως και στην Εναγόμενη 2, οι οποίοι αφού το διάβασαν και ικανοποιήθηκαν, το υπέγραψαν χωρίς να θέσουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Μάλιστα τόσο η ίδια όσο και ο συνάδελφος της Χριστάκης Παπαχριστοδούλου της εξήγησαν τους όρους του εγγράφου και έλυσαν τις οποιεσδήποτε απορίες τους. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 2 θα πρέπει να ήταν γνώστρια του γεγονότος ότι θα έδινε προσωπική εγγύηση και Υποθήκη εφόσον ως γραμματέας της Εναγόμενης 1 υπέγραψε τα πρακτικά της συνεδρίας κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για λήψη των τραπεζικών διευκολύνσεων κάτω από τους όρους που έθεσε η Τράπεζα, ένας από τους οποίους ήταν να παραχωρήσει τις επίδικες εξασφαλίσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν άσχετη με την πρωτοφειλέτιδα-Εναγόμενη 1 και ούτε με τις διευκολύνσεις που ζητήθηκαν και δόθηκαν από την Τράπεζα. Σύμφωνα με τα τεκμήρια 2 και 3 που είναι επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερ. 5.3.1999 στην οποία περιέχεται το ψήφισμα της για αίτημα προς λήψη τραπεζικών διευκολύνσεων, δηλαδή όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, δάνειο τακτής προθεσμίας και όριο σε πιστώσεις και άλλη επιστολή ημερ. 12.3.1999 με την οποία ζήτησε διευκολύνσεις κάτω από τους όρους που εμφαίνονται στο ψήφισμα, αντίστοιχα, υπογράφονται από την Εναγόμενη 2 υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας της εταιρείας. Η ίδια, για ευνόητους λόγους, άνκαι αρχικά αρνήθηκε στη μαρτυρία της ότι υπήρξε διευθύντρια και γραμματέας της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, στη συνέχεια κατόπιν της πιεστικής αντεξέτασης της, αναγκάστηκε να παραδεχθεί το γεγονός. Σημειώνεται ότι πρόβαλε και άλλη θέση ότι δηλαδή την ιδιότητα αυτή είχε μέχρι το 1994 γιατί μετά δεν δικαιούτο λόγω του διορισμού της στο Δημόσιο ως καθηγήτρια. Οι υπογραφές της όμως στα Τεκμήρια 2 και 3, που φέρουν ημερομηνίες 5.3.1999 και 12.3.1999 αντίστοιχα, υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας τη διαψεύδουν. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι αρχικά στη μαρτυρία της προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τις υπογραφές αυτές αφήνοντας να νοηθεί ότι επρόκειτο περί πλαστογραφημένων υπογραφών της. Τέτοια θέση όμως όχι μόνο δεν είναι δικογραφημένη γι΄ αυτό και δεν μπορεί να τύχει σχολιασμού, αλλά στη συνέχεια η Εναγόμενη 2 πρόβαλε και άλλες εκδοχές, ότι δηλαδή υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 γιατί ο σύζυγος της την είχε τοποθετήσει στην εταιρεία για να καταστεί νόμιμη η εταιρεία, ότι ποτέ δεν έλαβε γνώση τι έκανε ο σύζυγος της και μετά ισχυρίστηκε «μπορεί να υπέγραψα, δεν θυμάμαι». Από τις απαντήσεις της στις υποβολές της δικηγόρου της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση της δεν αποκλείεται να συνέχισε ακόμη και μέχρι το 2005 να κατέχει τις πιο πάνω θέσεις στην εταιρεία στη βάση των αρχείων του Εφόρου Εταιρειών, παρά τις προσπάθειες της να αρνηθεί το γεγονός αυτό. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η Εναγόμενη 2 συμμετείχε επιπλέον ενεργά και στις διαπραγματεύσεις για την παροχή δανείου στην Εναγόμενη 1 το 2000 και ότι επισκέφθηκε επίσης τα γραφεία της Τράπεζας και ζήτησε το δάνειο για την εταιρεία. Γι΄ αυτό και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για τη σύναψη του δανείου. Η Εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι κανένας δεν της έδωσε το Τεκμήριο 6 να το διαβάσει και ούτε το διάβασε η ίδια, ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι της υποβλήθηκαν τα έγγραφα των εξασφαλίσεων από την Τράπεζα κατά τρόπο ώστε να υπογράφει μόνο χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να ρωτήσει οτιδήποτε, ή ότι τη διαβεβαίωναν στην Τράπεζα ότι «όλα θα πάνε καλά κα Σαββίδου» ιδιαίτερα ο κ. Παπαχριστοδούλου. Οι αμέσως πιο πάνω συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της δεν περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες που στοιχειοθετούν την άσκηση ψυχικής βίας σε βάρος της από μέρους της Ενάγουσας, οπότε το Δικαστήριο θα πρέπει να τους αγνοήσει. Και αν ακόμη γίνονταν δεκτοί σχολιασμού, τέτοιοι ισχυρισμοί από μόνοι τους δεν κρίνονται ικανοί στο να τεκμηριώσουν άσκηση ψυχικής πίεσης σε βάρος της στο να δώσει τις επίδικες εξασφαλίσεις, εφόσον οι πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν αναφορές του υπαλλήλου της Τράπεζας κατ΄ ουδένα λόγο συνιστούν μεμπτή συμπεριφορά ή αθέμιτη πίεση ή εξώθηση της στην υπογραφή τους. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς της περί πλαστογραφημένων υπογραφών της και τερματισμού από μέρους της των εγγυήσεων που έδωσε καθώς και των υπολοίπων εκδοχών της που είτε έρχονται σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις της είτε δεν περιλαμβάνονται σ΄ αυτές. Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (βλ. Παφίτης & άλλοι v. Κουκουρή & άλλων
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1154, Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Λεμονάρη v. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530). Στην υπόθεση Πούρικκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, αναφέρθηκε ότι για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μαρτυρία η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται κατά το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων ή που προστίθενται δεόντως κατά την ακρόαση και να μην επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία πιθανόν να εγερθούν από τη μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα (βλ. Ιωάννης Ευάνθη v. Νικολάου Νεοφύτου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A935, Πολιτική Έφεση 38/10, ημερ. 8.12.
  1. Συνεπώς ενόψει της πιο πάνω νομολογίας, το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει υπόψη του από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 το μέρος εκείνο που συμφωνεί με τις λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης που καταγράφονται στο δικόγραφο της και μόνο. Γενικά η Εναγόμενη 2 με τη μαρτυρία της δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς την αλήθεια της εκδοχής της περί άσκησης βίας και/ή ψυχικής πίεσης σε βάρος της είτε από την Ενάγουσα είτε από το σύζυγο της-Εναγόμενο 3, που αποκλειστικό στόχο είχαν στο να πειστεί να δώσει προσωπική εγγύηση και Υποθήκη προς εξασφάλιση της Ενάγουσας για την υπ΄ αυτής παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη
  2. Η μαρτυρία της σε πολλά σημεία ήταν επιτηδευμένη και διαμορφωμένη σκόπιμα κατά τέτοιο τρόπο που θεωρούσε ότι βοηθούσε στην Υπεράσπιση της. Στην προσπάθεια της αυτή δεν παρέμεινε σταθερή στις τοποθετήσεις της αλλά πρόβαλλε διάφορους και μερικές φορές παράλογους ισχυρισμούς και ακόμη αντίθετους τόσο μεταξύ τους όσο και με την Υπεράσπιση της. Ορισμένα παραδείγματα ενδεικτικά της στάσης της αυτής έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Σημειώνεται ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την Εναγόμενη 2 με μεγάλη προσοχή ενώ βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν μου έδωσε καθόλου την εντύπωση γυναίκας που με την απειλή διαζυγίου ή σωματικής ή ψυχικής βίας θα εξαναγκάζετο να δώσει τις επίδικες εγγυήσεις, αν δεν ήθελε και η ίδια. Δεν αποκλείω τον Οκτώβρη του 2003, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, να κατήγγειλε το σύζυγο της για βίαιη συμπεριφορά σε βάρος της, αλλά δεν βλέπω με ποιον τρόπο η καταγγελία αυτή βοηθά την υπόθεση της εφόσον εκτός του ότι έγινε 3-4 χρόνια μετά που ήδη είχαν δοθεί οι επίδικες εξασφαλίσεις, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει την καταγγελία αυτή στην Αστυνομία με το γεγονός της παραχώρησης των επίδικων εξασφαλίσεων. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν αμέτοχη στη διαχείριση των θεμάτων της εταιρείας εφόσον πολλά έγγραφα που ζητήθηκαν από την Τράπεζα κατά τον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών φέρουν την υπογραφή της. Επιπρόσθετα η υποβολή προτάσεων στην Ενάγουσα με τα Τεκμήρια 25 και 28 για εξώδικη διευθέτηση δεν συνάδει με την εκδοχή της περί άκυρων εγγυήσεων, για τους λόγους που εισηγείται. Η δικαιολογία που έδωσε για τις προσπάθειες της για εξώδικη διευθέτηση ότι αυτές έγιναν κατόπιν πιέσεων από τα παιδιά της για να μην προχωρήσουν δικαστικά, κρίνεται παράλογη εφόσον ήδη η Τράπεζα είχε προχωρήσει με την καταχώρηση Αγωγής. Μάλιστα η Εναγόμενη 2 με το Τεκμήριο 28 εισηγείται και επαναχρηματοδότηση της από την Ενάγουσα στην περίπτωση που η πρόταση της για πληρωμή ενός συγκεκριμένου ποσού χρημάτων για πλήρη διευθέτηση όλων των χρεωστικών λογαριασμών, γίνει αποδεκτή από την Τράπεζα. Σε καμιά από τις επιστολές της στην Τράπεζα γίνεται αναφορά ή αφήνονται έστω υπονοούμενα για άκυρες εξασφαλίσεις λόγω άσκησης ψυχικής πίεσης ή βίας σε βάρος της από οποιονδήποτε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 σ΄ όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Εναγόμενη 2 υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης και Υποθήκης και την συναισθηματική της διάθεση. Η Μ.Ε.3, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχε την ευκαιρία να έχει οπτική επαφή μαζί με την Εναγόμενη 2 από τη στιγμή που προσήλθε στα γραφεία της Τράπεζας μαζί με τον σύζυγο της και έδειχνε περιχαρής και με διάθεση συζήτησης για κοινωνικού περιεχομένου θέματα. Ήταν σαφής η Μ.Ε.3 στη μαρτυρία της ότι «η κα Μούντη είχε κάθε δικαίωμα να πάρει τα έγγραφα και να πάει στο δικηγόρο της να της επεξηγηθούν επακριβώς οι όροι. Από τη στιγμή, που δεν ένοιωσε την ανάγκη να το κάμει ή δεν προέβηκε στην ενέργεια αυτή θεωρώ ότι της επεξηγήσαμε οι υπάλληλοι της Τράπεζας, τα κατανόησε πλήρως τους όρους και τις πρόνοιες». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Μ.Ε.3, η Εναγόμενη 2 ρώτησε τι ακριβώς υπογράφει και της επεξηγήθηκε από τον προϊστάμενο της μάρτυρος τι υπογράφει, ότι δηλαδή ήταν για τη συμφωνία του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, της επεξηγήθηκε ακριβώς ότι θα υποθηκεύοντο τα ακίνητα της και την ίδια μέρα συμφώνησαν και παρευρέθηκαν στο Κτηματολόγιο Πάφου όπου και δόθηκε η επίδικη Υποθήκη. Η Μ.Ε.3 χαρακτήρισε επιπρόσθετα την Εναγόμενη 2 και το σύζυγο της ως γνωστούς ευυπόληπτους πολίτες της Πάφου και ότι συνομίλησαν με τον προϊστάμενο της για αρκετή ώρα, περιέγραψε το κλίμα ως γενικά χαρούμενο και ευδιάθετο χωρίς να υπάρξει σε καμιά περίπτωση το αίσθημα ότι η Εναγόμενη 2 ήταν εκεί με τη βία ή ότι δεν ήθελαν να προχωρήσουν με τη δανειοδότηση από την Τράπεζα. Είναι φανερό με τα πιο πάνω δεδομένα ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2 περί άσκησης ψυχικής πίεσης, σωματικής ή άλλης βίας σε βάρος της είτε από την Ενάγουσα είτε από το σύζυγο της για να δώσει τις επίδικες εξασφαλίσεις, είναι εκ των υστέρων επινόηση για να αποφύγει τις ευθύνες της που προκύπτουν από τις εξασφαλίσεις που έδωσε. Εν αντιθέσει με την Εναγόμενη 2 όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τους περιστρέφετο σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση τους από τη θέση που κατέχουν ή κατείχαν στην Τράπεζα και επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα της Τράπεζας που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία τους ως αντιπροσωπεύουσα τα πραγματικά γεγονότα, με επιφύλαξη σ΄ όσον αφορά την ορθότητα των πράξεων των Καταστάσεων Λογαριασμού Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί τα εξής γεγονότα: Η Εναγόμενη 1 με την επιστολή της ημερομηνίας 5.3.1999 (Τεκμήριο 2) πληροφόρησε την Ενάγουσα περί της ομόφωνης απόφασης της σε έκτατη γενική συνέλευση να ζητήσει τραπεζικές διευκολύνσεις, δηλαδή σε τρεχούμενο λογαριασμό, δάνειο τακτής προθεσμίας και όριο σε πιστώσεις έναντι προτεινόμενων εξασφαλίσεων. Αυτές συνίσταντο σε υποθήκη, προσωπικές εγγυήσεις και εγγύηση της Εναγόμενης
  3. Την απόφαση της εταιρείας υπέβαλε η Εναγόμενη 2 ως γραμματέας. Με επιστολή ημερομηνίας 12.3.1999 (Τεκμήριο 3) η Εναγόμενη 1 ζήτησε από την Ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις είτε σε τρεχούμενο είτε σε άλλου είδους λογαριασμό, είτε σε μορφή δανείου τακτής προθεσμίας ή άλλως πως ποσού ύψους Λ.Κ.300.000 κάτω από τις εξής εξασφαλίσεις: Υποθήκη επί των ακινήτων της Εναγόμενης 2 με αρ. εγγραφής 26497, 26498 και 29948 για Λ.Κ.275.000 και τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3, 4 και
  4. Το Τεκμήριο 3 στο τέλος περιέχει πιστοποίηση ότι καμιά αλλαγή είχε γίνει στους αξιωματούχους της εταιρείας που εξακολουθούν να είναι εκείνοι που εμφαίνονται στο πιστοποιητικό που έδωσε στην Τράπεζα ούτε και στο Ιδρυτικό Έγγραφο και καταστατικό. Ακολούθησε στις 12.3.1999 ο καταρτισμός της συμφωνίας τρεχούμενου (Τεκμήριο 4) με την Εναγόμενη
  5. Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 παρούσες ή μελλοντικές δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 12.3.1999 (Τεκμήριο 6) και παραχώρησε την Υποθήκη Υ5263/99 μαζί με το Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμήριο 10) που επίσης φέρουν ημερομηνία 12.3.
  6. Για τη συμφωνία αυτή ανοίχθηκε ο λογαριασμός τρεχούμενου 145-10027-2002-0, ο οποίος λόγω αναβάθμισης του συστήματος της Τράπεζας αντικαταστάθηκε αργότερα με τον αρ. 645-220-007789-6, στον οποίο παρασχέθηκαν τραπεζικές διευκολύνσεις. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 8.12.2000 (Τεκμήριο 5) η Ενάγουσα χορήγησε δάνειο στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.120.000 πληρωτέου με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.1871 από 8.1.2001 και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 345-10027-4302-1, που αργότερα λόγω αναβάθμισης του συστήματος αντικαταστάθηκε με τον αρ. 645-400-001324-
  7. Το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε ακολούθως στο προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου 3 κατόπιν εντολών της Εναγόμενης
  8. Η Ενάγουσα με ειδοποιήσεις της ημερομηνίας 4.10.2004 (Τεκμήρια 11 και 12) ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για αλλαγή του επιτοκίου σε 11% στους λογαριασμούς τρεχούμενου και δανείου αντίστοιχα. Η Ενάγουσα υπέγραψε το Τεκμήριο 6 και παραχώρησε την Υποθήκη (Τεκμήριο 10) με πλήρη γνώση και επίγνωση του τι υπέγραφε και του τι λάμβανε χώρα. Ναι μεν δεν προσφέρθηκε ή δόθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή στην Εναγόμενη 2 πριν την υπογραφή της προσωπικής εγγύησης και την παροχή της Υποθήκης, αλλά της είχαν εξηγηθεί από τον προϊστάμενο της Μ.Ε.3, στην παρουσία της, οι όροι του και λύθηκαν οι οποιεσδήποτε απορίες της. Η ίδια ήταν σε θέση λόγω του μορφωτικού της επιπέδου ως απόφοιτος Αγγλικού Πανεπιστημίου στα Μαθηματικά και καθηγήτρια στο επάγγελμα, να αντιληφθεί τις συνέπειες της υπογραφής της και προχώρησε στην υπογραφή των εγγράφων για να δοθούν οι εξασφαλίσεις στην Εναγόμενη 1 εταιρεία στην οποία είχε και η ίδια συμφέρον ως μια εκ των διευθυντών και η γραμματέας. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της εταιρείας APAK AGRO INUSTRIES LTD κ.α. v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ και Αδούλλα Κυριάκου Κούντουρου v. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 322, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά στάθμισε τα ενώπιον του στοιχεία και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κούντουρου είχε γνώση του τι υπέγραφε και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο να της προσφερθεί ανεξάρτητη νομική συμβουλή.» Σύμφωνα με τα πιο πάνω η Εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει ότι η προσωπική εγγύηση (Τεκμήριο 6) και η Υποθήκη (Τεκμήριο 10) δόθηκαν κάτω από καθεστώς ψυχικής πίεσης ή βίας απ΄ οποιονδήποτε με αποτέλεσμα να καθίστανται άκυρες, άνκαι είχε το βάρος απόδειξης. Συνεπώς η εισήγηση περί ακυρότητας των εξασφαλίσεων αυτών δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του δικηγόρου της Εναγόμενης 2 στη γραπτή του αγόρευση ότι οι προσωπικές εγγυήσεις που η πελάτιδα του υπέγραψε στις 12.3.1999 δεν εξασφάλιζαν το δάνειο της Εναγόμενης 1 που δόθηκε 21 μήνες αργότερα. Έχω ανατρέξει στους όρους του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 6) όπου οι όροι 2 και 3 αναφέρουν τα εξής: «
  1. Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε εσάς σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιουδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.
  2. Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά μέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα Κεντρικό Πάφου γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεση μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και, σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά μέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή ή εκτελεστές της διαθήκης μου. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΟΤΙ θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίηση τερματισμού της εγγύησης μου.» Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη 2 ήταν ενήμερη και για την προοπτική σύναψης δανείου από μέρους της Εναγόμενης 1, σύμφωνα με τα πρακτικά της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας που υπογράφει η ίδια ως γραμματέας (Τεκμήριο 2). Σχετική είναι και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι η Εναγόμενη 2 είχεν επισκεφθεί τα γραφεία της Τράπεζας και συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις για την παροχή του δανείου στην Εναγόμενη 1 το
  3. Το κατά πόσο μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι υπήρξε, μεταξύ άλλων, αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας v. Γερολέμου Καπετάνιου άλλως Γερολέμου Γεωργίου Καπετάνιου, Πολ. Έφεση 200/09, ημερ. 9.1.20014, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Αναστασία Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 862, αποφασίστηκαν τα εξής: «Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η εγγύηση που δόθηκε από την εφεσείουσα στις 2.2.1998 μπορεί να χαρακτηριστεί ως συνεχής εγγύηση, έτσι ώστε να καλύψει και την παραχωρηθείσα διευκόλυνση που έγινε προς τον Γ. Γεωργίου στις 17.3.2000.». Το θέμα αυτό έτυχε ανάλυσης στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α. Α.Α.Δ.
(2004)1 (Α) σελ. 180, στην οποία μας παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι και με την οποία συμφωνούμε. Αναφέρεται συγκεκριμένα στη σελίδα 189: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, σελ. 619). ΄Εχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψή μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου.». Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι κατάληξη μου ότι η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια υπέγραψε το Τεκμήριο 6 και δεσμεύτηκε από το εν λόγω έγγραφο, του οποίου η λεκτική διατύπωση είναι σαφής και ξεκάθαρη και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών, έτσι ώστε να προκύπτει ότι η εγγύηση που παραχωρήθηκε ήταν συνεχής και θα μπορούσε να τερματιστεί μόνο κάτω από τις προϋποθέσεις που έθετε ο όρος 3 του Τεκμηρίου
  1. Ο όρος 3 επίσης του Εγγράφου Υποθήκης προνοεί ότι «η υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση κ.λ.π..» Μια άλλη θέση της Υπεράσπισης που προβλήθηκε μέσω της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2 και της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της ήταν ότι η ίδια προέβη σε τερματισμό της εγγύησης που έδωσε. Τέτοια θέση δεν είναι δικογραφημένη, οπότε το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε εξέταση της. Ακόμη και να γινόταν δεκτός σχολιασμού τέτοιος ισχυρισμός, η Εναγόμενη 2 δεν έθεσε κανένα στοιχείο ως προς τη νομιμότητα του κατ΄ ισχυρισμό τερματισμού και ότι αυτός ήταν σύμφωνος με τις πρόνοιες του όρου 3 του Τεκμηρίου
  2. Η πρόνοια στον όρο 3 ότι είναι δυνατός ο τερματισμός με την προϋπόθεση ότι ο εγγυητής θα ευθύνεται για όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, είναι σαφής. Το κατά πόσο η Εναγόμενη 2 προσφέρθηκε στην πληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων κατά τον χρόνο του τερματισμού ή αν ανέλαβε τέτοια υποχρέωση δεν συνιστά επίδικο θέμα στη βάση των δικογράφων, αλλ΄ ούτε και προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία. Θα προχωρήσω ακολούθως στον καθορισμό του χρεωστικού υπολοίπου των δύο λογαριασμών της Εναγόμενης 1 για την πληρωμή του οποίου ευθύνεται η Εναγόμενη 2 στη βάση των εξασφαλίσεων που έδωσε στην Τράπεζα. Όπως ανέφερα και ανωτέρω η μοναδική μαρτυρία ενώπιον μου δόθηκε από πλευράς Ενάγουσας και συγκεκριμένα από τον Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε και τα πλείστα έγγραφα ως τεκμήρια. Μεταξύ αυτών είναι και οι Καταστάσεις Λογαριασμού για τον τρεχούμενο και το δάνειο (Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα). Σχετική μαρτυρία είναι επίσης και εκείνη του Μ.Ε.
  3. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία, άνκαι αναφέρθηκε σε ετοιμασία Καταστάσεων Λογαριασμού δικών της λογιστών, δεν απαλλάσσει την Ενάγουσα από την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της στο αναγκαίο πάντοτε επίπεδο. Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται απόφασης (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v. Mavronicola
(2009)1 (B) Α.Α.Δ. 1138, 1146 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γεώργιου Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση 335/09, ημερ. 17.10.2014). Ο Μ.Ε.1 ένας εκ των υπευθύνων στην εποπτεία και έλεγχο κίνησης χρεωστικών λογαριασμών και επιφορτισμένο στην παρακολούθηση των επίδικων λογαριασμών, εξήγησε με ποιό τρόπο παρήχθησαν οι Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 13 και 14). Ανέφερε ότι εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι ήταν ορθά. Στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς της Ενάγουσας Τράπεζας του τραπεζικού της βιβλίου που είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία. Όλες οι καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στο τραπεζικό βιβλίο έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Το βιβλίο αυτό ευρίσκεται και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας στο οποίο ο μάρτυρας έχει πρόσβαση. Τα πιο πάνω προκύπτουν από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και συνιστούν ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 διαφαίνεται επίσης ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 1 και οι εγγυητές, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 2, αμφισβήτησαν την ορθότητα των περιεχομένων σ΄ αυτές πράξεων μέχρι την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Καταστάσεις Λογαριασμού, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και του Μ.Ε.1 αποστέλλοντο στην Εναγόμενη 1, ορισμένες με την επιφύλαξη ότι ο πελάτης είχε δικαίωμα αμφισβήτησης τους εντός ορισμένης προθεσμίας, που δεν έπραξε ποτέ. Σύμφωνα με την υπόθεση L.P. Georghiades v. The Republic of Cyprus
(1989)1 Α.Α.Δ. 239, η αποδοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα Καταστάσεων Λογαριασμού χωρίς ένσταση, μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι λογαριασμοί είναι σωστοί σε βαθμό που να μην γίνεται αποδεκτή η αμφισβήτηση τους. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Greenwood (Pauper) v. Martins Bank
(4)
(1993)A.C. 51, όπου αποφασίστηκε ότι ο πελάτης της Τράπεζας έχει υποχρέωση να την ενημερώσει αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση του ισχυριζόμενες πλαστογραφημένες χρεώσεις στο λογαριασμό του. Η πιο πάνω αρχή αφορά βέβαια στην Εναγόμενη 1 που είναι η πελάτιδα της Τράπεζας στην οποίαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε, αποστέλλοντο περιοδικά Καταστάσεις Λογαριασμού. Ο Μ.Ε.2 ήταν σαφής όμως ότι η Εναγόμενη 2 προμηθεύθηκε τις Καταστάσεις Λογαριασμού στις 18.11.2010, όταν η ίδια τις ζήτησε. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αποδοχής των Καταστάσεων από μέρους της Εναγόμενης 2 και των πράξεων που αυτές περιέχουν προηγουμένως ή και μετά στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, ως η σχετική εισήγηση της δικηγόρου της Ενάγουσας στη γραπτή της αγόρευση. Ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και ευρημάτων μου κρίνω ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, ώστε να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο ως εκ πρώτης όψεως μαρτυρία των πράξεων που αυτές περιέχουν. Ήταν εισήγηση του δικηγόρου της Εναγόμενης 2 στην γραπτή του αγόρευση ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού δεν είναι ορθές, εφόσον περιέχονται σ΄ αυτές παράνομες χρεώσεις. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 2 κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αμφισβήτησε ως επί το πλείστον γενικά και αόριστα την εγκυρότητα των χρεώσεων που εμφαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού, εισηγούμενος την επιβολή παράνομου ποσοστού επιτοκίου και παράνομη κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως. Αντεξέτασε επίσης το Μ.Ε.1 σ΄ όσον αφορά χρεώσεις υπό τη μορφή "excess charge" ή "arrears charge", ο οποίος εξήγησε ότι είναι μηνιαία χρέωση εκ Λ.Κ.18 για τη διατήρηση προβληματικών λογαριασμών. Η συγκεκριμένη χρέωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, άρχισε από την ημερομηνία εφαρμογής του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999). Η ίδια χρέωση γινόταν και στους δύο λογαριασμούς. Έχω ανατρέξει στις Καταστάσεις Λογαριασμού τόσο του τρεχούμενου όσο και του δανείου, όπου διαφαίνεται ότι η πρώτη χρέωση για Λ.Κ.18 ως "excess" ή "arrears charge" έγινε στις 28.1.2005 και έκτοτε μια φορά το μήνα και στους δύο λογαριασμούς. Εξήγησε ο Μ.Ε.1 ότι ειδοποιήσεις για την αλλαγή επιτοκίου αποστέλλοντο μόνο στην Εναγόμενη 1, αλλά γίνονταν σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο ώστε να γνωρίζουν όλοι. Για το δικαίωμα της Τράπεζας τροποποίησης των όρων των συμφωνιών χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων στον πρωτοφειλέτη εντοπίζεται ο όρος 5(στ) του εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 6) που παραθέτω αυτούσιο κατωτέρω: «
  1. Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: ................ (στ) Να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι Τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε από αυτές όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν και/ή υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες Τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης.» Δεν υπέδειξε όμως ο δικηγόρος της Εναγόμενης 2 με τη δέουσα σαφήνεια ποιές συγκεκριμένες πράξεις από τις Καταστάσεις Λογαριασμού θεωρεί ως παράνομες, για τους λόγους που εισηγείται, και πώς αυτές επηρεάζουν το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι αν πράγματι έγιναν χρεώσεις κατά παράβαση των όρων των δύο συμφωνιών ή προνοιών του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)το γεγονός αυτό δεν παρασύρει σε ακυρότητα την όλη σύμβαση ή την απαίτηση, αλλά μόνο το συγκεκριμένο σημείο. Από την άλλη η Ενάγουσα με τη μαρτυρία που προσκόμισε δεν επεξήγησε με ακρίβεια το ποσοστό επιτοκίου που χρεώνετο κάθε φορά στους λογαριασμούς για να εξαχθούν οι χρεώσεις των τόκων που εμφαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού. Οι μοναδικές αναφορές εντοπίζονται στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι το επιτόκιο υπολογίζετο αυτόματα από το σύστημα της Τράπεζας στη Λευκωσία και του Μ.Ε.2 ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η Τράπεζα προέβη σε αυξομείωση του τόκου. Ως εκ τούτου σ΄ όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου που χρεώθηκαν οι λογαριασμοί στο μόνο συμπέρασμα που μπορεί να προβεί το Δικαστήριο στη βάση των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί, είναι ότι μέχρι τις 31.12.2003, τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών χρεώνοντο με επιτόκιο 8% ετησίως που είναι το συμφωνηθέν επιτόκιο. Η Τράπεζα σύμφωνα με τον όρο 2 της συμφωνίας τρεχούμενου και όρο 4 της συμφωνίας δανείου έχει δικαίωμα δι΄ εγγράφου προς τον πελάτη ειδοποίησης να τροποποιεί το συμφωνηθέν ποσοστό επιτοκίου μέχρι του ορίου του νόμιμου εν ισχύ και/ή να τροποποιεί το ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά δικαιώματα κ.λ.π.. Η τροποποίηση αυτή, σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους, θα έχει ισχύ από την αποστολή γραπτής ειδοποίησης στον πελάτη που σύμφωνα με τους όρους 14 και 9 των Τεκμηρίων 4 και 5 αντίστοιχα, δύναται να γίνει δια συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως στη διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 η Ενάγουσα με τις επιστολές που είναι τα Τεκμήρια 11 και 12 που στάληκαν συστημένες στη δηλωθείσα διεύθυνση της Εναγόμενης 1, την πληροφόρησε για την αλλαγή του επιτοκίου σε 11% τόσο για τον τρεχούμενο όσο και για το δάνειο. Την πληροφόρησε ξανά με τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 15 και 16) για αλλαγή του επιτοκίου και ότι αυτός θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές ετησίως. Σ΄ όσον αφορά όμως τη συμφωνία τρεχούμενου (Τεκμήριο 4) εντοπίζονται οι όροι 2(α) και 5 που προβλέπουν τα εξής: «2(α) .Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των υπό της Τραπέζης εκάστοτε καθοριζομένων ορίων πιστώσεων και/ή άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνωνται με τόκο προς 9%.» «
  2. Ευθύς ως τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι Τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις καταστώσιν απαιτηταί δι΄ οιανδήποτε αιτίαν, θα εξοφλώνται, του πελάτου οφείλοντος να πληρώση αμέσως παν ποσόν οφειλόμενον προς την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων, παράλειψις δε του πελάτου όπως πράξη τούτο αμέσως θα συνεπάγηται χρέωσιν του με τόκον προς 9% ετησίως από της ημερομηνίας ταύτης και η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα να απαιτήση δικαστικώς την πληρωμήν του χρέους πλέον Δικαστικών και άλλων εξόδων οιουδήποτε είδους, μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως.» Συνεπώς σ΄ όσον αφορά τον λογαριασμό τρεχουμένου η Ενάγουσα δεν μπορούσε να απαιτήσει τόκο σε ποσοστό μεγαλύτερο του 9% ετησίως σύμφωνα με τις πρόνοιες των όρων 2(α) και 5 της συμφωνίας (Τεκμήριο 4). Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και ιδιαίτερα τα Τεκμήρια διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα δεν παρέμεινε στην χρέωση των επίδικων λογαριασμών τόκου προς 8% ετησίως. Από το περιεχόμενο της ειδοποίησης ημερομηνίας 4.10.2004 (Τεκμήριο 11) προς την Εναγόμενη 1 που αφορά στο λογαριασμό τρεχούμενου καθίσταται αντιληπτό ότι σε κάποιο στάδιο το επιτόκιο ανήλθε σε 9%. Παραθέτω το σχετικό σημείο από το Τεκμήριο
  3. «Το περιθώριο με το οποίο χρεώνεται ο λογαριασμός σας αυξάνεται κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες[1]. Συνεπώς το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού σας θα χρεώνεται από σήμερα ως ακολούθως: Βασικό επιτόκιο 5,50% ετησίως Προσαύξηση 5,50% ετησίως Σύνολο τόκου 11,00% ετησίως.» Ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο έχει και η ειδοποίηση (Τεκμήριο 12) που αφορά στο λογαριασμό δανείου. Επειδή οι πρώτες ειδοποιήσεις για αλλαγή επιτοκίου (Τεκμήρια 11 και 12) είναι ημερομηνίας 4.10.2004 κρίνω δίκαιο να θεωρηθεί ότι η αύξηση του επιτοκίου σε 9% ετησίως και στους δύο λογαριασμούς άρχισε το
  4. Το Δικαστήριο δεν έχει καμιά μαρτυρία ενώπιον του ότι η Ενάγουσα προχώρησε στην πραγματικότητα και χρέωσε τους λογαριασμούς του τρεχούμενου και δανείου με 11% επιτόκιο από τις 4.10.2004 όπως αναφέρετο στα Τεκμήρια 11 και 12 ή απ΄ οποιανδήποτε ημερομηνία, γι΄ αυτό θεωρεί ότι εκτός από την αύξηση σε 9% από το 2004 δεν προέβη σε άλλη αύξηση μέχρι τον τερματισμό των λογαριασμών. Η Ενάγουσα με την αποστολή των ειδοποιήσεων τερματισμού (Τεκμήρια 15 και 16) ημερομηνίας 25.10.2005, απαίτησε εκ νέου αλλαγή του επιτοκίου για μεν τον τρεχούμενο σε 9% ετησίως και του δανείου σε 14.25% ετησίως. Άνκαι ο καθορισμός του επιτοκίου σε 9% ετησίως στο λογαριασμό τρεχουμένου με το Τεκμήριο 15 κρίνεται νόμιμος και εντός των πλαισίων των συμφωνηθέντων, δεν ισχύει όμως το ίδιο και με την αύξηση του επιτοκίου επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου από τις 25.10.2005 σε 14,25% ετησίως. Και εξηγώ. Στο ποσοστό αυτό, σύμφωνα με την ειδοποίηση τερματισμού (Τεκμήριο 16), περιλαμβάνεται τόκος υπερημερίας 5%. Ο τόκος υπερημερίας δεν προνοείται από τη συμφωνία του δανείου (Τεκμήριο 5). Ενώ ο όρος 4 του Τεκμηρίου 5 προβλέπει δικαίωμα της Τράπεζας να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου που συμφωνήθηκε και κεφαλαιοποίηση του μια φορά ετησίως, καμιά αναφορά δεν υπάρχει για τόκο υπερημερίας. Στην υπόθεση Τζιαρζάζη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 627, αναφέρθηκε ότι εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση και κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλην πηγή. Ο τόκος υπερημερίας για σκοπούς αποζημίωσης του αθώου μέρους μιας συμφωνίας διασυνδέεται, όπως έχει επισημανθεί στην πιο πάνω νομολογία και με το άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, το οποίο αναφέρει επί λέξει ότι «ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα. Σχετική με το θέμα του τόκου υπερημερίας είναι η υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 281/08, ημερ. 12.11.12 όπου αναφέρονται τα εξής: «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ΄ ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does not necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» «Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι v. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά v. Μέζου κ.α.
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2359). Η πρωτόδικος δικαστής κατ΄ εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγο ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν». Σχετικό επίσης είναι το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd (πρώην Liberty Life Insurance Ltd)
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1739, 1745: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 19, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.» Και πιο κάτω στις σελίδες 1746 και 1747: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd. V. New Garage & Motor Co. Td
(1915)A.A. 79).» Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε πρόνοια στη συμφωνία δανείου για τόκο υπερημερίας, απουσιάζει μαρτυρία ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας στο λογαριασμό δανείου από την ημερομηνία τερματισμού, αποτελεί πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, θέμα που εξετάζεται κατά το χρόνο καταρτισμού της συμφωνίας και όχι αργότερα. Συνεπώς η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην επιβολή τόκου υπερημερίας, οπότε ο τόκος στο λογαριασμό δανείου από την ημερομηνία τερματισμού και μετά θα πρέπει να περιοριστεί στο ποσοστό του 9,25% ετησίως. Το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοείται στις συμφωνίες των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο δια νόμου επιτόκιο. Το άρθρο 33
(1)έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Αρ. 160
(1)/1999) το άρθρο 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479). Η κατάργηση του προηγούμενου ισχύσαντος Περί Τόκου Νόμου του 1977 από 1.1.2001 δεν επηρέασε την υποχρέωση ή την ευθύνη των Εναγομένων για πληρωμή τόκου, όπως καθορίζετο τόσο δυνάμει του παλαιού Νόμου όσο και από τη μεταξύ των μερών συμβατική σχέση κατά το χρόνο δημιουργίας της υποχρέωσης και υπογραφής της σύμβασης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να εξεταστεί το θέμα της νομιμότητας του τερματισμού των δύο συμφωνιών, δηλαδή του τρεχούμενου και δανείου, από πλευράς Ενάγουσας, εφόσον μια από τις εισηγήσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας στην γραπτή του αγόρευση ήταν ότι οι ειδοποιήσεις τερματισμού δεν παραλήφθηκαν απ΄ εκείνους προς τους οποίους απευθύνοντο. Συνιστά κοινό έδαφος ότι κατά τον τερματισμό και οι δύο λογαριασμοί ήταν χρεωστικοί. Με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 15 και 16) στάληκαν στην οδό Αθηνών 12, 8102 Πάφος που είναι η διεύθυνση που φαίνεται στις δύο συμφωνίες, ως η διεύθυνση της Εναγόμενης 1. Οι επιστολές, σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, στάληκαν κανονικά με το ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν ανεπίδοτες, οπότε εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι έχουν επιδοθεί στα πρόσωπα που απευθύνονται (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πιττάκας v. Γ και Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω). Συνεπώς ο τερματισμός των δύο συμφωνιών κρίνεται καθόλα νόμιμος. Επιστολές τερματισμού και απαίτησης εξόφλησης των υπολοίπων των λογαριασμών στάληκαν και στην Εναγόμενη 2, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, στη διεύθυνση που η ίδια είχε δώσει στην Τράπεζα και εμφαίνεται στο τέλος του Τεκμήριου 6 κάτω από το όνομα της. Οι επιστολές φέρουν ημερομηνία 25.10.2005 και είναι τα Τεκμήρια 17, 18 και 19, με τις οποίες εκτός από τον τερματισμό των δύο λογαριασμών η Τράπεζα την πληροφορούσε και για την αλλαγή του επιτοκίου και κεφαλαιοποίηση του δύο φορές το χρόνο. Το Τεκμήριο 19 αφορούσε την Υποθήκη. Ο όρος 10 του Τεκμηρίου 6 είναι σαφής ότι: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τραπέζης, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελλος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελλος έφερε την σωστή διεύθυνση.» Δεν αμφισβητήθηκε και συνιστά ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου το γεγονός ότι κατά τον τερματισμό και οι δύο λογαριασμοί ήταν χρεωστικοί και ότι υπήρξε παράβαση από πλευράς Εναγόμενης 1 του όρου πληρωμής των δόσεων του δανείου. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω νόμιμο τον τερματισμό των δύο λογαριασμών με αποτέλεσμα η εισήγηση της Υπεράσπισης περί παράνομου τερματισμού να μην μπορεί να πετύχει γι΄ αυτό και απορρίπτεται. Σ' όσον αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας κεφαλαιοποίησης του τόκου από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου διαφαίνεται ότι για πρώτη φορά η Τράπεζα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, με τις ειδοποιήσεις τερματισμού. Σχετική ενημέρωση έτυχε και η Εναγόμενη 2 με τις ειδοποιήσεις Τεκμήρια 17 και 18, που αφορούσαν στην προσωπική της εγγύηση και Υποθήκη αντίστοιχα, τόσο για την αλλαγή του επιτοκίου όσο και για την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Για το θέμα κεφαλαιοποίησης του επιτοκίου ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι για τον τρεχούμενο έγινε κεφαλαιοποίηση του τόκου στο τέλος του χρόνου 2000 και για το 2001 στις 30.6.2001 και 31.12.2001 και έκτοτε δύο φορές το χρόνο. Το ίδιο έγινε και για το λογαριασμό δανείου. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η Εναγόμενη 1 ενημερωνόταν μέσα από τις Καταστάσεις Λογαριασμού που της αποστέλλοντο κάθε μήνα. Τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών και η κίνηση τους εμφαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 13 και 14) που κατέθεσε ο Μ.Ε.
  1. Σύμφωνα με τις Καταστάσεις ο λογαριασμός δανείου κατά τον τερματισμό του με το Τεκμήριο 16 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.142.935,74, πλέον τόκους από 1.7.
  2. Ο δε λογαριασμός του τρεχούμενου κατά τον τερματισμό του με το Τεκμήριο 15 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.196.934,22, πλέον τόκους από 1.7.
  3. Τα ποσά αυτά συμφωνούν και με τις αναλυτικές Καταστάσεις Λογαριασμού και με τις εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Ε.
  4. Σημειώνεται ότι για τα ποσά αυτά εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης
  5. Από τις Καταστάσεις Λογαριασμού του τρεχούμενου (Τεκμήριο 13) το χρεωστικό υπόλοιπο στις 29.12.2000 που ανήλθε με τη χρέωση του ποσού των Λ.Κ.675,99 ως κεφαλαιοποιηθέντων τόκων σε Λ.Κ.29.518,87, κρίνεται ορθό. Είναι φανερό ότι μόνο στις 29.12.2000 έγινε κεφαλαιοποίηση τόκου για το έτος
  6. Το χρεωστικό υπόλοιπο εξακολουθεί μέχρι τις 29.6.2001 πριν ακόμη προστεθεί το ποσό των Λ.Κ.2.319,01 που περιγράφεται ως τόκοι, να είναι ορθό. Τόκοι χρεώθηκαν και κεφαλαιοποιήθηκαν και στις 31.12.2001 με την πρόσθεση στο χρεωστικό υπόλοιπο ποσού εκ Λ.Κ.4.904,
  7. Το 2002 ο λογαριασμός τρεχούμενου χρεώθηκε πάλι με τόκους δύο φορές, δηλαδή στις 28.6.2002 με την πρόσθεση ποσού εκ Λ.Κ.5.709,06 και στις 31.12.2002 άλλου ποσού εκ Λ.Κ.7.172,
  8. Για το 2003 πάλι χρεώθηκαν και κεφαλαιοποιήθηκαν τόκοι δύο φορές, δηλαδή ποσού εκ Λ.Κ.7.339,32 στις 30.6.2003 και στις 31.12.2003 ποσού εκ Λ.Κ.6.219,
  9. Ακολουθεί το 2004 όπου, σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, έγινε χρέωση και κεφαλαιοποίηση τόκου σε τέσσερις περιπτώσεις δηλαδή στις 31.3.2004 ποσού εκ Λ.Κ.3.343,07, στις 30.6.2004 ποσού εκ Λ.Κ.3.636,75, στις 30.9.2004 ποσού εκ Λ.Κ.4.011,44 και στις 31.12.2004 ποσού εκ Λ.Κ.4.344,
  10. Το 2005 ο ίδιος λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία τερματισμού του χρεώθηκε τρεις φορές με τόκο, δηλαδή στις 31.3.2005 με το ποσό των Λ.Κ.5.173,50, στις 30.6.2005 με το ποσό των Λ.Κ.5.083,48 και στις 30.9.2005 με το ποσό των Λ.Κ.5.146,
  11. Τα ποσά αυτά προστέθηκαν στο χρεωστικό υπόλοιπο. Χρεώσεις από κεφαλαιοποίηση των τόκων πάνω από μια φορά το χρόνο έγιναν και στο λογαριασμό δανείου. Από μια απλή ανάγνωση των Καταστάσεων Λογαριασμού (Τεκμήριο 14) διαφαίνονται τα εξής: Μια χρέωση εκ Λ.Κ.4.885,00 με το χαρακτηριστικό "debit entry" στις 29.6.2001 και άλλη στις 31.12.2001 με το χαρακτηριστικό "debit entry year end capitalization" εκ Λ.Κ.4.517,
  12. Στις 28.6.2002 χρέωση εκ Λ.Κ.4.133,51 με το χαρακτηριστικό "debit entry interest capitalization" και στις 31.12.2002 χρέωση εκ Λ.Κ.4.344,97 με το ίδιο χαρακτηριστικό της 28.6.
  13. Στις 30.6.2003 χρέωση εκ Λ.Κ.4.442,69 με το χαρακτηριστικό "debit entry interest capitalization" και στις 31.12.2003 Λ.Κ.4.778,42 με το ίδιο χαρακτηριστικό. Στις 30.6.2004 χρέωση εκ Λ.Κ.5.132,13 ως "debit interest" και άλλη εκ Λ.Κ.88,99 πάλι ως "debit interest" και στις 31.12.2004 τρεις χρεώσεις με το ίδιο χαρακτηριστικό "debit interest" δηλαδή εκ Λ.Κ.4.990,65, εκ Λ.Κ.249,16 και εκ. Λ.Κ.1.174,
  14. Στις 30.6.2005 άλλη χρέωση εκ Λ.Κ.7.937,65 ως "debit interest". Όλες οι πιο πάνω χρεώσεις φαίνεται να προστέθηκαν στο χρεωστικό υπόλοιπο. Σημειώνεται ότι εκτός από τις Καταστάσεις Λογαριασμού και ο Μ.Ε.1 αλλά και ο Μ.Ε.2 στη μαρτυρία τους αναφέρθηκαν ότι από το 2001 και μετά η Ενάγουσα προέβη σε κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Για το δικαίωμα της Τράπεζας να προβαίνει σε κεφαλαιοποίηση τόκων εντοπίζεται στην παράγραφο 2 της συμφωνίας τρεχούμενου (Τεκμήριο 4) η εξής αναφορά: «Και όλαι αι τοιαύται χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται εκάστοτε κατά την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους». Παρόμοια πρόνοια εντοπίζεται και στην παράγραφο 4(α) της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 5) που προβλέπει τα εξής:. «Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, νοουμένου ότι η τοιαύτη κεφαλαιοποίησις δεν θα αντίκειται προς την εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσίαν». Η λεκτική διατύπωση των πιο πάνω όρων σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους όρους των δύο συμφωνιών δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να γίνεται δηλαδή κεφαλαιοποίηση των τόκων μόνο μια φορά ετησίως και συγκεκριμένα την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Δεν μπορεί να αποδοθεί διαφορετική ερμηνεία (βλ. Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407). Το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση, που αφορά σε συμφωνίες ημερομηνίας προγενέστερης της 1.1.2001, είχε συμφωνηθεί η κεφαλαιοποίηση του τόκου μια φορά ετησίως, δεν σημαίνει ότι προκύπτει ανατοκισμός, εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4(α) της συμφωνίας δανείου οι καταθέσεις καταλογίζονται πρώτα έναντι των δεδουλευμένων τόκων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω). Η κεφαλαιοποίηση τόκου κάθε τέλος του χρόνου θα αποτελούσε ανατοκισμό μόνο αν δεν υπήρχαν προηγουμένως καταθέσεις στον επίδικο λογαριασμό. Με τα δεδομένα των Καταστάσεων Λογαριασμού (Τεκμήριο 12) που αφορούν στον τρεχούμενο είναι φανερό ότι όχι μόνο για το 2001, 2002 και 2003 γινόταν κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο και όχι μια φορά στο τέλος του χρόνου, ως η σχετική πρόνοια στη συμφωνία (Τεκμήριο 4), αλλά για τα έτη 2004 και 2005 έγινε κεφαλαιοποίηση τόκου για μεν το 2004 τέσσερις φορές και για το 2005 τρεις φορές μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Σίγουρα στην παρούσα περίπτωση η κεφαλαιοποίηση τόκου πέραν της μιας φοράς ετησίως όχι μόνο κρίνεται αντισυμβατική αλλά επιπρόσθετα για τα έτη 2004 και 2005 η κεφαλαιοποίηση που διενεργήθηκε είναι αντίθετη και με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 που προνοεί υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Σ΄ όσον αφορά τη χρέωση των Λ.Κ.18 μηνιαίως για την οποία επίσης αντεξετάστηκαν οι Μ.Ε.1 και 2 παρατηρούνται τα εξής: Από τις 28.1.2005 ο λογαριασμός του δανείου άρχισε να χρεώνεται με το ποσό των Λ.Κ.18 μηνιαίως ως "arrears charge". Η ίδια χρέωση άρχισε και στον λογαριασμό τρεχουμένου από τις 28.1.2005 με την περιγραφή "excess charge" που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 σημαίνουν το ίδιο. Από μια απλή ανάγνωση των Τεκμηρίων 4 και 5 η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να τροποποιεί το ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά δικαιώματα (ledger fees) και/ή επιβαρύνει τους λογαριασμούς με ποσοστό προμήθειας και/ή με τραπεζικά δικαιώματα. Αυτή η επιβάρυνση θα έχει ισχύν από την αποστολή σχετικής ειδοποίησης προς τον πελάτη. Και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η επιβολή της συγκεκριμένης επιβάρυνσης καλύπτεται από τις πρόνοιες των Τεκμηρίων 4 και 5, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας ότι απεστάλη προηγουμένως σχετική ειδοποίηση στην Εναγόμενη 1 με την οποία να της παρέχεται πληροφόρηση επιβολής της επιπρόσθετης επιβάρυνσης με την περιγραφή "excess charge" ή "arrears charge". Η αποστολή ειδοποίησης είναι προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος του δικαιώματος επιβολής τέτοιων χρεώσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες των όρων 2 και 4 των συμφωνιών τρεχουμένου και δανείου αντίστοιχα (Τεκμήρια 4 και 5). Συνεπώς η Ενάγουσα δεν δικαιούτο στη χρέωση των επίδικων λογαριασμών τέτοιων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο έχει ενδιατρίψει με μεγάλη προσοχή το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό σε συνάρτηση με τις Καταστάσεις Λογαριασμού. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού στις οποίες να φαίνεται ο ανατοκισμός μια φορά το χρόνο και συγκεκριμένα την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως οι σχετικοί όροι στις δύο συμφωνίες. Είναι νομολογιακά γνωστό το δικαίωμα της Τράπεζας για καταρτισμό τέτοιων Καταστάσεων και η χρησιμότητα τους για το Δικαστήριο στο να εξάξει το πραγματικό χρεωστικό υπόλοιπο για την πληρωμή του οποίου ευθύνεται ο Εναγόμενος. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε αναλυτικές λογιστικές πράξεις προς εξεύρεση του ακριβούς χρεωστικού υπολοίπου που προκύπτει από την αφαίρεση των παράνομων χρεώσεων υπό μορφή κεφαλαιοποίησης τόκων δύο φορές ετησίως αντί μιας, καθώς και των χρεώσεων ως "excess" ή "arrears charge". Ότι η Εναγόμενη 2 είναι υπόλογη ως εγγυήτρια των οικονομικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 από τις δύο συμφωνίες της με την Ενάγουσα και ότι οι δύο λογαριασμοί στη βάση των δύο συμφωνιών είναι όντως χρεωστικοί είναι αδιαμφισβήτητο και ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Για να εκδοθεί όμως απόφαση εναντίον της θα πρέπει να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή μαρτυρία σ΄ όσον αφορά το ύψος της οφειλής της Εναγόμενης 1 για την οποία να μπορεί να εκδοθεί απόφαση. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τις Καταστάσεις Λογαριασμού και τις διάφορες χρεωπιστώσεις που έγιναν, που κρίνω ως ορθές, εκτός εκείνων που αφορούν στην επιβολή τόκων και κεφαλαιοποίηση τους πάνω από μια φορά το χρόνο, με αποτέλεσμα τον επηρεασμό του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου, καθώς και εκείνων που περιγράφονται ως "excess" ή "arrears charge". Κρίνεται δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως στην προσπάθεια εξεύρεσης του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών της Εναγόμενης 1, με απλές μαθηματικές πράξεις αφαιρεθούν εκείνα τα ποσά των χρεώσεων που προέρχονται από την παράνομη και αντισυμβατική κεφαλαιοποίηση τόκων ώστε το αποτέλεσμα να πλησιάζει όσο το δυνατό περισσότερο στην πραγματική εικόνα του χρεωστικού υπολοίπου του κάθε λογαριασμού για το οποίο ευθύνεται η Εναγόμενη
  1. Τονίζω ξανά ότι το ποσό αυτό δεν θα αντικατοπτρίζει το χρεωστικό υπόλοιπο που προκύπτει με ακρίβεια αν η Ενάγουσα προέβαινε σε αναδομημένους λογαριασμούς, αλλά το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσει την Τράπεζα και να προβεί το ίδιο στις λογιστικές πράξεις που έπρεπε να κάμει η ίδια. Επιπρόσθετα ούτε οι μάρτυρες της Ενάγουσας έδωσαν σαφή πληροφόρηση ως προς το ποσοστό επιτοκίου που χρεώνοντο κάθε φορά οι επίδικοι λογαριασμοί, ενώ η Τράπεζα γνώριζε ότι τόσο η αύξηση του επιτοκίου όσο και η κεφαλαιοποίηση του αμφισβητείτο μέσω του δικογράφου της Εναγόμενης 2 και τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας. Από την άλλη οι υπολογισμοί του Δικαστηρίου επενεργούν και προς όφελος της Εναγόμενης 2 η οποία δεν προσκόμισε τη δική της Κατάσταση Λογαριασμού που ετοίμασε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας, ο λογιστής της, αλλά παρέμεινε μόνο στην αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας επί των Καταστάσεων Λογαριασμού γενικά και όχι επί συγκεκριμένων χρεώσεων. Ούτε επίσης έδωσε μια εικόνα ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο που εξάγεται μετά την αφαίρεση των κατ΄ ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων. Σ΄ όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό θεωρώ ότι είναι ασφαλές προς εξεύρεση του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου να τεθεί ως βάση το χρεωστικό υπόλοιπο που εμφανίζεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού στις 31.12.
  2. Σημειώνεται ότι για το 2004 από τον Ιανουάριο μέχρι το Δεκέμβριο δεν υπάρχει καμιά πίστωση, παρά μόνο δύο χρεώσεις η μια στις 13.10.2004 εκ Λ.Κ.1,00 ως δικαιώματα Καταστάσεων Λογαριασμού και η άλλη στις 3.12.2004 για Λ.Κ.927,59 ως πληρωμή στην Ασφαλιστική Εταιρεία, εκτός βεβαίως των χρεώσεων για τόκους που έγινε αναφορά ανωτέρω. Δηλαδή μπορεί να λεχθεί ότι το 2004 ο λογαριασμός τρεχουμένου δεν παρουσιάζει σχεδόν καμιά κίνηση. Από την άλλη οι μοναδικές χρεώσεις που εντοπίζονται το 2005 είναι τόκοι στις 31.3.2005, 30.6.2005 και 30.9.2005 καθώς και το ποσό των Λ.Κ.18 μηνιαίως από 28.1.2005 ως "excess charge", οι οποίες χρεώσεις δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Έχοντας λοιπόν ως βάση το ποσό των Λ.Κ.179.312,77 που εμφαίνεται ως χρεωστικό υπόλοιπο στις 31.12.2004 αφού είχεν ήδη προστεθεί το ποσό των Λ.Κ.4.344,60 ως κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι, θα αφαιρέσω αρχικά από το ποσό αυτό όλα τα ποσά που προκύπτουν από τη χρέωση τόκου 8% επί των κεφαλαιοποιηθέντων τόκων στα μέσα εκάστου έτους, δηλαδή 8% για έξι μήνες επί του ποσού των Λ.Κ.2.319,01 που προστέθηκε στις 29.6.2001, επί του ποσού των Λ.Κ.5.709,06 που προστέθηκε στις 28.6.2002 και επί του ποσού των Λ.Κ.7.339,32 που προστέθηκε στις 30.6.2003, που είναι Λ.Κ.93, Λ.Κ.228, Λ.Κ.294 αντίστοιχα. Θεωρώντας ότι ο τόκος αυξήθηκε το 2004 σε 9%, ο τόκος που κανονικά θα έπρεπε να επιβληθεί στη βάση του 9% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.179.312,77 από την κεφαλαιοποίηση των τόκων μια φορά τέλος του χρόνου και όχι 4 φορές, όπως έγινε στην πραγματικότητα, και ότι δεν υπήρξε καμία κίνηση στο λογαριασμό ανέρχεται σε Λ.Κ.14.674,00 και όχι Λ.Κ.15.335,00 που επιβλήθηκε σύμφωνα με τις Καταστάσεις Λογαριασμού. Υπάρχει σαφώς μια διαφορά στη χρέωση τόκων εκ Λ.Κ.661, που δεν δικαιολογείται, σε βάρος της Εναγόμενης
  3. Από την αφαίρεση των πιο πάνω παράνομων χρεώσεων που προκύπτουν από την κεφαλαιοποίηση του τόκου πάνω από μια φορά το χρόνο, από το χρεωστικό υπόλοιπο που εμφαίνεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού στις 31.12.2004, προκύπτει το ποσό των Λ.Κ.178.036,77 ως χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τρεχουμένου. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και υπολογισμούς η Ενάγουσα δικαιούται σ΄ όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό απόφασης για Λ.Κ.178.036,77 εντόκως προς 9% ετησίως από 1.1.2005 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του επιτοκίου κάθε 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σ΄ όσον αφορά το λογαριασμό του δανείου από τις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 14) διαφαίνονται τα εξής: Η τελευταία πίστωση καταχωρήθηκε στις 23.1.2004 εκ Λ.Κ.1.500, ενώ όλες οι χρεώσεις μέχρι τότε είναι τόκοι ή δικαιώματα Καταστάσεων Λογαριασμού. Οι χρεώσεις που ακολουθούν μέχρι τον τερματισμό είναι πάλι τόκοι και "arrears charge". Το ποσό των Λ.Κ.124.700,93 είναι το χρεωστικό υπόλοιπο που εμφαίνεται στις 31.12.
  4. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν οι τόκοι που προέρχονται από την παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκων σε τέσσερις περιπτώσεις αντί μια φορά καθώς και οι τόκοι καθυστερήσεων, στη βάση του 8% ετησίως, δηλαδή ποσό εκ Λ.Κ.195 από την κεφαλαιοποίηση ποσού εκ Λ.Κ.4.885,00 ως τόκων στις 29.6.2001, Λ.Κ.165 από την κεφαλαιοποίηση ποσού εκ Λ.Κ.4.133,51 ως τόκων και Λ.Κ.78 ως τόκοι καθυστερήσεων στις 28.6.2002, Λ.Κ.259 ως τόκοι καθυστερήσεων στις 31.12.2002, Λ.Κ.178 από την κεφαλαιοποίηση ποσού εκ Λ.Κ.4.442,69 ως τόκων και Λ.Κ.420,42 ως τόκοι καθυστερήσεων στις 30.6.2003 και Λ.Κ.276 ως τόκοι καθυστερήσεων στις 31.12.2003, δηλαδή σύνολο Λ.Κ.1.570,
  5. Η διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού αυτού δηλαδή των Λ.Κ.1.570,81 από το χρεωστικό υπόλοιπο της 31.12.2003 εκ Λ.Κ.124.700,93 είναι Λ.Κ.123.130,
  6. Η Ενάγουσα δικαιούται τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από την 1.1.2004 μέχρι τις 23.1.
  7. Με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.1.500,00 το χρεωστικό υπόλοιπο μειώνεται στις 23.1.2004 στο ποσό των Λ.Κ.121.630,12 για το οποίο ποσό η Ενάγουσα δικαιούται απόφασης, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 24.1.2004 μέχρι 25.10.2005 και 9,25% από 26.10.2005 μέχρι τελείας αποπληρωμής με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του κάθε 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Παραμένει τέλος να εξεταστεί η εισήγηση περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος της Εναγόμενης 2 για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου όπως επιτάσσει το άρθρο 30 του Συντάγματος. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 2 προτείνει ως θεραπεία για την καθυστέρηση στη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πελάτιδος του την απόρριψη της Αγωγής ή αναστολή της διαδικασίας. Για σκοπούς απόφασης μου επί του θέματος, κρίνω περιττό να παραθέσω την όλη πορεία της υποθέσεως, όπως διαφαίνεται από τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης, από τη στιγμή της καταχώρησης της και μετά. Περιορίζομαι μόνο στα σημεία που κρίνω σημαντικά για το θέμα που εξετάζεται καθώς και στα πρόσφατα γεγονότα. Στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η Ενάγουσα με τις επιστολές της ημερομηνίας 25.10.2005 προέβη σε τερματισμό των επίδικων λογαριασμών, στη βάση των δύο συμφωνιών με την Εναγόμενη 1 και στις 17.3.2006 προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Η Υπεράσπιση και Ανταξίωση της Εναγόμενης 2 καταχωρήθηκε μόλις στις 8.1.2009 κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας για απόφαση ημερ. 18.11.
  8. Μεσολάβησε εν τω μεταξύ η διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Τον Ιούνιο του 2009 αποσύρθηκε η δικηγόρος που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 2 και τον Σεπτέμβρη του 2009 η Εναγόμενη 2 προέβη στην καταχώρηση αίτησης για εξαίρεση του τότε Προέδρου του Ε.Δ. Πάφου, ενώπιον του οποίου ήταν ορισμένη η Αγωγή. Η αίτηση εξαίρεσης, κατόπιν ακρόασης, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 2.11.
  9. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης για εξαίρεση, η οποία τον Μάρτη του 2013 απορρίφθηκε τελικά από το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν απόσυρσης της από την Εναγόμενη
  10. Εκκρεμούσης της έφεσης η Αγωγή παρέμεινε εκτός πινακίου με διάταγμα του Προέδρου ημερ. 1.2.
  11. Ακολούθησε η έκδοση απόφασης ερήμην της Εναγόμενης 2 στις 26.11.2012, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.7.2014 σε αίτηση της Εναγόμενης 2 για παραμερισμό της απόφασης. Η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε σχέση με την Εναγόμενη 2 για τις 16.9.2014, όπου και ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 21.11.2014 με τις τελικές αγορεύσεις. Προηγήθηκε στις 16.9.2014 αίτημα της Εναγόμενης 2 για αναβολή της ακρόασης το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο για τους λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που αντιστοιχεί στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (αρ. 39/62), η διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων κάθε πολίτη πρέπει να διενεργείται μεταξύ άλλων εντός ευλόγου χρόνου. Ο εύλογος χρόνος σε μια δικαστική διαδικασία εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης, τη συμπεριφορά των διαδίκων και τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών (βλ. D.J. Harris M. O´Boyle και C. Warwich "Law the European Convention on Human Rights", p. 222-230). Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί ένα σημαντικό συστατικό της έννοιας της δικαιοσύνης και ότι η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης καταλήγει σε άρνηση της ίδιας της δικαιοσύνης (βλ. Νικολάου κ.ά. v. Χριστοφή κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 838). Με το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης όπως διαγράφεται από το φάκελο της υπόθεσης δεν υπάρχει οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ή ότι εξαιτίας της καθυστέρησης προκλήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αντίθετα, στην όποια καθυστέρηση που παρατηρείται μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας συνέτεινε και η Εναγόμενη 2, η οποία χρειάστηκε γύρω στα τρία χρόνια για να καταχωρήσει την Υπεράσπιση της. Μετά η υπόθεση παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των σχεδόν τριών χρόνων εκτός πινακίου μέχρι εκδίκασης της έφεσης της Εναγόμενης 2 επί της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, με κατάληξη την απόσυρση της τον Μάρτη του
  1. Η ακροαματική διαδικασία με την παράθεση μαρτυρίας διήρκησε από 16.9.2014 μέχρι 10.10.2014 και στις 21.11.2014 οι δικηγόροι των διαδίκων προέβησαν στις τελικές αγορεύσεις τους, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η απόφαση. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι καμιά καθυστέρηση παρατηρήθηκε είτε στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ή μετά οπότε η εισήγηση της Εναγόμενης 2 κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται. Ενόψει όλων των πιο πάνω η Ενάγουσα δικαιούται απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2, υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτριας στη βάση εγγράφου εγγύησης (Τεκμήριο 6) για τα εξής ποσά: Α. €304.193,88 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.178.036,77), πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους με αφετηρία την 31ην Δεκεμβρίου
  2. Β. €207.817,39 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.121.630,12), πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 24.1.2004 μέχρι 25.10.2005 και 9.25% από 26.10.2005 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει δανείου με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Γ. Τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού εκ €210.380,30 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.123.130,12) από την 1.1.2004 μέχρι 23.1.
  3. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει αποδειχθεί επίσης η εκτέλεση της Υποθήκης Αρ. Υ526/99 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου στην οποία καθορίζεται το ύψος του ποσού που εξασφαλίζει. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 για τα εξής ποσά: Α. €304.193,88 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.178.036,77), πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους με αφετηρία την 31ην Δεκεμβρίου
  4. Β. €207.817,39 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.121.630,12), πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 24.1.2004 μέχρι 25.10.2005 και 9.25% από 26.10.2005 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει δανείου με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Γ. Τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού εκ €210.380,30 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.123.130,12) από την 1.1.2004 μέχρι 23.1.
  5. Επίσης εκδίδεται διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης με αρ. Υ526/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση των ακινήτων τα οποία περιγράφονται εις στη ρηθείσα Υποθήκη, και ως λεπτομερώς περιγράφονται κατωτέρω, και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση του εξ΄ αποφάσεως χρέους της Εναγόμενης
  6. Τυχόν δε πλεόνασμα να αποδοθεί στην Εναγόμενη
  7. Περιγραφή ακινήτων Υποθήκης Υ526/99 Αρ. Εγγραφής 26497, Φ/LI Σχ.II.2VII, Τεμάχιο 103/1, Μερίδιο όλο, Τοποθεσία Ψαθά, Ενορία Αγίου Θεοδώρου, πόλη Πάφος, οικόπεδο. Αρ. Εγγραφής 26498, Φ/LI, Σχ.II.2.VII, τεμάχιο 103/4, Μερίδιο όλο, Τοποθεσία Ψαθά, Ενορία Αγίου Θεοδώρου, Πάφος, οικόπεδο. Aρ. Εγγραφής 29948, Φ/LI, Σχ.3, Τεμάχιο 381, Μερίδιο όλο, Τοποθεσία Μοσφίλι, Ενορία Αγίου Θεοδώρου, Πάφος, οικόπεδο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 τα έξοδα της Αγωγής, ομού και κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ [1] Η υπογράμμιση είναι δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.