← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Antonis Achilleos Restaurant Limited (ΗΕ043635) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4091/12, 10/12/2014

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Antonis Achilleos Restaurant Limited (ΗΕ043635) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4091/12, 10/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2014:A232 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4091/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και

  1. Antonis Achilleos Restaurant Limited (ΗΕ043635) εκ Κλειούς 2, 8042, Κάτω Πάφος
  2. Αντώνη Αχιλλέως (Α.Τ. 0584496) εξ Αλκμήνης αρ. 11-12, Πάφος 8041
  3. Μαριέττας Κολνάκου υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας της αποβιώσασας Χαραλαμπίας Μαυρονικόλα, εκ Πάφου
  4. Μαρίνας Γεωργίου Αγαπίου (Α.Τ. 0044486) εξ Αγίας Θέκλας αρ. 2 Πάφος Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 22.7.2014 για παραμερισμό απόφασης ----------------------- Ημερομηνία: 10.12.2014 Για την Εναγόμενη 4-Αιτήτρια: κα Μ. Πατσαλίδου (κ. Α. Γεωργιάδης ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Χ. Παπακλεοβούλου EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 4 ζητά την έκδοση των εξής διαταγμάτων: «(α) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 26/03/14 στην αγωγή με τον παραπάνω αριθμό και τίτλο αναφορικά με την εναγόμενη αρ.
  5. (β) Διάταγμα με το ποίο να ακυρώνονται οι εγγραφές ΜΕΜΟ επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης αρ. 4, με αρ. εγγραφής 0/5408 και/ή 0/8088 και/ή 0/8694 και/ή 0/
  6. (γ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο. (δ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής.» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 και στη Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τέλος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης 4, ημερομηνίας 22.7.
  1. Η Εναγόμενη 4 προβαίνει σε μια επεξήγηση ως προς τη σχέση των Εναγομένων μεταξύ τους ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 2 είναι ο διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης εταιρείας 1 και τυγχάνει να είναι γιος της. Με την επίδοση της πιο πάνω αγωγής στις 28.6.2013 ενημέρωσε αμέσως το γιο της-Εναγόμενο 2 ο οποίος της ανέφερε ότι είχε ήδη αναθέσει την υπόθεση στους δικηγόρους του και δεν χρειαζόταν να κάμει οτιδήποτε άλλο η ίδια, εφόσον οι δικηγόροι θα την εκπροσωπούσαν και την ίδια. Για πρώτη φορά ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης εναντίον της στις 9.7.2014 με επιστολή της Τράπεζας, με την οποία την πληροφορούσαν επίσης ότι η Τράπεζα είχε προβεί και στην εγγραφή memo επί της περιουσίας της για εξασφάλιση του εξ΄ αποφάσεως χρέους της. Από την έρευνα που έκανε διαφάνηκε ότι ουδέποτε δόθησαν οδηγίες στη δικηγόρο του Εναγόμενου 2 να εκπροσωπήσει και την ίδια στην υπόθεση. Ο Εναγόμενος 2 θεώρησε, λανθασμένα, ότι δεν απαιτείτο περαιτέρω διάβημα για να εκπροσωπήσει και την ίδια στη διαδικασία. Ο μοναδικός λόγος της μη έγκαιρης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από μέρους της ήταν η παράλειψη του Εναγόμενου 2 να ενημερώσει τη δικηγόρο για την επίδοση της Αγωγής στην ίδια και να της δώσει ρητές οδηγίες για να την υπερασπιστεί. Σ΄ όσον αφορά την ουσία της υπεράσπισης της στην Αγωγή η Εναγόμενη 4 ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε τις ειδοποιήσεις της Τράπεζας που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση ως προς την καθυστέρηση καταβολής των δόσεων του δανείου από μέρους της πρωτοφειλέτιδας, γι΄ αυτό και όπως πληροφορείται από τη δικηγόρο της, η παράλειψη να της δώσουν οποιαδήποτε ειδοποίηση επέφερε την απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτριας της Εναγόμενης
  2. Είναι της άποψης ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δεν είχε κανένα δικαίωμα τερματισμού των συμφωνιών δανείου και τρεχουμένου ο οποίος τερματισμός ήταν παράνομος και κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών της Τράπεζας με την Εναγόμενη
  3. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας Τράπεζας η οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
  4. Προσβάλλει την αρχή ότι οι αποφάσεις είναι καταληκτικές τελικές και τελεσίδικες καθώς και οποιοδήποτε διάβημα εκτέλεσης της Απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  5. Ότι επιστολές και ειδοποιήσεις είχαν σταλεί και παραληφθεί από την Εναγόμενη αρ. 4 στις 21.2.12 και ότι η Εναγόμενη αρ. 4 έλαβε και προφορικές ενημερώσεις από την Ενάγουσα.
  6. Ότι η Αγωγή επιδόθηκε την 28.6.2013 και εφόσον εγνώριζε για την αγωγή αυτή όφειλε η ίδια και οι δικηγόροι του γιου της να λάβουν τα μέτρα που καθορίζονται στους θεσμούς και να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως την υπεράσπιση της.
  7. Ότι η αίτηση για απόφαση εναντίον της καταχωρήθηκε στις 21.2.2014 δίνοντας της αρκετό χρόνο τόσο στην ίδια όσο και στο δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση για τους Εναγόμενους αρ. 1, αρ.2 και 3 για να πάρουν μέτρα και να καταχωρήσουν εμφάνιση και υπεράσπιση, κάτι το οποίο δεν έκαναν. Αντίθετα σε άλλες αγωγές που την αφορούσαν και με τους ίδιους διαδίκους, καταχώρησαν εμφάνιση και υπεράσπιση.
  8. Ότι η απόφαση εξεδόθη την 26.3.2014 και συντάχθηκε την 21.5.
  9. Ότι ουδέποτε η Εναγόμενη ούτε οι δικηγόροι της αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που οι Ενάγοντες να πρέπει να στερηθούν των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν προς όφελος τους.
  10. Ότι υπάρχει πλήρης έλλειψη καλής πίστης.
  11. Ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν περιέχει δηλώσεις γεγονότων που να επιτρέπουν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  12. Ότι η Εναγόμενη αρ. 4 Αιτήτρια δεν προτάσσει λόγους ότι πράγματι έχει μια καλή υπεράσπιση ώστε να ικανοποιηθεί ο λόγος εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης.
  13. Ότι η Εναγόμενη αρ. 4 Αιτήτρια δεν παρέχει κανένα πραγματικό, ουσιαστικό, σοβαρό και εύλογο λόγο γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της.
  14. Ότι η Εναγόμενη αρ. 4 Αιτήτρια δεν απόσεισε το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση.
  15. Ότι σε περίπτωση που το αίτημα των Εναγομένων Αιτητών εγκριθεί, οι Ενάγοντες θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση.
  16. Ότι η αίτηση αυτή είναι εκπρόθεσμη και εκτός εύλογου χρόνου.
  17. Ότι οι εναγόμενοι-Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια.
  18. Ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγόντων και θα υποσκελιστεί η αρχή της έκδοσης αποφάσεων όταν οι Εναγόμενοι παραλείπουν να καταχωρήσουν εμφάνιση πάνω στην οποία στηρίζεται το δικαιικό σύστημα της Κύπρου.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρόνικου Σταυρινού ημερομηνίας 27.10.2014, υπαλλήλου της Ενάγουσας Τράπεζας, στην οποίαν επαναλαμβάνει ουσιαστικά και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Τονίζει το γεγονός ότι η Εναγόμενη 4 έλαβε όλες τις ειδοποιήσεις που αποστέλλοντο στην ίδια αλλά είχε ενημερωθεί και προφορικά από τους υπαλλήλους της Ενάγουσας. Ήταν εισήγηση του ότι η Αιτήτρια δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απραξία της μέχρι σήμερα και δεν προσκόμισε κανένα ουσιαστικό λόγο για το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.35 θ.18, Δ.48, θ.θ.1, 2, 3, 4 και 8
(1)(ee) και 2
(1), Δ.39 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στις Γενικές Αρχές του Δικαίου, στη νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων, στην Πρακτική και Συμφυείς Εξουσίες των Δικαστηρίων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Η νομολογία αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο ο παραμερισμός απόφασης. Η πρώτη όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, όπου σε τέτοια περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση. Ο Εναγόμενος στην περίπτωση αυτή δικαιωματικά (ex debitio justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά εκδόθηκε η απόφαση, αλλά ο Εναγόμενος λόγω παράλειψης του δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος του απόφαση. Σ' αυτή την περίπτωση εντάσσονται οι πρόνοιες της Δ.17 θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, της Δ.26 θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης και τέλος της Δ.33 θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Σ' όσον αφορά την πρώτη περίπτωση που αφορά την αντικανονικότητα, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη έχει διακριτική εξουσία να προβεί σε παραμερισμό της, εάν ο Εναγόμενος αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, καθώς και ότι η απουσία του ήταν δικαιολογημένη. Η παρούσα αίτηση εντάσσεται στα πλαίσια της δεύτερης περίπτωσης. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.17 Θ.10 που είναι η εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Η Δ.17 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Διαταγή O33. r.10 και δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από τον Εναγόμενο. Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. v. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολ. Έφεση 233/09, ημερ. 24.1.2014 έγινε εκτενής ανάλυση των προϋποθέσεων παραμερισμού ερήμην απόφασης, όπου αναφέρθησαν τα εξής: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου από την Αιτήτρια με την ένορκη δήλωση της, δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στις 26.3.
  1. Αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ήταν η θέση της Εναγόμενης 4 ότι δεν έλαβε ποτέ η ίδια αλλ΄ ούτε και η Εναγόμενη 1 τις ειδοποιήσεις τερματισμού ημερ. 21.2.2012 που γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Ούτε έλαβε επίσης οποιανδήποτε άλλην ειδοποίηση για καθυστέρηση καταβολής των δόσεων του δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που δόθηκε προς εξασφάλιση των συμφωνιών δανείου. Ήταν εισήγηση της ότι η παράλειψη αποστολής τέτοιας ειδοποίησης την απαλλάσσει από οποιανδήποτε υποχρέωση δυνάμει των εγγυήσεων που έδωσε. Προβάλλει επίσης θέμα παράνομου τερματισμού των συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου και παραβίαση των όρων των σχετικών συμφωνιών από μέρους της Ενάγουσας. Από τα πιο πάνω στοιχεία έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους της Αιτήτριας την οποίαν θα μπορούσε να προβάλει στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής, χωρίς να εισηγούμαι ότι τέτοια θέση θα ευσταθήσει στο τέλος. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει κάποια καλή δικαιολογία για την παράλειψη της να εμφανιστεί και αν παρατηρείται καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Η Αιτήτρια παραδέχεται ότι της επιδόθηκε προσωπικά το Κλητήριο Ένταλμα στις 28.6.2013, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ημερ. 1.7.2013 που βρίσκεται στο φάκελο. Το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 12.4.2013 οι οποίοι και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 25.4.
  2. Η Αιτήτρια, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της, ήταν με την εντύπωση ότι ο γιος της-Εναγόμενος 2 θα προέβαινε στα αναγκαία διαβήματα για να διευθετήσει εκπροσώπηση και της ίδιας γι΄ αυτό και παρέμεινε αδρανής. Για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της με την επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 9.7.2014 ότι καταχωρήθηκε memo επί της περιουσίας της. Δεν κρίνω ανεδαφική ή παράλογη τη δικαιολογία που έδωσε για τη μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της. Έχω εξετάσει επίσης και το θέμα καθυστέρησης από πλευράς της Εναγόμενης 4 στην προώθηση της παρούσας αίτησης που συνιστά και λόγο ένστασης. Από τα ενώπιον μου δεδομένα ότι δηλαδή η απόφαση εναντίον της εκδόθηκε στις 26.3.2014, ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.7.2014 δηλαδή μόλις δύο βδομάδες μετά την ειδοποίηση της Τράπεζας ημερ. 9.7.2014 από την οποία η Αιτήτρια πληροφορήθηκε το γεγονός της έκδοσης απόφασης εναντίον της, δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης. Δεν έχω διαπιστώσει επίσης ότι η Αιτήτρια με την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης επέδειξε κακή πίστη ή ότι η συμπεριφορά της αυτή ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης της διαδικασίας ή ότι με τον παραμερισμό της απόφασης η Ενάγουσα θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση, που είναι ένας από τους λόγους ένστασης. Εξάλλου δεν τέθηκε κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω είμαι της άποψης ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης δίνοντας την ευκαιρία στην Εναγόμενη 4 να ακουστεί στην υπόθεση της και να παρουσιάσει την υπεράσπιση της. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 26.3.2014 που εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης
  3. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και όλα τα απωλεσθέντα έξοδα (thrown away) συνεπεία της παράλειψης της Εναγόμενης 4 να εμφανιστεί επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 4-Αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Εναγόμενη 4 έχει δικαίωμα καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εντός 10 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για παραμερισμό απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.