← Κύπρος

SOCIETE GENERAL BANK-CYPRUS LIMITED ν. Παπαγεωργίου Ξενοδοχειακός Εξοπλισμός Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 807/12, 10/1/2014

SOCIETE GENERAL BANK-CYPRUS LIMITED ν. Παπαγεωργίου Ξενοδοχειακός Εξοπλισμός Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 807/12, 10/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 807/12 Μεταξύ: SOCIETE GENERAL BANK-CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Ενάγουσα -και-

  1. Παπαγεωργίου Ξενοδοχειακός Εξοπλισμός Λτδ
  2. Ανδρέας Παπαγεωργίου
  3. Εύα Παπαγεωργίου
  4. Γεώργιος Κκέζος Εναγόμενοι ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4/3/13 Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χατζηχάννας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα αγωγή με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, Δ.2 Κ.6, στις 5/9/
  5. Με αυτή αξιώνει το ποσό των €117.743.07 σεντ πλέον τόκο 11% ετησίως από 1/8/12 ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 8/5/09 και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση) στις 12/9/12 ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Όλοι οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν εμφάνιση στις 26/9/
  6. Στις 17/10/12 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. Αφού αναβλήθηκε μερικές φορές για να καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης, τούτο έγινε στις 14/2/13 ότε και η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση δεκαοκτώ ημέρες μετά, ήτοι καταχωρήθηκε στις 4/3/13, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτονται επτά τεκμήρια. Ο ενόρκως δηλών Χρίστος Ζακχαίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Αιτήτριας, δεόντως εξουσιοδοτημένος και έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν στην υπηρεσία της Αιτήτριας στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Καθ' ων η Αίτηση. Στο τμήμα του κατέχουν και φυλάττουν όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Σε αυτόν ανατέθηκε η παρακολούθηση του λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση τα έγγραφα του οποίου έχει στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και την φύλαξη του. Ετοιμάζει τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και των Καθ' ων η Αίτηση και αληθώς οφείλουν το ποσό και τόκο που αναφέρεται στην αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους ως προνοείται από το νόμο 160

(1)/
  1. Γνωρίζει ότι το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό και δεν το εξόφλησαν αν και κλήθηκαν προς τούτο δια επιστολών ημερομηνίας 28/9/11 και 21/10/
  2. Ανελλιπώς δε απεστέλλαν στους Καθ' ων η Αίτηση μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού. Όπως αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση και εξαιτείται απόφασης ως η αίτηση. Όλα δε τα πιο πάνω τα δηλώνει στη βάση των όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 Θ.1-2&9(α) και στη Δ.48 Θ.1-4 και
  3. Οι Καθ' ων η Αίτηση αντέδρασαν καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 25/6/13 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Προβάλλονται οκτώ λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα: Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, παράτυπη, αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αβάσιμη, καταχρηστική, υποβάλλεται σε καθυστερημένο στάδιο, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και υπό το φως των γεγονότων που την περιβάλλουν καταστρατηγεί δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, τις αρχές της δίκαιης δίκης, την αρχή της ισότητας των όπλων και τη φυσική δικαιοσύνη. Στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παπαγεωργίου, που είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους να προβεί σε αυτή, και συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ανάπτυξη των λόγων ένστασης και εμφαντικά αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση που αφορά ολόκληρη την απαίτηση. Καταρχάς αναφέρεται ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των επίδικων εγγράφων και/ή της ισχυριζόμενης κατάστασης λογαριασμού. Μετά, συνεχίζει, το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι προϊόν εσφαλμένης χρεοπίστωσης και/ή προκύπτει από επιβολή καταχρηστικών όρων και/ή αντισυμβατικών ενεργειών. Αν δε χρεοπιστωνόταν ορθά ο επίδικος λογαριασμός δεν θα παρουσίαζε κανένα υπόλοιπο. Αυτοί οι ισχυρισμοί βρίσκονται στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση και πηγάζουν από τον περί Συμβάσεων Νόμο και το Νόμο περί Καταχρηστικών Ρήτρων ο οποίος ενσωματώνει σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία και ως εκ τούτου εγείρεται συζητήσιμη υπεράσπιση. Όσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 κα 4, που είναι εγγυητές, όπως φαίνεται και στην υπεράσπιση εγείρονται ισχυρισμοί που άπτονται της εγκυρότητας της σύμβασης εγγύησης. Επίσης είναι ισχυρισμός τους ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003, άρθρα 4, 5, και 12
(1)
(2). Περαιτέρω αυξήθηκε το όριο πίστωσης χωρίς να ενημερωθούν. Επίσης με βάση τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποδεικνύεται η απαίτηση της Αιτήτριας. Ακόμη τόσο η αργοπορία της καταχώρησης της αίτησης εκ μέρους της Αιτήτριας μετά την εμφάνιση των Καθ' ων η Αίτηση όσο και μετά την καταχώρηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, προδήλως καταδεινύεται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αλλά και η υποβολή της σε μη κατάλληλο στάδιο. Εάν πραγματικά ήθελε η Αιτήτρια να προωθήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση θα μπορούσε να το πράξει πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης αφού είχε ενώπιον της όλα τα έγγραφα. Οι ενέργειες της Αιτήτριας σκοπεύουν στη μη διεξαγωγή δίκης για να στερηθούν οι Καθ' ων η Αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους και να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους. Τελικά θα έχει ως αποτέλεσμα να μην ακουστεί ούτε η ανταπαίτηση η οποία συνδέεται άμεσα με την υπεράσπιση. Τέλος, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μια αδιαμφισβήτητη απαίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο Χρίστος Ζακχαίος θέτει την εκδοχή της Αιτήτριας για τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες των άρθρων 4, 5 και 12
(1)και
(2)του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/
  1. Συγκεκριμένα αφού γίνεται αναφορά στο τι έπρεπε να πράξει η Αιτήτρια δυνάμει του νόμου, σε σχέση με το άρθρο 5 και αφού διαπιστώθηκε ότι δεν επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια τα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με αυτό, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επισυνάπτονται τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια Η, Θ, Ι και Κ, που αποδεικνύει ότι η Αιτήτρια συμμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/
  2. Από την άλλη ο Ανδρέας Παπαγεωργίου στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου 197
(1)/
  1. Οι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αφού καταπιάνονται με τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και επιχειρηματολογούν επί αυτών για να καταδείξουν από την μια την ορθότητα των θέσεων που έκαστος εξ αυτών προωθεί και από την άλλη την κατάρριψη των ισχυρισμών που πάλι ο κάθε ένας από αυτούς προβάλλει, εισηγήθηκαν με επίκληση σχετικής νομολογίας, ο μεν δικηγόρος της Αιτήτριας ότι δεν έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση και γι' αυτό πρέπει να μην τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν και να εκδοθεί απόφαση, ο δε δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση εντελώς το αντίθετο και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της αίτησης ρυθμίζεται και θεμελιώνεται επί της Δ.18 Κ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: Δ.18, Κ.1(α):
  2. (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σε μετάφραση: «1.(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με τη περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης» Από την πιο πάνω διατύπωση συνάγεται ότι: (Α) Ο Ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.
  3. (Β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υπέχει υποχρέωση να καταδείξει ότι συνυπάρχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις: Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και να ελέγξει πρώτα ότι ο Αιτητής έχει αυστηρά συμμορφωθεί με την Δ.18, Κ.1, γιατί τότε μόνο το Δικαστήριο περιβάλλεται με δικαιοδοσία εξέτασης της ουσίας της αίτησης που είναι η ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Ogcondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης στην επάρκεια ή την πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores Ltd
(1903){1912} 1 K.B. 259, 266-27 ως ακολούθως: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. .............................. An application is often made under Order XIV, not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r.1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ............................. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789 επ. όπου αναλύεται εις βάθος η έννοια της προσωπικής γνώσης του ομνύσαντος και το νόημα της αποδίδεται και μεταφέρεται στη συνέχεια. Φαίνεται από την Δ.18, Κ.1 ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να κάνει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι Ενάγων. Στην περίπτωση όμως, όπως την υπό εξέταση υπόθεση, που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να ορκισθεί, αλλά κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Το πρόσωπο όμως αυτό ως είναι η ρητή επιταγή της Δ.18 Κ.1 πρέπει να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Τέλος στην υπόθεση Γεωργίου Αγαθαγγέλου Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2002)1 Α.Α.Δ. 274 εξετάζοντας το θέμα της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης από τον ομνύοντα στην σελίδα 280 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία προσυπογράφει.» Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1113, Νεάρχου v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, Θεοδώρου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 915. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Αυτό το μέρος της εξέτασης μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση πραγματεύεται η νομολογία μας στις υποθέσεις Kypros S. Kyprianides v. Symeon Ioannides
(1996)1 C.L.R. 265, C.Y.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Ioulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 204, Γεώργιος Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1988)1 Α.Α.Δ. 22 πέραν των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί λέχθηκε ότι είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται «καλή τη πίστει» ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια ακόμη και αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρης της απαίτησης. Επί πλέον αναφέρεται ότι στην υπόθεση εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου v Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, λέχθηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να βλέπει ένα τέτοιο αίτημα. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να απολήγει σε διακοσμητική διάταξη η Δ.18 Κ.1 και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο βασίζεται στις ενόρκους δηλώσεις όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Michalacis Christodoulou v. Olympia Erotokritou
(1956)21 C.R. 175 και δεν προσκομίζεται μαρτυρία. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην Αίτηση Αρ. 91/93 Χριστάκη Αυγουστή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 409 στην οποία λέχθηκε ότι εκείνο το οποίο μπορούσαν να κάνουν οι Αιτητές ήταν να δώσουν ειδοποίηση για να αντεξετάσουν τον Ενάγοντα πάνω στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους, πράγμα που δεν είχαν κάνει. Εξετάζοντας πρώτα κατά πόσο τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) καταδεικνύεται ότι: (Α) Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται αφού η αγωγή εγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου Δ.2 Κ.6. (Β) Επίσης οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 26/9/12 και μετά καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Κατ' ακρίβεια μετά και την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. (Γ) Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης φαίνεται ότι με την ένορκη δήλωση επιβεβαιώνεται η αγωγή και το ποσό που αξιώνεται ως διαπιστώνεται άλλωστε από το Τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται με αυτή και όπως πιστεύει ο ομνύων δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκείνο που παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία πρέπει να ορκισθεί θετικά. Θέση των Καθ' ων η Αίτηση ως αυτή καταγράφεται στο δεύτερο λόγο ένστασης, στην τέταρτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και στην αγόρευση του δικηγόρου τους είναι ότι ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην τέταρτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία λεπτομέρεια και κανένα στοιχείο που βασίζεται αυτός ο ισχυρισμός. Εγχείρημα δικαιολόγησης του ισχυρισμού αυτού εμφαίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών τον οποίο ισχυρισμό συνδέει με τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ζακχαίου και αφορούν τα όσα σχετίζονται με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003 άρθρο 5. Όμως ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και είναι ο ίδιος που ορκίζεται και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην παράγραφο 1 αναφέρει ότι είναι ένας από τους υπαλλήλους που στο τμήμα τους φυλάττουν όλα τα σχετικά έγγραφα, έχουν την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών, την παρακολούθηση του συγκεκριμένου λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση την έχει αυτός, τα έγγραφα που σχετίζονται με το λογαριασμό τους τα έχει αυτός στην κατοχή και φύλαξη του και αυτός ετοίμασε την κατάσταση του λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση, βλ. Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 274 και Θεοδώρου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ.
  1. Όσο και αν γίνεται αναφορά στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ότι για όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην προσωπική γνώση του, την πηγή της πληροφόρησης την παραθέτει κατωτέρω και είναι εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και πληροφορείται ορθά και αληθινά, είναι άνευ σημασίας αφού ήδη ως αναφέρεται προηγουμένως για όλα που σχετίζονται με τον λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση έχει ο ίδιος προσωπική γνώση. Η Αιτήτρια είναι χρηματοπιστωτικός οργανισμός στον οποίο διατηρούνται αρχεία για τον κάθε λογαριασμό, χρέος, δάνειο κλπ η φύλαξη των οποίων ανατίθεται σε υπαλλήλους της, όπως και η υπογραφή σχετικών εγγράφων για την κάθε δοσοληψία με τους πελάτες της που δεν παραμένουν εσαεί στην ίδια θέση αλλά ανατίθενται σε αυτούς άλλα καθήκοντα ή ακόμη αφυπηρετούν ή για οιονδήποτε λόγο μπορεί να μην εργάζονται πλέον στη τράπεζα. Αυτού του είδους γεγονότα δεν εμποδίζουν την τράπεζα να παρουσιάσει σχετικά έγγραφα στο Δικαστήριο δια μέσου υπαλλήλων τους που έχουν στην κατοχή, φύλαξη, χειρίζονται και ετοιμάζουν καταστάσεις λογαριασμών που τηρούνται από την τράπεζα. Ως εκ των πιο πάνω κρίνεται ότι πληρείται και η (Γ) προϋπόθεση. Με την πλήρωση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Καθ' ων η Αίτηση να αποδείξουν ότι έχουν συζητήσιμη και καλή υπεράσπιση. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης, ότι η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, αστήρικτη ως αναλύονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση και το μέρος της αγόρευσης του δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση που αναφέρεται σε αυτούς, διαπιστώνεται ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, Δ.18 Κ.1(α) και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τη Δ.39 Θ.1 και
  2. Σε σχέση με την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πράγματι δεν καταχωρήθηκε αμέσως μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης αλλά παρήλθε ένα χρονικό διάστημα περίπου πέντε μηνών και αφού καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης μετά από υποβολή αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Το γεγονός ότι καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ή εμπόδιο καταχώρησης αίτησης για συνοπτική απόφαση, αφού σε σχέση με αυτό το ζήτημα σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) η καταχώρηση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να καταχωρηθεί μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε άλλο. Επομένως εξ αντιδιαστολής εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι η επιδίωξη συνοπτικής απόφασης με υποβολή αίτησης πριν την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Επίσης αν καταχωρηθεί αίτηση για συνοπτική απόφαση μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης αλλά πριν την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης τότε δεν δύναται να καταχωρηθεί έκθεση υπεράσπισης αφού πλέον πρέπει στα πλαίσια της αίτησης, με την καταχώρηση ένστασης σε αυτή, να καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση ώστε να δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση υπεράσπισης, (βλ. υπόθεση Melita Manuf Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1238). Επίσης βλ. Annual Practice 1966 σελ. 183 όπου αναφέρονται τα εξής: «. the mere fact that the defendant has served a defence will not, in a proper case, necessarily prevent the plaintiff from making the requisite affidavit swearing to the belief that there is no defence and proceeding under O.14 (McLardy v. Slateum,
(1890)2 Q.B. 504.» Σε μετάφραση: «Το γεγονός και μόνο ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε υπεράσπιση δεν παρεμποδίζει σε κατάλληλη περίπτωση τον Ενάγοντα από το να προβαίνει στην αναγκαία ένορκη δήλωση, ορκιζόμενος ότι είναι της πεποίθησης πως δεν υπάρχει υπεράσπιση και να προχωρεί δυνάμει της Δ.14.» Η επίκληση της Δ.21 και ο συλλογισμός που ακολουθεί ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση για υποστήριξη της θέσης ότι αφού καταχωρήθηκε υπεράσπιση, υπό τις συνθήκες που αναφέρθησαν ανωτέρω, η αίτηση είναι αβάσιμη, αγνοεί ότι άλλη είναι η χρησιμότητα της Δ.21 που δεν κρίνεται σκόπιμο να αναλυθεί τώρα. Όμως ο χρόνος καταχώρησης τέτοιας αίτησης είναι σημαντικός και καίριος, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, στην προώθηση της αφού ο κύριος σκοπός και το πνεύμα της Δ.18 είναι η αποφυγή της καθυστέρησης και η διεκπεραίωση της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό. ΄Οπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βιολάρη v. Ηρακλέους κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 61, αναφέροντας ότι ήταν η δεύτερη αίτηση για συνοπτική απόφαση μετά από χρόνια, θα έπρεπε να απορριφθεί η ίδια η αίτηση συνοπτικά. Στην αγωγή 792/92 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος μεταξύ Νίκου Λοϊζου v. 1. Γεώργιου Χαραλάμους άλλως Καρούσου κ.ά., ημερομηνίας 26/4/93 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Χατζηχαμπή, Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, και τώρα Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Η διατύπωση της Δ.18 θ.1 είναι τέτοια ώστε να μην περιορίζει ρητά τα χρονικά πλαίσια της καταχώρησης αίτησης για συνοπτική απόφαση. ΄Ομως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της Δ.18 και του όλου πνεύματος της, όπως και της αναφοράς της στο ότι η αίτηση γίνεται μετά από την καταχώρηση εμφάνισης, ο χρόνος και οι συνθήκες καταχώρησης της αίτησης δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως μάλιστα αναφέρεται και στο Annual Practice 1952, O.14, r.2 υπό τον τίτλο "At what Stage of Action", o.186-187Q "In McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, the Divisional Court held that, though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards, but that in such an event the onus is cast on the plaintiff of showing why he did not apply sooner". Σε δική μου μετάφραση: "Στην McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, το Ανώτερο Δικαστήριο (Divisional Court) έκρινε ότι, αν και ήταν η πρόθεση των Κανόνων ότι η αίτηση θα έπρεπε να γίνει πριν η υπεράσπιση παραδοθεί με την συνήθη πορεία, ο ενάγων δεν εμποδίζετο από του να το κάνει αυτό μετά, αλλά σε τέτοια περίπτωση το βάρος μεταφέρεται στον ενάγοντα να δείξει γιατί δεν αιτήθηκε ενωρίτερα.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Αιτήτρια, όχι μόνο δεν καταχώρησε αίτηση για συνοπτική απόφαση αμέσως μόλις καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, αλλά αγνόησε ή παράκαμψε το ενδεικνυόμενο σε εκείνο το στάδιο προβλεπόμενο δικονομικό διάβημα της Δ.18 Κ.1(α) και υπέβαλε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, καλώντας ουσιαστικά τους Καθ' ων η Αίτηση να καταχωρήσουν την έκθεση υπεράσπισης τους. Μάλιστα, προς υλοποίηση της καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης από τις 14/11/12 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά αναβλήθηκε στις 19/12/12 και στις 14/2/13, χωρίς ένσταση, ότε και καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ως εκ τούτου αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας, αφήνοντας να παρέλθουν πέντε και πλέον μήνες από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης στις 26/9/12 μέχρι τις 4/3/13 που υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η συμπεριφορά της Αιτήτριας είναι τέτοια που υπό το σύνολο των περιστάσεων, χρόνου, παραλείψεων, ενεργειών, ως αναφέρεται ανωτέρω, και μη εξήγησης, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και όχι στην αγόρευση του δικηγόρου της η οποία δεν αποτελεί μαρτυρία, γιατί δεν καταχωρήθηκε ενωρίτερα, της στερούν το δικαίωμα της για προώθηση της αίτησης. Σε σχέση με το βάρος ανάδειξης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση καλής υπεράσπισης για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης διαφαίνεται ότι, σε σχέση με το μέρος της ένορκης δήλωσης που αναφέρεται στη μη τήρηση των προνοιών των άρθρων 4, 5 και 12
(1)
(2)του Ν.197
(1)/03, και σχετίζονται με τους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 και το μέρος της ένορκης δήλωσης που αναφέρεται στην αύξηση του τόκου, με παραπομπή στην έκθεση υπεράσπισης, και στις χρεώσεις και των προνοιών του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96 και παράβασης του άρθρου 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου, και ότι το ζητούμενο ποσό αν γίνονταν ορθά οι χρεοπιστώσεις δεν θα οφείλετο, και σχετίζονται με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 (Annual Practice
(1958)σελ. 264), έχοντας κατά νου ότι δεν αξιολογούνται τώρα οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί ως σε δίκη για κατάληξη σε συμπεράσματα και ότι η ανταπαίτηση που συνδέεται άμεσα με την υπεράσπιση είναι μεν αγωγή αλλά για σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται υπεράσπιση (βλ. Γεώργιου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 274 και ότι εγείρονται νομικά θέματα που χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία, Βλ. Ανδρονίκου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977 και F.P.P. Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230, έστω και αν δεν είναι της σοβαρότητας και πολυπλοκότητας αυτών των υποθέσεων, αποκαλύπτεται κάτι περισσότερο από σκιώδη αλλά λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση, Βλ. Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ. 817. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση για συνοπτική απόφαση απορρίπτεται με €900 υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.