MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Cooling Nicholas John κ.α., Αρ. Αγωγής 851/11, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 851/11 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσα και 1.Cooling Nicholas John 2.A.Chacholis Developers Ltd Εναγόμενοι ___________________ Αίτηση Παραμερισμού από τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 1.7.2013 31 Ιανουαρίου, 2014. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ'ης η αίτηση: κα Μ. Ραφαήλ για Ι.ΦΡΑΓΚΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 1- Αιτητή: κα Ορθοδόξου για ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση o εναγόμενος 1 (εφεξής ο αιτητής) επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 30.1.2012, δυνάμει της οποίας οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τράπεζα (εφεξής η καθ' ης η αίτηση), €243.036,11 και €211.378,90, αντίστοιχα, πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση πηγάζει από την απαίτηση της καθ' ης η αίτηση - στηριζόμενη σε συμφωνίες δανείου ημερ.11.9.2008 - βάσει των οποίων χρηματοδότησε τον αιτητή για την αγορά των κατοικιών με αρ.71 και 72 στο συγκρότημα "Frenaros Village Palms" στο Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου. Πωλητής των κατοικιών ήταν η εργοληπτική εταιρεία A.Chacholis Developers Ltd (εφεξής η εναγόμενη 2), η οποία φέρεται να εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του αιτητή, με βάση τις προαναφερθείσες συμφωνίες δανείου. Σε συνάρτηση με την παραχώρηση των δανείων, υπεγράφησαν προς όφελος της καθ'ης η αίτηση, συμφωνίες εκχώρησης όλων των δικαιωμάτων του αιτητή που αναφύονταν από τα πωλητήρια έγγραφα των εν λόγω κατοικιών. Στο σημείο αυτό, επισημαίνω, ότι, όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα, κατατέθηκαν από την καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της διαδικασίας απόδειξης εναντίον του αιτητή και βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στο βαθμό που είναι αναγκαίο για επίλυση της διαφοράς, θα αντληθεί πληροφόρηση και θα ληφθούν υπόψη τα έγγραφα αυτά (βλ Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938) Επανερχόμενος στα της Αίτησης, σημειώνω κατ' αρχάς, ότι το νομικό της υπόβαθρο είναι ορθό και ότι από πλευράς γεγονότων πλαισιώνονται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του αιτητή, κας Όλγας -Λουΐζας Δαμιανού. Η ενόρκως δηλούσα αφού αναφέρεται στις πηγές γνώσης και πληροφόρησης της κατά τρόπο συνάδοντα με τη Δ.39, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και τον λόγο για τον οποίο προβαίνει αυτή, αντί ο αιτητής, στην ένορκη δήλωση, παραθέτει ενδελεχώς τις θέσεις του. Χαρακτηρίζει την υπόθεση ως μέρος "μιας σοβαρότατων διαστάσεων διαφοράς που υπάρχει μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία από τη μια και της [εναγόμενης 2] και της [αιτήτριας] από την άλλη" στην οποία, οι Άγγλοι εξαπατήθηκαν από τους τελευταίους στο να αγοράσουν κατοικίες από τα σχέδια (off plan) στις ελεύθερες περιοχές Αμμοχώστου, οι οποίες στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραμένουν μέχρι σήμερα ημιτελείς. Ειδικά σε σχέση με την κατοικία που αγόρασε ο αιτητής (αν και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι είναι δύο κατοικίες που αγόρασε), αυτή δεν του παραδόθηκε ποτέ με αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλη ζημιά. Σε σχέση με τη ζημιά αυτή - μαζί με 34 άλλους Άγγλους αγοραστές - καταχώρησαν αγωγή ενώπιον αγγλικού Δικαστηρίου, εναντίον της αιτήτριας, της εναγόμενης 2 και άλλων υπευθύνων προσώπων και εξασφάλισαν δικαστική απόφαση την 1.5.2013, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα τους να τερματίσουν (rescind) τις συμφωνίες δανείου και τα σχετικά πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψαν. Παράλληλα αναγνωρίζεται το δικαίωμα τους να ανακτήσουν αποζημιώσεις, ως θα καθοριστούν αργότερα, για ψευδή παράσταση (misrepresentation) από μέρους, μεταξύ άλλων, της αιτήτριας και της εναγόμενης 2. Αναφορικά τώρα με τη διαδικασία στην Κύπρο, αναγνωρίζει ότι η αγωγή (κατόπιν σχετικού διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση), επιδόθηκε στις 28.11.2011 στον δικηγόρο κ. Άνδρο Πελεκάνο και ότι ο δικηγόρος στις 5.12.2011 απέστειλε όλα τα σχετικά έγγραφα στη δικηγόρο του αιτητή στην Αγγλία, αλλά χαρακτηρίζει την εν λόγω επίδοση ως αντικανονική, για τον λόγο ότι δεν επιδόθηκαν αντίστοιχα έγγραφα μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα και αντί για Ειδοποίηση επιδόθηκε το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει, η δικηγόρος του αιτητή στην Αγγλία, προώθησε όλα τα έγγραφα στον δικηγόρο στην Κύπρο, κ. Μάριο Κυριακίδη με οδηγίες όπως καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, θεωρώντας ως δεδομένο ότι τούτο θα εγίνετο. Στις 13.6.2013 ερεύνησαν - προληπτικά - τον φάκελο της υπόθεσης για τον λόγο "ότι σε άλλες υποθέσεις με ενάγουσα την Alpha Bank είχαν εκδοθεί αποφάσεις ερήμην εις βάρος των εναγομένων λόγω λάθους και/ή παράλειψης του δικηγόρου που τις χειριζόταν." Πράγματι, διαπίστωσαν, ότι και εδώ δεν είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και είχε εκδοθεί, ερήμην, απόφαση εναντίον του αιτητή. Έτσι, έσπευσαν να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Τούτο καταδεικνύει, πάντα κατά την ενόρκως δηλούσα, ότι, ο αιτητής ενήργησε χωρίς χρονοτριβή και ουδεμία πρόθεση είχε να περιφρονήσει ή να αγνοήσει την παρούσα διαδικασία. Η ενόρκως δηλούσα εγείρει και θέμα δικαιοδοσίας, υποστηρίζοντας ότι είναι τα αγγλικά και όχι τα κυπριακά Δικαστήρια, που έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τούτο δυνάμει του άρθρου 5
(1)και
(3)της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 44/2001 (προφανώς εννοεί τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 44/2001). Συναφώς, υποστηρίζει, ότι, ο αιτητής είναι καταναλωτής (consumer) υπό την έννοια του άρθρου 15 του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Κανονισμού, στοιχείο που στερεί και πάλι δικαιοδοσίας τα κυπριακά Δικαστήρια. Διαζευκτικά, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει, ότι, ο αιτητής έχει υπεράσπιση η οποία εδράζεται ουσιαστικά στα όσα ισχυρίστηκε και ενώπιον του αγγλικού Δικαστηρίου και τα οποία κρίθηκαν ικανοποιητικά για να καταδειχθεί ψευδής παράσταση σε σχέση με διάφορες πτυχές του έργου (ποιότητα, ημερομηνία παράδοσης, δυνατότητα ενοικίασης και πώλησης κ.α.) και να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να τερματίσει (και) τις συμφωνίες δανείου και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο αυτό ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι, ο αιτητής δεν έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν συνάψει τις συμφωνίες και ότι πιέστηκε από αντιπροσώπους της καθ' ης η αίτηση και της εναγόμενης 2 να υπογράψει τα διάφορα έγγραφα χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να τα μελετήσει. Καταλήγοντας, η ενόρκως δηλούσα, στη βάση των πιο πάνω, εκφράζει την πεποίθηση ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση ημερ.30.1.2012. Η καθ' ης η αίτηση με την Ένστασή της ημερομηνίας 30.10.2013 - προβάλλοντας έξι συγκεκριμένους λόγους ένστασης - αμφισβητεί τη βασιμότητα της Αίτησης. Η Ένσταση εμπεριέχει τις σωστές νομικές διατάξεις σε ότι αφορά τη θεμελίωσή της, ενώ από πλευράς γεγονότων πλαισιώνονται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Ιωάννου - η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα, απορρίπτει τους πλείστους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Σε σχέση ειδικά με την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, τονίζει, ότι, αυτή έγινε συμφώνως του διατάγματος του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση - και ως παραδέχεται και ο αιτητής - με αυτή έλαβε γνώση της εναντίον του διαδικασίας. Παρόλα ταύτα, παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης χωρίς να δοθεί επ' αυτού επαρκής δικαιολογία, ενώ πολύ αργοπορημένα προέβη και στο διάβημα για παραμερισμό της απόφασης. Περαιτέρω, αμφισβητεί τα περί προληπτικής έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 13.6.2013, επικαλούμενη την απουσία σχετικής βεβαίωσης έρευνας (certification). Κατά την ενόρκως δηλούσα, εκείνη την ημέρα, ο δικηγόρος του αιτητή απλά ζήτησε αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης και καταχώρησε επιστολή για την πρόθεση του να εμφανιστεί - ενέργειες που φανερώνουν ότι ο αιτητής στην πραγματικότητα, γνώριζε για την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Αμφισβητεί επίσης τους ισχυρισμούς περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ως επίσης και για έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τουναντίον, ως εξηγεί, θεωρεί ότι είναι τα κυπριακά Δικαστήρια που έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Στηλιτεύει την καταχώρηση υπόθεσης στην Αγγλία μετά την ημερομηνία καταχώρησης της εδώ αγωγής, γεγονός που δεικνύει αλλότριο σκοπό από μέρους του αιτητή. Τελικώς, θεωρεί την έκδοση διατάγματος παραμερισμού "ως ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης" και αιτείται, συνακόλουθα, την απόρριψη της Αίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν οι ενόρκως δηλούντες για αντεξέταση με αποτέλεσμα οι εμφανισθέντες δικηγόροι να καταθέσουν απλώς γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσονται οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών. Τις αγορεύσεις αυτές τις μελέτησα με προσοχή και ενδελέχεια, λαμβάνοντας υπόψη μου κάθε τί που καταγράφεται σ' αυτές. Αναφορά δε, σε επιμέρους θέσεις και επιχειρήματα θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Πρώτα, όμως, θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε μια σκιαγράφηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η ερήμην απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε βάσει των προνοιών της Διαταγής 17 Θ.1 - 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - ελλείψει δηλαδή καταχώρισης εμφάνισης από μέρους της αιτήτριας. Απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί βάσει της Διαταγής 17 Θ.10, η οποία διαλαμβάνει ως εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Στηριζόμενο κατά βάση στη θεμελιακή επί του θέματος αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει, σε μεγάλο αριθμό αποφάσεών του, καθορίσει με σαφήνεια τις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα Δικαστήρια κατά την ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118,για παράδειγμα, αναφέρθηκαν τα εξής: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ'αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Στην Bush κ.α ν Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 αναφέρονται στις σελ. 1345-1346 τα ακόλουθα: "Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae us sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση." Σε σχέση ειδικά με το θέμα της υπεράσπισης αναφέρθηκαν στην Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ 26, τα ακόλουθα: "Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης." Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η Χρυσάνθου v. Mariala Construction Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ 1129, όπου τονίστηκε, ότι, το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιων του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Πατούρης (ανωτέρω)). Σε σχέση ειδικά με την δικαιολόγηση της μη εμφάνισης, σχετική είναι η Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 όπου λέχθηκε, ότι, αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία να ισοδυναμεί με τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (ανωτέρω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α, Πολιτική Έφεση 10552 ημερ. 11.4.2000 και Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Παρομοίως στην Πεγιώτης ν Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, 1606 λέχθηκαν τα εξής: "Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του (βλ. μεταξύ άλλων, Mine and Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ.26). Δε συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας, προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της". Σχετικές με το θέμα είναι και οι υποθέσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R 204, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 Α.Α.Δ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Λευκίδου v. Κανναουρίδου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd Πολιτική Έφεση 10720 ημερ. 23.3.2001 και Κωνσταντινίδης v. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ.
- Επανέρχομαι στα ειδικά γεγονότα της παρούσας Αίτησης κάνοντας αρχή από το ζήτημα της μη εμφάνισης του αιτητή και εστιάζοντας φυσικά στην περίοδο από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, αβίαστα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του αιτητή σαφέστατα εμπίπτει στην κατηγορία της περιφρονητικής και καταφρονητικής της δικαστικής διαδικασίας. Το Κλητήριο Ένταλμα του επιδόθηκε νομότυπα στις 28.11.
- Επ' αυτού επισημαίνω ότι υποκατάστατη επίδοση που γίνεται συμφώνως διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι υποδεέστερη της επίδοσης που γίνεται δια της κανονικής οδού. Για όλους τους σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, η επίδοση που γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο θεωρείται "καλή επίδοση". Στην προκειμένη περίπτωση αυτό έχει αποδειχθεί και στην πράξη, αφού ο δικηγόρος προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενημέρωσε τον αιτητή και απέστειλε όλα τα σχετικά έγγραφα στη δικηγόρο του στην Αγγλία στις 5.12.
- Αυτό το παραδέχεται ο ίδιος ο αιτητής. Αρά, από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2011, ήταν πλήρως ενημερωμένος για τη δρομολογηθείσα εναντίον του διαδικασία. Παρεμπίπτοντας, μιας και εγείρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση (αν και δεν υπάρχει επ' αυτού επιχειρηματολογία στη γραπτή αγόρευση), να αναφέρω, ότι, με δεδομένο ότι η επίδοση έγινε στην Κύπρο και μάλιστα σε Κύπριο, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση να επισυναφθούν τα αντίστοιχα έγγραφα μεταφρασμένα στα αγγλικά, πολύ δε περισσότερο να χρειαζόταν να επιδοθεί Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, αντί το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα, όπως έγινε. Με άλλα λόγια δεν υπήρξε καμία παράβαση της Δ.6 Θ.6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Έχοντας λοιπόν πλήρη γνώση για την υπόθεση από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2011, ο αιτητής, ισχυρίζεται ότι, από τότε, δόθηκαν οδηγίες σε συγκεκριμένο δικηγόρο στην Κύπρο να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, αλλά για άγνωστους λόγους, η εμφάνιση δεν καταχωρήθηκε ποτέ. Περαιτέρω λεπτομέρειες επί τούτου δεν δίνονται. Αντίθετα στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή (σελ.5) αναφέρεται ότι "ενόψει της λεπτότητας του θέματος δεν θα μπορούσε να ζητηθεί από τον ίδιο [τον δικηγόρο] να βεβαιώσει αυτό το γεγονός και ουσιαστικά να παρaδεχθεί ότι υπέπεσε σε ένα ανθρώπινο λάθος....." Στη συνέχεια της αγόρευσης, αναφέρεται, ότι, το λάθος τελικά μπορεί να μην είναι του δικηγόρου στην Κύπρο, αλλά του δικηγόρου του αιτητή στην Αγγλία, ο οποίος ενδεχομένως να μην έδωσε καν οδηγίες στον δικηγόρο στην Κύπρο. Όπως και να έχουν τα πράγματα, φρονώ πως το θέμα ήταν και είναι μείζονος σημασίας για την υπόθεση του αιτητή και όφειλε έτσι να αποσαφηνίσει με απόλυτη ευκρίνεια πως είχαν τα πράγματα και να "εμπλέξει" ευθέως στην υπόθεση τον όποιο δικηγόρο φέρει ευθύνη και όχι να γίνεται επίκληση ούτω καλούμενης "λεπτότητας του θέματος". Εδώ αν συνέβη αυτό που ισχυρίζεται ο αιτητής δεν μιλούμε απλά για "ανθρώπινο λάθος" αλλά για κραυγαλέα περίπτωση επαγγελματικής αμέλειας. Δεν είναι όμως μόνο ο ισχυρισμός αυτός που πάσχει, αλλά και τα όσα ακολούθησαν ή καλύτερα τα όσα δεν ακολούθησαν. Δηλαδή από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2011 μέχρι και την 13.6.2013 που έγινε η "έρευνα προληπτικά" και καταχωρήθηκε στον φάκελο η επιστολή των δικηγόρων του αιτητή σε σχέση με την εκπροσώπησή του - για ενάμιση και πλέον χρόνο δηλαδή - ο αιτητής δεν ασχολήθηκε καθόλου με την υπόθεση. Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν υλοποιήθηκαν οι οδηγίες του για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Δεν ενδιαφέρθηκε για την ετοιμασία υπεράσπισης, αλλά και για την προώθηση των τόσων αξιώσεων που παρουσιάζεται τώρα να έχει. Δεν ενδιαφέρθηκε καν να ενημερωθεί μέχρι που έφτασε και τι απέγινε μια τόσο σημαντική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του σε μια ξένη χώρα. Εκείνο το οποίο στην πραγματικότητα προκύπτει, είναι πως για ενάμιση και πλέον χρόνο, περιφρόνησε κατά τρόπο απαξιωτικό την κυπριακή δικαστική διαδικασία. Τη θυμήθηκε μόνο, όταν εξασφάλισε, από αγγλικό Δικαστήριο, δικαστική απόφαση (1.5.2013), την οποία τώρα επικαλείται με διάφορους τρόπους είτε για να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων είτε για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση (και όχι μόνο) επί της ουσίας της υπόθεσης. Ενδεικτικό της απαξίωσης που αγγίζει και τα όρια κατάδειξης αλλότριων κινήτρων, είναι και το γεγονός, ότι, στα διάφορα έγγραφα που υποβλήθηκαν ενώπιον του αγγλικού Δικαστηρίου (Claim Form και General Particulars of Claim - τεκμήρια 2 και 3 επί της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση), καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε πολύ πιο πριν. Τούτο ήταν στοιχείο βαρυσήμαντο, τουλάχιστον σε ότι αφορά την απαίτηση του αιτητή, ενόψει και των προεκτάσεων του ΕΚ 44/2001, στον οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης χωρίς καν να χρειάζεται να εξεταστούν οι θέσεις του αιτητή περί της ύπαρξης καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης επί της ουσίας. Εκείνο το οποίο, όμως, θα πρέπει να εξεταστεί είναι το θέμα δικαιοδοσίας που εγείρεται. Η κατά τόπο ή η καθ' ύλη αρμοδιότητα (δικαιοδοσία) ενός Δικαστηρίου δεν είναι θέμα Υπεράσπισης, ως παρουσιάζεται, αλλά ύψιστο θέμα δημόσιας τάξης. Πρέπει, απαρέγκλιτα να εξετάζεται, είτε κατόπιν έγερσης από τα διάδικα μέρη, είτε αυτεπάγγελτα (ex prorio motu) από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει απλώς εξουσία, αλλά και καθήκον να το εξετάζει (βλ. Philippou v. Phillipou
(1986)1 C.L.R. 689 και "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport κ.α
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Στην προκειμένη περίπτωση η κρίση επί του ζητήματος περνά μέσα από την εξέταση των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 44/2001, ο οποίος αν και δεν κωδικοποιείται σε κάποιο νομοθέτημα, τυγχάνει απευθείας εφαρμογής και υπερισχύει κάθε πηγής ημεδαπού δικαίου. Διευκρινίζω ότι κάθε αναφορά σε άρθρα που θα ακολουθήσει, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, θα αφορά άρθρα του εν λόγω ευρωπαϊκού Κανονισμού. Προτού, όμως, καταπιαστώ με την εξέταση των προνοιών του εν λόγω Κανονισμού θα πρέπει να γίνουν κάποιες επισημάνσεις. Η πρώτη είναι, ότι, το θέμα θα εξεταστεί με βάση τα στοιχεία του φακέλου, με προεξάρχουσα την Έκθεση Απαίτησης, η οποία είναι το μοναδικό δικόγραφο της υπόθεσης. Τα δικόγραφα, κατά κανόνα, αποτελούν το μοναδικό πλαίσιο γεγονότων για να αποφασιστεί θέμα δικαιοδοσίας - είτε καθ' ύλη είτε κατά τόπο (βλ. Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd. v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059 και Ιωαννίδης v. Κρητικού
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 828). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι, οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις είναι οπωσδήποτε άνευ σημασίας (βλ. INTERAMERICAN INSURANCE CO. LTD v. Άντρη Μακρίδου Πολ.Έφεση 10283, ημερ. 25.9.00). Η δεύτερη είναι, ότι, θα πάρω ως δεδομένο πως ο αιτητής είναι Άγγλος υπήκοος έχοντας τη μόνιμη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο και η καθ' ης η αίτηση και εναγόμενη 2, είναι κυπριακές εταιρείες, έχοντας τη μόνιμη έδρα τους στην Κύπρο. Η τρίτη και τελευταία επισήμανση είναι πως η κρίση του Δικαστηρίου θα αφορά - και έτσι θα πρέπει να εκληφθεί - το κατά πόσο έχει το ίδιο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία και όχι κατά πόσο το αγγλικό Δικαστήριο είχε ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή που άχθη ενώπιον του. Κύριο λοιπόν επιχείρημα του αιτητή είναι ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία, για τον λόγο ότι ο ίδιος είναι καταναλωτής (consumer) υπό την έννοια του άρθρου 15
(1)και σε τέτοια περίπτωση, αγωγή εναντίον του δύναται να καταχωρηθεί μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων όπου έχει την κατοικία (domicile) του (άρθρο 16
(2)). Το άρθρο 15
(1)διαλαμβάνει ως εξής: «
- Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών (sale of goods) με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή∙ β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή∙ γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίστηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ' αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγων δραστηριοτήτων." (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Είναι ορθή η θέση, πως αν ο αιτητής ήταν καταναλωτής (consumer), η εναντίον του αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί στη χώρα όπου έχει την κατοικία του (domicile), εκτός βέβαια αν ίσχυε η εξαίρεση του άρθρου 17 που εδώ δεν φαίνεται να ισχύει. Η φιλοσοφία αυτής της πρόνοιας είναι ότι ο καταναλωτής - ως το αδύνατο μέρος - θα πρέπει να τυγχάνει κάποιου είδους προστασίας και αυτή η προστασία παρέχεται με το να αναγκάζεται το ισχυρό μέρος να τον εναγάγει στη χώρα του. Το θέμα εδώ όμως είναι ότι ο αιτητής, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν φαίνεται να είναι καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου
- Η σύμβαση δεν αφορά την πώληση κινητών (άρθρο 15
(1)(α)). Ούτε και την χρηματοδότηση για την αγορά κινητών (άρθρο 15
(1)(β)). Ούτε και υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν παρουσία της καθ' ης η αίτηση στη χώρα κατοικίας του αιτητή, πάντοτε σε σχέση με το επίδικο δάνειο για την αγορά των κατοικιών (άρθρο 15
(1)(γ)). Αυτή ειδικά η πρόνοια, κρίθηκε αναγκαία μετά τη ραγδαία εξάπλωση του διαδικτύου, όπου πλέον πωλητές, είχαν απευθείας διασυνοριακή πρόσβαση σε καταναλωτές και πραγματοποιούσαν πωλήσεις μέσω διαφόρων ιστοσελίδων. Ήταν σημαντικό επομένως, να τεθεί ασφαλιστική δικλείδα με το να θεωρηθεί ότι ο πωλητής με τον πιο πάνω τρόπο, απεύθυνε τις εργασίες του στη χώρα κατοικίας του καταναλωτή. Εδώ κανένα αντικειμενικό στοιχείο δεν έχει παρουσιάσει ο αιτητής ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου που να δεικνύει, έστω και για σκοπούς συζήτησης, ότι, η καθ' ης η αίτηση - ως τραπεζικός, χρηματοδοτικός οργανισμός - εκπροσωπείτο ή απεύθυνε τις εργασίες της σ' αυτή τη χώρα, είτε μέσω της εργοληπτικής εταιρείας - εναγόμενης 2 (την οποία ειρήσθω εν παρόδω εναγάγει η καθ'ης η αίτηση) είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου πρόσωπου. Δεν στερούνται συνεπώς, ως εκ τούτου, δικαιοδοσία τα κυπριακά Δικαστήρια. Εν όψει των πιο πάνω, εφαλτήριο πλέον για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας αποτελεί το άρθρο 2
(1). Βάσει αυτού του άρθρου, κατά κανόνα, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Στην περίπτωσή μας, αυτή η χώρα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτός ο κανόνας, όμως, υπόκειται σε εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα με βάση το άρθρο 3, τέτοια πρόσωπα μπορεί να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλων χωρών σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2-7 (που καλύπτει τα άρθρα 5-24). Σε αυτό το πλαίσιο επομένως, ως θα εξηγήσω στη συνέχεια, τα κυπριακά Δικαστήρια, για πολλούς λόγους και με διάφορους τρόπους, έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Κατ' αρχάς, δικαιοδοσία παρέχει το άρθρο 5, το οποίο προβλέπει ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε ένα κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος,
(1)για θέματα που αφορούν σύμβαση, στα Δικαστήρια του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (βλ. LOUGHRANS STORES LTD v. D.P. AGROPRODUCTS LTD, Πολ.Έφεση 300/2009, ημερ. 23.12.2013). Στην απόφαση De Bloss Sprl v. Bouyer SA Case 14/76 [1976] ECR 1497, το Δικαστήριο της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ερμηνεύοντας ανάλογη παλαιότερη διάταξη, επισήμανε ότι η υπό αναφορά παροχή είναι αυτή που αντιστοιχεί στο συμβατικό δικαίωμα στο οποίο εδράζεται η αγωγή του ενάγοντος (which corresponds to the contractual right on which the plaintiff's action is based). Στην προκειμένη περίπτωση, η δεσπόζουσα βάση της αγωγής είναι η συμφωνία παροχής δανείου. Για τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε στην Κύπρο λογαριασμός δανείου εξ ονόματος του αιτητή (παράγραφος 4 της Ε/Α). Κατά παράβαση αυτής της συμφωνίας, ο αιτήτης παρέλειψε να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις. Οι δόσεις (η εκπλήρωση δηλαδή της παροχής) έπρεπε να καταβάλλονται στην Κύπρο, όχι μόνο βάσει των όρων της συμφωνίας δανείου, αλλά και βάσει της γενικότερης αρχής ότι ο χρεώστης (δηλαδή ο αιτήτης) οφείλει να αναζητήσει τον πιστωτή (δηλαδή την καθ'ης η αίτηση) για σκοπούς πληρωμής του χρέους (βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100 Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Κωστάκη Πουγιούκα v. Σοφία Πουγιούκα
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.α v. PANEUROPEAN INSURANCE CO LTD Πολ. Έφεση 11072 ημερ. 21.10.02). Αυτή η διάταξη λοιπόν, αναμφίβολα παρέχει δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης στα κυπριακά Δικαστήρια. Δικαιοδοσία παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο και από το άρθρο 22
(1)το οποίο προβλέπει ότι αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων (rights in rem) επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα Δικαστήρια του κράτους μέλους του ακινήτου. Για να επεξηγήσω πως καταλήγω σ' αυτό το συμπέρασμα, θα πρέπει πρώτα να γίνει αναφορά σε Νομολογία, κυρίως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECJ) και σε σχετικά συγγράμματα. Ξεκινώ από την υπόθεση Elite Licensing v. OHMI -Aguas De Mondaris Fuente del Val ECJ Case C/386/12 [2012], ημερ. 3.10.2013 όπου στην παράγραφο 23 αναφέρονται τα ακόλουθα: «It should also be pointed out that, in its case─law relating to Article 16
(1)(a) of the Brussels Convention ─ which, according to recital 19 of Regulation No 44/2001, also applies for the purposes of construing Article 22
(1)of that regulation ─ the Court has held that that provision to the Brussels Convention must be interpreted as meaning that the exclusive jurisdiction of the courts of the Contracting State in which the property is situated does not encompass all actions concerning rights in rem in immovable property, but only those which both come within the scope of the convention and are actions which seek to determine the extent, content, ownership or possession of immovable property or the existence of other rights in rem therein and to provide the holders of those rights with protection for the powers which attach to their interest (see, inter alia, Case C ─ 115/88 Reichert and Kockler [1990] ECR I ─ 27, paragraph 11, and CEZ, paragraph 30). (ο τονισμός και η υπογράμμιση είναι δικές μου προσθήκες) Στην κυπριακού ενδιαφέροντος υπόθεση Apostolides v. Orams and Orams ECJ Case C/420/07 [2009] ημερ. 28.4.2009, που αφορούσε αγωγή για παράνομη επέμβαση σε ακίνητο στα κατεχόμενα, επιβεβαιώθηκε το αυτονόητο κατά την άποψη μου, ότι, τα κυπριακά Δικαστήρια, για σκοπούς του άρθρου 22
(1), έχουν διεθνή δικαιοδοσία ακόμα και για ακίνητα που βρίσκονται στο μέρος της Κύπρου όπου η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο (effective control). Στην υπόθεση Webb v. Webb [1994] ECR 1-1717 άγγλος πατέρας είχε μεταβιβάσει γη στον γιο του στη Γαλλία. Στην πορεία του χρόνου οι σχέσεις τους διασαλεύτηκαν και ο πατέρας σε αγγλικό Δικαστήριο επιχείρησε την επιστροφή και εκ νέου εγγραφή της γης επ'ονόματί του. Ο γιος αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του αγγλικού Δικαστηρίου και το θέμα έφτασε μέχρι το ECJ. To ECJ αποδίδοντας δικαιοδοσία στο αγγλικό Δικαστήριο επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα στην παράγραφο 20.- "..for Article 16
(1)to apply (αντίστοιχο του άρθρου 22
(1)), that a right in rem in immovable property be involved in the action or that the action have a link with immovable property: the action must be based on a right in rem and not on a right in personam, save in the case of the exception concerning tenancies of immovable property. ............................................................................. The father does not claim that he already enjoys rights directly relating to the property which are enforceable against the whole world, but seeks only to assert rights as against the son. Consequently, his action is not an action in rem within the meaning of Article 16
(1)of the Convention but an action in personam." Στην αγγλική υπόθεση Ashurst v. Poland [2001] Ch 595 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα.- "The court observed that proceedings had as their object rights in rem for the purposes of that article only if such rights were their principal subject matter. The article was to be construed restrictively having regard to its underlying rationale and the court would consider whether the proceedings involved a factual investigation best carried out by the courts of the state in which the property was situated or raised questions of local law practice." Στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins The Conflict of Laws, (Fourteenth Edition), Volume 1, paragraph 11-384 γίνεται το εξής σχετικό σχόλιο: "This clause is based on Art. 22
(1)of the Judgments Regulation and Art. 16
(1)(a) of the Conventions, which provide that in proceedings which have as their object rights in rem in, or tenancies of, immovable property, the courts of the Regulation State or Convention State in which the property is situated have exclusive jurisdiction. The basic principle is found in the law of most countries. The lex situs is paramount both from the point of view of convenience of evidence and because its law will apply. Where the court has jurisdiction under this clause, it will also be able to deal with contractual claims connected with rights in rem, particularly debts secured on immovable property. .... ." (ο τονισμός και η υπογράμμιση είναι και πάλι δικές μου προσθήκες). Περαιτέρω συζήτηση του θέματος υπάρχει στις παραγράφους 23R-001 μέχρι 23-015 του Volume 2 του ιδίου συγγράμματος. Τέλος στο σύγγραμμα The Conflict of Laws (Clarendon Law Series) του Adrian Briggs στη σελ.206, πέραν του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, το θέμα σχολιάζεται από την οπτική γωνία του "exclusionary rule" του κοινοδικαίου, βάσει του οποίου, τα αγγλικά Δικαστήρια αρνούνται να αναλάβουν δικαιοδοσία για αγωγές που αφορούν ακίνητα στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: "Moreover, as titles to land are increasingly recorded on a register, only the court with personal jurisdiction over the registrar has any sensible basis for accepting jurisdiction. It follows that disputes about title to foreign immovable΄s must be tried in the courts of the situs, no matter how inconvenient this is, and notwithstanding that the parties are willing to submit to the personal jurisdiction of the court. By parity of reasoning, foreign judgments which purport to adjudicate title to English immovable's will not be recognized in England." Στην προκειμένη περίπτωση, ως προανέφερα, η αγωγή της καθ' ης η αίτηση έχει ως δεσπόζουσα βάση τη συμφωνία δανείου. Αυτή η βάση όμως, είναι άρρηκτα συνυφασμένη - από κάθε άποψη - με τις δύο κατοικίες, για την αγορά των οποίων, δόθηκε η χρηματοδότηση. Αυτές οι κατοικίες βρίσκονται στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην επαρχία Αμμοχώστου. Βρίσκονται στον πυρήνα των διεκδικήσεων της καθ' ης η αίτηση, αφού όλα τα δικαιώματα του αιτητή που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα των εν λόγω κατοικιών ημερ. 10.9.2008, τα εκχώρησε στην καθ' ης η αίτηση, με βάση συμφωνίες εκχώρησης ημερ.11.9.2008 (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση ημερ. 26.1.2012 που καταχωρήθηκε για απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του αιτητή). Συνεπώς, αυτές οι συμφωνίες συναποτελούν ή συμπληρώνουν τουλάχιστον, τη βάση της αγωγής. Παρέχουν το δικαίωμα στην καθ' ης η αίτηση να διεκδικήσει, μεταξύ άλλων, αποκλειστική κατοχή, κυριότητα μέσω ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου και πώληση για ίδιον όφελος των κατοικιών (βλ. Elite Licensing (ανωτέρω)). Πράγματι τέτοιες αξιώσεις περιλαμβάνονται στο Παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος και παραμένουν προς διεκδίκηση στα πλαίσια εκδίκησης της υπόθεσης. Τα δικαιώματα επί των κατοικιών που διεκδικεί βάσει του εκχωρητηρίου εγγράφου η καθ'ης η αίτηση, δεν διεκδικεί να τα ασκήσει μόνο εναντίον του αιτητή, αλλά και εναντίον της εναγόμενης 2 και οποιουδήποτε τρίτου. Διεκδικεί, δηλαδή, να αποκτήσει κατοχή και κυριότητα, έναντι ολόκληρου του κόσμου (βλ. Webb (ανωτέρω)). Περαιτέρω, δοθέντος του γεγονότος ότι για σκοπούς επιτυχούς αναγνώρισης/απόδοσης των υπό διεκδίκηση αξιώσεων, θα πρέπει να πληρούνται διάφορες προϋποθέσεις που τίθενται από ημεδαπά νομοθετήματα και κανονισμούς, όπως π.χ. του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63 σε σχέση με την χαρτοσήμανση των εγγράφων, του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 σε σχέση με την εγκυρότητα των συμφωνιών και του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81
(1)/2011 σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την κατάθεση στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης τόσο των πωλητηρίων εγγράφων όσον και των εκχωρητηρίων εγγράφων. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι το θέμα εγείρει την ανάγκη διεξαγωγής τοπικής έρευνας επί των γεγονότων και εφαρμογής ημεδαπού δικαίου στο τόπο (lex situs) όπου βρίσκονται οι κατοικίες (βλ.Ashurst (ανωτέρω)) και τα προαναφερθέντα συγγράμματα). Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ, ότι η παρούσα αγωγή είναι και υπόθεση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτου (action in rem) υπό την έννοια του άρθρου 22
(1), παρέχοντας δικαιοδοσία και μάλιστα αποκλειστική στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Αυτό, θα πρέπει να λεχθεί, συνάδει και με τη λογική (sensibleness), την ευχέρεια (convenience) και τη ταχύτητα των διαδικασιών (expediency of proceedings). Δεν είναι, όμως, μόνο τα πιο πάνω που παρέχουν δικαιοδοσία. Υπάρχει και το άρθρο 6
(1)που προβλέπει ότι, «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί (a person domiciled in a Member state may also be sued):' 1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Ως αναφέρεται, σκοπός του άρθρου είναι να αποφεύγονται τυχόν ασυμβίβαστες αποφάσεις σε χωριστές διαδικασίες. Ασυμβατότητα - ειδικά σε σχέση με τα γεγονότα - σαφώς και μπορεί να προκαλέσει ζημιά (βλ. Gascoine v. Pyrah [1994] 1LPr 82 CA). Το γεγονός ότι η βάση της αγωγής εναντίον των διαφόρων εναγομένων, μπορεί να διαφέρει, δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 6
(1)(βλ. Freeport Plc v. Arnoldsson Case C/98/06 [2007] ECR 1/839). Στην εδώ περίπτωση, η εναγόμενη 2, εναντίον της οποίας εκκρεμεί η αγωγή, είναι υπενθυμίζω, κυπριακή εταιρεία που έχει έδρα την Αμμόχωστο. Η δε σχέση αιτητή και εναγόμενης 2 είναι σχέση πρωτοφειλέτη - εγγυητή. Επομένως η εναντίον τους απαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη, τόσο σε σχέση με τη διεκδίκηση των οφειλομένων ποσών του δανείου - όπου η ευθύνη τους είναι αλληλέγγυα και ξεχωριστή - όσο και σε σχέση με τη διεκδίκηση των διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν στις δύο κατοικίες. Η εγγύτητα της εναντίον τους απαίτησης είναι τόσο άμεση που τυχόν διαχωρισμός της, ειδικά αν διασκορπιστεί σε διαφορετικές χώρες, θα οδηγήσει σε ατραπούς, πραγματικά (factually) και νομικά (legally) ανεπιθύμητους. Επομένως, η συμπερίληψη του αιτητή στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αγωγή, ήταν ορθή και γι' αυτό το λόγο. Ένα άλλο σημαντικό θέμα που τέθηκε αφορά ρήτρα δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 23 τα μέρη δύναται να συμφωνήσουν ότι τα Δικαστήρια ενός κράτους μέλους θα έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις όποιες μεταξύ τους διαφορές. Μάλιστα, η επιλογή της δικαιοδοσίας, εκλαμβάνεται ως αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καθ' ης η αίτηση, με όχι ιδιαίτερα βοηθητικό τρόπο θα πρέπει να πω, έχει επικαλεστεί ρήτρα δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων, παραπέμποντας γενικά και αόριστα, στη συμφωνία δανείου και στα εκχωρητήρια έγγραφα. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις συμφωνίες αυτές και έχω εντοπίσει τέτοια ρήτρα μόνο στα εκχωρητήρια έγγραφα. Πρόκειται για τον όρο 9 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "All the terms and conditions of this agreement shall be governed by the Laws of the Republic of Cyprus and the Courts of the Republic of Cyprus shall have jurisdiction for the settlement of any dispute, which may arise from or in relation to these. It is understood that the present article will not limit the right of the bank to take legal steps in any other courts abroad that may have jurisdiction, as well as to reseal and execute any judgment obtained in the Cyprus Court on any property owned by the Assignor or any interest that the Assignor may have in any other country." Όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα εκχωρητήρια έγγραφα συναποτελούν ή συμπληρώνουν τη βάση της αγωγής. Συνεπώς η συμπεφωνημένη ανάθεση από τα μέρη, της επίλυσης των διαφορών που πηγάζουν απ' αυτή την εκχώρηση, στα κυπριακά Δικαστήρια, σαφώς παρέχει δικαιοδοσία και με βάση το άρθρο 23. Η εν λόγω ρήτρα είναι σαφής και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας (Galeries Segoura v, Rahim Case C 25/76 [1976] ECR 1851). Η ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου, έρχεται να πλαισιώσει και να εδραιώσει τρόπον τινά, την αρμοδιότητα και καταλληλότητα των κυπριακών Δικαστηρίων ως τα Δικαστήρια όπου βρίσκονται τα ακίνητα, να εκδικάσουν την υπόθεση (βλ.Bank of Africa v. Cohen [1909] 2 Ch 129 (CA)). Τέλος, δυο λόγια και για το άρθρο 28. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο
(1)του εν λόγω άρθρου, όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, μπορεί να αναστείλει την εκδίκαση. Η συνάφεια ερμηνεύεται στην υποπαράγραφο
(3)του ιδίου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει συνάφεια μεταξύ των αξιώσεων της καθ'ης η αίτηση και των αξιώσεων του αιτητή, ως τέθηκαν ενώπιον του αγγλικού Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι όλα προκύπτουν από την ίδια δοσοληψία και ροή γεγονότων. Οι αξιώσεις του αιτητή, αν δεν περιφρονούσε βέβαια την κυπριακή διαδικασία, σαφώς και θα μπορούσαν να τεθούν υπό μορφή ανταπαίτησης. Με αυτό ως δεδομένο και με δεδομένο ότι το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτο της υπόθεσης, είναι πρόδηλο, ότι ο αιτητής είχε καθήκον να ενημερώσει το αγγλικό Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Αν το έπραττε, ενδεχομένως τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €850 έξοδα, πλέον ΦΠΑ υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 1 -αιτητή. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο