← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας Λτδ ν. Γεώργιος Κωνσταντίνου Τρύφωνα κ.α., Αρ. Αγωγής 1386/10, 21/2/2014

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας Λτδ ν. Γεώργιος Κωνσταντίνου Τρύφωνα κ.α., Αρ. Αγωγής 1386/10, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1386/10 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας Λτδ Ενάγοντες και 1.Γεώργιος Κωνσταντίνου Τρύφωνα 2.Παναγιώτα Γεωργίου (Τρύφωνα) Στυλιανού 3.Κωνσταντίνος Γεωργίου Τρύφωνος Εναγόμενοι ___________________ Αίτηση Παραμερισμού από τους εναγόμενους 1 και 2 ημερομηνίας 20.6.2012 21 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κ. Α Γιάγκου για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Γ. Πάτσαλου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση oι εναγόμενοι 1 και 2 (εφεξής ο αιτητής 1 και 2 ή οι αιτητές αναλόγως) επιδιώκουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στις 21.1.2010, δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες (εφεξής οι καθ' ων η αίτηση), ποσό €310.058,95 σεντ, πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση είναι το απότοκο της απαίτησης των καθ' ων η αίτηση, στηριζόμενη σε συμφωνία δανείου ημερ.17.6.
  2. Το νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι ορθό, ενώ από πλευράς γεγονότων, πλαισιώνονται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Οι πρώτες δύο, συνοδεύουν την Αίτηση και ανήκουν στον αιτητή 1 και εναγόμενο 3 αντίστοιχα, ενώ η δεύτερη είναι συμπληρωματική (ημερ. 9.10.13) και επίσης ανήκει στον αιτητή
  3. Στην πρώτη του ένορκη δήλωση, ο αιτητής 1 σε σχέση με το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, αναφέρει, ότι, αυτό επιδόθηκε στις 16.12.2010 στον γιο του - εναγόμενο 3, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος, βρισκόταν απλά ως επισκέπτης στο σπίτι τους στην Ορμήδεια. Συνεπώς, η επίδοση που έγινε ήταν "κακή" ως αντιβαίνουσα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος 3 δεν τους παρέδωσε ή πληροφόρησε για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος, καθότι δεν ήθελε να τους στενοχωρήσει, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος χωρίς να χρειαστεί να μάθουν οι ίδιοι για την καταχώρηση της αγωγής. Για την καταχώρηση της αγωγής, έμαθαν πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 3.5.2012, όταν τους επιδόθηκε η Αίτηση Έρευνας ημερ. 30.3.
  4. Ως εκ τούτων, με τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση, δεν περιφρόνησαν τη δικαστική διαδικασία. Αντίθετα αντέδρασαν με την πρώτη ευκαιρία, δηλαδή ένα περίπου μήνα μετά που τους επιδόθηκε η Αίτηση Έρευνας. Ο χρόνος του ενός περίπου μηνός ήταν αναγκαίος για να περισυνελέξουν οι δικηγόροι τους τα απαραίτητα στοιχεία, να ετοιμάσουν και να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση Παραμερισμού στο Δικαστήριο. Σε σχέση με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες δανείου και υποθήκης βάσει των οποίων εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, είναι παράνομες, άκυρες ή ακυρώσιμες καθότι ήταν το προϊόν δόλου, απάτης, εικονικότητας, κατάχρησης εμπιστευτικής σχέσης, αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης και το αποτέλεσμα ψευδών και αναληθών παραστάσεων των καθ' ων η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, εξηγεί, ότι, ο εναγόμενος 3 ήταν τότε μέτοχος της εταιρείας G.T.C. TRANS LTD. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2009, η εν λόγω εταιρεία προσεγγίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση με σκοπό να γίνει πελάτης τους και να της προσφερθούν τραπεζικές διευκολύνσεις. Καθότι, όμως, βάσει της Νομοθεσίας, νομικό πρόσωπο δεν θα μπορούσε να καταστεί μέλος των καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση να παραχωρηθεί δάνειο - παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις - οι καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκαν να τους παραχωρηθεί προσωπικά δάνειο, με εξασφάλιση υποθήκης επί δικών τους ακινήτων. Τούτο ήταν ουσιαστικά ένα τέχνασμα για να υπερπηδηθούν τα νομικά εμπόδια που υπήρχαν. Επρόκειτο δηλαδή για μια εικονική και παράνομη συναλλαγή που έγινε με την παρότρυνση και τη συμβουλή των καθ' ων η αίτηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τόσο το δάνειο όσο και οι προκύπτουσες υποθήκες, να είναι συμφωνίες άκυρες και παράνομες. Στο ίδιο πλαίσιο, ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται, ότι οι καθ'ων η αίτηση γνώριζαν ότι οι αιτητές βασίζονταν στην επαγγελματική μελέτη και συμβουλή τους, καθότι οι ίδιοι δεν είχαν την αναγκαία γνώση, ικανότητα και προπαίδεια επί τέτοιων θεμάτων. Συναφώς παραθέτει εξειδικευμένους νομικούς ισχυρισμούς που τείνουν να θεμελιώσουν την Υπεράσπιση που επικαλείται. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι η εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου παραβιάζει την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ αφού εμπεριέχει αποζημίωση ή θεραπεία που συνιστά ποινική ρήτρα ή παραβαίνει τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93

(1)/96 όπως έχει τροποποιηθεί, αφού προνοεί την πληρωμή τόκου προς 12,5%, ενώ η συμφωνία δανείου προνοεί τόκο προς 7,5%. Υπό μορφή παρένθεσης, επισημαίνω ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι καταφανώς αβάσιμος και από τώρα τον απορρίπτω, χωρίς να χρειάζεται να τον σχολιάσω ειδικά. Ενόψει των πιο πάνω, πάντα κατά τον ενόρκως δηλούντα, θα πρέπει να παραμερισθεί η απόφαση με έξοδα σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Με την ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 που συνοδεύει την Αίτηση, τείνει να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του αιτητή 1 σε σχέση με το θέμα της επίδοσης. Το κλητήριο ένταλμα, εξηγεί, επιδόθηκε στον ίδιο - καθ' ον χρόνο επισκεπτόταν το σπίτι των γονιών του στην Ορμήδεια - χωρίς ο επιδότης να τον ρωτήσει αν διαμένει εκεί. Παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα, αλλά δεν το ανέφερε στους γονείς του με την ελπίδα ότι θα έβρισκε κάποιον τρόπο να τακτοποιήσει την υπόθεση εξωδικαστηριακά χωρίς να χρειαστεί να τους στενοχωρήσει. Κατά τον χρόνο που έγινε η επίδοση ο ίδιος διέμενε με την τότε γυναίκα του στην οδό Εκάλης 10 στη Λάρνακα. Οι καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην Αίτηση, καταχωρώντας στις 24.10.2012 Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (εφεξής η Ένσταση), η οποία συμπεριλαμβάνει (και) το ορθό νομικό υπόβαθρο. Στο σώμα της Ένστασης παρατίθεται πλειάδα ειδικών λόγων ένστασης. Κάποιοι λόγοι ένστασης είναι σχετικοί και αφορούν τα επίδικα γεγονότα και κάποιοι, όπως για παράδειγμα, οι λόγοι ένστασης (χ) και (χιι), είναι εντελώς άσχετοι και προφανώς αποτελούν "απομεινάρια" παλαιότερης συνταχθείσας ένστασης. Χρειάζεται προσοχή κατά τη σύνταξη νομικών εγγραφών που καταχωρούνται στο Δικαστήριο. Επί της ουσίας, η Ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη, του υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση κ. Κλείτου Μιτσή και η δεύτερη του δικαστικού επιδότη κ. Άριστου Ιακώβου. Στην ένορκή του δήλωση, ο κ. Μιτσή, αφού αρνείται τους κύριους και ουσιαστικούς ισχυρισμούς των αιτητών και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης των καθ'ων η αίτηση, αναφέρει - σε σχέση με το θέμα της επίδοσης - ότι αυτή έγινε νομότυπα και κανονικά. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 3, που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα, ανέφερε ρητά στον επιδότη ότι διαμένει με τους γονείς του στην οικία στην Ορμήδεια όπου έγινε η επίδοση. Αυτή, εν πάση περιπτώσει, είναι και η αναγραφείσα στη συμφωνία δανείου, διεύθυνση κατοικίας του εναγομένου
  1. Περαιτέρω, αναφέρει, ότι, όλοι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το επίδικο δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις από τον Σεπτέμβριο του 2010, αφού ενημερώθηκαν με αντίστοιχες επιστολές των δικηγόρων ημερ. 28.9.2010 και 22.11.2010 (τεκμήρια Α και Β). Επιπλέον, μετά την έκδοση της απόφασης και συγκεκριμένα στις 9.3.2012, τους εστάλη ειδοποίηση από το Κτηματολόγιο για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων τους (τεκμήριο Γ), με αποτέλεσμα να είναι ψευδής ο ισχυρισμός τους, ότι, για πρώτη φορά έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της αγωγής όταν τους επιδόθηκε η Αίτηση Έρευνας στις 3.5.
  2. Όλες τις ειδοποιήσεις τις αγνόησαν, επιδεικνύοντας αδιαφορία, αμέλεια και ασύγγνωστη βραδύτητα και τώρα απλώς αποσκοπούν στο να καθυστερήσουν τους καθ' ων η αίτηση να εισπράξουν το λαβείν τους. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών, απορρίπτει τα περί χρηματοδότησης της εταιρείας του εναγομένου
  3. Οι εναγόμενοι, αναφέρει, αποτάθηκαν στους καθ'ων η αίτηση υπό την προσωπική τους ιδιότητα για να τους παραχωρηθεί δάνειο και στο πλαίσιο αυτό καμία πίεση, παρακίνηση ή εξαναγκασμός δεν τους ασκήθηκε. Μάλιστα, προσθέτει, το συγκεκριμένο δάνειο χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθεί παλαιότερο δάνειο των ιδίων εναγομένων, έπειτα από δικό τους αίτημα για επανα-χρηματοδότηση (τεκμήρια Δ.1 και Δ.2). Τα στοιχεία αυτά, πάντα κατά τον ενόρκως δηλούντα, τα απέκρυψαν οι αιτητές σε μια προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, ζητά απόρριψη της Αίτησης. Στη δική του ένορκη δήλωση, ο δικαστικός επιδότης τείνει να πλαισιώσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα της επίδοσης. Συγκεκριμένα επιβεβαιώνει ότι το κλητήριο ένταλμα το επέδωσε προσωπικά στον εναγόμενο 3 για λογαριασμό των αιτητών, αφού ο τελευταίος του ανέφερε ότι είναι γιος τους και διαμένει μαζί τους στη συγκεκριμένη οικία στην Ορμήδεια, όπου έγινε η επίδοση. Ως προανέφερα, ο αιτητής 1, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 9.10.2013 για να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς των καθ'ων η αίτηση. Ειδικά, σε σχέση με την επίδοση, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί των ενόρκως δηλούντων των καθ' ων η αίτηση είναι ψευδείς και παραπλανητικοί, αφού ο εναγόμενος 3 (απ' ότι τον πληροφορεί), δεν ανέφερε στον δικαστικό επιδότη ότι διαμένει μαζί τους. Ακόμα, όμως, και αν ο ισχυρισμός του επιδότη γίνει αποδεκτός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ο εναγόμενος 3 παραπλάνησε τον επιδότη, αφού διέμενε σε άλλο σπίτι και η απάντησή του αποσκοπούσε στο να μην ενημερωθούν οι αιτητές για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος. Αναφορικά με την εκ των προτέρων ενημέρωση που έτυχαν με τις επιστολές των δικηγόρων, διευκρινίζει, ότι, αφορούσε απλά την ύπαρξη καθυστερήσεων στην καταβολή των δόσεων του επίδικου δανείου και όχι την καταχώρηση αγωγής ή την έκδοση απόφασης. Σε σχέση με την ειδοποίηση του Κτηματολογίου, αγνοεί την ύπαρξή της, λέγοντας ότι η ειδοποίηση αυτή ουδέποτε τους παραδόθηκε στην ορθή διεύθυνση ή παραδόθηκε στον εναγόμενο 3 και αυτός και πάλι τους την απέκρυψε. Σε ότι αφορά τώρα την ύπαρξη δύο δανείων, αναφέρει ότι το προηγούμενο δάνειο είχε γίνει για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρίας του εναγόμενου 3 και απλώς έγινε ανανέωση του δανείου. Για τους λόγους αυτούς, επαναλαμβάνει το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν οι ενόρκως δηλούντες για αντεξέταση με αποτέλεσμα οι εμφανισθέντες δικηγόροι να καταθέσουν απλώς γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσονται οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών. Τις εμπεριστατωμένες και βοηθητικές αυτές αγορεύσεις, τις μελέτησα με προσοχή και ενδελέχεια, λαμβάνοντας υπόψη μου κάθε τί που αναγράφεται. Αναφορά δε, σε επιμέρους θέσεις και επιχειρήματα θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Πρώτα, όμως, θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε μια σκιαγράφηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η ερήμην απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε βάσει των προνοιών της Διαταγής 17 Θ.1 - 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - ελλείψει δηλαδή καταχώρισης εμφάνισης από μέρους των αιτητών. Απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί βάσει της Διαταγής 17 Θ.10, η οποία διαλαμβάνει ως εξής: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Στηριζόμενο κατά βάση στη θεμελιακή επί του θέματος αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει, σε μεγάλο αριθμό αποφάσεών του, καθορίσει με σαφήνεια τις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα Δικαστήρια κατά την ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118,για παράδειγμα, αναφέρθηκαν τα εξής: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ'αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Στην Bush κ.α. ν Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 αναφέρονται στις σελ. 1345-1346 τα ακόλουθα: "Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae us sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση." Σε σχέση ειδικά με το θέμα της υπεράσπισης αναφέρθηκαν στην Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ 26, τα ακόλουθα: "Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης." Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η Χρυσάνθου v. Mariala Construction Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ 1129, όπου τονίστηκε, ότι, το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Πατούρης (ανωτέρω)). Σε σχέση ειδικά με την δικαιολόγηση της μη εμφάνισης, σχετική είναι η Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 όπου λέχθηκε, ότι, αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία να ισοδυναμεί με τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (ανωτέρω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α, Πολιτική Έφεση 10552 ημερ. 11.4.2000 και Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Παρομοίως στην Πεγιώτης ν Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, 1606 λέχθηκαν τα εξής: "Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του (βλ. μεταξύ άλλων, Mine and Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ.26). Δε συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ' εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας, προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της". Τέλος στην υπόθεση Γεωργίου κ.α v. Χριστοδούλου
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 561, 566, αναφέρθηκε ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει "πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο". Επανέρχομαι στα ειδικά γεγονότα της παρούσας Αίτησης κάνοντας αρχή από το ζήτημα της επίδοσης που κατά προέκταση αφορά τους ισχυρισμούς των αιτητών σε σχέση με τη μη έγκαιρη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο. Στο θέμα αυτό οι αιτητές έδωσαν μεγάλη βαρύτητα, ισχυριζόμενοι ότι η επίδοση που έγινε είναι "κακή" αφού ο εναγόμενος 3 δεν διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τους αιτητές και θα πρέπει έτσι, γι' αυτόν και μόνο τον λόγο, η απόφαση να παραμεριστεί. Ας δούμε τί προβλέπουν, σε σχέση με την επίδοση, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της Δ.5 θ. 2
(1)(i), οι οποίες έχουν ως εξής: «2
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; .....» Και σε μετάφραση: «Η επίδοση όποτε αυτό είναι πρακτικά δυνατό θα γίνεται αφήνοντας αντίγραφο στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί αλλά εάν αυτό δεν ευρίσκεται στην οικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι γίνεται εφόσον το αντίγραφο αφήνεται- (ι) με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ευρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του ....» Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής ότι δεν είναι προαπαιτούμενο όταν γίνεται επίδοση σε μέλος της οικογένειας εναγομένου, αυτό το μέλος, συνάμα να συγκατοικεί με τον εναγόμενο. Είναι αρκετό, κατά τον χρόνο της επίδοσης, να βρίσκεται στην πόλη, το χωρίο ή την περιοχή του εναγομένου. Επομένως, υπάρχει παρανόηση επί του προκειμένου. Οφείλω να πω ότι η παρανόηση αυτή, είναι ευρύτερη στον δικηγορικό κόσμο και δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ίσως να σχετίζεται με το γεγονός ότι σε ποινικές υποθέσεις για να γίνει επίδοση κατηγορητηρίου σε συγγενικό πρόσωπο κατηγορουμένου, αυτό θα πρέπει κατά τον χρόνο της επίδοσης, όντως να συγκατοικεί με τον κατηγορούμενο (βλ. άρθρο 46
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155). Όπως και να 'χουν τα πράγματα, στην προκειμένη περίπτωση, η επίδοση που έγινε στον γιο των αιτητών - εναγόμενο 3, ασχέτως του αν συγκατοικούσε ή όχι με τους αιτητές - ήταν σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας - και κατ' επέκταση ήταν "καλή" επίδοση. Με αυτό ως δεδομένο, καταρρέει ένα σημαντικό σκέλος της επιχειρηματολογίας των αιτητών που ήθελε τον εναγόμενο 3, να παραλαμβάνει, παράτυπα και αντικανονικά δήθεν, το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους τους. Αυτό έχει και άλλες προεκτάσεις όμως, αφού στην προσπάθεια των αιτητών να οικοδομήσουν επί του προκειμένου, προέβαλαν θέσεις αμφίσημες. Συγκεκριμένα η αρχική θέση των αιτητών, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 που συνοδεύει την Αίτηση, ήταν ότι ο επιδότης δεν τον ρώτησε αν έμενε με τους αιτητές στο σπίτι στην Ορμήδεια όπου έγινε η επίδοση. Τη θέση αυτή την απέρριψαν οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη που συνοδεύει την Ένσταση, στην οποία επιβεβαιώνεται, ότι, ο εναγόμενος 3 τον πληροφόρησε ότι είναι γιος των αιτητών και διέμενε εκεί μαζί τους. Στη συνέχεια, οι αιτητές, όχι απλώς δεν ζήτησαν την αντεξέταση του επιδότη, για να αμφισβητήσουν μια τόσο σημαντική θέση - για την επιχειρηματολογία των ιδίων - αλλά αντίθετα, με τη συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση και στη συνέχεια με την αγόρευση των συνηγόρων τους, αμφισβήτησαν τρόπον τινά, τη δική τους αρχική τοποθέτηση. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 16 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρονται τα εξής: "Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων και του Κλείτου Μιτσή ότι ο Εναγόμενος 3 κατά την επίδοση ανέφερε στον επιδότη ότι διαμένει με τους Εναγόμενους 1 και 2, είναι όπως με πληροφορεί ο Εναγόμενος 3, ψευδείς και παραπλανητικοί. Και ακόμη ο ισχυρισμός του επιδότη γίνει αποδεκτός, αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ο Εναγόμενος 3 παραπλάνησε τον επιδότη καθότι ο Εναγόμενος 3 διάμενε σε άλλο χώρο και η απάντηση του αποσκοπούσε στο να μην ενημερωθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 για το κλητήριο.» Δηλαδή, ενώ από τη μια εμμένουν στη θέση ότι ο εναγόμενος 3 ουδέποτε ανέφερε στον επιδότη ότι ήταν συγκάτοικος των αιτητών, από την άλλη - σε περίπτωση που γίνει δεκτή η θέση του επιδότη- αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα ο εναγόμενος 3 παραπλάνησε τον επιδότη, εξηγώντας μάλιστα και τα κίνητρα αυτής της παραπλάνησης. Το σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να συνέβησαν και τα δύο και δεν είναι επιτρεπτό, για την πλευρά των αιτητών, να αφήνει ανοιχτά και τα δύο ενδεχόμενα. Η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο. Είναι το πλαίσιο γεγονότων που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να υπάρξει κρίση. Δεν διαφέρει, κατ΄ ουσία από την προφορική μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας. Όπως μια προφορική μαρτυρία θα πρέπει να είναι σαφής, σταθερή και χωρίς αμφιταλαντεύσεις και αντιφάσεις έτσι και μια γραπτή ένορκη δήλωση. Διαζεύξεις επί πραγματικών γεγονότων δεν επιτρέπονται (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R 333, El Faith Co. For International Trade S.A.E v. E.D.T Shipping Ltd κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 και Επιτρoπή Σιτηρών Κύπρου v. Του Πλοίου "ARABELLA" Αγωγή Ναυτοδικείου 68/02 (αίτηση ημερ.24.4.02), ημερ.12.7.2002). Όταν υπάρχουν διαζεύξεις, δημιουργούνται ρήγματα στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος και πλήττονται οι θέσεις της πλευράς που στηρίζεται στη μαρτυρία του. Χαρακτηριστικά επ' αυτού, στην Πατούρης (ανωτέρω), το Εφετείο επικροτώντας τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επανέλαβε ότι "η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης του". Κατ' απόλυτα αντίστοιχο τρόπο προκύπτει εύλογα το εξής ερώτημα: Αφού επ' αυτού του καίριου σημείου οι αιτητές - μέσω του εναγομένου 3 - δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με αξιόπιστη θέση, πώς μπορεί το Δικαστήριο - με ασφάλεια - να δεχθεί τη θέση τους επί του άλλου καίριου σημείου που αφορά την υποτιθέμενη μη ενημέρωσή τους από τον εναγόμενο 3 σε σχέση με την εκ μέρους τους παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος; Η απάντηση, βέβαια, στο ερώτημα είναι πως το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να δεχθεί ούτε και αυτή τους την θέση. Αντίθετα, κατά την κρίση μου, δικαιολογείται απόλυτα η απόρριψη της θέσης. Η απόρριψη εδραιώνεται και από άλλα στοιχεία που ήρθαν στην επιφάνεια. Δηλαδή από το γεγονός ότι οι αιτητές έλαβαν δύο επιστολές που με αυστηρή γλώσσα προειδοποιούσαν για την εντός συντόμου χρόνου λήψη νομικών μέτρων. Γεγονός που δεν συνιστά, βέβαια, πληροφόρηση για αυτή καθαυτή την καταχώρηση της αγωγής - αλλά καταρρίπτει τις υποβόσκουσες θέσεις περί άγνοιας και εφησυχασμού. Οι αιτητές έπρεπε να θορυβηθούν από τις επιστολές και να ενδιαφερθούν οι ίδιοι - ως η παράκληση των δικηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση - για την πορεία του δανείου. Όχι να αναμένουν για ενάμιση χρόνο, μέχρι που παρέλαβαν την Αίτηση Έρευνας δηλαδή, για να αποταθούν - ετεροχρονισμένα πλέον - στο Δικαστήριο για θεραπεία. Αυτή η ανάγκη ήταν ιδιαιτέρως επιτακτική ένεκα του γεγονότος ότι είναι και τα δικά τους ενυπόθηκα ακίνητα που κινδύνευαν άμεσα σε περίπτωση λήψης νομικών μέτρων. Επ' αυτού, προσθέτω και την ειδοποίηση του Κτηματολογίου που εστάλη, ειδοποιώντας τους, με κάθε επισημότητα πλέον για την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Βέβαια αρνούνται τη λήψη και αυτής της ειδοποίησης, "ρίχνοντας τα" και πάλι στον εναγόμενο 3. Η θέση αυτή ουδόλως πείθει. Είναι σημαντικό να επισημάνω, ότι, τις προαναφερθείσες επιστολές των δικηγόρων και την ειδοποίηση του Κτηματολογίου - ως πολύ ορθά επισήμανε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση - δεν τις αποκάλυψαν αρχικά οι αιτητές, αλλά αναγκάστηκαν να τις σχολιάσουν μετά που ήρθαν στην επιφάνεια με την Ένσταση των καθ' ων η αίτηση, πλήττοντας έτι περαιτέρω την αξιοπιστία τους. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι οι αιτητές απέτυχαν να πείσουν ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο. Η δε αδράνεια και αδιαφορία τους για ενάμιση περίπου χρόνο, από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δηλαδή (16.12.2010) μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης (20.6.2012), συνιστά ασύγγνωστη απαξίωση και περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, τέτοια που γι' αυτόν και μόνο τον λόγο θα πρέπει η Αίτηση τους να απορριφθεί. Οι ίδιοι, απεμπόλησαν το όποιο δικαίωμα τους να ακουστούν και να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν και το πιο πάνω συμπέρασμα, σφραγίζει και την τύχη της Αίτησης - χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η προϋπόθεση περί της ύπαρξης καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης - θα πρέπει να πω, ότι, ούτε περί αυτού, έχω πειστεί. Αρκεί να αναφέρω ότι τα δάνεια φαίνεται να ήταν δύο και όχι ένα, γεγονός που επίσης δεν αποκάλυψαν οι αιτητές στις αρχικές τους ένορκες δηλώσεις. Από τα συνημμένα στην ένορκη δήλωση του κ. Μιτσή τεκμήρια Δ.1 και 2 που συνοδεύουν την Ένσταση, προκύπτει ότι το πρώτο δάνειο εξοφλήθηκε και ο λογαριασμός έκλεισε. Έπειτα έγινε δεύτερο δάνειο και ανοίχθηκε νέος λογαριασμός με διαφορετικό αριθμό. Δεν επρόκειτο για ανανέωση δανείου. Το γεγονός αυτό δεν είναι επουσιώδες, αφού με δεδομένη την προϊστορία του πρώτου δανείου, οι θέσεις των αιτητών περί προσέγγισης, εξώθησης και παραπλάνησης τους από τους καθ' ων η αίτηση κ.ο.κ - σε σχέση πάντοτε με το δεύτερο δάνειο (αυτό είναι το μοναδικό επίδικο) - παραμένουν μετέωρες. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ υπέρ των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 -αιτητών. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.