Αναφορικά με την Εταιρεία EPENETOS CONSTRUCTION LTD, Αίτηση Εταιρ.: 62/13, 5/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αίτηση Εταιρ.: 62/13 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, Κεφ.113 και Αναφορικά με την Εταιρεία EPENETOS CONSTRUCTION LTD ------------------------- Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Αιτήτρια Εταιρεία: κ. Σοφρωνίου Για την Καθ' ης η Αίτηση-Εταιρεία: κα. Ζίκκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αίτηση, για διάλυση της εταιρείας «EPENETOS CONSTRUCTION LTD», καταχωρήθηκε από την εταιρεία FARATON FURNISHING LIMITED. Βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και συγκεκριμένα στα άρθρα 203, 209, 211(ε) και (στ), 212(α) και (γ), 213 και 214, στον Κ.92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών, στην νομολογία καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην Αίτησή της η Αιτήτρια Εταιρεία, η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία οφείλει το ποσό των €13.293,84- με 5.5% τόκο από 20/12/2011, ως υπόλοιπο λογαριασμού για εκτελεσθείσες εργασίες. Η Αιτήτρια Εταιρεία είχε επιδώσει στις 03/04/2013 Ειδοποίηση Απαίτησης στη Χρεώστρια Εταιρεία, με την οποία την κάλεσε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε εντός τριών εβδομάδων, οπόταν, κατά την Αιτήτρια Εταιρεία, δεν δύναται να πληρώσει τα χρέη της και γι' αυτό ζητείται η διάλυσή της. Η Αίτηση συνοδευόταν από την Ένορκη Δήλωση του διευθυντή της Αιτήτριας Εταιρείας Άντρου Αναστασίου, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την Αίτηση. Ουσιαστικά, με την Ένορκη Δήλωσή του, υιοθετεί το περιεχόμενο της Αίτησης και καταλήγει ότι η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία αδυνατεί ή/και αρνείται να πληρώσει τα χρέη της για αυτό είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις η εταιρεία να τεθεί υπό εκκαθάριση. Η Χρεώστρια Εταιρεία καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση στην οποία καταγράφει προδικαστική ένσταση σε σχέση με το όνομα της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας και ότι είναι λανθασμένο. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι καταγράφεται στην αίτηση ότι η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία είναι από την Λάρνακα, οδός Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, αρ. 1, Δερύνεια, 5380, Αμμόχωστος. Οπόταν δεν ξεκαθαρίζει εάν η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία είναι από την Λάρνακα ή την Αμμόχωστο. Σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Αιτητών η Καθ' ης η Αίτηση τους αρνείται στην ολότητά τους. Αρνείται, η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία, ότι οφείλει τα αναφερόμενα ποσά ή και ότι οφείλονται τόκοι καθώς επίσης και ότι η επιστολή απαίτησης είχε επιδοθεί δεόντως. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Πέτρου Επαίνετου, Διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Αναφέρει, ο ομνύοντας, ότι το όνομα της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας όπως διατυπώνεται είναι λανθασμένο οπόταν δεν ξεκαθαρίζει εάν η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία είναι από την Λάρνακα ή την Αμμόχωστο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν οφείλει τα αναφερόμενα ή και οποιαδήποτε ποσά πολύ δε περισσότερο δεν οφείλει οποιοσδήποτε τόκους. Για την Αιτήτρια κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κ. Άνδρος Αναστασίου, Μ.1, διευθυντής της Αιτήτριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια έχει εκτελέσει για την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία ξυλουργικές εργασίες για ένα νηπιαγωγείο στην Τάλα της Πάφου, ως υπεργολάβοι. Κατέθεσε πιστοποιητικό σύστασης της Αιτήτριας ως Τεκμήριο
- Ο ίδιος είχε προβεί σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία και κατέθεσε το αποτέλεσμα της έρευνάς του ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα είχαν αναλάβει, ως εταιρεία, και είχαν εκτελέσει τις εργασίες που τους είχαν ζητηθεί και ακολούθως είχαν εκδώσει σχετικά τιμολόγια όμως η πληρωμή δεν είχε γίνει ποτέ. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 3, το τιμολόγιο και ως Τεκμήριο 4 η κατάσταση λογαριασμού. Έγιναν προσπάθειες για είσπραξη του ποσού και στάλθηκε και επιστολή, ημερομηνίας 03/01/13, η οποία είχε επιδοθεί. Κατατέθηκε αντίγραφο της επιστολής και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 και η ένορκη δήλωση της επίδοσης σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Κατέληξε ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Αιτήτρια είχε εκτελέσει εργασίες για την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία και υπάρχει και συμβόλαιο κατατεθειμένο στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Το συγκεκριμένο έργο είχε αναληφθεί από κοινοπραξία δυο εταιρειών. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η Αιτήτρια επικοινωνούσε με αντιπροσώπους της κοινοπραξίας δηλαδή τους Μηχανικούς των εταιρειών της κοινοπραξίας. Παραδέχθηκε ότι είχε σταλεί από το Υπουργείο μια επιστολή με παρατηρήσεις σε σχέση με το έργο αλλά υποστήριξε ότι η μια παρατήρηση δεν αφορούσε τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί από την Αιτήτρια ενώ η άλλη αφορούσε τις επιπλέον εργασίες δηλαδή χρωματισμούς που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο δικό τους συμβόλαιο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν γίνει παραλήψεις και ισχυρίστηκε ότι η μία παρατήρηση αφορούσε μια έξτρα κατασκευή για να κλείσουν τα «manifolds», η οποία κατασκευή δεν συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο εργασιών που τους είχε δοθεί και η άλλη παρατήρηση αφορούσε ένα ξύλινο κορδόνι από μια μεσόθυρα το οποίο δεν είχε τοποθετηθεί γιατί έπρεπε πρώτα να τοποθετηθούν τα γυαλιά στα αλουμίνια. Δεν δικαιολογείται η οποιαδήποτε ανταπαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση αφού οφείλεται το ποσό των €13,
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους γιατί το έργο είχε παραληφθεί κανονικά από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου. Η κα. Λοΐζου ή Λοΐζίδου, του Υπουργείου Παιδείας, τον είχε ενημερώσει προφορικά ότι το ποσό που αφορούσε τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί από την Αιτήτρια είχε πληρωθεί. Σε σχέση με το εκδοθέν τιμολόγιο ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος το παρέδωσε στον κ. Γιώργο Στεφάνου αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο είχε υπογραφτεί για να συμπληρώσει στην συνέχεια ότι είχε παραλείψει να ζητήσει την υπογραφή του. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε καταχωριστεί αγωγή σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση δε με την περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας η έρευνά του στο Κτηματολόγιο κατέδειξε ότι δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία. Η Καθ' ης η Αίτηση κάλεσε μια μάρτυρα, την κα. Κοναρή γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο Δρ. Ποιητή. Σύμφωνα με την μάρτυρα είχε εξασφαλίσει από το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το πιστοποιητικό ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Κατέθεσε το σχετικό πιστοποιητικό ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι η ίδια, εκτελώντας οδηγίες, είχε ζητήσει πιστοποιητικό της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας και είχε παραλάβει το συγκεκριμένο έγγραφο. Ακολούθως οι δύο δικηγόροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ. Σοφρωνίου αγόρευσε προφορικά ενώ η κα. Ζίκκου κατέθεσε γραπτή αγόρευση. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προέχει η εξέταση του θέματος της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας, εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας, σε σχέση με την δημοσίευση της υπό κρίση αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 21/10/2013 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για δημοσίευση της παρούσας αίτηση σε μία ημερήσια εφημερίδα και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η οποία θα έπρεπε να είχε γίνει τουλάχιστον 10 ημέρες πριν την ημερομηνία ακρόασης, που είχε οριστεί στις 11/12/
- Οι ίδιες οδηγίες επαναλήφθηκαν από το Δικαστήριο στις 11/12/2013 όταν ξεκίνησε η ακρόαση και αναβλήθηκε για συνέχιση στις 07/01/
- Ωστόσο, κατά την ακροαματική διαδικασία και παρόλο που ο ενόρκως δηλών, Άνδρος Αναστασίου, εκ μέρους της Αιτήτριας, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας, καμιά αναφορά έκαμε στη μαρτυρία του περί δημοσίευσης της παρούσας αίτησης ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ανωτέρω και ούτε κατέθεσε οποιοδήποτε σχετικό τεκμήριο στο Δικαστήριο. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η παράλειψη της Αιτήτρια Εταιρείας να τεκμηριώσει με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τη συμμόρφωση της προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου, για δημοσίευση της παρούσας αίτησης, είναι ουσιώδης σημασίας σε βαθμό που να οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης, ως είναι η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση. Επισημάνθηκε στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την PAN-AMAN HOTELS LTD
(2001)1 Α.Α.Δ. 1962, ότι: «Είναι γεγονός ότι ούτε στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, ούτε στους αντίστοιχους θεσμούς προβλέπεται η δημοσίευση της αίτησης για διάλυση εταιρείας πριν την ακρόαση, όπως αντίθετα προβλέπεται στους Αγγλικούς Θεσμούς. Το θέμα όμως συνδέεται με την υποχρέωση επίδοσης της αίτησης σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Και στην Κύπρο, ως θέμα πρακτικής, τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να δίδουν οδηγίες για τέτοια δημοσίευση για σκοπούς γνωστοποίησης της αίτησης σε πάντα ενδιαφερόμενο. Στην απόφαση του Εφετείου KMC. Motors v. Jorephanco Trading
(1984)1 CLR 390 έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 397:- 'We agree with the opinion expressed by a member of this Bench (Pikis, J.) as a President of the District Court of Larnaca in a Full District Court case (Karaoglanian & Sons Ltd. v. Karaoglanian & Another
(1976)12 J.S.C. 1875 at pp. 1880, 1881) as to the consequences flowing from the presentation of a winding-up petition and in particular the effect of publication which is "meant to advertise the fact of the presentation of the petition in as wide a circle as possible so as to give notice to any likely interested party while at the same time the public, by receiving such notice, may adjust its dealings with the company accordingly'. The prerequisite of a publication of a notice in a newspaper is one contemplated by the English Companies Winding-up Rules which have no application in Cyprus in this respect, as no such provision exists under our law or the Winding-up Rules. Though such matter is a matter relevant to the service of the petition on all interested parties and in Cyprus it is within the discretion of the Court whether such notice should be published in the newspaper or not, the publication of such notice is normally ordered by the Court as a matter of usual practice.» Επίσης, στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Alfa Concrete Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ., 1640 αναφέρθηκε ότι: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη θεώρησε ότι οι οδηγίες για δημοσίευση ήταν μέρος της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να διατάσσει την επίδοση αιτήσεων με βάση τη Δ.48 θ.3, που εφαρμόζεται δυνάμει του Κανονισμού 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών, 1933. Το δε διάταγμα για δημοσίευση είναι ο καλύτερος τρόπος για να περιέρχεται σε γνώση όλων των ενδιαφερομένων, αντί μέσω επιδόσεως, η ύπαρξη της αίτησης για διάταγμα εκκαθάρισης. Έχω μελετήσει με προσοχή το σκεπτικό και τη νομολογία στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο και οι θέσεις που εκφράζονται με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Η αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα αίτηση είχε υποβάλει γραπτή αίτηση με τους ισχυρισμούς της και το αίτημα όπως μη διαταχθεί η δημοσίευση για τους λόγους περί κακόπιστης διαδικασίας, που περιέχονταν στην αίτηση. Στις 5.11.03, που ήταν ορισμένη η αίτηση της, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το τελευταίο, αναπόφευκτα, απέρριψε την αίτηση για μη δημοσίευση. Ήταν ως εκ τούτου καθήκον του Δικαστηρίου, μετά την απόρριψη της αίτησης και τον ορισμό της κύριας αίτησης για ακρόαση, να μεριμνήσει για την επίδοση της κύριας αίτησης στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Επέλεξε δε να διατάξει τη δημοσίευση της αίτησης, με βάση την ορθή πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Έτσι, η διαταγή για δημοσίευση της αίτησης δεν ήταν τίποτε περισσότερο από διαταγή για επίδοσή της σε ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με τρόπο ώστε να περιέλθει στη γνώση όσο το δυνατό περισσότερων ενδιαφερομένων προσώπων, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο είχε ευθύνη να μεριμνήσει.» Με βάση την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου, για δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης μιας εταιρείας, συνοδεύονται με την υποχρέωση επίδοσης της αίτησης σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να περιέρχεται σε γνώση όλων των ενδιαφερομένων, η ύπαρξη της αίτησης. Δίδεται, με αυτό τον τρόπο, η δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να λάβει μέρος στη διαδικασία και να προστατεύσει τα συμφέροντα του. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060: «Η επίδοση στους διαδίκους και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, των οποίων η θέση επηρεάζεται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστεί από τη δικαστική διαδικασία, είναι θέμα ουσίας και η παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας σ' αυτούς εξισούται με την άρνηση του δικαιώματος να ακουστούν, κατάσταση η οποία καθιστά την παράλειψη ουσιαστική, εμφέρουσα την ακυρότητα της διαδικασίας». Αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Κρονίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1994)3 Α.Α.Δ. 33, όπου αποφασίστηκε ότι: «Η υποχρέωση για επίδοση συνιστά συγχρόνως και προσταγή των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσουν την παροχή εύλογης ευκαιρίας σε κάθε επηρεαζόμενο από διαδικαστική διαδικασία να εμφανιστεί κατά τη δίκη και να προβάλει τις θέσεις του. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης στον τομέα αυτό ενσωματώνονται στο Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και καθιερώνονται ως θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου.» Στην υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια Εταιρεία δεν παρουσίασε ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και η μόνη αναφορά που έγινε, σε σχέση με το κατά πόσο συμμορφώθηκαν ή όχι με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για δημοσίευση της Αίτησης, ήταν από τον συνήγορο της Αιτήτριας Εταιρείας μετά την αγόρευση της συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας κατά την οποία επικαλέστηκε το θέμα της μη δημοσίευσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν συνιστούν μαρτυρία. Κατ' επέκταση, είναι άγνωστο για το Δικαστήριο αν η Αιτήτρια συμμορφώθηκε με την υποχρέωση που είχε - βάσει των οδηγιών του Δικαστηρίου - για δημοσίευση της Αίτησης και επομένως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας ή όχι. Τονίζεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση μη δημοσίευσης, είναι δεδομένο ότι οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος στερήθηκε της δυνατότητας να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να τοποθετηθεί στην Αίτηση, να λάβει μέρος στη διαδικασία και να προστατεύσει τα συμφέροντα του. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας, επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/10129 τεμάχιο αρ. 2060, ιδιοκτησίας της Καθ' ης η Αίτηση, υπάρχει επιβάρυνση με δανειστές την Σ.Π.Ε. Μακράσυκας καθώς και την Τράπεζα Κύπρου. Με βάση τη νομολογία, όπως πιο πάνω παρατέθηκε, κρίνω ότι η πιο πάνω παράλειψη της Αιτήτριας, στερεί τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ικανοποιηθεί για τη δημοσίευση της υπό κρίση αίτησης και ως θέμα ουσίας, η παράλειψη αυτή καθίσταται ουσιαστική, ώστε αναπόφευκτα οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας και απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ επιβεβλημένο να εξετάσω τους λόγους που εγείρει η Καθ΄ ης η Αίτηση για απόρριψη της Αίτησης. Σε σχέση με την λανθασμένη καταγραφή της πόλης που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας Εταιρείας συνάγεται από την παράγραφο 2 αυτής τούτης της Αίτησης ότι πρόκειται περί λανθασμένης καταγραφής, η φράση στον τίτλο «από την Λάρνακα», αφού στην παράγραφο 2 καταγράφεται ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας ευρίσκεται στην Δερύνεια, Αμμοχώστου. Όπως έχει αναφερθεί η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι τα άρθρα 203, 209, 211(ε) και (στ), 212(α) και (γ), 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Θεωρώ ότι και οι δυο πλευρές εξέλαβαν και μεταχειρίστηκαν την συγκεκριμένη αίτηση ως αίτηση για εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας και όχι ως αίτηση διάλυσής της, παρά το αιτητικό (Α) αυτής τούτης της Αίτησης στο οποίο ζητείται διάταγμα διάλυσής της ή/και εκκαθάρισής της, αφού γίνεται επίκληση των άρθρων που αφορούν την εκκαθάριση εταιρείας και όχι των άρθρων που αφορούν την διάλυση μιας εταιρείας, ήτοι των άρθρων 260 κ.ε. του Περί Εταιρειών Νόμου. Ως εκ τούτου θα αντιμετωπιστεί και από το Δικαστήριο ως αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Θεωρώ ορθό όπως παρατεθούν πιο κάτω αυτούσια τα άρθρα 211(ε) και 212(α): "
- Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, .......................... (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία. . . . . . . . . . .. . . . . . . . . ..". «
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ................................................................................................» (γ) αν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας». Τα πιο πάνω άρθρα αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Limited ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1796, καθώς και στην απόφαση PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE)LIMITED v. Εταιρεία ΣΚΥΡΟΠΟΙΪΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΙΜΙΤΕΔ
(2009)(1Β) Α.Α.Δ. 1457, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1799: «Να τονίσουμε στο πλαίσιο αυτό ότι το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά, όπως ελέχθη, εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει «άλλους τρεις» λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης». Σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ.14, στη σελίδα 19: "Η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212(α) και 212(β) είναι η εξής: Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία". Με τα πιο πάνω λεχθέντα έρχομαι να εξετάσω το νομικό πλαίσιο που διέπει τέτοιου είδους αιτήσεις. Πιστωτής εταιρείας, του οποίου το χρέος κατέστη πληρωτέο και που δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή, δικαιούται ex debito justitiae να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Αυτό ισχύει ακόμα και όπου η εταιρεία έχει υποβάλει έφεση ενάντια στην απόφαση δυνάμει της οποίας δημιουργήθηκε το χρέος ή αν η εταιρεία έχει άλλη απαίτηση εναντίον του πιστωτή, η οποία είναι το αντικείμενο δικαστικής ή άλλης διαδικασίας (βλ. Γ. Κακογιάννη Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο, 2001, σελ. 164). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η Αγγλική Νομολογία, αφού οι σχετικές διατάξεις του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου (Companies Act 1948) ταυτίζονται με αυτές του Κεφ.113. Το άρθρο 211 εδάφιο (ε) του Κεφ.113 αποτελεί πιστή μετάφραση του άρθρου 222 (e) του αγγλικού Companies Act 1948. Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (βλ. In re Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 2226 και Re Bryant Investment Co Ltd
(1974)2 All E.R. 672). Το δικαίωμα πιστωτή να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας, δίδεται από το άρθρο 211(ε) του Κεφ.113, στο οποίο ορίζεται ότι εταιρεία μπορεί να διαλυθεί αν είναι ανίκανη να εξοφλήσει τα χρέη της. Ειδικά κριτήρια ανικανότητας καθορίζονται στο άρθρο 212 όπου τεκμαίρεται, μεταξύ άλλων, αφερεγγυότητα στην περίπτωση που η εταιρεία παραλείψει να πληρώσει το χρέος της με την παρέλευση τριών εβδομάδων από την αξίωση πληρωμής προς αυτή, από τον πιστωτή, σύμφωνα με το άρθρο 212(α) του Κεφ.113. Στην υπόθεση G.I.P Constructions Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και στην M. Moulettaris Machin. Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1649, αναφέρθηκε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις του άρθρου 212, το οποίο δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211(ε). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα διάλυσης αν πιστοποιήσει αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την G.I.P. Constructions (ανωτέρω): «Η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσέγγιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα.» Στην απόφαση PAN-AMAN Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ανωτέρω), τονίστηκε ότι: «....... ότι αυτό τούτο το άρθρο 212(α) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(ε) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση που, σύμφωνα με το νόμο, η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της.» Η Αιτήτρια Εταιρεία στήριξε την παρούσα αίτηση στην αφερεγγυότητα της Καθ΄ ης Αίτηση Εταιρείας. Προσδιόρισε δε τη βάση της Αίτησης στα άρθρα 211(ε) και (στ) και 212 (α) και (γ). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές, τις οποίες έχω παραθέσει, θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 212(α). Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει για την επίδοση απαίτησης πληρωμής στην Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία, η οποία θα παραδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Έχει προσκομιστεί, εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας, μαρτυρία ότι η απαίτηση πληρωμής επιδόθηκε απευθείας στον Διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την επίδοση της απαίτησης πληρωμής, συγκεκριμένα το Τεκμήριο 6, προκύπτει ότι δικαστικός επιδότης στις 03/04/13 είχε επιδώσει την γραπτή απαίτηση πληρωμής της Αιτήτριας Εταιρείας στον Επαινετό Πέτρου, Διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τον τόπο στον οποίο έγινε η επίδοση της εν λόγω απαίτησης στον Επαινετό Πέτρου. Κατά συνέπεια δεν έχει ικανοποιηθεί η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 212(α) όπου προβλέπεται ρητά ότι η απαίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Στην απόφαση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. Εταιρεία ΣΚΥΡΟΠΟΙΪΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΙΜΙΤΕΔ (ανωτέρω) το θέμα της επίδοσης της απαίτησης πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 212(α), αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκε ότι υπάρχει η σαφής νομοθετική πρόνοια του άρθρου 212 (α) το οποίο προνοεί ρητά ότι η απαίτηση θα πρέπει να επιδοθεί στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και έγινε αποδεκτή η θέση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδοση στο διευθυντή της εταιρείας, χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, όπως και στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το άρθρο 212(α). Εκτός από το πιο πάνω κώλυμα εγείρεται και το ερώτημα κατά πόσο η Αιτήτρια Εταιρεία μπορεί να θεωρηθεί «πιστωτής» εντός της εννοίας του νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σπανού ν. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 315, εξετάζοντας την έννοια του όρου «πιστωτή» στο Άρθρο 213
(1), επεσήμανε ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του s.224
(1)του Αγγλικού Νόμου, Companies Act 1948. Ανέφερε δε τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 321 της απόφασης: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.LR. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ.85-14 Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Στην αγγλική υπόθεση Mann and Another v. Goldstein and Another
(1968)2 All E.R. 769 εξετάζοντας και ερμηνεύοντας τον όρο «πιστωτής», σε συσχέτιση με το σχετικό άρθρο της αγγλικής νομοθεσίας, επισημάνθηκε ότι σε αυτό τον όρο δεν εμπίπτει πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και εκεί όπου η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, σελ. 774-775: "It might be suggested that this court should, where the company is insolvent, intervene on the ground that it would be to the detriment of future possible creditors to countenance the continuation of a company unable to pay its debts as they fall due. The companies court, however, in accordance with the practice which I have mentioned, does dismiss a petition founded on a substantially disputed debt whose validity it cannot conveniently decide even though the company be insolvent . . . . . . . . . . . .. For my part, I would prefer to rest the jurisdiction directly on the comparatively simple propositions that a creditor's petition can only be presented by a creditor, that the winding-up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt (that is, disputed on substantial and not insubstantial grounds)' since, until a creditor is established as a creditor he is not entitled to present the petition and has no locus standi in the companies court; and that, therefore, to invoke the winding-up jurisdiction when the debt is disputed (that is, on substantial grounds) or after it has become clear that it is so disputed is an abuse of the process of the court." Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, στις σελ. 1366-1367, το οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Αντρέας Χατζηγιάννης v. C & J Κyprianou Promotions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 991: «Bona Fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. "Substantial" here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding. In considering the matter the court will take into account the following factors: (i) the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based; and
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained by fraud. However, none of these factors is conclusive.» Στην αγγλική υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green
(1894)70 LT 271, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους και όχι, απλώς, του ύψους του τότε δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω) τονίσθηκε, επίσης, ότι δεν είναι επιτρεπτό να χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Οι πιο πάνω αναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες σκοπούν στο να οδηγείται σε εκκαθάριση μία εταιρεία η οποία είναι στην πραγματικότητα ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Επομένως όταν υφίσταται αμφισβητούμενη οφειλή, τότε αίτηση για εκκαθάριση στη βάση τέτοιων προνοιών δεν συνιστά ενδεδειγμένο μέτρο και ούτε, βεβαίως, θα πρέπει μια τέτοια αίτηση να καταχωρείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε μία εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για εκκαθάριση δεν πρέπει να υπεισέλθει στην ουσία ("merits") της υπεράσπισης που προβάλλεται από μέρους της εταιρείας. Στην περίπτωση όμως που προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση ως καταχρηστική και τίθεται θέμα καταχώρησης και εξέτασης νέας αίτησης μόνο μετά από επιτυχή έκβαση της σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Οπόταν εάν ένας «πιστωτής» έχει λόγους να αναμένει ότι η εταιρεία θα εγείρει πειστική και/ή αληθοφανή (plausible) υπεράσπιση στην απαίτηση του, είναι καλύτερα να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και, μετά την εξασφάλιση απόφασης υπέρ του, να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης. Σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία θα κωλύεται, ως αποτέλεσμα της απόφασης, να αμφισβητήσει πλέον την απαίτηση επί της ουσίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, όπου στη σελ. 679 καταγράφονται τα εξής: «. ... if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits . ..» Στο σύγγραμμα «Company Law», J.H. Farrar, εκδ. 1985, στη σελ. 561 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «If the company satisfies the court that there is a dispute whether it is liable to pay the debt or whether it is then due, the court will not accept that the debt is then due and the creditor will be compelled to obtain a judgment against the company.» Πρέπει να επισημανθεί ότι η δεν προσφέρεται προστασία σε εταιρεία η οποία αρνείται να αποπληρώσει το χρέος της με το πρόσχημα της αμφισβήτησης. Για να δικαιούται μια εταιρεία σχετικής προστασίας, θα πρέπει αυτή να καταδείξει, εκ πρώτης όψεως, ότι αμφισβητεί το ισχυριζόμενο χρέος καλόπιστα και κατά τρόπο ουσιαστικό. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), αν το Δικαστήριο εξαγάγει το συμπέρασμα το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει, απλώς, να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε, ασφαλώς, δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Όπως καταγράφει το σύγγραμμα Pennington's Company Law (ανωτέρω), στη σελ. 679, δεν απορρίπτεται μια αίτηση εκκαθάρισης για το λόγο και μόνο ότι η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση του πιστωτή εκτός εάν αποδείξει ότι η υπεράσπιση είναι πιθανό να επιτύχει νομικά και προσαγάγει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως απόδειξη των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: «But the court will not dismiss a petition merely because the company alleges that it has a defence to the creditor's claim, unless it also shows that the defence is likely to succeed in point of law, and adduces at least prima facie proof of the facts on which the defence depends.» Είναι ξεκάθαρο λοιπόν, με βάση τη σχετική νομολογία και όλες τις σχετικές επί του θέματος αυθεντίες, ότι για να απορριφθεί μια αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει πρώτον, να υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και δεύτερον, η αμφισβήτηση αυτή να είναι ουσιαστική. Καθοδηγούμενη από τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν καταγραφεί πιο πάνω, σε συνάρτηση με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία διαπιστώνω ότι η αμφισβήτηση που προέβαλε η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας είναι τέτοια ώστε να εγείρεται διαφορά η οποία θα πρέπει να επιλυθεί στο κατάλληλο πλαίσιο που είναι η αγωγή. Κατά την αντεξέταση του διευθυντή της Αιτήτριας Εταιρείας ο ίδιος παραδέχθηκε ότι είχε ληφθεί επιστολή από το Υπουργείο Παιδείας σε σχέση με την ποιότητα κάποιων εργασιών, τις οποίες ο ίδιος είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν ισχυρίστηκε, απλώς, ότι αμφισβητεί το ισχυριζόμενο χρέος αλλά εισήγαγε σχετική μαρτυρία επί της οποίας βασίζει την αμφισβήτηση που προβάλλει και είναι τέτοια που να αποδεικνύει, στο βαθμό που χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, μια ουσιαστική καλή τη πίστη αμφισβήτηση.Εν όψει αυτής της κατάληξης η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «πιστωτής». Η κατάληξη αυτή σφραγίζει και την τύχη της υπό κρίση Αίτησης. Δεν τίθεται θέμα εξέτασης της Αίτησης για να διαγνωσθεί κατά πόσο η Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με βάση τις παραγράφους (α) και (γ) του Άρθρου 212 του ΚΕΦ. 113. Για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και απορρίπτεται. Δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση δικαιούται τα έξοδα της. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. (Υπ.) ................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο