ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡ. ΠΑΝΤΕΛΗ, Αρ. Αγωγής: 266/2009, 9/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A1 Αρ. Αγωγής: 266/2009 Μεταξύ:
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ) ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόντων/Αιτητών και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡ. ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 6.11.2013 για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος 9 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Μούσκος. Για Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Χ¨Γιώργης για Μουαϊμης & Μουαϊμης . ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 6.11.2013 οι Ενάγοντες/Αιτητές (στο εξής οι «Αιτητές») καταχώρησαν αίτηση για έκδοση διατάγματος τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος (στο εξής η «Αίτηση»). Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.25, Θ. 1-6 και Δ.48, Θ. 1, 2, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση τροποποίησης, ο ενόρκως δηλών εξηγεί ότι στις 7.3.2013 επιδόθηκε στους ενάγοντες ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ότι εκτός αν καταχωρείτο αίτηση ορισμού ακρόασης της αγωγής, αυτή θα υπόκειτο σε απόρριψη. Επειδή ο δικηγόρος ο οποίος αρχικά εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες απεβίωσε, στις 19.3.2013, οι Ενάγοντες διόρισαν τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί σήμερα ο οποίος ανέλαβε την προώθηση της υπόθεσης τους. Σε συνάντηση που είχε ο ενόρκως δηλών με το νεοδιορισθέντα δικηγόρο για μελέτη της υπόθεσης διαπιστώθηκαν τα λάθη που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι κάποιες από τις αλλαγές είναι έκδηλα προς το συμφέρον του Εναγόμενου αφού αφορούν μείωση του επιτοκίου επί του ποσού της απαίτησης. Προσθέτει ότι αν δεν επιτραπεί η τροποποίηση οι Ενάγοντες θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα αφού δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν τα αληθινά γεγονότα και έγγραφα στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση και καταλήγει ότι ο Εναγόμενος δεν θα υποστεί ζημία από την τροποποίηση η οποία να μην μπορεί να θεραπευτεί σε έξοδα. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής ο «Καθ' ου η Αίτηση»), έφερε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σημειώνω ότι η ένσταση περιορίζεται στις αιτούμενες τροποποιήσεις των παραγράφων 1, 3, 4, 6, 8 και 9 της Αίτησης ενώ συναινεί στις τροποποιήσεις των παραγράφων 2, 5 και
- Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει και υποστηρίζει στην ένορκη του δήλωση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις θέσεις του για καθυστέρηση που επέδειξε η πλευρά των Αιτητών στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης, κακοπιστία και/ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από τους Αιτητές και εισαγωγή νέων ισχυρισμών ώστε η απαίτηση να είναι προσαρμοσμένη με τις θέσεις που προβάλλει ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του. Με κάποιους από τους λόγους ένστασης ασχολούμαι εκτενέστερα κατωτέρω. Οι δικηγόροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους, εμπεριστατωμένα, με πολύ βοηθητικό για το Δικαστήριο τρόπο, κάνοντας εκτενή αναφορά στα γεγονότα, τη δικογραφία και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η Δ.25 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Γενικά, η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - θα πρέπει να εξασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Χαρακτηριστικά, αναφέρω την υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τον Λόρδο Denning στην Αγγλική Associated Leisure Ltd v Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, που είπε τα ακόλουθα: « I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[2]. Ανάλυση Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Προσαρμογή απαίτησης στην υπεράσπιση του Καθ' ου η Αίτηση: Ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι Αιτητές προσπαθούν να εισάγουν νέους ισχυρισμούς τους οποίους έχουν προσαρμόσει ώστε να απαντούν στους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του. Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί αίτημα τροποποίησης. Η παρούσα περίπτωση είναι διαφορετική. Οι Αιτητές δεν επιχειρούν να εισάγουν νέα βάση αγωγής. Αυτό που επιχειρείται είναι, ουσιαστικά, διόρθωση των ημερομηνιών στις οποίες γίνεται αναφορά στο Κλητήριο Ένταλμα και που καθορίζουν τον επίδικο χρόνο. Επί του ζητήματος αυτού, συμφωνώ με τη θέση των Αιτητών ότι μόνο αν επιτραπεί η τροποποίηση και συνακόλουθη μετατόπιση του επίδικου χρόνου θα είναι δυνατή η προσαγωγή μαρτυρίας και εγγράφων σχετικών με τα επίδικα θέματα. Καθυστέρηση: Το μεγαλύτερο ενδεχόμενο εμπόδιο που εντοπίζω για την έγκριση της Αίτησης τροποποίησης αφορά την καθυστέρηση που επέδειξε η πλευρά των Αιτητών. Από το φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.3.2009 και, βάση της αρχικά καταχωρημένης οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος, αφορούσε γεγονότα τα οποία επισυνέβησαν μεταξύ 4.6.1999 - 2.9.
- Δηλαδή η αγωγή αφορούσε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι προέκυψε σχεδόν προ 10ετίας. Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 13.10.2009 και έκτοτε ο φάκελος παρέμεινε αδρανής μέχρι τον Μάρτιο
- Προσπαθώντας να δικαιολογήσουν το χρονικό αυτό διάστημα των 3 και πλέον χρόνων που παρήλθε χωρίς να προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα για προώθηση της υπόθεσης τους, οι Αιτητές εξήγησαν ότι αυτό οφειλόταν στον προηγούμενο δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε. Όταν έλαβαν την ειδοποίηση του αρμόδιου Πρωτοκολλητή, στις 7.3.2013, ότι η αγωγή θα υπόκειτο σε απόρριψη λόγω μη προώθησης διόρισαν νέο δικηγόρο, αφού εν των μεταξύ ο προηγούμενος δικηγόρος τους είχε αποβιώσει, και του έδωσαν οδηγίες για προώθηση της υπόθεσης τους. Δέχομαι ότι για την καθυστέρηση που προηγήθηκε του διορισμού του δεν ευθύνεται ο δικηγόρος που εκπροσωπεί σήμερα τους Αιτητές. Συμφωνώ όμως με τη θέση του κου Χ'Γιώργης ότι η δικονομική συμπεριφορά του προηγούμενου δικηγόρου τους πρέπει να πιστωθεί στους Ενάγοντες. Η αλλαγή δικηγόρου δεν διαγράφει την πολυετή αδράνεια και αδιαφορία που επέδειξαν οι Αιτητές. Επομένως, συμφωνώ με την θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Θεωρώ επίσης ότι η δικαιολογία που προβάλλεται για την καθυστέρηση αυτή από την πλευρά των Αιτητών δεν είναι απόλυτα ικανοποιητική ούτε απόλυτα επαρκής. Το ζήτημα της αιτιολόγησης ή μη της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω): "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Με αυτό υπόψη κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν θα πρέπει από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν συνοδεύεται από κακοπιστία. Ανεπανόρθωτη ζημιά: Οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι εάν η τροποποίηση επιτραπεί, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία αφού η οποία ζημία του μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Ο Καθ' ων η Αίτηση διαφωνεί και ισχυρίζεται ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τον επίδικο χρόνο είναι τέτοιο που να καθιστά εξαιρετικά δύσκολη έως και αδύνατη την προβολή της υπεράσπισης του. Η ερμηνεία που δίνει η νομολογία στην έννοια της ανεπανόρθωτης ζημίας σε αιτήσεις αυτής της φύσεως είναι ξεκάθαρη αλλά, κατά τη γνώμη μου, ίσως υπέρμετρα περιοριστική. Ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[3]. Η πρόκληση οικονομικής ζημίας είναι βεβαίως κάτι που πρέπει να εξετάζεται ώστε να αξιολογείται εάν μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Όμως, ίσως το Δικαστήριο να πρέπει επίσης να εξετάζει εάν η τροποποίηση θα προκαλούσε άλλου είδους ζημιές οι οποίες ενδεχομένως να είναι εξίσου ανεπανόρθωτες. Στην παρούσα περίπτωση εάν επιτραπεί η τροποποίηση, ο επίδικος χρόνος θα μετατεθεί μεταξύ 1.7.1988 - 31.12.
- Θυμίζω ότι στο αρχικά καταχωρημένο Κλητήριο, ο επίδικος χρόνος τοποθετείτο μεταξύ 4.6.1999 - 2.9.
- Η τροποποίηση δηλαδή θα είχε ως κατάληξη την εκδίκαση μιας διαφοράς 26 περίπου χρόνια μετά που συνέβηκαν τα επίδικα γεγονότα. Η πάροδος ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ίσως να νοθεύσει την ποιότητα της μαρτυρίας που οι δύο πλευρές θα προσκομίσουν. Η μνήμη ενός μάρτυρα αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα ίσως να έχει εξασθενήσει λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει, όπως επίσης και η διανοητική ικανότητα ενός προσώπου να δώσει μαρτυρία ενόρκως και να αντεπεξέλθει στην αντεξέταση. Η αποδεικτική δεινότητα και βαρύτητα ζώσας μαρτυρίας για γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν σε τόσο μακρινό παρελθόν ίσως να επηρεάζεται δυσμενώς ενώ έγγραφα και άλλα στοιχεία ίσως να έχουν απολεσθεί Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι θα ήταν ωφέλιμο να υπάρξει καθοδήγηση αναφορικά με ζητήματα αυτής της φύσεως, ειδικότερα κατά πόσο θα ήταν δυνατό, ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, να θεωρηθούν τέτοιες επιπτώσεις ως ανεπανόρθωτες ζημιές. Έχω λάβει υπόψη τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με το θέμα αυτό και διατηρώ τους προβληματισμούς και επιφυλάξεις που εκφράζω ανωτέρω. Η καθοδήγηση όμως από τη νομολογία, η οποία είναι ξεκάθαρη και βεβαίως δεσμευτική, είναι ότι ζημιά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Κακοπιστία/Κατάχρηση: Ο Καθ' ων η Αίτηση αναφέρεται σε ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του αναφορικά με τα ίδια γεγονότα και αφορούσε τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στο αρχικά καταχωρημένο Κλητήριο Ένταλμα και η οποία τελικά αποσύρθηκε ελλείψει μαρτυρίας. Η θέση του είναι ότι η καταχώρηση και προώθηση της Αίτησης είναι ενδεικτική της κακοπιστίας και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από μέρους των Αιτητών. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση. Οι ποινικές και αστικές διαδικασίες είναι ξεχωριστές και ο χειρισμός μιας ποινικής υπόθεση δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα κακοπιστίας ή κατάχρησης στο χειρισμό μιας πολιτικής χωρίς απτά στοιχεία[4]. Κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος ως οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 της Αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά εντός 14 ημερών από σήμερα. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[5]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν ευθύνεται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι Αιτητές. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί τον Καθ' ου η Αίτηση, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον του τα έξοδα αυτά αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του δικονομικής συμπεριφοράς και η ένσταση του ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον των Αιτητών. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν τους Αιτητές. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426) [3] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [4] Σχετική η Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 [5] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο