LACOSTE κ.α. ν. D & L TOURIST ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 981/2010, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A18 Αρ. Αγωγής: 981/2010 Μεταξύ:
- LACOSTE
- NOTOS (CYPRUS) LTD Εναγόντων και D & L TOURIST ENTERPRISES LIMITED Εναγομένων 21 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Δημητριάδης για Λέλλο Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Φιερός) Για Εναγόμενους: κος Γ. Πιττάτζης για Γ.Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Μ. Εγγλέζου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παραβίαση εγγεγραμμένων κοινοτικών και εθνικών εμπορικών σημάτων, αθέμιτο ανταγωνισμό και παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και σχετικά διατάγματα. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Γαλλία και κατασκευάζει, παράγει και εμπορεύεται είδη ρουχισμού, υπόδησης, καπέλα, ζώνες και τσάντες. Τα προϊόντα τους είναι παγκοσμίου φήμης και διεξάγουν εργασίες σε πάρα πολλές χώρες περιλαμβανομένης και της Κύπρου. Είναι ιδιοκτήτες δύο κοινοτικών εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων (community trade marks), τα οποία βρίσκονται σε ισχύ, με αριθμούς 002979524 (κλάσεις 1-45) και 004104626 (κλάσεις 3 και 5) και δύο εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων με αριθμούς 24389 (κλάση 25) και 24390 (κλάση 25) τα οποία βρίσκονται επίσης σε ισχύ (στο εξής τα «Εμπορικά Σήματα»). Τα εν λόγω Εμπορικά Σήματα περιλαμβάνουν τη λέξη LACOSTE και το χαρακτηριστικό «σχέδιο κροκοδείλου». Το γεγονός ότι τα Εμπορικά Σήματα είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγόντων 1 και ότι βρίσκονταν σε ισχύ ήταν παραδεκτό γεγονός για τους σκοπούς της αγωγής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, οι Ενάγοντες 1 είναι ιδιοκτήτες και δικαιούχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου». Οι Ενάγοντες 2 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και λειτουργούν καταστήματα στην Λευκωσία, Λεμεσό, Λάρνακα, Πάφο, Αγία Νάπα και Πρωταρά εδώ και πολλά χρόνια, στα οποία πωλούν αποκλειστικά, αυθεντικά και εξουσιοδοτημένα προϊόντα των Εναγόντων
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες 2 έχουν δαπανήσει μεγάλα ποσά για την λειτουργία των καταστημάτων τους και έχουν προβεί σε εκτεταμένη διαφήμιση για την προώθηση των προϊόντων των Εναγόντων
- Προσθέτουν ότι το κοινό στην Κύπρο και το εξωτερικό αναγνωρίζει τα προϊόντα τους από το όνομα LACOSTE και το καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου» που υποδηλώνουν προϊόντα υψηλής ποιότητας. Οι Εναγόμενοι ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με το εμπόριο ειδών υπεραγοράς και ρουχισμού και διατηρούν κατάστημα στην Αγία Νάπα με την ονομασία Instrefiana Supermarket, από όπου διεξάγουν τις εργασίες τους. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι σε διάφορες ημερομηνίες τις οποίες δεν μπορούν να καθορίσουν, οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει και εξακολουθούν να παραβιάζουν τα δικαιώματα των Εναγόντων σε σχέση με τα Εμπορικά Σήματα και το καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου» χρησιμοποιώντας τα χωρίς την άδεια των Εναγόντων ή χρησιμοποιώντας παρόμοια σήματα ή καλλιτεχνικά έργα στα προϊόντα που διαθέτουν προς πώληση στο κατάστημα τους. Αυτό γίνεται με τρόπο που είναι πιθανό να προκαλέσει σύγχυση ή να εξαπατήσει το κοινό δημιουργώντας την εντύπωση ότι τα προϊόντα αυτά είναι τα προϊόντα των Εναγόντων ή έχουν σχέση με αυτούς (passing off). Πιο συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 10.7.2010 οι Εναγόμενοι πώλησαν στον κ. Θ. Νίκολσον μια φανέλα η οποία φέρει το όνομα LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου» έναντι του ποσού των €17,
- Προσθέτουν ότι στις 10.8.2010, ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε το Διάταγμα τύπου Anton Piller που είχαν εξασφαλίσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, παραλήφθηκαν από το κατάστημα των Εναγομένων 21 φανέλες και 9 αρώματα τα οποία φέρουν το όνομα LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου». Η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι είχαν μετατρέψει τα μη εξουσιοδοτημένα αντίγραφα των προϊόντων αυτών, των Εμπορικών Σημάτων και του καλλιτεχνικού έργου «σχέδιο κροκοδείλου» για δική τους χρήση και αθέμιτα τα παρουσίαζαν σαν εξουσιοδοτημένα αντίγραφα των προϊόντων των Εναγόντων (passing off). Στις λεπτομέρειες της οικειοποίησης και/ή αθέμιτου ανταγωνισμού που παραθέτουν στην Έκθεση Απαίτηση τους, περιλαμβάνονται ισχυρισμοί ότι οι Εναγόμενοι εκθέτουν προς πώληση και/ή πωλούν είδη ρουχισμού, αρώματα κ.α. με παρόμοια σήματα και λογότυπα με αυτά των Εναγόντων, χωρίς την εξουσιοδότηση τους. Συνεχίζουν ότι, από την διαγωγή τους αυτή, οι Εναγόμενοι αθέμιτα εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους Ενάγοντες 2 οι οποίοι έχουν ξοδέψει μεγάλα ποσά σε διαφήμιση και προώθηση των προϊόντων των Εναγόντων 1 στην Κύπρο. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών των Εναγομένων, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημίες και/ή απώλειες που συναρτώνται σε αποστέρηση των εισοδημάτων των πωλήσεων που θα έκαναν σε αντικατάσταση της πώλησης σε αυτούς της μη εξουσιοδοτημένης φανέλας LACOSTE που αγοράστηκε στις 10.7.2010, και των εισοδημάτων από τις πωλήσεις που θα έκαναν σε αντικατάσταση των μη εξουσιοδοτημένων πωλήσεων που έκαναν οι Εναγόμενοι. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν και είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι τα Εμπορικά Σήματα και πνευματικά δικαιώματα στο καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου» προστατεύονταν από το Νόμο και ότι οι πράξεις και συμπεριφορά τους συνιστούσε προσβολή των αντίστοιχων δικαιωμάτων των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι λένε ότι τα εν λόγω Εμπορικά Σήματα και «σχέδιο κροκοδείλου» είναι πολύ γνωστά σε όλο τον κόσμο και όλοι σχεδόν οι καταναλωτές τα γνωρίζουν, ότι οι συσκευασία και ετικέτες των προϊόντων τους φέρουν ειδοποιήσεις για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους και ότι πρόκειται για πασίγνωστα εμπορικά σήματα και λογότυπα. Έπρεπε δε να γνωρίζουν οι Εναγόμενοι ότι δεν μπορούσαν να τα αναπαράγουν ή διανέμουν χωρίς τη σχετική άδεια των Εναγόντων. Τέλος οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες των Εναγομένων είχαν σκοπό να εξαπατήσουν και/ή παραπλανήσουν το κοινό ώστε να εκλαμβάνει τα προϊόντα που πωλούσαν οι Εναγόμενοι ως προϊόντα των Εναγόντων. Ως αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες αποστερήθηκαν σημαντικό κέρδος ή πλεονέκτημα σε σχέση με τα δικαιώματα αυτά. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στο κατάστημα τους πωλούν εκατοντάδες ή και χιλιάδες προϊόντα και εμπορεύματα τα οποία προμηθεύονται και/ή αγοράζουν από την ανοικτή αγορά. Λένε ότι δεν γνωρίζουν αν κάποια από τα προϊόντα αυτά είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων ή περιέχουν σήματα των Εναγόντων χωρίς τη συγκατάθεση τους. Προσθέτουν ότι δεν γνωρίζουν ποια προϊόντα εμπορεύονται οι Ενάγοντες και κατά πόσο τα προϊόντα που έχουν το σήμα τους είναι γνήσια ή όχι ή κατά πόσο οι προμηθευτές τέτοιων προϊόντων είχαν τη συγκατάθεση των Εναγόντων ή την έγκριση τους ή αν πλήρωναν σε αυτούς πνευματικά δικαιώματα. Σημειώνουν ότι μετά την επίδοση σε αυτούς και την εκτέλεση του Διατάγματος τύπου Anton Piller έδωσαν οδηγίες στους υπαλλήλους και αντιπροσώπους τους να μην αποδέχονται εμπορεύματα που έχουν σημάνσεις των Εναγόντων για να είναι σίγουροι ότι δεν παραβιάζουν πνευματικά τους δικαιώματα. Αρνούνται ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά και λένε ότι οι ίδιοι δεν απεκόμισαν κανένα όφελος σε βάρος τους. Μαρτυρία και αξιολόγηση Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ενόρκως ο κ. Θ. Νίκολσον (στο εξής «ΜΕ1»), που είναι διευθυντής των Εναγόντων 2 και εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες 1 να καταθέσει εκ μέρους τους. Αναφέρω επίσης ότι κάποια τεκμήρια κατατέθηκαν από κοινού και δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα, περιορίζοντας έτσι σημαντικά τα επίδικα θέματα. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε γραπτό κείμενο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του με το οποίο επαναλάμβανε και επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η μαρτυρία του δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγομένων κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Χαρακτηριστικά, ο δικηγόρος των Εναγομένων αντεξετάζοντας τον μάρτυρα τον συνεχάρη διότι είπε την αλήθεια. Επί αυτού πρέπει να αναφέρω ότι οι συνέπειες της παράληψης αντεξέτασης μάρτυρα επί ουσιαστικών ζητημάτων είναι δεδομένες. Όπως αναφέρθηκε στην Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Πέραν τούτου, να αναφέρω ότι η εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα αυτό είναι ότι όντως επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Απάντησε ευθέως κάθε ερώτηση που του υπεβλήθη, χωρίς υπεκφυγές και ασάφειες και δεν διέκρινα καμία πρόθεση από μέρους του να παραπλανήσει ή να αποκρύψει γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, το εύρος της οποίας ήταν περιορισμένο, παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία του επί των επίδικων γεγονότων γίνεται αποδεκτή. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Στις 10.7.2010, ο κ. Νίκολσον (ΜΕ1), κατόπιν πληροφοριών που έλαβε ότι στο κατάστημα των Εναγομένων πωλούνταν είδη ένδυσης που έφεραν το όνομα LACOSTE και το γνωστό «σχέδιο κροκοδείλου», επισκέφτηκε το εν λόγω κατάστημα των Εναγομένων και αγόρασε μια φανέλα που έφερε τόσο το σήμα LACOSTE όσο και το «σχέδιο κροκοδείλου» (Τεκμήριο 8). Στο συγκεκριμένο κατάστημα υπήρχαν και άλλες τέτοιες φανέλες. Για την εν λόγω φανέλα πλήρωσε €17.50 και έλαβε σχετική απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 10). (β) Διαπίστωσε ότι η φανέλα (Τεκμήριο 8) δεν ήταν της ποιότητας ή του τύπου που κατασκευάζουν και εμπορεύονται οι Ενάγοντες. Φανέλα η οποία είναι κατασκευασμένη και πωλείται από τους Ενάγοντες κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 11) και, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, αυτή πωλείται στο κοινό προς €84.
- (γ) Οι Εναγόμενοι δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να παράγουν, κατασκευάζουν ή διαθέτουν προς πώληση είδη ένδυσης που φέρουν το σήμα LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου». (δ) Στις 4.8.2010 εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα καθώς και διάταγμα τύπου Anton Piller για έρευνα και παραλαβή μη εξουσιοδοτημένων εμπορευμάτων LACOSTE που πωλούνταν στο κατάστημα των Εναγομένων. Το Διάταγμα εκτελέστηκε στις 10.8.2010 και κατά την εκτέλεση παραλήφθηκαν 21 φανέλες (Τεκμήριο 12) και 9 αρώματα (Τεκμήριο 13). Οι εν λόγω φανέλες και αρώματα δεν είναι εξουσιοδοτημένα προϊόντα των Εναγόντων. (ε) Στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας οι Εναγόμενοι απεκάλυψαν ενόρκως δύο τιμολόγια (Τεκμήρια 16 και 17) που αφορούσαν αγορά από αυτούς διαφόρων εμπορευμάτων και περιλάμβαναν εμπορεύματα που έφεραν το όνομα LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου». Στα τιμολόγια αυτά περιλαμβάνονταν αυτά που κατασχέθηκαν. Ο μάρτυρας επιπρόσθετα είχε εισηγηθεί ότι οι Εναγόμενοι, μεταξύ 2007 και Αυγούστου 2010 πώλησαν προϊόντα που φέρουν το σήμα LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου» για περισσότερα από €15.000 κατ' έτος. Ανάφερε ότι πιστεύει πως στα ποσά αυτά οι Εναγόμενοι είχαν ένα κέρδος της τάξης του 200%, που θεωρεί ότι ανέρχεται σε €10.000 κατ' έτος. Σημειώνω όμως ότι αντεξετάστηκε ο μάρτυράς επί αυτού του σημείου και επιβεβαίωσε ότι πρόκειται τα ποσά τα οποία ανέφερε είναι μόνο δικές του εκτιμήσεις χωρίς αυτός να γνωρίζει ποια είναι η αλήθεια. Για τους Εναγόμενους κατέθεσε ο κ. Κώστας Κκολός (στο εξής «ΜΥ1»), που είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας των Εναγομένων. Πρέπει να πω ότι πολλά στοιχεία της μαρτυρίας του δεν φαίνονταν να ανταποκρίνονται στο βάσανο της λογικής. Η μνήμη του ήταν ασθενής, και μάλιστα σε ορισμένα θέματα ήταν επιλεκτική σε βαθμό ύποπτο ενώ κάποια από τα όσα ανέφερε στερούνταν πειστικότητας. Αντεξεταζόμενος και όταν οι θέσεις του αμφισβητήθηκαν από τον δικηγόρο των Εναγόντων, η μαρτυρία του ξέφυγε περαιτέρω από τα όρια της λογικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα από την μαρτυρία του τα οποία δεν μου επιτρέπουν να την κρίνω ως αξιόπιστη περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: (α) Κατά την εκτέλεση του Διατάγματος Anton Piller που είχε εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων στα αρχικά στάδια της αγωγής, ήταν παρών ο ίδιος, Όμως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κανένα από τα άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένων δικών του υπάλληλων και συγγενών, τα οποία ήταν παρόντα ή τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο κατάστημα του κατά την διεξαγωγή της έρευνας και κατάσχεσης των προϊόντων του. (β) Έστειλε την μητέρα και την αδερφή του στην Αθήνα για να αγοράσουν τις φανέλες και τα αρώματα που κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης του Διατάγματος Anton Piller (Τεκμήρια 12 και 13) αλλά δεν γνωρίζει ο ίδιος τι μάρκα ήταν. Χωρίς να είναι σίγουρος ή να τις ρωτήσει, πιστεύει ότι στον συγκεκριμένο έμπορο πήγαν μόνο μια φορά όταν αγοράστηκαν τα επίδικα εμπορεύματα. Τη ίδια στιγμή δεν ξέρει ο ίδιος ούτε που βρίσκεται ο συγκεκριμένος έμπορος, ούτε που έμαθαν για τον έμπορο αυτό η μητέρα και η αδερφή του. Μπορεί, όπως είπε, να περνούσαν έξω από το κατάστημα του, να το είδαν και να μπήκαν. (γ) Δεν θυμόταν πόσα πωλούσε τις επίδικες φανέλες και αρώματα. Θυμόταν όμως ότι από τα 68 αρώματα που εμφαίνονται στην απόδειξη αγοράς, Τεκμήριο 16, μόνο τα 9 που κατασχέθηκαν στα πλαίσια της εκτέλεσης του Διατάγματος Anton Piller ήταν LACOSTE. Τα υπόλοιπα δε, σίγουρα δεν ήταν LACOSTE αλλά δεν θυμόταν τι μάρκα ήταν. (δ) Από τις 70 δε φανέλες που εμφαίνονται στην απόδειξη αγοράς, Τεκμήριο 17, ήταν σίγουρος ότι μόνο οι 21 που κατασχέθηκαν στα πλαίσια της εκτέλεσης του Διατάγματος Anton Piller ήταν LACOSTE. Τα υπόλοιπα και πάλιν δεν θυμάται τι μάρκας ήταν. Θυμάται μόνο ότι σίγουρα δεν ήταν LACOSTE. (ε) Θυμήθηκε ότι ο τζίρος της επιχείρησης του για τους καλοκαιρινούς τουλάχιστον μήνες του 2010 ήταν περίπου €60.000 μηνιαίως και μικρότερος το 2009 αλλά δεν θυμόταν πόσο ήταν το κέρδος για καμία χρονιά από το 2007 μέχρι σήμερα. (στ) Ανέφερε ότι πωλεί εμπορεύματα σε τιμή επαυξημένη μέχρι και κατά 400% από την τιμή στην οποία τα αγοράζει αλλά δεν ξέρει ποιο είναι το κέρδος που του αποφέρει τελικά η πώληση. Για να υπολογίσει το τελικό κέρδος πρέπει να ξέρει και τα έξοδα της επιχείρησης τα οποία δεν γνωρίζει αλλά τα ξέρει μόνο ο λογιστής του. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ και να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΥ
- Να πω όμως ότι ανέφερε πως εφόσον η μητέρα του και η αδερφή του, του έφερναν τιμολόγια για τα εμπορεύματα που αγόραζαν, ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να τα πωλεί στο κατάστημα. Αναφέρω επίσης ότι οι δικηγόροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων με εκτενή και εμπεριστατωμένο τρόπο, με αναφορές στο νόμο, τη νομολογία και τα γεγονότα. Ο συνήγορος των Εναγόντων, παρέθεσε τις νομικές αρχές επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση των Εναγόντων και με αναφορά στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος των Εναγομένων τόνισε ότι η Υπεράσπιση των Εναγομένων δεν βασίζεται στον ισχυρισμό περί αθώας παραβίασης (innocent infringement). Εισηγήθηκε ότι η υπεράσπιση εδράζεται πρωτίστως στο ότι οι Εναγόμενοι αγόρασαν τα επίδικα προϊόντα στην ανοικτή αγορά, καλόπιστα και έναντι τιμολογίων. Προσθέτει δε ότι τα επίδικα προϊόντα έφτασαν στα χέρια των Εναγομένων αφού κυκλοφόρησαν στην αγορά με καλόπιστη εμπορική συναλλαγή. Εάν τα προϊόντα έτυχαν παραποίησης ή άλλης παράνομης μεταχείρισης, οι ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν στα άτομα που έκαναν αυτές τις ενέργειες και όχι στους Εναγόμενους. Τέλος, αναφέρει ότι ακόμα και αν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή, η μαρτυρία τους επιτρέπει να διεκδικήσουν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Νομική Πτυχή. Ο Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμος, Κεφ. 268 αποδίδει σε εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα το χαρακτήρα του έννομου αγαθού, θεσμοθετώντας σχετικό αστικό αδίκημα (trade mark infringement) και αντίστοιχο αγώγιμο δικαίωμα[1]. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ. 268 προνοεί ότι: «
(1).η εγγραφή εμπορικού σήματος στο μητρώο. παρέχει στον ιδιοκτήτη του εμπορικού σήματος αποκλειστικό δικαίωμα επί του εν λόγω σήματος.
(2)Ο ιδιοκτήτης εμπορικού σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του, χωρίς τη συγκατάθεσή του - (α) Σημείο πανομοιότυπο με το εμπορικό σήμα, για εμπορεύματα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί, (β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το εμπορικό σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των εμπορευμάτων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το εμπορικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το εμπορικό σήμα, (γ) σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το εμπορικό σήμα για εμπορεύματα ή υπηρεσίες μη παρόμοιες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί, εάν το εμπορικό σήμα χαίρει φήμης στη Δημοκρατία και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς εύλογη αιτία, θα επέφερε, χωρίς οποιοδήποτε κόστος, όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του εμπορικού σήματος ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.» Επομένως, για την στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος του άρθρου 6 του Κεφ. 268 πρέπει να αποδειχθεί, επί τη βάση βεβαίως του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι οι Εναγόμενοι, χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων, χρησιμοποιούσαν σήματα που προσομοίαζαν με τα επίδικα Εμπορικά Σήματα σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση ή απεκόμισαν όφελος ή προκάλεσαν ζημιά στη φήμη και εμπορική εύνοια των Εναγόντων. Στην παρούσα υπόθεση, ήταν παραδεκτό το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 ήταν ιδιοκτήτες των Κυπριακών Εμπορικών Σημάτων τα οποία ήταν εγγεγραμμένα και βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από την μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν τη συγκατάθεση των Εναγόντων 1 για τη χρήση των Εμπορικών αυτών Σημάτων. Εξάλλου αυτό είναι κάτι που δεν αμφισβητούν ούτε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι. Το κατά πόσο τα σήματα που βρίσκονταν στα επίδικα προϊόντα και εμπορεύματα προσομοίαζαν με τα επίδικα Εμπορικά Σήματα σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση είναι θέμα πραγματικό. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω και να αντιπαραβάλω τη φανέλα των Εναγόντων, Τεκμήριο 11, με τη φανέλα που ο ΜΥ1 αγόρασε από τους Εναγόμενους, Τεκμήριο 8, και τις φανέλες, Τεκμήριο 13. Διαπιστώνω ότι τα σήματα που φέρουν προσομοιάζουν σε βαθμό που να υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης ώστε ένας συνήθης καταναλωτής να αγοράσει τα προϊόντα που πωλούσαν οι Εναγόμενοι νομιζόμενος ότι αγοράζει τα προϊόντα των Εναγόντων[2]. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι απεκόμισαν όφελος από τις ενέργειες τους αυτές, το οποίο ανερχόταν τουλάχιστον σε €17,50 (Τεκμήριο 10) που είναι το ποσό που κατέβαλε ο ΜΥ1 όταν αγόρασε από αυτούς τη φανέλα (Τεκμήριο 8). Για λόγους που εξηγώ με λεπτομέρεια πιο κάτω, θεωρώ ότι ο όφελος αυτό ήταν σημαντικά μεγαλύτερο και περιλαμβάνει τα έσοδα που απεκόμισαν οι Εναγόμενοι από την πώληση των φανέλων και αρωμάτων τα οποία εμφαίνονται στα Τεκμήρια 16 και 17 αλλά δεν ανευρέθηκαν για να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση του Διατάγματος Anton Piller. Από τα πιο πάνω, διαφαίνεται ότι η βάση αγωγής που αφορά το αστικό αδίκημα της παραβίασης εμπορικού σήματος έχει αποδειχθεί. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι ενεργούσαν με τρόπο που να συνιστά το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Το άρθρο 35 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, καθιστά την αντιποίηση εμπορευμάτων ή αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) αστικό αδίκημα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπo τo oπoίo απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo o oπoίoς εvδέχεται vα oδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεπoίθηση ότι αγoράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ.» Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί τον αγοραστή ή ενδεχόμενο αγοραστή, δημιουργώντας του την λανθασμένη εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι κάποιου άλλου προσώπου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Adidas v Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, Το άρθρο 35 του Κεφ. 148 αποτελεί ουσιαστικά κωδικοποίηση του κοινοδικαίου αναφορικά με τον αθέμιτο ανταγωνισμό χωρίς να είναι εξαντλητική των σχετικών παραμέτρων. Επομένως, όπως εισηγείται το Εφετείο στην υπόθεση εκείνη, η Αγγλική νομολογία είναι υποβοηθητική για σκοπούς καθοδήγησης επί του θέματος. Στην απόφαση του στην ίδια υπόθεση, το Εφετείο αναφέρει και τα ακόλουθα: «At the core of the tort is the likelihood of the ordinary purchaser confusing the products of the imitator with those of the plaintiff. The copying or imitation need not be fraught with a motive to bring about confusion; nor is proof of fraudulent intention an indispensable element of the tort although the presence of such intention may be of assistance to the plaintiff in establishing the possibility of deception». Αντιπαραβάλλοντας το πιο πάνω απόσπασμα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων αλλά και τα όσα αναφέρει ο συνήγορος τους στην γραπτή του αγόρευση, πρέπει να πω ότι ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι ενεργούσαν αθώα και καλόπιστα δεν συνιστά ικανή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση CTO Public Company Limited κ.α. ν 1. BAT (Cyprus) Limited και 2. Rothmans of Pall Mall Limited Πολ. Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, η απόδειξη ένοχης πρόθεσης δεν είναι απαραίτητη σε αγωγές για αθέμιτο ανταγωνισμό. Στην Adidas v Jonitexo Ltd (ανωτέρω), το Εφετείο συνεχίζει και αναφέρει: «For a plaintiff to succeed in a passing off action he must prove: (
- a)A right to use the mark to the exclusion of the defendant established by reference to the association of the mark to the products of the plaintiff. (
- b)imitation or copying of the mark of the plaintiff by the defendant in the process of manufacture or sale of the products. (
- c)Likelihood of confusion on the part of the ordinary purchaser arising from the imitation of the mark, and lastly (
- d)damage resulting therefrom.» Στην παρούσα περίπτωση το αποκλειστικό δικαίωμα των Εναγόντων στη χρήση των Εμπορικών Σημάτων είναι δεδομένο και προκύπτει από την ίδια την εγγραφή τους που ήταν παραδεκτή . Επιπρόσθετα ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόντων είναι ότι η επωνυμία LACOSTE και το «σχέδιο κροκοδείλου» είναι ευρέως γνωστά στο κοινό που τα αναγνωρίζει και ταυτίζει με τα προϊόντα τους. Ο ΜΕ1 επανέλαβε τον ισχυρισμό αυτό κατά την μαρτυρία του. Η θέση αυτή δεν έτυχε άρνηση στην Υπεράσπιση αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1. Επομένως θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την απομίμηση του σήματος από τους Εναγόμενους στην κατασκευή ή πώληση του προϊόντος. Δεν απαιτείται ο εναγόμενος να έχει κατασκευάσει ο ίδιος τα προϊόντα. Είναι αρκετό το ότι τα πώλησε. Αυτό καταρρίπτει και το επιχείρημα των Εναγομένων ότι οι όποιες απαιτήσεις των Εναγόντων και ενδεχόμενες ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν στον κατασκευαστή των προϊόντων και όχι στους Εναγόμενους οι οποίοι αγόρασαν τα προϊόντα στην ανοικτή αγορά. Επομένως και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Η τρίτη προϋπόθεση είναι η πιθανότητα να προκληθεί σύγχυση στο κοινό μεταξύ των προϊόντων των Εναγομένων με τα πρωτότυπα προϊόντα των Εναγόντων. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το ζήτημα εάν τα δύο προϊόντα προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό που να είναι πιθανό να προκληθεί σύγχυση είναι ζήτημα πραγματικό. Επαναλαμβάνω ότι δεν απαιτείται η απομίμηση να είναι απόλυτη[3]. Έχω ήδη καταλήξει ότι στην παρούσα περίπτωση η ομοιότητα ήταν τέτοια ώστε να προκαλείται όντως σύγχυση στον μέσο αγοραστή. Η τελευταία προϋπόθεση αφορά ζημία που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά των Εναγομένων. Επανέρχομαι στην Adidas v Jonitexo Ltd (ανωτέρω), από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο είναι σχετικό: «No finding of the sustenance of specific damage is necessary in order to uphold a passing off action. Damage is presumed to occur in the absence of evidence to the contrary... whenever because of the imitation, the ordinary purchaser is likely to be confused about the origin of the goods.» Επομένως, δεν είναι ανάγκη οι Ενάγοντες να δείξουν ότι έχουν υποστεί συγκεκριμένη ζημία. Το γεγονός ότι ο μέσος αγοραστής ήταν πιθανό να συγχυστεί μεταξύ των προϊόντων είναι αρκετό για να ικανοποιήσει και την τελευταία προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση αθέμιτου ανταγωνισμού. Ακόμα όμως και αν αυτό δεν ήταν αρκετό, είναι δικογραφήμενη θέση των Εναγόντων και έχει αναφέρει και ο ΜΕ1 στην ένορκη μαρτυρία του, ότι οι ενέργειες των Εναγομένων επηρέαζαν δυσμενώς τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι επηρεάστηκε δυσμενώς το καλό όνομα που δημιούργησαν οι Ενάγοντες αναφορικά με την ποιότητα των προϊόντων τους τόσο στην Κύπρο όσο και το εξωτερικό. Ειδικότερα δε διότι μεγάλο ποσοστό των πελατών των Εναγομένων που αγόρασαν τα εν λόγω προϊόντα ήταν τουρίστες που επισκέπτονταν την Κύπρο για διακοπές και με την επιστροφή τους στην χώρα τους εξήγαν τα προϊόντα αυτά μαζί τους. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ούτε και αντικρούστηκε είτε στην Υπεράσπιση είτε με μαρτυρία από την πλευρά των Εναγομένων. Επομένως η αντίστοιχη ζημιά η οποία υπέστησαν οι Ενάγοντες είναι δεδομένη. Συνακόλουθα καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τη βάση αγωγής του αθέμιτου ανταγωνισμού. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τους στο καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου». Η πνευματική ιδιοκτησία στην Κύπρο προστατεύεται από τον Περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο 1976 (Ν.59/76). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α)(vi) του Νόμου αυτού, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε καλλιτεχνικά έργα καθίστανται προστατεύσιμα. Το άρθρο 7
(1)του ιδίου Νόμου, καθορίζει ότι δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί καλλιτεχνικού έργου συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα, μεταξύ άλλων, παρουσίασης, αναπαραγωγής και έκθεσης στο κοινό του εν λόγω καλλιτεχνικού έργου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 του Νόμου: «
(1)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης η οποία ελέγχεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
(2)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται επίσης από οποιοδήποτε, ο οποίος, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, εισάγει στη Δημοκρατία ή εξάγει από τη Δημοκρατία για χρήση, εξαιρουμένης της ατομικής ή οικιακής, ή διανέμει σ' αυτήν εμπορικά ή πωλεί ή ενοικιάζει ή δανείζεται ή μεταδίδει στο κοινό ή εκπέμπει ή εκθέτει δημόσια ή με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο συνιστά δυνάμει του εδαφίου
(1)προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.
(3)Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας - (α) θεωρείται ότι έργο προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει τούτο ως επίδικο θέμα· (β) οποτεδήποτε η ύπαρξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εγείρεται ως επίδικο θέμα, ο ενάγοντας θεωρείται δικαιούχος του απαιτούμενου δικαιώματος, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει την ιδιοκτησία ως επίδικο θέμα· (γ) μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, το μεν έργο θεωρείται ότι είναι πρωτότυπο, η δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα, σε περίπτωση δημοσίευσης, ημερομηνία και τόπος αυτής τεκμαίρονται ως αληθείς.
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι προσβολές κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι αγώγιμες, με αίτηση του δικαιούχου της πνευματικής ιδιοκτησίας.» Σημειώνω σχετικά τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι είναι οι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχου του εν λόγω καλλιτεχνικού σχεδίου καθώς και το γεγονός ότι ο ΜΕ1 ανέφερε το γεγονός αυτό και στη μαρτυρία του. Οι Εναγόμενοι δεν αρνούνται τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, και επομένως δεν ηγέρθηκε επίδικο θέμα. Ούτε και ο ΜΕ1 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τα όσα ανέφερε για αυτό το ζήτημα. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν ποτέ ότι πωλούσαν τα επίδικα προϊόντα. Από τα πιο πάνω, καθώς και από τις προηγούμενες μου διαπιστώσεις αναφορικά με τα γεγονότα, διαφαίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων στο καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου». Επομένως, οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει και αυτή τη βάση αγωγής. Αιτούμενες θεραπείες Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο η απόδειξη της βάσης αγωγής των Εναγόντων παρέχει το υπόβαθρο για να τους αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων και τόσο το άρθρο 53Α του Κεφ. 268 όσο και το άρθρο 13Γ του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου (Ν.59/76)προνοεί ότι σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπήρξε παράβαση μπορεί να διατάξει τον παραβάτη να μην επαναλάβει την εν λόγω προσβολή στο μέλλον. Επιπρόσθετα των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων, οι κανόνες της επιείκειας δημιουργούν και αναγνωρίζουν το καθήκον προσώπου που κατέχει ή ελέγχει αγαθά των οποίων η διάθεση θα παραβίαζε το εμπορικό σήμα άλλου προσώπου, να παρεμποδίσει την διάθεση αυτή. Το καθήκον αυτό είναι ευρύ σε βαθμό που περιλαμβάνει και την υποχρέωση να μην υποβοηθηθεί τέτοια παράβαση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατή η έκδοση σχετικού προστακτικού διατάγματος από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halbsbury's Laws of England, 4th edition, 2007 Reissue, Vol. 48, para. 456: «Protective injunction against non-infringer. If a person has in his possession or control goods the dissemination of which, whether in the way of trade or, merely by way of gifts, will infringe another's trade mark, then, as soon as he is aware of this fact, he becomes subject to an equitable duty not to allow those goods to pass out of his possession or control, at any rate in circumstances in which the proprietor of the mark might be injured by an ensuing infringement. The person having the goods in his possession or control must not aid the infringement by letting the goods get into the hands of those who may use them or deal with them in a way which will invade the proprietor's rights, as, even though by doing so he might not himself infringe the trade mark, he would be in dereliction of his duty to the proprietor. This duty is one which will, if necessary, be enforced in equity by way of injunction.» Επομένως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει απαγορευτικά Διατάγματα με σκοπό να διασφαλιστεί η μη παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω την αξίωση των Εναγόντων δικαιολογημένη. Οι Ενάγοντες ζητούν επίσης τη δημοσιοποίηση με έξοδα των Εναγομένων της απόφασης του Δικαστηρίου. Η δυνατότητα για έκδοση αντίστοιχου διατάγματος παρέχεται και πάλιν τόσο από το άρθρο 53Α του Κεφ. 268 όσο και από το άρθρο 13Γ του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου (Ν.59/76). Οι δύο αυτές νομοθετικές πρόνοιες εισήχθησαν με σχετικά πρόσφατες τροποποιήσεις των αντίστοιχων Νόμων και δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω νομολογία καθοδηγητική αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να προσμετρά το Δικαστήριο όταν αποφασίζει τη δημοσιοποίηση ή όχι της απόφασης. Πρέπει να πω όμως ότι με βάση τα γεγονότα που συνθέτουν τις βάσεις αγωγής στην παρούσα περίπτωση δεν θεωρώ ότι θα ήταν ωφέλιμη η δημοσιοποίηση της παρούσας απόφαση ή μέρους αυτής. Προχωρώ στην εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων που διεκδικούν οι Ενάγοντες και αναφέρω ότι σε αγώγιμα δικαιώματα αυτής της φύσης η ζημία του αθώου μέρους είναι, εκ των πραγμάτων, δύσκολο να εξακριβωθεί με βεβαιότητα και να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως αναφέρθηκε ενδεικτικά στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν The Timberland Co. (ανωτέρω): «Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Η υπόθεση εκείνη ακολουθούσε τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Spalding v Gamage
(1918)35 R.P.C. 101 όπου καθορίστηκε ότι η κύρια μορφή αποζημιώσεων σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι η απώλεια κερδών που απορρέει από την πελατεία που έχει απολέσει ο ενάγοντας υπέρ του εναγόμενου ένεκα της παράβασης του τελευταίου. Πέραν αυτού το αθώο μέρος δικαιούται αποζημιώσεις για απώλεια φήμης και εμπορικής εύνοιας. Σε κάθε περίπτωση όμως εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει την ζημία που έχει υποστεί. Οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν πρέπει να είναι τέτοιες που να τοποθετούν τον ενάγοντα στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν παραβιαζόταν το δικαίωμα του για πνευματική ιδιοκτησία. Στην υπόθεση Livingstone v Rawyards Coal Co
(1880)5 App. Cas. 25 αναφέρεται χαρακτηριστικά: «The general rule at any rate in relation to "economic" torts is that the measure of damages is to be, as far as possible, the sum of money which will put the injured party in the same position as he would have been if he had not sustained the wrong.» Υιοθετώντας την ίδια προσέγγιση, στην επίσης Αγγλική απόφαση London General Holdings Ltd & others v USP Plc & another
(2005)EWCA Civ. 931, αναφέρονται τα εξής: «.the question is always a constant one, namely what is the loss for which the defendant should justly be held responsible. The nature of the cause of action which the claimant pleads and proves will often determine the question's answer, and will always condition it.» Ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι εφόσον από τις 70 φανέλες του Τεκμηρίου 17 κατασχέθηκαν μόνο οι 21 και αυτό σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι πώλησαν τις υπόλοιπες
- Δέχομαι την εισήγηση του αυτή ως λογική. Συνεχίζει όμως λέγοντας ότι εφόσον οι Ενάγοντες πωλούν τις αντίστοιχες φανέλες προς €84,00 έκαστη τότε, εάν πολλαπλασιαστεί το ποσό αυτό επί 49, προκύπτει ζημία για τους Ενάγοντες ύψους €4.361,
- Η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι αγοραστές που αγόρασαν τις φανέλες από τους Εναγόμενους προς €17,50 έκαστη θα τις αγόραζαν και από τους Ενάγοντες προς €84,00 έκαστη εάν οι Εναγόμενοι δεν πωλούσαν τις απομιμήσεις στην πιο χαμηλή τιμή. Για το λόγο αυτό δεν συμφωνών με τους Ενάγοντες στο θέμα αυτό. Στην Αγγλική υπόθεση Leather Cloth Co. V Hirschfeld
(1865)L.R. 1 Eq 299, καθορίστηκε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα προϊόντα που πωλούσε ο εναγόμενος και ενείχαν παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, στην απουσία της παράβασης αυτής, θα ήταν πωλήσεις που θα πραγματοποιούσε ο ενάγων. Αυτό είναι κάτι που θα εξαρτηθεί και θα εξεταστεί από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με όλα τα γεγονότα και μαρτυρία που έχει ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχτεί κάτι τέτοιο. Η απουσία επομένως θετικής μαρτυρίας για την πραγματική ζημιά των Εναγόντων οδηγεί στην επιδίκαση μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων. Υπάρχει όμως ακόμα ένα είδος επιπρόσθετης αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθρο 13
(7)του Ν. 59/76, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(7)Οποτεδήποτε, σε αγωγή δυνάμει του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται ή γίνεται παραδεκτή η προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα από όλους τους υπόλοιπους ουσιώδεις λόγους - (α) το κατάφωρο της προσβολής, και (β) το τυχόν όφελος, το οποίο αποδεδειγμένα έχει προσπορισθεί ο εναγόμενος λόγω της προσβολής, πείθεται ότι ο ενάγοντας δε δύναται άλλως πως να τύχει αποτελεσματικού μέσου θεραπείας, έχει εξουσία, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω της προσβολής, να επιδικάσει τέτοια επιπρόσθετη αποζημίωση δυνάμει του παρόντος εδαφίου, την οποία αυτό δύναται να θεωρήσει αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις.» Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία από την οποία να αντλήσω καθοδήγηση σε σχέση με την εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών του άρθρου 13 του Νόμου στον υπολογισμό ενδεχόμενων επιπρόσθετων αποζημιώσεων. Σημειώνω όμως ότι αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει στο άρθρο 97
(2)του Αγγλικού Copyright, Designs and Patents Act 1988. Υπάρχει αρκετή Αγγλική νομολογία που συζητά κατά πόσο οι επιπρόσθετες αυτές αποζημιώσεις έχουν τιμωρητικό ή απλώς αυξητικό χαρακτήρα. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Nottinghamshire Healthcare NHS Trust v News Group Newspapers Ltd
(2002)EWHC 409, η προσέγγιση που φαίνεται να επικρατεί είναι ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων της οποίας ο μόνος σκοπός είναι η τιμωρία δεν είναι επιτρεπτή ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι ο ίδιος ο Αγγλικός νόμος (όπως και ο Ν. 59/76) προβλέπει και ποινική ευθύνη του παραβάτη του πνευματικού δικαιώματος. Πρέπει επομένως να διακριβωθεί αν τα γεγονότα κατατάσσουν την παρούσα περίπτωση σε εκείνες στις οποίες μπορεί και πρέπει να χορηγηθεί επιπρόσθετη αποζημίωση. Το ίδιο το άρθρο 13
(7)αναγνωρίζει δύο παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Αυτοί είναι το κατάφορο της προσβολής και το όφελος που είχε ο παραβάτης από την προσβολή αυτή. Ξεκινώντας από τον δεύτερο αυτό παράγοντα, ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως ότι οι Εναγόμενοι στην παρούσα περίπτωση είχαν προσποριστεί το κέρδος από την πώληση των λοιπών εμπορευμάτων (φανέλων και αρωμάτων) που φαίνονται στις αποδείξεις, Τεκμήρια 16 και 17, πλην εκείνων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση του Διατάγματος Anton Piller, ήτοι 61 αρώματα και 49 φανέλες. Συγκεκριμένα, η εισήγηση του, την οποία βρίσκω λογική, ήταν ότι εφόσον οι φανέλες αγοράζονταν από τους Εναγόμενους προς €4 και πωλούνταν προς €17,50, αυτό σημαίνει ότι το αντίστοιχο κέρδος από την πώληση 49 φανέλων ήταν €857,
- Αναφορικά με τα 61 αρώματα, η τιμή αγοράς τους ήταν €3,50 αλλά ο ΜΥ1 δεν θυμόταν σε ποια τιμή τα πωλούσε. Ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε και πάλιν ότι αφού ο ΜΥ1 δήλωσε ότι πουλά με κέρδος 400% τότε η τιμή πώληση των αρωμάτων ήταν €14 το ένα. Με αυτό τον συνειρμό, τον οποίο υπό τις περιστάσεις θεωρώ λογικό, το κέρδος από την πώληση των 61 αρωμάτων ανήλθε σε €
- Το συνολικό δε ποσό σε κέρδος ήταν €1.702,
- Προσθέτω ότι οι Εναγόμενοι, από την πώληση των εν λόγω προϊόντων εξασφάλισαν εκ των πραγμάτων ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους Ενάγοντες, και ειδικότερα τους Ενάγοντες 2, αφού διέθεταν τα προϊόντα σε χαμηλότερη τιμή και επωφελούνταν τα ποσά που είχαν δαπανήσει διαχρονικά οι Ενάγοντες, και ειδικά οι Ενάγοντες 2, για σκοπούς διαφήμισης και προώθησης των εν λόγω προϊόντων. Εξετάζοντας τώρα το κατάφορο της παραβίασης, σημειώνω ότι η λέξη «κατάφορα» ερμηνεύεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη ως: «η έντονη έκφραση αποδοκιμασίας: (παροιμ.) «κάλλιο το γκρέμισμα του σπιτιού σου παρά η - του κόσμου» ΣΥΝ. Δυσμένεια, κατάκριση, αποδοκιμασία, επίκριση, κατακραυγή, καταλαλιά. ΑΝΤ. Επιδοκιμασία, έπαινος, εγκώμιο, επευφημία.» Η αντίστοιχη Αγγλική λέξη «flagrancy» στην Ravenscroft v Herbert and New England Library Ltd
(1980)RPC193, που ήταν υπόθεση παρόμοιας φύσεως, ερμηνεύτηκε ως εξής: «the existence of scandalous conduct, deceipt and the like; it includes deliberate and calculated copyright infringements». Το ερώτημα επομένως είναι αν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δείχνουν σκοπιμότητα ή ανεντιμότητα. Oι Εναγόμενοι δεν αντεξέτασαν τον ΜΕ1 επί της τοποθέτηση του ότι τα Εμπορικά Σήματα και το καλλιτεχνικό έργο «σχέδιο κροκοδείλου» ήταν κοινώς γνωστά ενώ έχω ήδη επισημάνει ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν κρίνεται αξιόπιστη. Επομένως, δεν δέχομαι τη θέση του ότι δεν γνώριζε πως τα προϊόντα που πωλούσαν προσομοίαζαν με αυτά των Εναγόντων σε βαθμό που να προκαλούν σύγχυση στον πιθανό αγοραστή. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 απέφυγε να δώσει σαφείς απαντήσεις σε σχέση με την αγορά και πώληση από τους Εναγόμενους και άλλων προϊόντων που παραβίασαν τα δικαιώματα των Εναγόντων. Ένεκα αυτού δεν είναι δυνατή η διακρίβωση της έκτασης των παραβάσεων των Εναγομένων και ο προσδιορισμός του ακριβούς κέρδους που απεκόμισαν από τη συμπεριφορά τους. Σημειώνω επίσης ότι από την απόδειξη Τεκμήριο 17 φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι πωλούσαν τα επίδικα προϊόντα για αρκετούς μήνες πριν αυτό έρθει σε γνώση των Εναγόντων. Για τους λόγους αυτούς καταλήγω ότι υπήρξε κατάφορη παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων όσο και προσπορισμός κέρδους από τους Εναγόμενους. Επομένως θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε επιπρόσθετη αποζημίωση διότι χωρίς αυτή δεν θα τύγχαναν αποτελεσματικής θεραπείας. Το ύψος της επιπρόσθετης αυτής αποζημίωσης δεν πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να καθίστανται τιμωρητικές αλλά πρέπει να καθοριστεί με γνώμονα το ότι το ποσό των €1.702,50 που αποδεδειγμένα αποκόμισαν οι Εναγόμενοι δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό. Το πραγματικό κέρδος είναι μεγαλύτερο αλλά ο καθορισμός του δεν είναι δυνατός εξαιτίας της μη προσκόμισης επαρκών στοιχείων από τους Εναγόμενους. Δεν εξετάζω το άρθρο 13
(6)του Ν. 59/76 διότι αυτό τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος κατά τον χρόνο της προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν γνώριζε ούτε είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι υπήρχε δικαίωμα στο επίδικο καλλιτεχνικό έργο. Στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, δεν δέχομαι ότι οι Εναγόμενοι αγνοούσαν πως το «σχέδιο κροκοδείλου» ήταν προστατευόμενο. Αλλά, ακόμα και αν δεχόμουν ότι αυτή ήταν η ειλικρινής αντίληψη τους, δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν είχαν βάσιμους λόγους να το πιστεύουν εφόσον επρόκειτο για σχέδιο κοινώς γνωστό και αναγνωρίσιμο στο ευρύ κοινό. Τέλος, οι Ενάγοντες αξιώνουν τιμωρητικές αποζημιώσεις. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων αφού παρά το μεμπτό των ενεργειών των Εναγομένων δεν έχουν αποδειχτεί στοιχεία συμπεριφοράς τόσο ακραίας, αλαζονικής ή καταπιεστικής[4] που θα δικαιολογούσαν ενδεχομένως την επιδίκαση αποζημιώσεων αυτής της φύσεως. Επειδή ακριβώς σε υποθέσεις με αυτά τα επίδικα θέματα ο υπολογισμός και διακρίβωση της οικονομικής ζημιάς των Εναγόντων είναι εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα δύσκολος, οι προσφερόμενες θεραπείες είναι ευρείες. Το εύρος των προσφερόμενων θεραπειών διαφαίνεται και από άρθρο 13 του Ν. 59/76, που προνοεί τα ακόλουθα: «.
(5)Σε κάθε αγωγή για προσβολή κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο ενάγοντας δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα θεραπείας με τη μορφή αποζημίωσης, απαγορευτικού διατάγματος, κατάθεσης λογαριασμών ή άλλως πως, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε κάθε αντίστοιχη διαδικασία σε σχέση με την προσβολή άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος παράδοσης στο δικαιούχο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ο οποίος θεωρείται ιδιοκτήτης όλων των αντιτύπων που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελούν αντίτυπα που ενέχουν προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που υπάρχει στο έργο αυτό: Νοείται ότι δύναται να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα κατά των διαμεσολαβητών, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.» Θεωρώ ότι το αίτημα για έκδοση διατάγματος παράδοσης προϊόντων που ενέχουν προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας, παροχή λογαριασμού και απόδοση κερδών των Εναγομένων, με δεδομένη τη θέση των τελευταίων πως ότι είχαν να αποκαλύψουν το έχουν ήδη πράξει και πως δεν εμπορεύονται πλέον προϊόντα που δυνατό να παραβιάζουν τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων δεν θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμη η έκδοση ανάλογου διατάγματος. Κατάληξη. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα δια του οποίου εμποδίζονται οι Εναγόμενοι και/ή απαγορεύεται στους Εναγόμενους (είτε από μόνους τους είτε μέσω των υπηρετών ή πρακτόρων τους ή προσώπων που εργάζονται για λογαριασμό ή εκ μέρους τους ή επί των οποίων ασκούν έλεγχο, με οποιονδήποτε τρόπο ή οποιουσδήποτε από όλους αυτούς ή άλλως πως με οποιονδήποτε τρόπο) από του: (α) Να παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν τα εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα των Εναγόντων 1, «LACOSTE» με αριθμό εγγραφής 002979524 σε όλες τις κλάσεις (από 1-45), και «LACOSTE ESSENTIAL» με αριθμό εγγραφής 004104626 στις κλάσεις 3 και 5 σχετικά με, μεταξύ άλλων, ρουχισμό, υποδήματα και καπέλα. (β) Να παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν τα εγγεγραμμένα εθνικά εμπορικά σήματα των Εναγόντων 1 με αριθμούς 24389 και 24390, στην κλάση 25 σχετικά με, μεταξύ άλλων, ρουχισμό, υποδήματα και καπέλα. (γ) Να παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στο καλλιτεχνικό έργο των Εναγόντων 1 του «σχεδίου κροκοδείλου». (δ) Να αγοράζουν και/ή πωλούν και/ή διαθέτουν προς πώληση και/ή εκτελωνίζουν και/ή τελωνίζουν και/ή εισάγουν και/ή εξάγουν και/ή επανεξάγουν και/ή τοποθετούν σε ελεύθερες ζώνες και/ή σε ελεύθερες λιμενικές περιοχές και/ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο εμπορεύονται, μεταξύ άλλων, ρουχισμό, υποδήματα και καπέλα που να φέρουν το όνομα «LACOSTE» και/ή απεικονίσεις του ως άνω αναφερόμενου καλλιτεχνικού έργου «σχεδίου κροκοδείλου» και τα οποία δεν αποτελούν προϊόντα των Εναγόντων, δια και ως προϊόντα των Εναγόντων (passing off), δια της χρήσεως κατά της εμπορίας τούτων του ονόματος «LACOSTE» και/ή του καλλιτεχνικού έργου «σχεδίου κροκοδείλου» και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο να παρουσιάζουν και/ή αποπειρούνται να παρουσιάσουν προς πώληση και/ή να πωλούν αμέσως ή εμμέσως τοιαύτα προϊόντα ώστε να είναι πιθανόν να εξαπατούν και/ή να δημιουργούν σύγχυση και/ή να δημιουργούν την εντύπωση και/ή πεποίθηση (passing off) ότι τα ρηθέντα προϊόντα των Εναγομένων είναι τα προϊόντα των Εναγόντων και/ή έχουν σχέση με τους Ενάγοντες. (ε) Να εξουσιοδοτούν οποιανδήποτε δραστηριότητα που αναφέρεται στις παραγράφους (α) -(δ) ανωτέρω του παρόντος Διατάγματος. Εκδίδεται Διάταγμα δια του οποίου διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως παραδώσουν ενόρκως στους Ενάγοντες για καταστροφή όλα τα είδη ρουχισμού και/ή υποδήματα και/ή καπέλα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου και/ή στην κατοχή των ή βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο τους ή τον έλεγχο οποιωνδήποτε ατόμων που αναφέρονται στο αμέσως προηγούμενο διάταγμα και των οποίων αντικειμένων η κατοχή ή η διάθεση θα συνιστούσε προσβολή ή παραβίαση του αμέσως προηγούμενου Διατάγματος. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100 καθώς και επιπρόσθετες αποζημιώσεις ύψους €5.000 πλέον τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] M. & Ch. Mitsingas Trading κ.α. ν The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 [2] Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389 [3], M and CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v The Timberland Co of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1971 [4] Papakokkinou & others v Kanther
(1982)1 CLR 65 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο