ΑΝΤΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΒΙΩΤΗ, Αρ. Αγωγής: 148/2012, 17/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A8 Αρ. Αγωγής: 148/2012 Μεταξύ: ΑΝΤΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντα και ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΒΙΩΤΗ Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 7.3.2013 από τον Εναγόμενο και Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Ενδιαφερόμενο Μέρος, για παραμερισμό και/ή ακύρωση υποκατάστατης επίδοσης και του σχετικού διατάγματος ημερ. 4.12.2012 17 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο & Ενδιαφερόμενο Μέρος / Αιτητές: κα Δέσποινα Τταουξιή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Τιμοθέου) Για Ενάγοντα / Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Νιόβη Πετρίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κος Σοφοκλέους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Λόγω της φύσης της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο να ξεκινήσω με μια σύντομη παράθεση των γεγονότων όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.2.2012 και αφορά αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Στις 20.11.2012 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, διάταγμα που να επιτρέπει την υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος (στο εξής η «Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης») δια της επίδοσης του στην ασφαλιστική εταιρεία Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ. Η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του Κώστα Χ'Κωστέα, δικαστικού επιδότη, ο οποίος αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες του προσπάθειες δεν κατάφερε να επιδώσει την αγωγή προσωπικά στον εναγόμενο λόγω αδυναμίας ανεύρεσης του στη δοθείσα διεύθυνση του. Υποστηριζόταν επίσης από ένορκη δήλωση εκ των δικηγόρων του Ενάγοντα που ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος είχε εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση και δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση της νέας του διεύθυνσης. Γνώριζαν ότι ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου ήταν η συγκεκριμένη, ανέφεραν ότι είχαν επικοινωνία μαζί της στο παρελθόν αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και είχαν την πεποίθηση ότι αν επιδίδετο στην ασφαλιστική εταιρεία το κλητήριο ένταλμα θα λάμβανε γνώση ο Εναγόμενος για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του. Αναφέρω παρενθετικά ότι η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης εδράζετο στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ1, 9 και 10, Δ.5Α και Δ.48 Θ.8
(1). Στις 4.12.2012 εκδόθηκε από αδελφό Δικαστή ο οποίος είχε επιληφθεί της Αίτησης Υποκατάστατης Επίδοσης το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης (στο εξής το «Διάταγμα 4.12.12»). Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε τελικά στην ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει του Διατάγματος 4.12.2012, στις 21.1.2013. Στις 7.3.2013 ο Εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή. Σημειώνω ότι το διοριστήριο δικηγόρου υπό εναγόμενου υπογράφεται προσωπικά από τον Εναγόμενο. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και η παρούσα αίτηση από τον Εναγόμενο και την ασφαλιστική ως ενδιαφερόμενο μέρος (στο εξής η «Αίτηση Παραμερισμού») με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός ή ακύρωση του Διατάγματος 4.12.12 και της επίδοσης που ακολούθησε δυνάμει του διατάγματος εκείνου. Η Αίτηση Παραμερισμού βασίζεται στα άρθρα 2, 14, 15 και 23 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Α, Δ.16 Θ.9, Δ.48 Θ1-4, 8
(4)και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του κου Παντελή Κάρονια, υπαλλήλου της ασφαλιστικής. Ο ενόρκως δηλών διατυπώνει την άποψη ότι η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης δεν έπρεπε να είχε επιτύχει γιατί, μεταξύ άλλων, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 του Ν.96(Ι)/2000, ότι εν πάσει περιπτώσει η ασφαλιστική δεν έχει την υποχρέωση στην παρούσα περίπτωση να καλύψει την απαίτηση του Ενάγοντα γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(β)(ιι) του Ν.96(Ι)/2000 και ότι ο Ενάγοντας είχε αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα στα πλαίσια της Αίτησης Υποκατάστατης Επίδοσης. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση Παραμερισμού αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι αυτή είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη, ότι η έκδοση του Διατάγματος 4.12.2012 δεν ενέχει καμία παρατυπία και ότι δεν έχει ζημιώσει τον Εναγόμενο ή την ασφαλιστική, θέσεις οι οποίες αναπτύσσονται και προωθούνται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Οι δικηγόροι και των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις των πελατών τους σε γραπτές αγορεύσεις με εκτενή αναφορά στο φάκελο της δικογραφίας, στα γεγονότα και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς[1]. Η Δ.16, Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει επίσης τη δυνατότητα σε εναγόμενο να αιτηθεί παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του. Συγκεκριμένα, προνοεί τα ακόλουθα: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Η Δ.16, Θ.9 δεν καθορίζει χρονικές προθεσμίες μέσα στις οποίες εναγόμενος πρέπει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση της επίδοσης. Όμως, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οποιοδήποτε σχετικό αίτημα πρέπει να υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1952, σελ. 130: «A conditional appearance may be entered to prevent judgment in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ or service of the writ.» Εναγόμενος ο οποίος αμφισβητεί την επίδοση κλητηρίου εντάλματος οφείλει να ενεργήσει άμεσα. Ζητήματα αυτής της φύσεως είναι ουσιώδους σημασίας και δεν πρέπει να παραμένουν σε εκκρεμότητα για περισσότερο χρόνο από ότι είναι απολύτως απαραίτητο[2]. Στην παρούσα περίπτωση σημειώνω ότι η Αίτηση Παραμερισμού καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης του Εναγόμενου, υπό διαμαρτυρία. Η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης εδράζετο στην Δ.5 Θ.1 και 9 που αναφέρουν τα ακόλουθα: «1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a judge otherwise orders, be served in the manner provided in rule 2 of this Order with an office copy of the writ and such service shall be deemed good service of the writ.» «9. If it be made to appear to the Court or a Judge that from any cause it is not possible promptly to effect service in the manner provided in rule 2 of this Order, the Court of Judge may make such order for substituteδ or other service, or for the substitution of notice for service by letter, public advertisement or otherwise as may be just.» Στην υπόθεση Σταύρου Φραγκέσκου κ.α. ν Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765 λέχθηκαν σχετικά: «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από την Δ.5, θ.9, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από την Δ.5, θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5, θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). .[Τ]ο κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου». Η Δ.5 Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή τον Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση». Στην σελίδα 133 της Annual Practice του 1958 υπό τον υπότιτλο «Where person to be served is usually resident within the jurisdiction» αναφέρεται, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα ακόλουθα: (α) ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες από την πλευρά του ενάγοντα για διενέργεια προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο και να παρέχει λεπτομέρειες, (β) ότι όλοι οι πρακτικοί τρόποι για την διενέργεια μιας τέτοιας επίδοσης έχουν εξαντληθεί και, κατ' επέκταση, ότι είναι αδύνατη η διενέργεια έγκυρης προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο, και (γ) ότι με την υπό του ενάγοντα προτεινόμενη επίδοση το κλητήριο κατά πάσα πιθανότητα θα έρθει εις γνώση του εναγόμενου (will probably come to the knowledge of the defendant). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα και είναι επαυξημένο αφού το δικαίωμα εναγόμενου να πληροφορείται για διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του προστατεύεται από το Σύνταγμα. Στην υπόθεση Gouner Jevdet Mehmet and Others v Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 JSC 18, ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «The leading authority on the subject of substituted service is Porter v. Freudenberg (1914 and 1915) All England Law Reports Reprint 918, where an exceptionally strong Court of Appeal, presided over by the Chief Justice and including the Master of the Rolls dwelt at length on the implications of substituted service and the circumstances upon which it may be ordered. Not only must the applicant satisfy the Court that personal service cannot be effected, .but must, significantly establish that by the suggested substitution the notice is likely to reach the defendant or come to his knowledge. The Court did not attempt to limit the width of the discretion of the Court but took pains to stress that in the ordinary case the basic factor relevant to the exercise of the Court's discretion is the likelihood of the defendant taking knowledge of the proceedings. The rule may be relaxed in the face of exceptional circumstances as in the case of a defendant who flees the jurisdiction in order to evade service». Ανάλυση Λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις των μερών, τα στοιχεία που προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου, και τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας που θα επέτρεπαν την επιτυχία της Αίτησης Παραμερισμού. Όπως ανέφερα και πιο πάνω η νομική βάση της Αίτησης Υποκατάστατης Επίδοσης ήταν η Δ.5. Ο σκοπός της Δ.5 Θ.9 είναι να δημιουργήσει το πλαίσιο που να επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και τη συνέχιση της διαδικασίας σε περιπτώσεις που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν είναι εφικτή η προσωπική επίδοση στον εναγόμενο, ή επίδοση με ένα από τους τρόπους που καθορίζει η Δ.5 Θ.2. Ο βασικός στόχος είναι να υπάρχουν οι προοπτικές να περιέλθει το κλητήριο σε γνώση του εναγόμενου. Η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης δεν εδράζεται στον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης για Ευθύνη έναντι Τρίτου που προκύπτει από τη χρήση Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου 2000, Ν. 96(Ι)/2000και δεν έγινε στα πλαίσια του άρθρου 23
(1)του Νόμου εκείνου, όπως φαίνεται να εισηγούνται οι Αιτητές. Η Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης εδραζόταν ξεκάθαρα στην Δ.
- Το Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης και αδελφός Δικαστής κατέληξε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω, που θα του επέτρεπαν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Συνακόλουθα εξέδωσε το Διάταγμα 4.12.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και δεν προωθούν στην Αίτηση Παραμερισμού οποιοδήποτε λόγο που να δείχνει ότι το Διάταγμα 4.12.12 εκδόθηκε χωρίς να πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ισχυρισμός από μέρους των Αιτητών ότι π.χ. η διεύθυνση του Εναγόμενου ήταν γνωστή στον Ενάγοντα, ότι ο Ενάγοντας δεν κατέβαλε προσπάθειες να επιδώσει προσωπικά στον Εναγόμενο ή ότι με την επίδοση στην ασφαλιστική δεν υπήρχε λογική προοπτική ο Εναγόμενος να λάβει γνώση για την αγωγή. Το θέμα των άρθρων 23 και 15
(1)(β) του Ν.96(Ι)/2000 απασχόλησε ιδιαίτερα τόσο τους Αιτητές όσο και τον Ενάγοντα. Κατά την άποψη μου, η επίδοση στην ασφαλιστική δεν σημαίνει ότι αυτή καθίσταται μέρος στην αγωγή, ούτε και προκρίνει αν έχει ή όχι ευθύνη να αποζημιώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση απόδειξης της απαίτησης του εναντίον του Εναγόμενου. Ο σκοπός ενός διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είναι περιορισμένος και αφορά μόνο το να έρθει σε γνώση του εναγόμενου το κλητήριο ένταλμα με τρόπο άλλο από την προσωπική σε αυτόν επίδοση. Η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον Εναγόμενο, προσωπικά, έστω και υπό διαμαρτυρία, αποδεικνύει ότι ο σκοπός και ο στόχος του Διατάγματος 4.12.2012 έχει επιτευχθεί πλήρως. Δηλαδή, μέσω της υποκατάστατης επίδοσης η αγωγή έχει περιέλθει σε γνώση του Εναγόμενου, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να εμφανιστεί, να υπαγάγει τον εαυτό του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και να κατοχυρώσει το δικαίωμα του να υπερασπιστεί την αγωγή. Το αν η ασφαλιστική εταιρεία έχει ή όχι υποχρέωση να καλύψει την απαίτηση του ενάγοντα σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του στην αγωγή ή κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/2000, εκφεύγει των πλαισίων της υπό κρίση Αίτησης. Το αντικείμενο της Αίτησης Παραμερισμού είναι μόνο το κατά πόσο το Διάταγμα 4.12.2012 και η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου που ακολούθησε, πρέπει να παραμεριστούν ή όχι. Δεν αφορά και δεν πρέπει να επεκταθεί σε θέματα που έχουν να κάνουν με ενδεχόμενο δικαίωμα του Ενάγοντα, εφόσον επιτύχει στην αγωγή, να διεκδικήσει το ποσό της απόφασης από την ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου. Αναφορικά με τη θέση των Αιτητών ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν απεκάλυψε ειλικρινώς και πλήρως όλα τα γεγονότα στα πλαίσια της Αίτησης Υποκατάστατης Επίδοσης, με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι είχαν αποκαλυφθεί γεγονότα τα οποία έθεσαν επαρκώς ενώπιον του Δικαστηρίου τα ζητήματα που ήταν σχετικά με την Αίτηση εκείνη. Τα επιπρόσθετα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι Αιτητές, δεν θεωρώ ότι ήταν εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης και δεν θεωρώ επίσης ότι αν αποκαλύπτονταν θα επηρέαζαν την κρίση ή διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση του Διατάγματος 4.12.12[3]. Κατάληξη Με δεδομένα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο σκοπός του Διατάγματος 4.12.2012, που ήταν να περιέλθει η αγωγή σε γνώση του Εναγόμενου, έχει επιτευχθεί αφού αυτός όντως έλαβε τέτοια γνώση και εμφανίστηκε στη διαδικασία. Κρίνω ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν τον παραμερισμό ή ακύρωση του Διατάγματος 4.12.12 ή της υποκατάστατης επίδοσης που ακολούθησε. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από τον συνήθη κανόνα και έτσι τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου,Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι In re Julia S. Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 438, Βούρου
(2003)1(B) AΑΔ 1176, Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1443, και Πεδίου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1995 [2] Σχετική η G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2064 [3] Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α,
(1996)1 Α.Α.Δ 597, Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598, Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο