MINA ROSHDI NAGUIB KAOUD ν. ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 345/2013, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A21 Αρ. Αγωγής: 345/2013 Μεταξύ: MINA ROSHDI NAGUIB KAOUD Ενάγοντα και
- ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ
- ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ δια του πατρός και πλησιέστερου φίλου του Νίκου Γεωργίου
- ΑΝΤΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ δια του πατρός και πλησιέστερου φίλου του Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 19.6.2013 για παροχή ασφάλειας εξόδων 28 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Eναγόμενο 3 / Αιτητή: κ. Μισός για Δικ. Γρ. Αριστοτέλης Μισός Για Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κα Λυσιώτη για Ν. Ροτσίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 19.6.2013 ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Ενάγοντα όπως δώσει εντός 20 ημερών από την ημερομηνίας του τοιούτου διατάγματος ασφάλεια για τα έξοδα στο ποσό των €2,000 και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα» (το εξής η «Αίτηση»). Πριν προχωρήσω με την εξέταση της Αίτησης, παρενθετικά αναφέρω ότι ο Ενάγων, με την καταχώρηση της αγωγής αξιώνει ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τραύματα, σωματικές βλάβες και έξοδα που υπέστη μετά από περιστατικό που συνέβη στις 11.6.2012 στην Ξυλοφάγου οπόταν, κατά τους ισχυρισμούς του, οι Εναγόμενοι απρόκλητα τον ξυλοκόπησαν. Ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής, στην Υπεράσπιση του, ουσιαστικά αρνείται του ισχυρισμούς του Ενάγοντα και προσθέτει, ότι ακόμα και αν ο Ενάγων αποδείξει οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες δεν ευθύνεται εκείνος για αυτές ενώ αν αποδεχθούν οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές, αυτές είναι υπερβολικές και διογκωμένες ενώ και πάλιν δεν ευθύνεται για αυτές εκείνος. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής αναφέρει ότι καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση με την κατηγορία της παράλειψης αποτροπής κακουργήματος η οποία ανεστάλη στις 26.4.2013 ελλείψει μαρτυρίας και συνακόλουθα αυτός απαλλάχθηκε. Επιστρέφοντας τώρα στην υπό κρίση Αίτηση, αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας του κ. Χαράλαμπου Χριστοφή, πατέρα του Εναγόμενου 3 / Αιτητή. Στην ένορκη δήλωση του, η οποία είναι ιδιαίτερα λιτή, αναφέρει ότι στις 6.4.2013 του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα από το οποίο φαίνεται ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Λέει ότι εξ όσων γνωρίζει ο Ενάγων στερείται περιουσίας στην Κύπρο και σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα έξοδα που θα υποστεί στην αγωγή. Τελειώνει αναφέροντας ότι όπως πιστεύει και λαμβάνει συμβουλής από τον δικηγόρο του, τα έξοδα θα ανέλθουν σε €2000 στα αρχικά στάδια και επιφυλάσσει το δικαίωμα του να επανέλθει με νέα αίτηση για αύξηση του ποσού αυτού. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60, Θ1 και 5 και Δ.48, Θ9(t). Η πλευρά του Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση που με τη σειρά της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Χριστοφή, ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 Θ.1, 2, 5, Δ.48 Θ.4 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) η Αίτηση είναι καταπιεστική, εκδικητική, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της προώθησης της απαίτησης, (β) μοναδικός λόγος καταχώρησης της Αίτησης είναι η αναστολή της διαδικασίας χωρίς διερεύνηση της ουσίας και ενδεχόμενη διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα στερούσε από τον Ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, (γ) η οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων, (δ) ο Ενάγοντας έχει σοβαρή και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, (ε) ο Εναγόμενος 3 - Αιτητής παρέλειψε και/ή απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία και/ή να αναφέρει γεγονότα ικανοποιητικά ή που να δείχνουν και/ή να αποδεικνύουν ρητά και/ή εξυπακουόμενα την ύπαρξη καλής και/ή βάσιμης υπεράσπισης, (στ) το ποσό των €2,000 σε ασφάλεια εξόδων που ζητά ο Αιτητής είναι αυθαίρετο, δεν υποστηρίζεται από επαρκή στοιχεία και είναι τέτοιο που ουσιαστικά θα απέκλειε τον Ενάγοντα από το δικαίωμα του να προσφύγει στη δικαιοσύνη, (ζ) ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής καθυστέρησε να καταχωρήσει της παρούσα Αίτηση, και (η) η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των θεσμών και της νομολογίας και εδράζεται επί λανθασμένης νομικής βάσης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η ενόρκως δηλούσα ξεκινά αναφέροντας ότι προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση διότι ο Ενάγων απουσιάζει στο εξωτερικό και δεν κατέστη δυνατό να έρθει στην Κύπρο για να ορκιστεί. Αναφέρει ότι λαμβάνει πληροφορίες για όσα λέει στην ένορκη της δήλωση από τη μελέτη της υπόθεσης του φακέλου καθώς και από τον ίδιο το Ενάγοντα από τον οποίον είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη. Συνεχίζει λέγοντας ότι ο Ενάγων αδυνατεί να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια εξόδων και ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε κινητή ή άλλη περιουσία στην Κύπρο ή το εξωτερικό που να μπορούσε να χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό και ότι η οικονομική του κατάσταση είναι τόσο κακή που σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος θα αδυνατούσε να συμμορφωθεί. Προσθέτει ότι μετά το επίδικο περιστατικό, ο Ενάγων απολύθηκε παράνομα, όπως ισχυρίζεται, από τον εργοδότη του στην Κύπρο και αναγκάστηκε, με τη λήξη της άδειας εργασίας του, να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία στην οποία είχε έρθει ως οικονομικός μετανάστης. Αναφέρει ότι μετά την επιστροφή του στην Αίγυπτο, εξαιτίας της έκρυθμης εκεί κατάστασης δεν κατέστη δυνατό να εξεύρει εργασία. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι ο Ενάγων είναι ανειδίκευτος εργάτης και οι πιθανότητες του να εξεύρει εργασία με μισθό πέραν των €200 μηνιαίως είναι μηδαμινές έως ανύπαρκτες. Προσθέτει ότι όταν κατέστη αναγκαίο να έρθει στην Κύπρο να δώσει μαρτυρία σε ποινική υπόθεση 2285/2013 που εκκρεμεί εναντίον των Εναγομένων για το επίδικο περιστατικό, δανείστηκε χρήματα από φίλους και ομοεθνείς του για την αγορά του αεροπορικού εισιτηρίου. Συνεχίζει λέγοντας ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος θα πληγεί το δικαίωμα του Ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο ως το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και ότι ένα τέτοιο Διάταγμα θα τον ανάγκαζε να αποσύρει την αγωγή. Αναφέρει επίσης ότι ο Ενάγων έχει ισχυρή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων καθότι οι Εναγόμενοι παράνομα, απρόκλητα και αδικαιολόγητα του επιτέθηκαν, ασκώντας βία σε βάρος του, τον εξευτέλισαν με βρισιές και υποτιμητικές χειρονομίες και του προκάλεσαν σοβαρότατους τραυματισμούς, σωματικές βλάβες, ζημιές, απώλεια εισοδήματος, εξευτελισμό και έξοδα. Τέλος, προσθέτει ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής δεν προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία ή αναφέρει γεγονότα ικανοποιητικά που να δεικνύουν την ύπαρξη καλής και βάσιμης υπεράσπισης και ότι δεν έχει επισυνάψει στην Αίτηση προκαταρτικό κατάλογο εξόδων και ως εκ τούτου το ποσό των €2000 που ζητά είναι αυθαίρετο. Λέει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι καταχωρήθηκε επίσης εκδικητικά, καταπιεστικά και με σκοπό να εκμεταλλευθεί ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής το γεγονός ότι ο Ενάγων / Καθ' ου η Αίτηση είναι κάτοικος εξωτερικού. Οι δικηγόροι και των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις των πελατών τους σε γραπτές αγορεύσεις με εκτενή αναφορά στο φάκελο της δικογραφίας, και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η Αίτηση βασίζεται κατά κύριο λόγο στην Δ.60, Θ.1 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A plaintiff... ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs.... Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων » Η δε Δ.60, Θ.5 προβλέπει ότι: «Where the Court orders security for costs to be given it may stay the proceedings in the action until such security is given, and in the event of the security not being given within the time appointed may dismiss the action» Όπως φαίνεται από το λεκτικό της Δ.60 Θ. 1 και επιβεβαιώνεται από τη νομολογία[1], απόφαση για το αν θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα για ασφάλεια εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Discretion to order security for costs. The court may order security for costs in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given... Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgement against the defendant.» Για σκοπούς καθοδήγησης, αναφορικά με τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει η Δ.60 ανατρέχω επίσης στη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 281/2007, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει τα ακόλουθα: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας. Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.» Στην προγενέστερη υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 τέθηκαν αντίστοιχοι παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσο ο ενάγοντας στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα ακίνητης ιδιοκτησίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι πρωταρχικής σημασίας να διαφυλαχτεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση διαδίκων στο Δικαστήριο[2] και γι' αυτό το λόγο η τυχόν οικονομική αδυναμία ενός διάδικου δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα για ασφάλεια εξόδων. Ανάλυση Με δεδομένες τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα εξετάσω εάν, στην παρούσα περίπτωση, πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας που θα επέτρεπαν την ικανοποίηση του αιτήματος. Το βάρος βρίσκεται βεβαίως στον ώμους των Αιτητών. Είναι δεδομένο ότι ο συνήθης τόπος διαμονής του Ενάγοντα είναι εκτός της Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι στερείται οποιαδήποτε περιουσίας στην Κύπρο. Αυτά είναι παραδεχτά και από την πλευρά του και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του, αναφέρεται ρητά ότι αυτός στερείται οποιαδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Επομένως, οι δύο από τους παράγοντες που καθορίζει η νομολογία ότι πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Όμως οι παράγοντες αυτοί δεν είναι εξαντλητικοί[3]. Επομένως, έρχομαι τώρα να εξετάσω την ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα και αν η εκδοχή του έχει λογικά καλή προοπτική επιτυχίας στην αγωγή. Εξετάζοντας κατά πόσο ο Ενάγων έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή, παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η βάση αγωγής του Ενάγοντα ενώ ένας από τους λόγους ένστασης που προβάλλεται είναι ότι ο Ενάγων έχει σοβαρή και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Στρεφόμενη τώρα στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής δεν αναφέρει ρητά ή έστω και έμμεσα ότι έχει καλή υπεράσπιση. Αντίθετα, από μια απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση διαφαίνεται ότι ο Αιτητής βασίζεται μόνο στο ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και στερείται περιουσίας στην Κύπρο. Δεν υπάρχει τίποτα στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που να λέει ή έστω να εισηγείται ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ενώ η απαίτηση του Ενάγοντα δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνω βέβαια, ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής έχει καταχωρίσει Υπεράσπισης αλλά κρίνω ότι αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς απόφασης στην παρούσα Αίτηση. Επισημαίνω ότι οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης δεν επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αλλά ούτε και η Υπεράσπιση υιοθετείται από τον ενόρκως δηλούντα. Δεν μπορώ επίσης να δεχτώ τα όσα ανέφερε κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του Εναγόμενου 3 / Αιτητή αφού αυτά δεν αποτελούν μαρτυρία. Προσθέτω ότι ακόμα και αν ακόμα θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της Υπεράσπισης δεν είμαι ικανοποιημένη ότι το περιεχόμενο της είναι επαρκές για να δείξει ότι ο Ενάγων δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Έχω ήδη αναφερθεί στα κύρια σημεία της Έκθεσης Απαίτησης και της Υπεράσπισης και δεν θα τα επαναλάβω. Αναφέρω ότι η εντύπωση που έχω από τη δικογραφία είναι ότι οι εκδοχές των δύο πλευρών είναι τουλάχιστον ισοδύναμες σε αυτό το στάδιο. Επομένως δεν μπορώ να καταλήξω ότι ο Ενάγων δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή του. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται με τρόπο ούτως ώστε να έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος του Ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η κατεύθυνση από τη νομολογία είναι ότι σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων δεν είναι σε θέση να καταβάλει την ασφάλεια για τα έξοδα τότε υπερισχύει το δικαίωμα του για προσφυγή στο Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ. 1698, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή σκέψη είναι πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, έχει ως βάση τη δυνατότητα του ενάγοντος, ή του εφεσείοντος ανάλογα με την περίπτωση, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από τη σκέψη έγκειται στην αρχή πως, αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν οι πιο πάνω συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις.» Η προσέγγιση του Εφετείου επί του θέματος, όπως εκφράζεται στο πιο πάνω απόσπασμα, ενισχύεται, κατά την άποψη μου, από την τροποποίηση της Δ.60 Θ.1 του 2004 με την οποία ρητά προστατεύονται χαμηλόμισθοι αλλοδαποί από την υποχρέωση καταβολής ασφάλειας εξόδων. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει βέβαια στην εξαίρεση της Δ.60 Θ.1 αλλά ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος είναι δεδομένος. Το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση διατάγματος θα στερήσει στον ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το έχει αυτός που το επικαλείται, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση. Αυτό διότι ένας εναγόμενος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του αντίδικου του. Στην παρούσα περίπτωση, με την ένσταση του Ενάγοντα, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η οικονομική του κατάσταση δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί σε διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων. Αναφέρει ότι στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο ή το εξωτερικό, είναι άνεργος, οι προοπτικές του να εξεύρει εργασία δεν είναι θετικές ενώ ακόμα και αν καταφέρει να εργοδοτηθεί οι ενδεχόμενες του απολαβές θα είναι τόσο χαμηλές που δεν θα του επέτρεπαν να συμμορφωθεί με διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων. Με δεδομένη λοιπόν την οικονομική κατάσταση του Ενάγοντα, προκύπτει ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος προσφυγής και πρόσβασης στη δικαιοσύνη, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαίο να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που προβάλλει η πλευρά του Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση αφού η τύχη της Αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί ενάντια της Αίτησης και, ως αποτέλεσμα, αυτή απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 3 / Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Βλ. Sally Line v Greenmar Navigation Ltd,
(1993)1 Α.Α.Δ. 633, Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1Β Α.Α.Δ. 633, Stejaru v Ιωάννου,
(2002)1Β Α.Α.Δ. 909. [2] Conway v Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1653. [3] Compagnie Graniere De Paris ν The Ship "Sofia"
(1984)1 CLR 345 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο