← Κύπρος

Papademetriou & Co Chartered Accountants ν. Αντώνη Α. Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 317/2006, 31/1/2014

Papademetriou & Co Chartered Accountants ν. Αντώνη Α. Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 317/2006, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A13 Αρ. Αγωγής: 317/2006 Μεταξύ: Papademetriou & Co Chartered Accountants Εναγόντων και Αντώνη Α. Αντωνίου Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 11.6.2013 για τροποποίηση τίτλου και συνταγμένης απόφασης 31 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κος Χρ. Ιωσηφίδης Για προτεινόμενο διάδικο/Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κος Ν. Ανδρέου. Για προτεινόμενο διάδικο/Καθ' ου η Αίτηση 2: κος Χριστοδούλου (κα Βρακά για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.5.2006 και εκδόθηκε τελική απόφαση κατόπιν ακρόασης στις 30.10.2009 με την οποία το εκδικάζον Δικαστήριο απόρριψε την αγωγή με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από το φάκελο, τα έξοδα ψηφίστηκαν στο ποσό των €2.980,93 πλέον τόκο 8% αλλά οι Ενάγοντες δεν κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθησε καταχώρηση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας από τον Εναγόμενο αλλά αυτό επεστράφη ανεκτέλεστο. Ακολούθως ο Εναγόμενος στις 11.6.2013 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής καθώς και του «Διατάγματος ημερομηνίας 30.10.2009», εννοώντας τη συνταγμένη απόφαση, δια της διαγραφής του ονόματος των Εναγόντων, δηλαδή την διαγραφή του ονόματος του ετερόρρυθμου συνεταιρισμού, και αντικατάστασης του με τα ονόματα του ομόρρυθμου και ετερόρρυθμου συνεταίρου (στο εξής η «Αίτηση», ο «Καθ' ου η Αίτηση 1» και ο «Καθ' ου η Αίτηση 2» αντίστοιχα). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου της ίδιας ημερομηνίας. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, Δ.12 Θ.1, Δ.25 Θ.1-5, Δ.26 Θ2-10, 13, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9(η) και Δ.64, στον Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116 άρθρα 9-15, 35 και 40 και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ενίσταται διότι, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν έχει δικαίωμα σε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής στο παρόν στάδιο και ότι η Αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο συνεταιρισμός των Εναγόντων υφίστατο την 31.12.2006 και όσο εκκρεμούσε η αγωγή αλλά διαγράφηκε την 21.12.2010 από τον Έφορο Εταιρειών με αναδρομική ισχύ από την 31.12.

  1. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 2 με τη σειρά του ενίσταται επίσης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και λέει, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποίηση προσκρούει στις πρόνοιες του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 116, ότι ο ίδιος είναι ετερόρρυθμος συνεταίρος και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό των £100 το οποίο έχει καταβληθεί. Προσθέτει ότι εάν η Αίτηση επιτραπεί τότε θα καταστεί εξ αποφάσεως οφειλέτης χωρίς προηγούμενος να του έχει επιδοθεί η αγωγή και να έχει λάβει μέρος στην διαδικασία της ακρόασης και ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, επιπόλαια και ενοχλητική. Οι θέσεις της κάθε πλευράς αναπτύχθηκαν από τους συνηγόρους στις αγορεύσεις τους, με αναφορά στα γεγονότα, το νόμο και τη νομολογία. Νομικές αρχές και ανάλυση. Όπως ανέφερα και πιο πριν, η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, Δ.12 Θ.1, Δ.25 Θ.1-5, Δ.26 Θ.2-10, 13, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9(η) και Δ.
  2. Ξεκινώντας από την Δ.9, ο Αιτητής δεν εξειδικεύει πιο θεσμό της επικαλείται ως βάση της Αίτησης. Κρίνω όμως ότι η Δ.9, στην ολότητα της, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Η πρόνοιες της Δ.9 αφορούν αγωγές οι οποίες βρίσκονται σε εκκρεμότητα και δεν έχουν ακόμα διεκπεραιωθεί. Αυτό προκύπτει από μια απλή ανάγνωση του κειμένου. Στην παρούσα περίπτωση, υπενθυμίζω ότι εκδόθηκε τελική απόφαση στην αγωγή στις 30.12.
  3. Κατά την άποψη μου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.9 ως βάση για ικανοποίηση του αιτήματος των Αιτητών. Αναφορικά με την Δ.12 Θ.1 και πάλιν θεωρώ ότι δεν είναι βοηθητική για τον Αιτητή αφού δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την έγκριση του αιτήματος στην παρούσα περίπτωση. Η Δ.25 την οποία ο Αιτητής επίσης επικαλείται ως μέρος της νομικής του βάσης, διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Είναι γνωστό ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.25 είναι ευρεία και ότι η ερμηνεία των προνοιών της από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα ελαστική και θετικά προσκείμενη προς το πρόσωπο που αιτείται άδεια για τροποποίηση. Τροποποίηση δικογράφου μπορεί να επιτραπεί ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης και ενώ εκκρεμεί η έκδοση απόφασης. Έχω εξετάσει ιδιαίτερα κατά πόσο οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.5 μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για έγκριση του αιτήματος. Η Δ.25 Θ5 μπορεί να τύχει εφαρμογής και να επιτρέψει την τροποποίηση τίτλου αγωγής σε περιπτώσεις όπου το όνομα του διάδικου έχει αποδοθεί ή αναγραφεί λανθασμένα (misnomer)[1]. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει ακόμα και μετά την έκδοση απόφασης[2]. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η δυνατότητα διόρθωσης σφάλματος περί το όνομα (misnomer) στη βάση της Δ.25 Θ.2, παρέχεται διότι τo Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέπει σε πρόσωπα να αποκτούν πλεονέκτημα από μία λανθασμένη περιγραφή του ονόματός τους όταν η πραγματικότητα είναι γνωστή[3]. Εάν οι συνθήκες και η πορεία της υπόθεσης το επιτρέπουν και εφόσον η επιδιωκόμενη τροποποίηση θεραπεύει, πράγματι, ένα σφάλμα περί το όνομα του πραγματικού διαδίκου (misnomer) τότε πρέπει να επιτρέπεται. Τονίζω όμως ότι τροποποίηση για λόγους σφάλματος περί το όνομα (misnomer) επιτρέπεται μόνο εάν πρόκειται για μια λανθασμένη αναφορά στον τίτλο της αγωγής που δεν επηρεάζει την ουσία της διαφοράς[4]. Στην υπό κρίση Αίτηση επομένως, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον η επιδιωκόμενη τροποποίηση θεραπεύει, πράγματι, τη λανθασμένη αναγραφή ονόματος του πραγματικού διαδίκου (misnomer) ή κατά πόσον θα είχε ως αποτέλεσμα να αντικατασταθεί ο αρχικός διάδικος με άλλο ή να προστεθεί νέος[5]. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται με γνώμονα το τι θα συμπεραίνει ο λογικός και αντικειμενικός παραλήπτης του κλητηρίου εντάλματος. Στην Davies v Elsby Brothers Ltd

(1960)2 All E.R. 672 η οποία υιοθετήθηκε στην Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλείδη κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, αναφέρονται τα ακόλουθα: "In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer.. How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: 'Of course it must mean me, but they have got my name wrong', then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: Ί cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquires', then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer." Έχω την άποψη ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση τότε ουσιαστικά αντικαθίσταται ο αρχικός Ενάγοντας με δύο νέα πρόσωπα. Κοινή θέση των μερών είναι ότι ο αρχικός Ενάγοντας ήταν ετερόρρυθμος συνεταιρισμός δεόντως εγγεγραμμένος στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει των προνοιών του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116. Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ο γενικός συνεταίρος και ο συνεταίρος περιορισμένης ευθύνης του αρχικού Ενάγοντα. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά διόρθωση γραμματικού ή τυπικού λάθους στην αναγραφή του ονόματος των Εναγόντων. Αντίθετα, θεωρώ ότι ξεκάθαρα αποσκοπεί στην αντικατάσταση του αρχικού και προσθήκη δύο νέων εναγόντων με σκοπό να καταστούν εξ αποφάσεως οφειλέτες και να εκτελεστεί η εκδοθείσα απόφαση εναντίον τους. Κατά την άποψη μου, αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί, ειδικά όσον αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2 που ήταν ο συνεταίρος περιορισμένης ευθύνης χωρίς εξουσία διεύθυνσης ή διαχείρισης του συνεταιρισμού και, κατ' επέκταση, που δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, που δεν είχε κανένα έλεγχο στο χειρισμό της αγωγής και που δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία της ακρόασης. Επομένως καταλήγω ότι ούτε η Δ.25 αποτελεί ικανή βάση αγωγής για προώθηση και ικανοποίηση του αιτήματος. Στρέφομαι τώρα στη Δ.26 Θ2-10 και 13 που επίσης θεωρώ ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση αφού ρυθμίζει θέματα που προκύπτουν σε σχέση με παράλειψη καταχώρησης δικογράφων, κάτι που δεν είναι σχετικό με την υπό κρίση Αίτηση. Τέλος, ούτε οι πρόνοιες της Δ.64 μπορούν να αποτελέσουν βάση για την έγκριση του αιτήματος στην παρούσα περίπτωση. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί στους οποίους ο Αιτητής βασίζει την Αίτηση του, δεν δημιουργούν το δικαιοδοτικό πλαίσιο που να επιτρέπει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στρέφομαι τώρα στα άρθρα 9-15, 35 και 40 του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116 επί των οποίων επίσης εδράζεται η Αίτηση. Από μια ανάγνωση των άρθρων 9-11 και των άρθρων 14, 15, 35 και 40 του Κεφ. 116 φαίνεται ότι δεν είναι σχετικά με τα θέματα που σχετίζονται με την παρούσα Αίτηση. Το άρθρο 12 αφορά ομόρρυθμούς συνεταιρισμούς και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση ετερόρρυθμων συνεταιρισμών. Όπως βεβαίως προβλέπει το Κεφ. 116, συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης αποτελείται από ένα ή περισσότερους γενικούς συνεταίρους, οι οποίοι φέρουν απεριόριστη προσωπική ευθύνη για τα χρέη και υποχρεώσεις του συνεταιρισμού και από συνεταίρους περιορισμένης ευθύνης, που δεν ευθύνονται για τα χρέη ή υποχρεώσεις του συνεταιρισμού πέραν από το ποσό που συνεισέφεραν στο αρχικό κεφάλαιο του[6]. Επομένως, εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, ο γενικός συνεταίρος έχει απεριόριστη προσωπική ευθύνη για το χρέος αυτό. Η ευθύνη αυτή επιβιώνει ακόμα και την ενδεχόμενη διαγραφή ή διάλυση του συνεταιρισμού. Αναφορικά με την ευθύνη του συνεταίρου περιορισμένης ευθύνης, αυτή περιορίζεται στο αρχικό ποσό το οποίο δήλωσε ως συνεισφορά του στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού. Εφόσον το καταβάλει, δεν φέρει οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη για τις υποχρεώσεις ή τα χρέη του. Ακόμα όμως και με αυτό το δεδομένο αναφορικά με την ευθύνη του γενικού συνεταίρου, η παρούσα διαδικασία δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να εγερθεί οποιαδήποτε διεκδίκηση ή αξίωση εναντίον του για εξ αποφάσεως χρέος του συνεταιρισμού. Κατάληξη Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν υπάρχει δικαιοδοτική βάση ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και, ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα θα ισχύσει ο συνήθης κανόνας και έτσι τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Alexander Mountain & Co. v Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482 και Σ. Φοινιώτης ν Greenmar Navigagion Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α. Δ. 33 [2] Σχετικές οι Pearlman (Veneers) S.A (Ply) Ltd v Bartels
(1954)All E.R. 659 και Falekkos v Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 A.A.Δ 443 [3] Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1092 [4] Σχετική Etablissement Baudelot v R.S. Graham and Co. Ltd
(1953)1 All E.R. 149 [5] Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Σ. Χ. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608 [6] Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμος, Κεφ 116, άρθρο 47
(2). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.