Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη ν. Hellenic Bank Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία, Αρ. Αγωγής: 710/09, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 710/09 Μεταξύ: Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη Ενάγοντα και Hellenic Bank Company Ltd ή και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Εναγόμενη --------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29/11/2013 από Εναγόμενη για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κ. Βελάρης για Βελάρη και Μαρκίδη (για να ακούσει απόφαση κος Παρμακλής) Για Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Χ«Γιώργης για Μουαϊμη και Μουαϊμη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη-Αιτήτρια με την αίτησή της ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή ή και ο παραμερισμός της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Η αίτηση βασίστηκε στη Δ.27 Θ.3 και στη Δ.48 Θ. 1-4 και 9«ο» των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η αίτηση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και συγκεκριμένα από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα και επικεντρώνονται στο γεγονός ότι δεν αποκαλύπτεται κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης-Αιτήτριας. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση στην οποία παρατέθηκαν δύο λόγοι ενστάσεως και συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι κατ' ουσία και κατά νόμο αβάσιμη γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.3 καθώς επίσης και ότι υπάρχει αξιολογική αντινομία στην αποδοχή της συγκεκριμένης αίτησης. Ως νομική υποστήριξη για την Ένσταση κατεγράφησαν η Δ.27 Θ.3, η Δ.19 Θ.5, η Δ.33 Θ.15 και η Δ.48 Θ.2-4, 6, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα με την καταχωρηθείσα αγωγή του ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή και να παραμερίζει τη δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του στις 18/1/2001 στα πλαίσια της αγωγής 1472/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Στις 24/3/10 μετά από αίτηση αναστάληκε η διαδικασία στην Αγωγή Αρ. 1472/99 στην έκταση που αφορούσε τον ίδιο μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τον ομνύοντα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.
- Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο ίδιος έχει αγώγιμο δικαίωμα στην ακύρωση της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί με δόλο εναντίον του. Οι ισχυρισμοί που συνθέτουν το δόλο έχουν καταγραφεί στην Έκθεση Απαίτησης. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αφορούν το γεγονός ότι ουδέποτε του είχε επιδοθεί η αγωγή με αριθμό 1472/99 και η υπογραφή που φέρει το κλητήριο ένταλμα, που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του επιδότη, δεν είναι η δική του. Ο ίδιος ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει το δικηγόρο Τάκη Παπαμιχαλόπουλο να τον εκπροσωπήσει στη συγκεκριμένη αγωγή και ουδέποτε είχε εγγυηθεί προσωπικά τον Εναγόμενο 1, Πανίκο Νικολάου στην Αγωγή Αρ. 1472/
- Είχε απλά δεχτεί να υποθηκεύσει ένα δικό του ακίνητο προς όφελος του Πανίκου Νικολάου και γι' αυτό το λόγο είχε υπογράψει ειδικό πληρεξούσιο στον Πανίκο Νικολάου για σκοπούς εκτέλεσης της σύμβασης υποθήκης. Είχε περιέλθει στην δική του αντίληψη η έκδοση της απόφασης, στα μέσα του 2009, όταν τον είχε επισκεφθεί δικαστικός επιδότης για να εκτελέσει ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, το οποίο είχε εκδοθεί εναντίον του. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο δόλος συνίστατο στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, με τη σύμφωνη γνώμη του κατ' ισχυρισμό δικηγόρου του, παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια γνώριζε ότι ο ίδιος δεν είχε τέτοια υποχρέωση λόγω του ότι δεν ήταν εγγυητής του οφειλόμενου ποσού. Κατά τη δική του άποψη ακόμα και στη περίπτωση που η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν ενήργησε με δόλο ο ίδιος έχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα αφού οι πρόνοιες της Δ.33 Θ.15 δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Καταλήγει δε ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη περιέχουσας λογικό αγώγιμο δικαίωμα θα συνιστά αντινομία αφού το Δικαστήριο είχε εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο διατάσσετο η αναστολή εκτέλεση της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 1472/
- Προς υποστήριξη της αίτησης ο κ. Βελάρης αγόρευσε προφορικά αναφέροντας ότι η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης αφορά εξαιρετικό μέτρο το οποίο όμως είναι υπαρκτό. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται δόλο από πλευράς της Εναγομένης αλλά επικαλείται δόλο εναντίον τρίτων προσώπων για τους οποίους δεν έχει κινηθεί αγωγή. Κατέληξε ότι ο Ενάγοντας, κατά τη δική του άποψη, θα έπρεπε να ενεργοποιήσει τις θεραπείες που έχει εναντίον των τρίτων προσώπων. Ο κ. Χ« Γιώργης καταχώρησε γραπτή αγόρευση στην οποία ισχυρίζεται με αναφορά στη νομολογία ότι η Έκθεση Απαίτησης εμπεριέχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης το οποίο θα πρέπει να ακουσθεί από το Δικαστήριο αφού υπάρχουν γεγονότα που αφορούν την έκδοση της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 1472/09 για τα οποία θα πρέπει να ακουσθεί η πλευρά του Ενάγοντα, γεγονότα στα οποία είχε άμεση εμπλοκή η Εναγομένη-Αιτήτρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση βασίζεται κυρίως στις πρόνοιες της Δ.27 Θ.3, οι οποίες προνοούν ως ακολούθως: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την Δ.25 θ.4 των Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της, από τα Δικαστήρια, αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice
- Αναφέρεται: «. It is only on plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable" . So long as the Statement of Claim or the particulars. disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge., the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.». Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R.176, Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949 Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338 και πιο πρόσφατα στην Μιχαήλ Σάουρου κ.α ν. Μαρίας Κωνσταντίνου Φιλλίπου Πολ. Εφ. 62/10 ημερ. 03/10/12). Από τη δική μας νομολογία φαίνεται ότι ο σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ.Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, The Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)2 C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής, χωρίς δίκη, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο έίναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305.).» Στην υπόθεση In Re Pelmako (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ. 26 και της Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, για την εφαρμογή της Δ.27 Θ.3, στη σελ. 1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852, επισημάνθηκε εκ νέου ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. και Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704). Η έννοια του ανυπόστατου δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σελ. 144: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful .». Είναι σαφές ότι για να ασκηθεί η σχετική εξουσία θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπ΄ αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας. (Βλ. Halsbury's Laws of England,Civil Procedure, 5η εκδ, τόμος 11,παρά. 534). Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238)". Στο σύγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στη σελίδα 143: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struct out and the action dismissed or judgment entered accordingly." Το επίδικο, στην υπό κρίση Αίτηση, ζήτημα είναι κατά πόσο, με την Έκθεση Απαίτησης, καταλογίζεται πράξη ή παράλειψη στην Εναγόμενη Τράπεζα που μπορεί να τεκμηριώσει αιτία αγωγής εναντίον της. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην παράγραφο 4(γ) της Έκθεσης Απαίτησης, στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη Τράπεζα ενώ γνώριζε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν εγγυητής εξέδωσε εναντίον του απόφαση για το δανεισθέν ποσό στην Αγωγή Αρ. 1472/
- Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση Αίτηση, την Ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Αποτελούν αναντίλεκτα γεγονότα ότι στις 18/01/01 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του Ενάγοντα, στην παρούσα αγωγή, στην Αγωγή Αρ. 1472/09 για το ποσό των Λ.Κ. 12.397,38- παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στην Αγωγή Αρ. 1472/99, ο Ενάγοντας δεν αναφερόταν ως εγγυητής αλλά απλά είχε υποθηκεύσει ένα κτήμα του, προς όφελος της Εναγομένης, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση για τον Ενάγοντα στην Αγωγή Αρ. 1472/
- Εξετάζοντας την υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του φακέλου και έχω διαπιστώσει ότι στα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στην αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην Αγ. Αρ. 1472/99 είναι επισυνημμένο το Κλητήριο Ένταλμα της Αγ. Αρ. 1472/99 από το οποίο προκύπτει ότι ο Ενάγοντας πράγματι δεν ήταν εγγυητής του χρηματικού ποσού που ο κ. Νικολάου είχε δανειστεί και ότι απλά είχε εκτελέσει προς όφελος της Τράπεζας μια υποθήκη (παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή Αρ. 1472/99). Παράλληλα προκύπτει ότι η θεραπεία που αξιώνεται εναντίον του Ενάγοντα, στην Αγωγή Αρ. 1472/99, ήταν η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, (βλέπε Αιτητικό Γ στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής Αρ. 1472/09) και όχι η έκδοση απόφασης για το συγκεκριμένο ποσό του δανείου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παρατεθείσες νομολογιακές αρχές σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί και να δικαιολογηθεί το αίτημα της Αιτήτριας-Εναγομένης στη βάση των προνοιών της Δ.27 Θ.
- Και τούτο γιατί το δικόγραφο του Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα αναμφίβολα περιέχει αιτία αγωγής, η οποία δεν μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό ως αναντίλεκτα ανυπόστατη, ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής και απόρριψης της αγωγής. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα και σε βάρος της Αιτήτριας - Εναγομένης, τα οποία όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο