← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου ν. Α.Γ.Ξ. ΛΑΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Γεν. Αίτηση: 69/2012, 7/3/2014

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου ν. Α.Γ.Ξ. ΛΑΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Γεν. Αίτηση: 69/2012, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A26 Γεν. Αίτηση: 69/2012 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου Αιτητών και

  1. Α.Γ.Ξ. ΛΑΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΟΥ
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΟΥ
  4. ΞΕΝΗ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση υπό του Γεώργιου Σ. Λαού, Καθ' ου η Αίτηση 3/Αιτητή για παραμερισμό διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης 7 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Καθ' ου η Αίτηση 3 / Αιτητή: κος Νικόλας Γ. Νικολάου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Γ. Πάπαλλου) Για Αιτητές / Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Ζαχαρίας Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 23.10.2012 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό γενική αίτηση (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση») με την οποία η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 29.6.2012 που εκδόθηκε υπέρ τους και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, ως πρωτοφειλέτη, και των καθ' ων η 2, 3 και 4, ως εγγυητές καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση. Επιπρόσθετα, ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τη λήψη μέτρων εκτέλεσης της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο, η Κυρίως Αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση 3 προσωπικά στις 27.10.2012 έναντι της υπογραφής του. Σημειώνω ότι η επίδοση της Κυρίως Αίτησης δεν αμφισβητείται από τον ίδιο για τους σκοπούς της παρούσας. Κατόπιν, στις 28.11.2012 εκδόθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία του καθ΄ ου η αίτηση
  5. Ακολούθησε στις 17.1.2013 η καταχώρηση από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παραλιμνίου αίτησης έρευνας εναντίον, μεταξύ άλλων, του καθ' ου η αίτηση
  6. Στα πλαίσια της αίτηση εκείνης, στις 22.2.2013, ο εν λόγω καθ' ου η αίτηση 3 αποδέχτηκε διάταγμα πληρωμής €100 μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Στις 17.9.2013 ο καθ' ου η αίτηση 3 στην Κυρίως Αίτηση και αιτητής στην παρούσα, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση (στο εξής ο «Αιτητής» και η «Αίτηση» αντίστοιχα) με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον ή και ακυρώνον την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ 28.11.2012 κατά των εναγομένων-αιτητών. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον ή και επιτρέπον την επανεκδίκαση της πιο πάνω αγωγής ή και γενικής αίτησης». Η νομική βάση της Αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ1-4, 8 και 9, Δ.64 Θ.1-3, Δ.5 και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή ο οποίος αναφέρει ότι το διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης του οποίου επιζητεί τον παραμερισμό και/ή ακύρωση, εκδόθηκε συνεπεία της μη εμφάνισης του στη διαδικασία της Κυρίως Αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι έχει εκδοθεί εναντίον του Διάταγμα για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Όπως λέει, στα πλαίσια της αίτησης έρευνας αντιλήφθηκε ότι δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 στην Κυρίως Αίτηση ο οποίος ήταν συνεγγυητής με τον ίδιο των υποχρεώσεων των καθ΄ ων η αίτηση 1 και εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί επίσης η επίδικη διαιτητική απόφαση. Κατόπιν τούτου, ζήτησε από τον δικηγόρο του να προβεί σε σχετική έρευνα για να διαπιστώσει αν ο καθ΄ου η αίτηση 2 στην Κυρίως Αίτηση ήταν πτωχεύσας. Στα πλαίσια της έρευνας διαφάνηκε ότι για το εν λόγω πρόσωπο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στις 8.11.2000 και διάταγμα πτώχευσης στις 17.5.2004 και, σύμφωνα με σχετική επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη ημερομηνίας 25.6.2013, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πτώχευση μέχρι την ημερομηνίας της επιστολής εκείνης. Ο Αιτητής συνεχίζει λέγοντας ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης και σύμβασης εγγύησης ημερ. 26.10.2006, από τα οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος ο καθ΄ου η αίτηση 2 ήταν πτωχεύσας. Ισχυρίζεται ότι αν γνώριζε το γεγονός αυτό τότε, δεν θα προχωρούσε στην παροχή οποιασδήποτε εγγύησης των υποχρεώσεων των καθ' ων η αίτηση
  7. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι το καθεστώς πτώχευσης υπό το οποίο τελούσε ο καθ' ου η αίτηση 2 καθιστά άκυρη και παράνομη τη σύμβαση εγγύησης όπως και τις μεταγενέστερες πράξεις που πηγάζουν από αυτήν, περιλαμβανομένου του Διατάγματος ημερ. 28.11.2012 του οποίου επιζητεί τον παραμερισμό και/ή ακύρωση. Αναφέρει επίσης ότι οι αιτητές στην Κυρίως Αίτηση / καθ' ων η αίτηση στην παρούσα (στο εξής οι «Καθ' ων η Αίτηση») είχαν υποχρέωση να γνωρίζουν ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 ήταν πτωχεύσας. Τέλος, αναφέρει πως όταν ολοκλήρωσε την έρευνα του και είχε συλλέξει όλα τα στοιχεία ενήργησε χωρίς καθυστέρηση και καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Λέει ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση προς υποστήριξη των θέσεων του που θα οδηγήσουν στην ακύρωση ή και παραμερισμό του Διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που επικαλούνται περιλαμβάνουν τους ακόλουθους: (α) Η Αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις σχετικές διατάξεις του νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (β) Η καταχώρηση της Αίτησης καταστρατηγεί την αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων και ο Αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της Αίτησης. (γ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση αφού ο Αιτητής δεν καταχώρησε έφεση εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης και δεν δικαιολογείται η μη καταχώρηση έφεσης αλλά ούτε και η μη εμφάνιση του Αιτητή στη διαδικασία της Κυρίως Αίτησης. (δ) Ο Αιτητής δεν προβάλλει καμία καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση αλλά ενώπιον του διαιτητή είχε αναγνωρίσει το επίδικο χρέος και επιπλέον, μεταγενέστερα, αποδέχτηκε διάταγμα εξόφλησης του με μηνιαίες δόσεις. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Σταυρούλλας Καούλλα η οποία επαναλαμβάνει τα γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία της Κυρίως Αίτησης και της αίτησης έρευνας για τα οποία ουσιαστικά δεν υπάρχει διαφωνία καθώς επίσης και υποστηρίζει τους λόγους ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση. Στα πλαίσια της ακρόασης της υπό κρίσης Αίτησης, η πλευρά του Αιτητή αντεξέτασε την ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, Σταυρούλλα Καούλλα. Από τα κύρια σημεία της μαρτυρίας της σημειώνω την αναφορά της ότι την περίοδο που υπεγράφησαν οι διάφορες συμφωνίες, δεν ήταν η πρακτική των Καθ' ων η Αίτηση να προβαίνουν σε οποιουσδήποτε ελέγχους αναφορικά με το κατά πόσο οι πελάτες τους τελούσαν υπό πτώχευση. Δεν θα αξιολογήσω τη μαρτυρία της γιατί δεν θα ήταν πρόσφορο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρω μόνο ότι ασχέτως εάν αποδεχόμουν ή όχι τη μαρτυρία της, το αποτέλεσμα της Αίτησης είναι προδιαγεγραμμένο από άλλους παράγοντες που εξηγώ κατωτέρω και δεν θα άλλαζε. Στις αγορεύσεις τους, οι δικηγόροι της κάθε πλευράς, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εκτενή αναφορά στα γεγονότα και τη νομολογία. Νομικές Αρχές και Ανάλυση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, αντικείμενο της Κυρίως Αίτησης ήταν η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 29.6.2012 που είχε εκδοθεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 52

(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85): «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτή εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Το θέμα της εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφεση 357/2008, ημερ. 11.4.20012 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.». Η καθοδήγηση που αντλείται από τη νομολογία καταδεικνύει ότι το θέμα της εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι ουσιαστικά τυπικό και οποιεσδήποτε ενστάσεις πρέπει να έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Το Δικαστήριο δεν έχει καμία αρμοδιότητα, σε εκείνο το στάδιο, να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση στην Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε οποίον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Επομένως, και όπως επιτάσσει η νομολογία, ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση της. Τέτοια θέματα μπορούν να εγερθούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης και η δυνατότητα προσώπου που αμφισβητεί την ορθότητα διαιτητικής απόφασης να την εφεσιβάλει παρέχεται από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85[2]. Ο ρόλος του Δικαστηρίου στη διαδικασία εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης περιορίζεται αυστηρά στην διαπίστωση των προϋποθέσεων για εγγραφή και καταχώρηση της απόφασης στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου, ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην Ελένη Κούλουρου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ 987: «Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, άλλα αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία...» Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προϋποθέσεις για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα εναντίον του οποίου ή των οποίων στρέφεται και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών χωρίς να υποβληθεί έφεση[3]. Στην παρούσα περίπτωση, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης του ίδιου του Αιτητή, ο Αιτητής έλαβε μέρος στη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή όπου εμφανίστηκε και παραδέχτηκε το χρέος του. Σημειώνω επίσης ότι δεν αμφισβητείται από τον Αιτητή η ορθότητα της επίδοσης προς αυτόν της Κυρίως Αίτησης. Έχω ήδη αναφέρει ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται καταχωρημένη ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη ο οποίος λέει ότι στις 27.10.2012 επέδωσε την αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης στον Αιτητή, προσωπικά, έναντι της υπογραφής του. Επομένως, δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης της Κυρίως Αίτησης η οποία να δημιουργεί υποχρέωση παραμερισμού και ακύρωσης του επίδικου Διατάγματος χωρίς να πρέπει να εξεταστεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος (ex debito justitiae)[4]. Επιπρόσθετα δεν τίθεται ούτε από τον ίδιο τον Αιτητή, θέμα μη γνωστοποίησης σε αυτόν της διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης ή άλλος λόγος που να δεικνύει ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Τονίζω ξανά ότι στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Δηλαδή, το Δικαστήριο εξετάζοντας μια τέτοια αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, το αντικείμενο της Κυρίως Αίτησης ήταν μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Εφόσον η διαιτητική απόφαση δεν είχε εφεσιβληθεί εντός της ταχθείσας εκ του νόμου προθεσμίας αυτή κατέστη τελική και δεσμευτική. Επομένως δεν δικαιολογείται η ακύρωση της ή η προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα, νομιμότητα ή δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών ή οτιδήποτε άλλο που υπερβαίνει τα αυστηρά και περιορισμένα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να τα εγείρει και, με τη σειρά μου, στερούμαι δικαιοδοσίας να τα εξετάσω. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση μου, που καθορίζει το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου και θα εξετάσω εν συντομία τις θέσεις που προβάλλει η πλευρά του Αιτητή. Αιτήσεις παραμερισμού διαταγμάτων ή αποφάσεων χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο εφόσον το άμεσα ενδιαφερόμενο και επηρεαζόμενο μέρος δεν ειδοποιήθηκε δεόντως και επομένως, το μέρος αυτό δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της. Για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην δεύτερη αυτή «κατηγορία». Η δεύτερη «κατηγορία» αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε μετά που ο αιτητής ειδοποιήθηκε δεόντως για τη διαδικασία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση για παραμερισμό λαμβάνεται με γνώμονα τις προϋποθέσεις που παραθέτω πιο κάτω. Η δυνατότητα παραμερισμού και ή ακύρωσης διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης και το οποίο εξεδόθη ερήμην παρέχεται από τη Δ.48 Θ.11 (η οποία σημειώνω ότι δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης) και ασκείται με γνώμονα κριτήρια ανάλογα με αυτά που εφαρμόζονται για τον παραμερισμό ή την ακύρωση, δυνάμει των Δ.26 Θ.14 και Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρθηκε σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ηλία ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 Α.Α.Δ. 365: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 [Δ.48] στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Η ορθή νομική βάση επομένως μια αίτησης αυτής της φύσεως πρέπει να περιλαμβάνει τη Δ.48 Θ.11 και η παράλειψη του Αιτητή στην παρούσα περίπτωση να την συμπεριλάβει, δημιουργεί ελλιπές δικαιοδοτικό υπόβαθρο που δεν θα επέτρεπε την ικανοποίηση του αιτήματος. Πέραν αυτής της διαπίστωσης όμως, για να επιτύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο αιτητής πρέπει πρωτίστως να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλούς λόγους ένστασης και να δικαιολογήσει τους λόγους μη εμφάνισης του κατά τη διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης[6]. Δηλαδή αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι αν συντρέχουν λόγοι που θα δικαιολογούσαν, εκ πρώτης όψεως, τη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω γιατί, κατά την άποψη μου, δεν συντρέχει κανένας τέτοιος λόγος. Ο Αιτητής δεν προβάλλει κανένα λόγο που θα ήταν ικανός να οδηγήσει στη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Τα όσα ισχυρίζεται αφορούν την ουσία της διαφοράς και της απόφασης του διαιτητή. Παρά το ότι είναι εκτός των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας, παρενθετικά αναφέρω σε σχέση με τους ισχυρισμούς του, ότι η σύμβαση εγγύησης (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι στην ένορκη δήλωση του Αιτητή) ξεκάθαρα προνοεί ότι οι υποχρεώσεις των εγγυητών είναι «κοινές και κεχωρισμένες» (παράγραφος 1) και σε περίπτωση οποιουδήποτε κωλύματος ενός εκ των εγγυητών αυτό δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις των υπολοίπων (παράγραφος 23). Τέλος σημειώνω ότι ο Αιτητής δεν προσφέρει καμία εξήγηση για την μη εμφάνιση του κατά την ακρόαση της Κυρίως Αίτησης. Αναφορικά δε με το θέμα της καθυστέρησης από την πλευρά του Αιτητή στην καταχώρηση της Αίτησης, που εγείρουν στην ένσταση τους οι Καθ' ων η Αίτηση, σημειώνω ότι ο Αιτητής είχε ολοκληρωμένη εικόνα και όλα τα στοιχεία από την έρευνα του για την πτώχευση υπό την οποία τελούσε ο καθ' ου η αίτηση 2 - όπως λέει ο ίδιος- από τις 25.6.2013. Εν τούτοις η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.9.2013 χωρίς και πάλιν να προσφέρεται καμία εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή των 3 περίπου μηνών. Κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, ο μοναδικός ορθός τρόπος ελέγχου της απόφασης του διαιτητή ήταν στα πλαίσια καταχώρησης έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο παρόν στάδιο, δεν δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει τα θέματα που εγείρει ο Αιτητής. Ακόμα όμως και αν δεν υπήρχε αυτό το πρόσκομμα, η κατάληξη της Αίτησης θα ήταν η ίδια αφού κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για παραμερισμό του επίδικου Διατάγματος. Συνεπώς, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 [2] Άρθρο 52
(4)Ν.22/85: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» [3] Σχετική η Χ¨ Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/2008 ημερ. 11.4.2012. [4] Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559 [5] Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Εφ.357/2008, ημερ.11.04.2012 [6] Κατ' αναλογία, Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Νο 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1936, Βοθροτεξ Λτδ ν Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 339. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.