Ανδρέα Σάντη ν. Εύα Μαρίνου, Αρ. Αγωγής.: 299/09, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 299/09 Μεταξύ: Ανδρέα Σάντη, από το Λιοπέτρι Ενάγοντα και Εύα Μαρίνου, από το Λιοπέτρι Εναγομένης Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Νικολάου Για την Εναγομένη: κ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι περί το έτος 2000, ήταν ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 10059, τεμάχιο 1028, Φ/Σχ. 33/44Ε2, έκτασης 1 Δεκαρίου και 701 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι, τοποθεσία Κοκκινόγια, στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, Τεκμήριο 1Α. Πληροφορηθείς ο Ενάγοντας ότι η Εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια του ως άνω ακινήτου, προσέγγισε το σύζυγο της Παναγιώτη Κέρμανου, ΜΥ2, με τον οποίο είχαν δοσοληψίες σχετικές με εξαρτήματα και πωλήσεις οχημάτων, αφού ο Ενάγοντας πέραν από τραπεζικός υπάλληλος, διέθετε χώρο πώλησης αυτοκινήτων και τον ρώτησε αν πωλείτο το συγκεκριμένο ακίνητο. Αφού πέρασε περί τον ένα με ενάμισυ μήνα και ο Ενάγοντας συνέχιζε να έχει ενδιαφέρον για το ακίνητο, ο ΜΥ2 αφού το ανάφερε στη σύζυγο του, Εναγόμενη, από κοινού, ως ζευγάρι, αποφάσισαν να το πωλήσει η Εναγόμενη. Τις διαπραγματεύσεις για την πώληση τις ανέλαβε ο ΜΥ2, ενώ σε κάποιες συναντήσεις παρούσα ήταν και η Εναγόμενη. Να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας και η Εναγομένη είναι ομοχώριοι, δεύτερα εξαδέλφια και κατά τον Ενάγοντα είχαν στενές φιλικές σχέσεις ενώ κατά την Εναγόμενη και το σύζυγο της Παναγιώτη Κέρμανου, ΜΥ2, τυπικές και συνηθισμένες μεταξύ συγχωριανών. Αφού οι διαπραγματεύσεις απέδωσαν καρπούς μετουσιώθηκαν σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 4/5/00, Τεκμήριο 1, η οποία διαλάμβανε την πώληση του όλου ½ μεριδίου του ως άνω περιγραφόμενου τεμαχίου αντί του ποσού των ΛΚ16.000, όρος 2 του Τεκμηρίου
- Ο τρόπος πληρωμής θα υλοποιείτο με την καταβολή του ποσού των ΛΚ6000 με την υπογραφή του πωλητήριου εγγράφου, όρος 3α του Τεκμηρίου 1, και συνάμα δηλώνετο στον όρο 3α ότι η Εναγόμενη παρέλαβε το ποσό αυτό, και το υπόλοιπο των ΛΚ10.000 θα καταβάλλετο από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη με την μεταβίβαση του ακινήτου και θα είχε την μορφή της ταυτόχρονης μεταβίβασης του αυτοκινήτου VU831 μάρκας μερσεντές, από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη, απηλλαγμένο από κάθε είδους επιβάρυνση, όρος 3β του Τεκμηρίου
- Αποτελεί κοινό έδαφος που εξάγεται από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, αντί του ποσού των ΛΚ6000 παραδόθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη το όχημα με αριθμό εγγραφής VP697 αξίας ίσης με το ποσό των ΛΚ6000 καθώς και παράδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας του και υπογραμμένο έντυπο μεταβίβασης του, το οποίο τελικά ενεγράφη στο όνομα του συζύγου της Εναγομένης, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ
- Επίσης την ίδια ημέρα παραδόθηκε υπογραμμένο έντυπο μεταβίβασης για το όχημα VU 831, Τεκμήρια 2 και 10, που είναι το ίδιο έντυπο, το πρώτο φωτοτυπία, το δεύτερο το γνήσιο. Να σημειωθεί ότι και τα δύο έντυπα μεταβίβασης για τα δύο ως άνω οχήματα πιστοποιήθηκαν από τον κοινοτάρχη του χωριού τους στις 5/5/09, όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 10, και την μαρτυρία του Ενάγοντα και του ΜΥ2, στην παρουσία τους. Όπως εξάγεται από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1, δεν κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Αφού πέρασαν οκτώ χρόνια και έξι σχεδόν μήνες, ο Ενάγοντας έστειλε δια μέσου του δικηγόρου του επιστολή ημερομηνίας 31/10/08, Τεκμήριο 4, στην Εναγόμενη με την οποία την καλούσε, βάσει του Τεκμηρίου 1, όπως εντός δέκα ημερών από την λήψη της επιστολής προχωρήσει στη μεταβίβαση του αναφερθέντος ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα και σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνοντο δικαστικά μέτρα εναντίον της. Η ως άνω επιστολή, Τεκμήριο 4, έτυχε απάντησης από το δικηγόρο της Εναγόμενης με επιστολή ημερομηνίας 13/11/08, Τεκμήριο 5, στην οποία αναφέρετο ότι ο Ενάγοντας ακύρωσε τη συμφωνία διότι θεώρησε ότι δεν τον συνέφερε η αγορά του ακινήτου επειδή επηρεάζετο από έργα υποδομής και ότι δεν είχε καταβάλει ολόκληρο το τίμημα πώλησης. Αποτέλεσμα ήταν η καταχώρηση στις 20/3/09 της υπό εξέταση αγωγής από τον Ενάγοντα με την οποία αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την Εναγόμενη να μεταβιβάσει το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο στον Ενάγοντα και διαζευκτικά το ποσό των €172.662.38σεντ με τόκο 9% από την καταχώρηση της αγωγής, ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη από την παράβαση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, το ποσό των ΛΚ16.000 το οποίο κατέβαλε στην Εναγομένη και αρνείται να του το επιστρέψει, πλέον 9% τόκο από 4/5/00 ημερομηνία που καταρτίστηκε η συμφωνία, Τεκμήριο 1, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και έξοδα. Ακολούθησε η καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης ημερομηνίας 23/6/09 από την Εναγόμενη η οποία αφού αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους ο Ενάγοντας είναι αυτός που ακύρωσε την συμφωνία, για το λόγο που ήδη καταγράφηκε, και ανταπαιτεί τούτο ως δήλωση από το Δικαστήριο καθώς και δήλωση ότι το όχημα αρ. εγγραφής VP 697 κρατήθηκε από την Εναγόμενη ως αποζημίωση, πλέον έξοδα. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε στις 14/9/09 απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από τον Ενάγοντα, με την οποία αρνείται κάθε αντίθετο ισχυρισμό προς τους δικούς του και ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, εκτός της προσθήκης ότι το όχημα VU 831 καθώς και το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΚ 553 παραδόθηκαν στην Εναγόμενη τα οποία μετά από λίγες ημέρες τα επέστρεψε η Εναγόμενη στον Ενάγοντα και ο τελευταίος παρέδωσε αριθμό μετοχών σε αυτή και το σύζυγο της, ΜΥ2, προς πλήρη ικανοποίηση του όρου 3β της συμφωνίας, Τεκμήριο 1 και της ίδιας. Επίσης αναφέρεται στις ενέργειες που έκανε όλα αυτά τα χρόνια που σχετίζονται με το ακίνητο και ότι η Εναγόμενη μεταβίβασε το ακίνητο σε άλλο πρόσωπο. Ο Ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του έδωσε ο ίδιος μαρτυρία η οποία αναφέρεται στην συμφωνία πώλησης του ακινήτου, Τεκμήριο 1 και δη για τον όρο 3α και β τούτου, καθώς και τους λόγους της καθυστέρησης οκτώμισυ περίπου ετών να διεκδικήσει δικαστικά, ως οι αξιώσεις που καταγράφονται ανωτέρω. Δεν χρειάζεται να καταγραφεί τώρα η μαρτυρία του αφού τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και θα σχολιασθεί και αξιολογηθεί σε κατοπινό μέρος της απόφασης. Επίσης κάλεσε ως ΜΕ2 τον Επαινετό Πέτρου, για να καταδείξει, κυρίως, ότι το 2008 ενδιαφέρθηκε για την αγορά του ακινήτου, του οποίου την μαρτυρία αποδέχομαι, αφού σε καμιά αντίφαση δεν περιέπεσε ούτε και κλονίσθηκε με οιονδήποτε τρόπο, κρίνοντας τον ως μάρτυρα της αλήθειας. Την Χρυσοβαλάντια Κυπριανού, ΜΕ3, υπάλληλο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 πιστοποιημένο αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, κάνοντας αναφορά στο ιστορικό του ακινήτου, για να καταδειχθεί η μεταβίβαση του δυνάμει δωρεάς από την Εναγόμενη στον ανήλικο, τότε, γιο της Κυριάκο Παναγιώτη Κυριάκου (Κέρμανου) στις 16/9/03, όπως και ότι πωλήθηκε από αυτόν σε τρίτο πρόσωπο στις 9/11/09 για το ποσό των €30.000, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από το κτηματολόγιο, το οποίο εκτίμησε το όλο ½ μερίδιο σε €85.000, όπως και ότι μέρος του είχε απαλλοτριωθεί το 1984, που επίσης την μαρτυρία της αποδέχομαι αφού ούτε αυτής η μαρτυρία κλονίσθηκε σε οιονδήποτε σημείο της κρίνοντας την ως αξιόπιστη μάρτυρα. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο εκτιμητής ακινήτων Φώτης Ιωάννου, ΜΕ
- Αφού εξέτασα τα προσόντα, τις γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμά του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α. 1(Γ) Α.Α.Δ. 1285), κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητάς του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Χλόη Κυριάκου ν. ΄Αννας Γρίβα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 825 και SYNCON LTD. ν. Ανδρέα Χρίστου Σπύρου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540, Νεάρχου ν. Στεφανίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλοίου "Arabella", R.K.B. Leathergoods Ltd. v. Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 692) ΄Οσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψή του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο 9 εκτίμηση του ακινήτου για την περίοδο 2008/2009 την οποία, αφού ανέλυσε, εξήγησε πως κατέληξε στο ποσό των €85.000 ως τιμή πώλησης του ακινήτου. Δεν προσφέρθηκε αντίθετη μαρτυρία. Η υπεράσπιση προσπάθησε αλλά δεν κατόρθωσε να κλονίσει ούτε στο ελάχιστο τη μαρτυρία του κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Να σημειωθεί ότι η εκτίμηση του συμπίπτει με την εκτίμηση του Κτηματολογίου που ανέφερε η ΜΕ
- Με βάση όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που εφοδίασε ο μάρτυρας το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, κρίνω ότι με επάρκεια, πληρότητα και κατανοητό τρόπο εξήγησε ότι σχετίζεται με την αξία του ακινήτου κατά τον επίδικο χρόνο και είναι ορθά τα συμπεράσματα του. Ως εκ των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία. Από την άλλη πλευρά κατάθεσε η Εναγόμενη, ΜΥ1, η οποία αναφέρθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου, Τεκμήριο 1, και ειδικότερα για τον όρο 3α και β αυτής, στο βαθμό που η ίδια είχε εμπλακεί, αφού τις επαφές με τον Ενάγοντα τις είχε ο σύζυγος της Παναγιώτης Κέρμανος, ο οποίος κατάθεσε ως ΜΥ2 και ο οποίος αναφέρθηκε στα ίδια θέματα που καταγράφονται αμέσως πιο πάνω, ως το άτομο που παρευρίσκετο σε όλες τις διαπραγματεύσεις, συναντήσεις και γενικά γνώριζε την πορεία και εξέλιξη της υπόθεσης. Δεν χρειάζεται ούτε αυτών των μαρτύρων να καταγραφεί τώρα η μαρτυρία τους, αφού τούτο θα γίνει κατωτέρω σε άλλο μέρος της απόφασης όπου θα γίνεται ο σχολιασμός, η αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επίσης μαρτυρία για την υπεράσπιση έδωσε η Γαβριέλλα Πολυκάρπου, ΜΥ3, δημοτικός μηχανικός στο Δήμο Δερύνειας, όπου εμπίπτει το ακίνητο, κατά κύριο λόγο για να αναφέρει πότε δημοσιεύτηκε το τοπικό σχέδιο του Δήμου, επειδή ο ΜΕ4 είχε αναφέρει ότι δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1999, και προς τούτο κατάθεσε το τοπικό σχέδιο, ημερ. 14/7/00, ως Τεκμήριο 11, καθώς και ότι το ακίνητο εβρίσκετο σε γεωργική γη με συντελεστή δόμησης και κάλυψης 6%, αφού αποτέλεσαν θέματα αντιπαράθεσης για ενίσχυση των λόγων που έκαστος των διαδίκων επιρρίπτει την ευθύνη ακύρωσης της συμφωνίας στον άλλο διάδικο. Η διαφορά στο χρόνο δημοσίευσης του τοπικού σχεδίου Δερύνειας που προέκυψε ανάμεσα στον ΜΕ4 και αυτή, εξηγείται από το γεγονός ότι στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 11, σε επιπρόσθετο μέρος φύλλου χάρτου, αναφέρεται ότι τα τέσσερα σχέδια που περιλαμβάνονται σε αυτό είναι Ιούνιο του 2000 και όχι Ιούνιο του 1999 και από το γεγονός ότι το τοπικό σχέδιο μαζί με τα σχέδια καταρτίστηκε από το 1999 από την Πολεοδομία. Προφανώς δηλαδή ο ΜΕ4 αναφέρθηκε στον Ιούνιο του 1999 έχοντας υπόψη αυτά τα στοιχεία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως μάρτυρα της αλήθειας αφού κρίνεται ειλικρινής, ευθύς και σαφής. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η Φλώρα Γεωργίου ΜΥ4, η οποία είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, και κατάθεσε τα Τεκμήρια 13 ως 32 τα οποία αποτελούν τις μεταβιβάσεις που έκανε η Εναγόμενη και ο σύζυγος της, ΜΥ1, προς τα παιδιά τους κατά το έτος 2003 για να καταδειχθεί στο Δικαστήριο από τη μια ότι δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη επιλεκτικά προέβη στην μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς στον ανήλικο, τότε, γιο της για να αποφύγει την υλοποίηση της συμφωνίας και από την άλλη την ενίσχυση του ισχυρισμού της Εναγομένης ότι προέβη στη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, όπως και ο σύζυγος της των δικών του, για οικογενειακούς λόγους. Ουσιαστικά η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι με λεπτομέρεια αναφέρονται στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, στα ουσιαστικά κατ' αυτούς θέματα και εξηγούν γιατί συγκεκριμένη μαρτυρία, η οποία θα καταγραφεί πιο κάτω, σε άλλο μέρος της απόφασης, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μη συνάδουσα με τις έγγραφες προτάσεις, όπως και γιατί η μαρτυρία των ουσιωδών μαρτύρων, της κάθε πλευράς, θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη ή αναξιόπιστη παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Υπό το φως της γραμμής προώθησης της υπόθεσης της κάθε πλευράς συνειδητά δεν θα γίνει αναφορά σε όλη τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά μόνο στην ουσιαστική μαρτυρία που κρίνεται αναγκαία για επίλυση της διαφοράς χωρίς τούτο να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν την λαμβάνει υπόψη, αλλά απεναντίας έχει όλη τη μαρτυρία κατά νου και λαμβάνεται υπόψη. Τι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων έχει ήδη καταγραφεί στην αρχή της απόφασης. Σημεία κύριας αντιπαράθεσης αποτελούν (α) οι ισχυρισμοί που συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα της κάθε πλευράς και η συνάφεια τους με την μαρτυρία που παρουσίασε ο κάθε διάδικος, (β) η εκπλήρωση ή μη του όρου 3β της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 4/5/00, Τεκμήριο 1, (γ) κατά πόσο ακυρώθηκε ή όχι η συμφωνία, Τεκμήριο 1, και αν ακυρώθηκε, ποιο συμβαλλόμενο μέρος ακύρωσε την συμφωνία, και (δ) οι αποζημιώσεις που δικαιούται ή δεν δικαιούται έκαστος των διαδίκων. Αρχίζοντας από το (α), τα δικόγραφα, παρατηρείται σε σχέση με την έκθεση απαίτησης και την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, σύμφωνα με την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητείται, ότι ενώ ο Ενάγοντας στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η εναγόμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 1Α, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο. Επίσης ενώ στην παρ. 2Α της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 4/5/00, Τεκμήριο 1, κατέβαλε το ποσό των ΛΚ6000, διαπιστώνεται από τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ήτοι του ίδιου, της ΜΥ1 και του ΜΥ2, περί τούτου του γεγονότος, και αποτελεί κοινό έδαφος, ότι αντί του ποσού των ΛΚ6000 παραδόθηκε στην Εναγόμενη και τελικά μεταβιβάστηκε στο σύζυγο της Εναγόμενης το όχημα VP697 αξίας ίσης με το ποσό των ΛΚ
- Βέβαια, τούτο δεν επηρεάζει την ουσία που είναι η ικανοποίηση του όρου 3α του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω ενώ από την παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης εξάγεται ότι ο Ενάγοντας, όπως ισχυρίζεται, εκπλήρωσε τον όρο 3β του Τεκμηρίου 1 παραδίδοντας και μεταβιβάζοντας το όχημα VU831, από την παρ. 2 της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, διαφαίνεται ένας διαφορετικός ισχυρισμός, ότι δηλαδή εκτός από το όχημα VU831 παραδόθηκε στην Εναγόμενη και το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΚ 553, τα οποία όμως μετά πάροδο ολίγων ημερών η Εναγόμενη επέστρεψε στο Ενάγοντα ο οποίος, πάλι όπως ισχυρίζεται, προς πλήρη ικανοποίηση του όρου 3β του Τεκμηρίου 1, και της ίδιας, παρέδωσε στην Εναγόμενη και το σύζυγο της ΜΥ2 αριθμό μετοχών. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι υπάρχει διάσταση ισχυρισμών και θέσεων μεταξύ της παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης και της παρ. 2 της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Ίδια διάσταση διαπιστώνεται περί τούτου του ισχυρισμού και στην μαρτυρία του ενάγοντα, ο οποίος ενώ ανάφερε και επέμενε από το εδώλιο του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι παρέδωσε, μαζί με υπογραμμένο από αυτόν έντυπο μεταβίβασης, το όχημα με αρ. εγγραφής VU831 στην Εναγόμενη, η οποία κατά τον ισχυρισμό του ενώπιον του Δικαστηρίου το πώλησε και μεταβιβάστηκε στον Ταντελέ απευθείας χωρίς να φαίνεται το όνομα της, στις 24/7/2000, Τεκμήριο 6, αφού εξόφλησε την τράπεζα στην οποία ήταν ενοικιαγορά στις 17/7/00, Τεκμήριο 3, όταν του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση τι ισχυρίζετο στην παρ. 2 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αρχικά ανάφερε «Δεν θυμούμαι καθαρά αλλά αν έγινε ήταν άλλη συναλλαγή. Αφού έκλεισε τούτη η πράξη μετά έγινε άλλη πράξη με τις μετοχές και τα δύο αυτοκίνητα» και αργότερα είπε «εγώ λέω το πωλητήριο έγγραφο έκλεισε. Μετά όμως αν έγινε αυτό που πιθανόν να έγινε, εγώ με τον Πανίκκο είπα σου κάμναμε πολλές συναλλαγές και άλλα αυτοκίνητα πιάσαμεν και πουλήσαμεν. Ήταν ξεχωριστή πράξη», «. εγώ ότι λέει ο όρος 3β τον τήρησα με πάσα ακρίβεια και αν έγινε, που έγινε μια πράξη με μετοχές, ήταν ξεχωριστή, άλλη πράξη» στη συνέχεια ανάφερε «Εγώ το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δεν βλέπω να έχει ας πούμε κάτι. Αντί να δώσω. Ίσως να μην ήθελαν τα αυτοκίνητα, έδωσα τους μετοχές. Λεφτά - λεφτά. Εγώ έτσι το βλέπω και έτσι έγινε. Εκάμαμε μια άλλη πράξη, ίσως δεν μπορούσαν να πωλήσουν τα αυτοκίνητα, αλλά υπήρξε ο πελάτης και πουλήσαμε το ένα. Πουλήθηκε και τα λεφτά ..». Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη στη μαρτυρία της ανάφερε ότι της παραδόθηκε το όχημα VU831 και ήταν στην κατοχή της ενώ ο σύζυγος της, ΜΥ2, είπε ότι το παρέλαβε 2-3 ημέρες προηγουμένως για δοκιμή και το πήρε σπίτι τους και το είδε και η σύζυγος του αλλά ουδέποτε τους παραδόθηκε και ουδέποτε περιήλθε στη κατοχή της. Από τη μαρτυρία του προκύπτουν περαιτέρω θέματα σχετικά με την υλοποίηση του όρου 3β του Τεκμηρίου 1 και της μεταβίβασης του οχήματος με αριθμό εγγραφής VU831 από την Εναγόμενη στον Ταντελέ. Όπως ανάφερε, υπέγραψε έντυπο μεταβίβασης του VU
- Το έντυπο αυτό, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εγείρεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα πως η Εναγόμενη μεταβίβασε το VU831 στον Ταντελέ. Αν και το Τεκμήριο 10 δεν υποδείχθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του για να δώσει τη δική του εξήγηση πως έγινε η μεταβίβαση αφού τούτο είναι το γνήσιο με το οποίο θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση του οχήματος VU831, η μαρτυρία του εντούτοις ήταν κρυστάλλινη επί αυτού του θέματος ότι υπέγραψε μόνο δύο έντυπα μεταβίβασης αυτοκινήτου, ένα για το όχημα VP697 και ένα για το όχημα VU
- Ο Ενάγοντας δεν ανάφερε ότι υπέγραψε άλλο έντυπο και το έδωσε στην Εναγομένη. Επομένως το μόνο λογικό συμπέρασμα εν απουσία οιασδήποτε εξήγησης από τον Ενάγοντα και τον ισχυρισμό που καταγράφεται στην παρ. 2 της απάντησης στην υπεράσπισης και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, είναι ότι δεν είναι η Εναγόμενη που πώλησε το όχημα VU831 στον Ταντελέ αλλά προφανώς ο Ενάγοντας. Ακόμα υπάρχει αντίφαση στη μαρτυρία του σχετικά με την πώληση του οχήματος VU831 στον Ταντελέ, αφού στην εξέταση του είπε ότι για την πώληση του VU831 του το ανάφερε η κόρη του Ταντελέ, Μαρία, και στην αντεξέταση είπε ότι ήταν παρών κατά τη συναλλαγή της πώλησης από την εναγομένη στον Ταντελέ και ότι της έδωσε χρήματα ο Ταντελές, χωρίς να γνωρίζει πόσα. Περαιτέρω καταβλήθηκε προσπάθεια από τον Ενάγοντα να εξηγήσει γιατί παρήλθαν οκτώμισυ περίπου χρόνια, μέχρι να ζητήσει την εκπλήρωση της συμφωνίας ή αποζημιώσεις. Ανάφερε ότι άφησε τα 2-3 χρόνια να περάσουν γιατί ούτε ο ίδιος ενδιαφερόταν άμεσα για μεταβίβαση αφού ήταν για επένδυση που το αγόρασε μέχρι να βρεθεί αγοραστής και τα άλλα 2-3 χρόνια επειδή του έλεγε ο ΜΥ2 ότι είχε κάποια φορολογικά προβλήματα και ως εκ τούτου δεν τον πίεσε για να τον βοηθήσει. Για τα άλλα δε 2-3 χρόνια δεν ανάφερε οτιδήποτε πλην ότι άρχισε να τον πιέζει για την μεταβίβαση χωρίς ποτέ να του αποστείλει έστω και μια επιστολή από δικηγόρο, για να αισθανθεί χειροπιαστά πλέον την πίεση. Όταν κατά τον ισχυρισμό του βρήκε αγοραστή, δηλαδή τον Επαινετό Πέτρου, ΜΕ2, στις αρχές του 2008, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για το ακίνητο και αφού του έδωσε αντίγραφο του τίτλου και διαπίστωσε ότι το ακίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγομένης ως εμφαίνετο στο αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας που είχε στα χέρια του, αλλά σε άλλο πρόσωπο, το γιο της, και απέσυρε το ενδιαφέρον του ο ΜΕ2, απευθύνθηκε στον ΜΥ2 για αυτό το θέμα, ο οποίος του ανάφερε ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Τότε αναζήτησε δικηγόρο και στάληκε η επιστολή ημερομηνίας 31/10/08, Τεκμήριο
- Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι ενώ ο ενάγοντας ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήθελε το ακίνητο για επένδυση, από υποβολή του δικηγόρου του στον ΜΥ2 «Σου υποβάλλω κύριε μάρτυς ότι ο κ. Σάντης είναι σωστό τούτο που λέτε ότι ήταν για να το κάμει μάντρα αυτοκινήτων να το τελειάσει και να βάλει αυτοκίνητα μέσα προς πώληση» εξάγεται ότι το ακίνητο το ήθελε για να το κάνει χώρο πώλησης αυτοκινήτων και άρα δεν ήταν αδιάφορος και χωρίς σημασία ο χρόνος μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομα του όπως ισχυρίστηκε λίγο - πολύ στη μαρτυρία του. Επίσης, ένεκα και τούτου που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, θα αναμένετο το ταχύτερο δυνατό να γίνει η μεταβίβαση προς πραγματοποίηση του σκοπού του και να μην επιδείκνυε, το ολιγότερο που μπορεί να λεχθεί, αδιαφορία, για την ολοκλήρωση της συμφωνίας με την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο Ενάγοντας ότι εκπλήρωσε τον όρο 3β της συμφωνίας πώλησης, Τεκμήριο
- Από την άλλη η Εναγόμενη στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της ότι ο Ενάγοντας ακύρωσε τη συμφωνία, Τεκμήριο 1, ανάφερε ότι την επόμενη της υπογραφής της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, δηλαδή στις 5/5/00, μετέβη μαζί με το σύζυγο της, ΜΥ2, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να γίνει η μεταβίβαση. Γι' αυτό το θέμα ο σύζυγος της αρχικά ανάφερε ότι όταν πιστοποιήθηκαν από τον κοινοτάρχη τα δύο έντυπα μεταβίβασης για τα δύο οχήματα στις 5/5/00, συμφώνησε με τον Ενάγοντα την επόμενη ημέρα δηλαδή στις 6/5/00 να μεταβούν στο αναφερθέν κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Αργότερα είπε την επόμενη εργάσιμη ημέρα και ύστερα είπε δύο-τρεις ημέρες μετά γιατί μεσολαβούσε Σαββατοκυρίακο αλλά και γιατί χρειάζετο χρόνο να ετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα ο δικολάβος. Πέραν της αλλοπρόσαλλης και μη σταθεράς αναφοράς για την ημερομηνία που θα εγίνετο η μεταβίβαση του ακινήτου εκ μέρους του συζύγου της Εναγομένης, υπάρχει αντίφαση και μεταξύ των δύο ως καθαρά εξάγεται από την ημέρα που έκαστος εξ' αυτών ανάφερε ότι θα εγίνετο η μεταβίβαση. Ότι δεν λένε την αλήθεια για το πότε θα εγίνετο η μεταβίβαση εξάγεται και από το λεκτικό της τελευταίας γραμμής του όρου 3β της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, που αναφέρεται σε ταυτόχρονη μεταβίβαση του ακινήτου και του οχήματος VU831 απαλλαγμένο από κάθε είδους επιβάρυνση[1], το οποίο υποδεικνύει ότι ήταν σε γνώση τους ότι το όχημα VU831 ήταν υπό καθεστώς ενοικιαγοράς, γιατί εάν δεν ήταν δεν χρειάζετο να αναφερθεί, αφού τούτο αντιστάθμιζε το ποσό των ΛΚ10.000 που έπρεπε να καταβάλει ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη, που εξυπακούει ότι δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθεί το μέρος αυτό της συμφωνίας, δηλαδή της ταυτόχρονης μεταβίβασης, την επόμενη ημέρα. Προχωρώντας στην εξέταση και των άλλων ουσιαστικών ζητημάτων διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ο σύζυγος της Εναγομένης, σε σχέση με το κοινό έδαφος της παράδοσης και κατοχής από την Εναγομένη και μεταβίβασης του οχήματος VP697 σε αυτόν, ανάφερε ότι όταν ακύρωσε ο Ενάγοντας τη συμφωνία, του ανάφερε ότι για να του το επέστρεφε το όχημα VP697 έπρεπε να καταβάλει το ποσό των ΛΚ3500 που κατέβαλε για επιδιορθώσεις του οχήματος, διαφορετικά θα κατακρατείτο ως αποζημίωση για την ακύρωση της συμφωνίας, Τεκμήριο
- Όμως πέραν της αόριστης και γενικής αναφοράς του ίδιου για επιδιορθώσεις και το κόστος τους και της αναφοράς της Εναγομένης ότι έτσι της ανάφερε ο σύζυγος της, ουδεμία μαρτυρία από οιονδήποτε πρόσωπο που προέβη σε οποιαδήποτε επιδιόρθωση παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και κατατέθηκε οιοδήποτε άλλο στοιχείο που να υποστηρίζει αυτή την εκδοχή. ΄Ομως ακόμη και από το ίδιο το λεκτικό του ισχυρισμού στην παρ. 6 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης συνάγεται αντιφατικότητα αφού ένα πράγμα είναι να αναφέρεται ότι θα του επέστρεφε το όχημα VP697 αν καταβάλλετο το ποσό των ΛΚ3500, που δήθεν κατέβαλε για επιδιορθώσεις του, και άλλο η κατακράτηση του ως αποζημίωση για την ακύρωση της συμφωνίας καθότι αν διεκδικείτο το όχημα VP697 ως αποζημίωση για την παράβαση της συμφωνίας καμία σημασία δεν είχε το όποιο ποσό ξόδεψε για επιδιορθώσεις του οχήματος VP697, το οποίο βέβαια, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, είχε το δικαίωμα να αξιώσει σε άλλη βάση. Ως εκ τούτου απορρίπτεται η μαρτυρία τους επί αυτών των θεμάτων. Ως προς τα άλλα θέματα το Δικαστήριο διαπιστώνει και αποτελεί εύρημα ότι η αξία του όλου ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου ανήρχετο κατά την περίοδο 2008/2009 στο ποσό των €85.
- Άρα και αν κόμη επιτύγχανε η αξίωση του Ενάγοντα για αποζημιώσεις από παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης θα ήταν €85.000 πλέον τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, αφού όντως τουλάχιστον ένα πρόσωπο έδειξε ενδιαφέρον, αλλά απόσυρε το ενδιαφέρον του επειδή το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο σε άλλο άτομο από αυτό που φαίνετο στο αντίγραφο που είχε στα χαρτιά του. Η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 16/9/03 από την Εναγόμενη στον, τότε ανήλικο, γιο της Κυριάκο Παναγιώτη Κυριάκου Κέρμανου δεν ήταν επιλεκτική με σκοπό την αποφυγή της μεταβίβασης του στον Ενάγοντα αλλά, όπως αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 13-32, γενική αποξένωση, δυνάμει δωρεάς, της ακίνητης περιουσίας αυτής και του συζύγου της στα παιδιά τους για λόγους άλλους, μη σχετικούς με την συμφωνία, Τεκμήριο
- Στρεφόμενος τώρα στις αξιώσεις του Ενάγοντα γίνεται κατανοητό ότι η αξίωση για διάταγμα μεταβίβασης του ακινήτου σε αυτόν απορρίπτεται ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του, η οποία αξίωση και διαφορετικά να ήταν τα πράγματα δεν θα πετύχαινε αφού το Τεκμήριο 1 δεν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο, Βλ. Δρυάδης v. Καλησπέρας
(1998)1 Α.Α.Δ. 881, Κλεάνθη κ.ά. v. Σιάνιου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 180 και Δημητρίου v. Sidorenko, Πολ. Έφ. 284/09 ημερομηνίας 17/6/11. Όσον αφορά το θέμα των αποζημιώσεων που αξιώνει ο Ενάγοντας αποτελούν κατάληξη του Δικαστηρίου με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, διαπιστώσεις και ευρήματα τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης αφού το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του και εύρημα του Δικαστηρίου είναι η μη εκπλήρωση του όρου 3β της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, και κατ' επέκταση η παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους του και ως εκ τούτου αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Συνακόλουθα απορρίπτεται και η αξίωση για γενικές αποζημιώσεις όπως και για τιμωρητικές αποζημιώσεις, που εν πάση περιπτώσει θα απορρίπτετο αφού δεν μπορεί να βρει έρεισμα τέτοια αξίωση στην συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις αρχές απόδοσης τέτοιας θεραπείας αφού δεν πρόκειται για αστικό αδίκημα Βλ. υπόθεση Δρυάδης (ανωτέρω). Όσον αφορά την αξίωση για επιστροφή του ποσού των ΛΚ16.000 σε ευρώ €27.337.62 που συναποτελείται από την παράδοση και μεταβίβαση του οχήματος με αριθμό εγγραφής VP697 στην Εναγόμενη αντί του ποσού των ΛΚ6.000 ως ο όρος 3α της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, επιτυγχάνει ως προς αυτό το ποσό, αφού καταβλήθηκε για αντάλλαγμα που απέτυχε, και ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση της Εναγομένης να επιστρέψει το ποσό στον Ενάγοντα (βλέπε υπόθεση Αγαπίου v. Λεωνίδου
(2007)1 Α.Α.Δ. 50 και Καλησπέρας v. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Ο νόμιμος τόκος όμως που θα επιδικασθεί επί του ποσού αυτού θα είναι από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της. Ως προς το ποσό των ΛΚ10.000 που αποτέλεσε τον όρο 3β της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, αποτυγχάνει και απορρίπτεται αφού απορρίφθηκε η μαρτυρά του Ενάγοντα ως προς τούτο. Στρεφόμενος στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης αυτή απορρίπτεται, αφού σε σχέση με το παρακλητικό Α όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ούτε η μαρτυρία της Εναγόμενης ούτε και του συζύγου της έγινε πιστευτή ως προς το λόγο ακύρωσης της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, αλλά και γιατί δεν αποτελεί ανταπαίτηση στην έννοια του όρου αυτού αφού ουσιαστικά η αξιούμενη δήλωση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας της απαίτησης επί τούτου. Σε σχέση με το παρακλητικό Β της ανταπαίτησης αυτό απορρίπτεται όχι μόνο γιατί δεν έγινε πιστευτή η μαρτυρία της Εναγομένης και του συζύγου της αλλά και αν ακόμη κρίνονταν αξιόπιστοι δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη υπέστη οιανδήποτε ζημιά, βλ. υπόθεση Καλησπέρας (ανωτέρω). Επιπλέον σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστη η Εναγομένη συσχετίστηκε με το ποσό των ΛΚ3.500 που κατ' ισχυρισμό καταβλήθηκε για επιδιόρθωση του οχήματος VP697 και όχι με την κατ' ισχυρισμό ακύρωση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1. Άλλωστε ο σύζυγος της Εναγόμενης, ΜΥ2, κατά την αντεξέταση του στην ερώτηση «που την ακύρωσε επάθετε κάποια ζημιά;» απάντησε «όχι». Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή απορρίπτεται ως προς το 8Α, Β1, 2, Γ, Δ και επιτυγχάνει μερικώς, ως εξηγείται ανωτέρω, ενώ η ανταπαίτηση αποτυγχάνει στο σύνολο της για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €10.251.61 (ΛΚ6.000) με νόμιμο τόκο από 20/3/09, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από το Δικαστήριο και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα (€2.000-€10.000) και απορρίπτεται ως προς τα υπόλοιπα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της χωρίς έξοδα αφού απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν επί ίδιων ουσιαστικά θεμάτων. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. [1] Η υπογράμμιση είναι δική μας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο