MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. THOBURN RALPH WOOD κ.α., Αρ. Αγ.: 840/11, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 840/11 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγοντες και 1. THOBURN RALPH WOOD 2. THOBURN FIONA JANE 3. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14/5/13 ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ
(1)ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ,
(2)ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18/12/12 ΓΙΑ (Α) ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ, (Β) ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ, (Γ) ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ (Δ) ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ
(3)ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΛΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κος Κυπριανού Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κος Σύζινος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής Καθ' ης η Αίτηση) ασκεί τραπεζικές εργασίες. Στα πλαίσια των εργασιών της διατείνεται ότι παρείχε δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 22/9/08 για αγορά, όπως φαίνεται, από την Εναγομένη 3 ενός διαμερίσματος με αριθμό D12, 1ος όροφος στο Μπλόκ D του οικιστικού συγκροτήματος με την ονομασία «FNG COASTAL PALMS» επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/7057, τεμάχιο 998, Φ/Σχ. 42/25W1 στην τοποθεσία Λιμνάρα στο χωριό Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας. Οι Αιτητές 1 και 2 φέρεται να υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο με την Εναγομένη 3 στις 24/9/08 το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 26/9/08 με αρ. φακέλου ΠΩΕ 2478/
- Η Εναγόμενη 3 κατά ή περί την 22/9/08 φέρεται να υπέγραψε σύμβαση εγγύησης με την Καθ' ης η Αίτηση για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, ενώ οι Αιτητές 1 και 2 φέρεται να υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, στην Καθ' ης η Αίτηση. Επειδή δεν καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου η Καθ' ης η Αίτηση τερμάτισε την συμφωνία δανείου με επιστολές ημερομηνίας 13/12/10 και ημ. 3/2/11 προς τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 2/9/11 αξιώνοντας το ποσό των €159.344.49 σεντ τόκους, διατάγματα δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης και έξοδα. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 14/9/11 και έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στις 21/9/
- Η Καθ' ης η Αίτηση με αίτηση της ημερομηνίας 30/11/12 εξασφάλισε διάταγμα στις 18/12/12 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και επίδοσης του με διπλοσυστημένη επιστολή. Να λεχθεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε εξασφαλίσει και στις 13/10/11 ίδιο διάταγμα το οποίο όμως δέχθηκε τον παραμερισμό του στις 10/10/
- Οι Αιτητές αφού καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 21/2/12 και αφού έγινε αλλαγή δικηγόρου και καταχώρησαν εκ νέου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 21/2/13, επιδιώκουν με την υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 14/5/13 την ακύρωση του πιο πάνω αναφερθέντος διατάγματος, τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, και την επίδοση του καθώς και την αναγνώριση αποκλειστικής αρμοδιότητας εκδίκασης της υπόθεσης από τα αγγλικά δικαστήρια. Η αίτηση τους στηρίζεται στη Δ.48 θ.1, 2, 9 και 13, Δ.33 θ.10, Δ.5, Δ.6 θ.9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 26 του Συντάγματος, στο άρθρο 3 της Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6, στα άρθρα 2, 5, 16, 17 και 27 μέχρι 30 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (ΕΚ) 44/01, στο άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, στη νομολογία και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Όλγας - Λουϊζας Δαμιανού με την οποία επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά σε όλη την έκταση της ενόρκου δηλώσεως. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι βασικός πυλώνας της αίτησης είναι η αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και η αντικανονική έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 18/12/12, επειδή, κατά την θέση της, ως προς το πρώτο, οι Αιτητές είναι καταναλωτές εν τη έννοια των άρθρων 15 και 17 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 και ως εκ τούτου σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 δικαιοδοσία έχουν τα αγγλικά Δικαστήρια αφού κατά τους αιτητές οι ψευδείς παραστάσεις, που κατά τον ισχυρισμό τους έγιναν προς αυτούς από την Καθ' ης η Αίτηση 1 αλλά και άλλους, εναντίον των οποίων κίνησαν αγωγή στην Αγγλία, έγιναν, καθώς και το ζημιογόνο γεγονός (άρθρο 5
(3)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01) επήλθε, στην Αγγλία. Ως προς το δεύτερο είναι η θέση της ότι η επίδοση που έλαβε χώρα στην Αγγλία δεν έγινε σύμφωνα με τους θεσμούς και κανονισμούς της Αγγλίας. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 5/9/13 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Ιωάννου, η οποία είναι υπάλληλος της Καθ' ης η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή, με την οποία επισυνάπτεται και ένα τεκμήριο. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, το διάταγμα ημερομηνίας 18/12/12 εκδόθηκε κανονικά και από αρμόδιο Δικαστήριο, η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε καλή τη πίστει και δεν υπάρχει θέμα ψευδών παραστάσεων, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα δυνάμει των άρθρων 22, 23, 27 και 29 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 και όχι τα Αγγλικά Δικαστήρια και ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε στα ορθά δικονομικά πλαίσια για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και την υποκατάστατο επίδοση. Με την ένορκη δήλωση, ουσιαστικά, αναπτύσσονται οι πιο πάνω λόγοι διεξοδικά με περισσότερα στοιχεία και γεγονότα για να καταδείξουν την αρμοδιότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων και τον δόλιο τρόπο που ενήργησαν οι Αιτητές για την καταχώρηση αγωγής, μεταξύ άλλων, και εναντίον αυτής σε Αγγλικό Δικαστήριο. Ο δικηγόρος των Αιτητών στην μελετημένη αγόρευση του προς υποστήριξη της αίτησης προέβη σε εκτενή αναφορά στη νομολογία και στις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 για να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι στα πλαίσια των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης δεν έχουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια. Από την άλλη ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στην ενδιαφέρουσα αγόρευση του αναφέρθηκε στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/01 και τις σχετικές κατά την άποψη του διατάξεις όπως και σε νομολογία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την επίλυση της διαφοράς. Όμως δεν παρέμεινε ως εδώ. Τεκμηριώνοντας τον πρώτο λόγο ένστασης για νόμω αβάσιμη αίτηση εισηγήθηκε ότι ελλείπει το ορθό νομικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο καθότι δεν αναγράφεται στη νομική βάση της αίτησης η Δ.16 θ.9 όπως επιτάσσει η Δ.48 θ.1. Επιπλέον δεν αναγράφεται ούτε η Δ.64 ούτε έγινε επίκληση της από το δικηγόρο των Αιτητών και δεν είναι επιτρεπτό υπό τις περιστάσεις αυτές το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα να προβεί σε θεραπεία. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Φρονιμότερο είναι το Δικαστήριο να εξετάσει πρώτα την δεύτερη εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση καθότι θετική αντίκρυση αυτής σηματοδοτεί τον τερματισμό και την αποτυχία της αίτησης. Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 969-971, λέχθηκαν τα ακόλουθα: Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 20 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ό καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά˚ εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Στην υπόθεση Σάββας v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των θεσμών πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και 'Αλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 736,745 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529, 532, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 493 και Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743,
- Ανατρέχοντας τώρα στη νομική βάση της αίτησης παρατηρώ ότι η Δ.48 θ.1 και 2 αναφέρεται πως πρέπει να γίνεται, τι πρέπει να αναφέρει μια αίτηση όπως και ότι πρέπει να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Ο θεσμός 9 αναφέρει σε ποιες αιτήσεις πρέπει να γίνονται δια κλήσεως. Ο θεσμός 13 αναφέρεται στην υποχρέωση που φέρει αυτός που εξασφαλίζει διάταγμα με μονομερή αίτηση να επιδίδεται μαζί με το διάταγμα η μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση που τυχόν την συνοδεύει. Η Δ.33 θ.10 προνοεί την αναστολή όχι την απόρριψη μιας υπόθεσης που εγέρθηκε ενώπιον Δικαστηρίου ενώ δεν έπρεπε να εγερθεί σε αυτό. Η Δ.5 προβλέπει για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και η Δ.6 θ.9 για την υποκατάστατο επίδοση σε περίπτωση που δεν γίνει επίδοση σύμφωνα με τον θ.
- Το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 προνοεί για την ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας για συγκεκριμένες περιπτώσεις βάσης αγωγής που προέκυψαν στη Δημοκρατία. Το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τέλος τα άρθρα 2, 5, 16, 17 και 27-30 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 όπως και το άρθρο 56 της Συνθήκης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης δεν μπορούν να προσφέρουν τη νομική βάση της αίτησης για παραμερισμό. Ως εκ των άνω καταδεικνύεται ότι η αίτηση στερείται δικαιοδοτικής νομικής βάσης. Σύμφωνα δε με την νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει ούτε την εξουσία αυτεπάγγελτα να θεραπεύσει το λάθος ούτε μπορεί να ασκήσει, υπό τις περιστάσεις, την σύμφυτη εξουσία του. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης δεν χρειάζεται και παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1200 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο