USB BANK PLC ν. Παναγιώτας Θεοφάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 554/2010, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A40 Αρ. Αγωγής: 554/2010 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων και
- Παναγιώτας Θεοφάνους
- Πάτερ Χριστόφορος Αντωνίου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Παπαχριστοφόρου
- Χριστοφόρα Αντωνίου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Παπαχριστοφόρου
- Μαρία Γεωργίου 5 Πάτερ Χριστόφορος Αντωνίου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15.1.2014 της Εναγομένης 1 για τροποποίηση της Υπεράσπισης της 28 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κώστα για Γιώργο Βασιλείου & Συνεργάτες Για Εναγόμενη 1 / Αιτήτρια: κα Πάσιη για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 15.1.2014 η Εναγόμενη 1 (στο εξής η «Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση για έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης της (στο εξής η «Αίτηση»). Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.25, Θ. 1-5 και Δ.48, Θ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και επί της πρακτικής και νομολογίας. Στην ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι «απαραίτητη και ορθή για να διευκρινιστεί πλήρως το δικογραφημένο επίδικο πλαίσιο». Συνεχίζοντας λέει ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση αυτό θα συμβάλει στην καλύτερη παρουσίαση και προώθηση της υπεράσπισης της. Αναφέρει επίσης ότι εκ παραδρομής και καλόπιστα δεν δικογραφήθηκαν οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να εισάξει με την τροποποίησης της. Προσθέτει ότι δεν επιχειρείται να επαναπροσδιοριστούν τα επίδικα θέματα με την τροποποίηση αφού η Εναγόμενη 4 στην Υπεράσπιση της έχει ήδη προβάλλει ισχυρισμούς αντίστοιχους με αυτούς που επιδιώκονται με την τροποποίηση. Καταλήγει λέγοντας ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση της αγωγής βάση των διευκρινισμένων γεγονότων και απαραίτητη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ώστε να τεθούν όλοι οι ισχυρισμοί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, ότι οι Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στην υποβολή της Αίτησης, χωρίς να δικαιολογούν επαρκώς αυτή την καθυστέρηση, ότι η Αίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και κακόπιστη, ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η καταβολή εξόδων δεν μπορεί να αποζημιώσει τους Ενάγοντες καθώς και ότι η Αίτηση καταστρατηγεί το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγόντων για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Κόσιη, υπαλλήλου των Εναγόντων ο οποίος επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, με ιδιαίτερη έμφαση στην καθυστέρηση που επέδειξε η Αιτήτρια στην καταχώρηση της Αίτησης. Παρενθετικά αναφέρω ότι από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.4.2010 και ότι η Εναγόμενη 1 καταχώρησε την Υπεράσπιση της στις 9.12.
- Επισημαίνω επίσης ότι με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια δεν επιχειρεί μόνο την τροποποίηση της Υπεράσπισης της αλλά και την εισαγωγή Ανταπαίτησης στην αγωγή. Κατά την ακρόαση δεν επιζητήθηκε η αντεξέταση κανενός εκ των ενόρκως δηλούντων και οι δικηγόροι της κάθε πλευράς, στις γραπτές αγορεύσεις τους, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εκτενή αναφορά στα γεγονότα, τη δικογραφία και τη σχετική νομολογία. Νομικές Αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η Δ.25 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το θέμα αυτό αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «(α) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. (β) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. (γ) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. (δ) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Γενικά, η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες γίνεται αναφορά κατωτέρω - θα πρέπει να εξασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Χαρακτηριστικά, αναφέρω την υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τον Λόρδο Denning στην Αγγλική Associated Leisure Ltd v Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, που είπε τα ακόλουθα: « I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44. Από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένσταση τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[2]. Ανάλυση Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Καθυστέρηση: Θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης είναι τέτοια που θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της. Είναι γεγονός ότι η καταχώρηση της παρούσας Αίτηση έγινε τρία και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 / Αιτήτριας. Συμφωνώ με την θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Θεωρώ ότι η δικαιολογία που προβάλλεται για την καθυστέρηση αυτή από την πλευρά των Αιτητών δεν είναι απόλυτα ικανοποιητική. Όμως, ο χρόνος υποβολής μιας αίτησης τροποποίησης, αν και λαμβάνεται υπόψη δεν είναι εκ προοιμίου καθοριστικής σημασίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν όλες οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω): "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Με αυτό υπόψη κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η σχετική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν θα πρέπει από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν συνοδεύεται από κακοπιστία. Από τα στοιχεία όμως που έχω ενώπιον μου, δεν μπορώ να αποδώσω στην Αιτήτρια κακόπιστα κίνητρα. Ριζική μεταβολή της Υπεράσπισης: Ένας από τους λόγους που αναγνωρίζει η νομολογία για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης είναι αν, μέσω της τροποποίησης, επιδιώκεται η ριζική μεταβολή της φύσης της υπεράσπισης. Αν και το ζήτημα αυτό δεν εγείρεται ευθέως από τους Ενάγοντες / Καθ΄ων η Αίτηση στην ένσταση τους, θα το εξετάσω αφού το επιτάσσει η νομολογία. Ιδιαίτερης σημασίας είναι, θεωρώ, το κατά πόσο οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, και ειδικότερα η προσθήκη ανταπαίτησης από την Εναγόμενη 1 / Αιτήτρια, εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Από την ίδια την Αίτηση καθώς και από τη μελέτη της υφιστάμενης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 φαίνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση διευρύνεται τόσο η βάση της Υπεράσπισης όσο και τα επίδικα θέματα.. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν την έναρξη της αγωγής και προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας. Καταλήγω επομένως πως παρά το ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις διευρύνουν τα επίδικα θέματα αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον της Αιτήτριας. Εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει δεν τίθεται θέμα εκτροχιασμού της υπόθεσης. Ανεπανόρθωτη ζημιά: Κρίνω ότι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία αφού τα δικαιώματα τους δεν θα επηρεαστούν σε βαθμό ή με τρόπο που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Για την διαπίστωση μου αυτή λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη και πάλιν το γεγονός ότι η ακρόαση της ουσίας της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος αφού η τροποποίηση θα δώσει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών και πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι 1, 2 και 3 της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά εντός 21 ημερών από σήμερα. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[3]. Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ευθύνονται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους η Αιτήτρια. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί τους Καθ' ων η Αίτηση, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον τους τα έξοδα αυτά αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δικονομικής συμπεριφοράς. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως τόσο τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση όσο και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν την Αιτήτρια, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426) [3] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο