← Κύπρος

Jeffrey Graig Paul Hobden ν. Άννας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 36/10, 30/4/2014

Jeffrey Graig Paul Hobden ν. Άννας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 36/10, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 36/10 Μεταξύ: Jeffrey Graig Paul Hobden, κάτοικο Παραλιμνίου Ενάγοντα - και - Άννας Γεωργίου, κατοίκου Αγλαντζιάς Εναγόμενης ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21/3/14 Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κος Γ. Πιττάτζης Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κος Μ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγοντας ζητεί διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως εξής: «(α) την αντικατάσταση των παραγράφων 5 και 6 ως ακολούθως: «

  1. Κατά ή περί την 2/8/2009 και περί η ώρα 16.30 ο ενάγων μαζί με άλλους μοτοσυκλετιστές οδηγούσε την ανωτέρω μοτοσυκλέττα του ή και κάποια μοτοσυκλετα με επιμέλεια και προσοχή στη Λεωφ. Πρωταρά από Κάβο Γκρέκο (Αγία Νάπα) προς Παραλίμνι. Παρά τη διασταύρωση της Λεωφόρου αυτής με τη Λεωφ. ή και οδό Περνέρα που είναι πάροδος της Λεωφ. Πρωταρά, η εναγόμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KNJ524 Nissan ή και κάποιο αυτοκίνητο στη Λεωφόρο ή και οδό Περνέρας προέβαλε από την εν λόγω Λεωφ. Περνέρας και εισήλθε στον κύριο δρόμο ήτοι τη Λεωφ. Πρωταρά και απέκοψε την πορεία του ενάγοντα, ο οποίος επεχείρησε να διαφύγει προς τα δεξιά ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέτας που οδηγείτο από τα αριστερά τουπροσπάθησε να διαφύγει τη σύγκρουση από τα αριστερά για να αποφύγουν τη σύγκρουση με την εναγόμενη. Ενώ ο ενάγων ήτο στην προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης με την εναγόμενη, η εναγόμενη και πάλι ξαφνικά και απότομα έστριψε δεξιά και προκάλεσε σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του ενάγοντα με αποτέλεσμα ο ενάγων τα τραυματισθεί πολύ σοβαρά και η μοτοσυκλέτα του να καταστραφεί.
  2. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι το ανωτέρω δυστύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική αμέλεια ή και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της εναγόμενης όπως λεπτομερώς περιγράφεται κατωτέρω ήτοι: (α) Βγήκε από πάροδο και εισήλθε σε κύριο δρόμο και απέκοψε την πορεία του ενάγοντα ή και (β) Δεν έλεγξε ικανοποιητικά ή και καθόλου προτού εισέλθει στον κύριο δρόμο κατά πόσο υπήρχαν διερχόμενα οχήματα που θα τους ανεκοπτε την πορεία και δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του ενάγοντα στον κύριο δρόμο ή και (γ) Δεν σταμάτησε στο σημείο αλτ της παρόδου για να ελέγξει πρώτα το κύριο δρόμο ή και (δ) Αγνόησε και παρεγνώρισε τον κίνδυνο που εξέθεσε τον ενάγοντα με την προβολή και είσοδο της στον κύριο δρόμο ή και (ε) Μετά που εισήλθε στο κύριο δρόμο αδικαιολόγητα και ξαφνικά και χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση ή και σε άγνοια ή και παραγνώριση της τροχαίας κίνησης έστριψε ξανά απότομα δεξιά και επέπεσε επί του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων ή και (ζ) Παρέλειψε να ελέγξει κατά πόσο θα απέκοπτε την πορεία οχημάτων που έρχοντο από πίσω της τη δεύτερη φορά που έστριψε δεξιά στο κύριο δρόμο ή και (η) Επεχείρησε να εισέλθει σε δρόμο από σημείο ή και μέρος που απαγορεύεται τέτοια είσοδος ή και οδήγημα ή και (θ) Διασταύρωσε απαγορευμένη νησίδα δρόμου για να εισέλθει σε δρόμο ή και πορεία που απαγορεύεται η είσοδος και τούτο το έκαμε σε πυκνή τροχαία κίνηση και ενώ ακολουθείτο από άλλα οχήματα ή και (ι) Οδηγούσε με επιπολαιότητα ή και ανικανότητα ή με ικανότητα πολύ κάτω του μέσου οδηγού ή και (κ) Οδηγούσε ενώ δεν ήτο σε κατάλληλη ψυχική και πνευματική κατάσταση να οδηγεί.» (β) Με την αντικατάσταση στην παράγραφο 22 Α τελευταία γραμμή του αριθμού 37 σε 45 και του ποσού των €55.500 σε €67.500 και αντικατάσταση του ποσού €5.000 της παραγράφου 22 Δ με τον αριθμό €50.000 και στο τέλος της παραγράφου την αντικατάσταση του ποσού €2.368.797,97 με το ποσό €2.425.797,97.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2 και 9 και Δ.25 Θ. 1έως 5 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Βαλιαντή η οποία εξουσιοδοτήθηκε από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με αυτή από το δυστύχημα που επεσυνέβηκε στις 2/8/09 στη λεωφόρο Πρωταρά στο Παραλίμνι μεταξύ του οχήματος που οδηγείτο από την Εναγόμενη και τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ενάγοντας, ο τελευταίος υπέστη σοβαρότατους τραυματισμούς με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων να χάσει το αριστερό του πόδι και να μην μπορεί να ενθυμηθεί τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν αμέσως πριν από το δυστύχημα. Ο ψυχίατρος του στην Αγγλία του είπε ότι πιθανότατα κάποτε θα επανερχόταν η μνήμη του. Στις 18/3/14, δηλαδή την επόμενη της πρώτης δικασίμου κατά την οποία κλήθηκε και κατάθεσε ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, ενώ ο Ενάγοντας ευρίσκετο στην Εκκλησία Παραλιμνίου ξαφνικά άρχισε να τρέμει και εκτυλίγονται στη μνήμη του οι συνθήκες αμέσως προ του δυστυχήματος σύμφωνα με τις οποίες ενώ οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του δίπλα από το φίλο του Colin Lazard, στο ύψος της παρόδου προς Περνέρα προέβαλε ένα άσπρο αυτοκίνητο από την πάροδο, πρόδηλα αυτό της Εναγομένης και του έκοψε το δρόμο. Για να αποφύγουν την σύγκρουση ο φίλος του έστριψε και διέφυγε από τα αριστερά και ο ίδιος έστριψε δεξιά. Στην προσπάθεια αποφυγής του το προπορευόμενο όχημα της Εναγομένης έστριψε ξανά δεξιά και τον κτύπησε προκαλώντας τη σύγκρουση. Για τα ανωτέρω υπήρχε και η ανεξάρτητη δήλωση του John Turner, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας, την οποία άφησε στο γραφείο του κ. Γ. Πιττάτζη, η οποία αποκαλύφθηκε στην άλλη πλευρά, αλλά χωρίς στοιχεία και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να βασισθεί επί αυτής. Τώρα όμως ο κ. Γ. Πιττάτζης εντόπισε την διεύθυνση του, όπως και άλλη επιπρόσθετη μαρτυρία που επιβεβαιώνει τα όσα έφερε στη μνήμη του ο Ενάγοντας. Κατά την ετοιμασία όμως της έκθεσης απαίτησης, ο κ. Γ. Πιττάτζης είχε υπόψη του το σχέδιο που ετοίμασε ο ως άνω μάρτυρας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, σύμφωνα με το οποίο δεικνύετο ο Ενάγοντας να ακολουθούσε την Εναγόμενη. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση της Εναγόμενης την οποία δεν του έδωσε η αστυνομία αν και τη ζήτησε, και την οποία είχε ο δικηγόρος της καθώς επίσης έκανε αναφορά σε κάποια αυτόπτη μάρτυρα Αντωνία Αρτυματά, της οποίας την κατάθεση δεν έχει ακόμα, σύμφωνα με τις οποίες η Εναγομένη βγήκε από την πάροδο Περνερά στον κύριο δρόμο και ακολούθως πήρε την ίδια πορεία που είχε και ο Ενάγοντας. Ως εκ των πιο πάνω είναι απόλυτη ανάγκη να γίνει η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως η αίτηση για να τεθούν τα ορθά γεγονότα διαφορετικά θα προκληθεί αδικία στον Ενάγοντα. Η δε άλλη πλευρά δεν θα βρεθεί εξαπίνης αφού γνώριζε τα γεγονότα από τις καταθέσεις που είχε όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της Εναγομένης. Επίσης ζητείται η τροποποποίηση της ώρας που έγινε το δυστύχημα αφού από τη μαρτυρία του εξεταστή προέκυψε ότι καταγράφηκε κατά λάθος στην έκθεση του δυστυχήματος η ώρα 14:30 και όχι η πραγματική 16:
  3. Με την ευκαιρία αυτή, τέλος ζητείται η τροποποίηση της παραγράφου που αναφέρεται στις ειδικές αποζημιώσεις σε ότι αφορά την απώλεια εσόδων του ίδιου και της συζύγου του, πράγμα, που είναι σύνηθες για τροχαία δυστυχήματα και των ιατρικών εξόδων και η απώλεια εσόδων που συνεχίζοντο μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και συνεχίζονται ακόμα. Η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 3/4/14 η οποία εδράζεται στη Δ.25 Θ.1-5, Δ.39 Θ.2 και Δ.48 Θ.2-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δεκατέσσερεις

(14)λόγοι οι οποίοι συνοψίζονται στα πιο κάτω. 1) Επιδιώκεται η διεύρυνση ή/και επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Συγκεκριμένα: (α) προσθέτονται νέες πραγματικές και νομικές πτυχές. (β) εκτροχιάζεται η διακρίβωση της υπόθεσης μέσα στα διαγραφέντα προ καιρού πλαίσια. (γ) θα εκτροχιασθεί η εκδίκαση της υπόθεσης εντός λογικού χρόνου. (δ) θα τεθεί η Εναγόμενη σε δυσμενή ή και μειονεκτική θέση έναντι του ενάγοντα ή και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη ή και δυσχέρεια στα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα της. 2) Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθότι υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης αφού έχει αρχίσει και έχει καταθέσει ο αστυνομικός εξεταστής του δυστυχήματος επί της ουσίας για τα πραγματικά γεγονότα και συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα. 3) Η τροποποίηση ζητείται μετά την πάροδο 1 ½ έτους από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και την πάροδο 4 ετών από την καταχώριση της αγωγής. 4) Υποβάλλεται χωρίς οποιαδήποτε βάσιμη ή/και αληθοφανή αιτιολογία για την καθυστέρηση αφού οι ισχυρισμοί που ζητείται να προστεθούν ήταν γνωστοί σε προγενέστερο στάδιο ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί. 5) Ήσαν γνωστά τα γεγονότα που επιδιώκεται η προσθήκη τους στον Ενάγοντα ή τον δικηγόρο του και μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαίτησης με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας. 6) Δεν συντρέχει ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων (nova producta) ούτε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) ή εν πάσει περιπτώσει η επιδιωκόμενη τροποποίηση αφορά γεγονότα που εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον ενάγοντα ή τον δικηγόρο της. 7) Αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη αδικία και βλάβη στα δικαιώματα της Εναγομένης για δίκαιη δίκη η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με διαταγή για έξοδα αφού θα στερηθεί του δικαιώματος να αντεξετάσει τον μάρτυρα που ήδη κατάθεσε και η αντεξέταση των μαρτύρων που θα καταθέσουν σε σχέση με το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης τροποποίησης δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τούτο. 8) Επιχειρείται η προσθήκη γεγονότων για τα οποία η ενόρκως δηλούσα δεν δικαιολογεί την πηγή γνώσης της καθώς και δεν γνωστοποιεί υπό ποια ιδιότητα προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ή και το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο περιήλθαν σε γνώση της τα γεγονότα που επιδιώκεται η προσθήκη τους με την αίτηση. 9) Επιδιώκεται καταχρηστικά αύξηση του ύψους των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων εντελώς αόριστα και αδικαιολόγητα χωρίς να επισυνάπτονται αποδείξεις που να καταδεικνύουν το εύλογο τους υπό τις περιστάσεις. 10) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση βρίθει από ψευδείς ισχυρισμούς που εμφανέστατα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. 11) Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη ή/και λανθασμένη. 12) Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση υποβαθμίζοντας την επιταγή για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. 13) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. 14) Η αίτηση υπό τις περιστάσεις είναι κακόπιστη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγομένη η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Εναγομένη. Σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνονται όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης με περισσότερες λεπτομέρειες αλλά και ισχυρισμούς που στοχευμένα πλήττουν τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως π.χ. τις περιστάσεις υπό τις οποίες ζητείται τώρα η τροποποίηση, τόσο για τις συνθήκες της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, όσων και για την αύξηση των ποσών των ειδικών αποζημιώσεων, αναφέροντας ότι ο Ενάγοντας και/ή ο δικηγόρος του είχε στα χέρια του από νωρίς τα στοιχεία εκείνα για να περιλάβει στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρισμούς που τώρα επιδιώκει να προσθέσει, όπως είναι η δήλωση του John Turner, καθώς και για την επανάκτηση της μνήμης του Ενάγοντα μετά την κατάθεση του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης. Όσον αφορά την αύξηση των ποσών των ειδικών αποζημιώσεων δεν δικαιολογείται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επίσης προβλήθηκε η θέση ότι το Δικαστήριο είναι καθ' ύλη αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι όλα τα γεγονότα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν καθίσταται αναγκαίο να γίνει αναφορά τους για να προβεί το Δικαστήριο στην εφαρμογή των αρχών της νομολογίας επί αυτών. Σε σχέση με την ένσταση ανάφερε ότι σε αυτήν ουσιαστικά εγείρονται νομικά επιχειρήματα. Παράθεσε δε σωρεία νομολογία επί του θέματος. Από την άλλη ο συνήγορος της Εναγομένης αφού προβαίνει σε μια σύντομη εισαγωγή για το τι αξιώνει με την αγωγή ο Ενάγοντας και τι ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, στη συνέχεια αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό εξέταση αίτηση και τους λόγους ένστασης. Ακολούθως αφού παραθέτει σχετική νομολογία επί του θέματος αναπτύσσει με σπουδή και εκτενή επιχειρηματολογία τους λόγους ένστασης αφού προηγουμένως τους διαχωρίζει σε τρεις ομάδες. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην κακοπιστία υποβολής της αίτησης χωρίς όμως να ατονεί ή να υποβαθμίζεται οιονδήποτε από τα άλλα ουσιαστικά ζητήματα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετίζονται με τα γεγονότα για τα οποία θεμελιώνουν το βάσιμο ή μη της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 AAD 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 AAΔ.426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 ΑΑΔ 714). Οι ίδιες αρχές επαναβεβαιώθηκαν στην Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.ά., Πολιτική Έφεση 79/09, ημερ. 4/5/2012 στην οποία ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Καθώς και στην υπόθεση Kayat Traiding Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4/3/2013, στην οποία αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Ιωσηφίδης v. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολιτική Έφεση 239/11, ημερ. 23/10/
  1. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στη Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2, αφού η τροποποίηση ζητείται για γεγονότα που καλύπτονται από την Δ.25 θ.
  2. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στην οποία εκτίθεται το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία αναφέρεται ως πηγή πληροφόρησης της ο Ενάγοντας και ο δικηγόρος του, υπογραμμένη και σφραγισμένη την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αίτηση. Η μη αναφορά ποια ιδιότητα έχει και ποια η σχέση της με τον Ενάγοντα που την εξουσιοδότησε ή το δικηγόρο του είναι άνευ σημασίας. Το ουσιαστικό είναι ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον Ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση με αναφορά στην πηγή πληροφόρησης της. Σχετική είναι η υπόθεση LOUIS VUITTON ή Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 στην οποία τονίστηκε ότι αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφόσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Όσον αφορά τη θέση ότι το Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση αυτή απορρίπτεται επειδή στην επιφύλαξη του άρθρου 22
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ρητά αναφέρεται ότι κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε υπόθεση σε σχέση με δυστυχήματα ανεξάρτητα από το ποσό της επίδικης διαφοράς. Σε σχέση με την εισήγηση ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης η οποία συνδυάστηκε με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, 19/1/10 και της έκθεσης απαίτησης στις 18/9/12, κύριο και σημαντικό είναι πότε περιήλθαν στη γνώση του Ενάγοντα τα γεγονότα που επιθυμεί να συμπεριλάβει ή να αντικαταστήσει στην έκθεση απαίτησης με την υπό εξέταση αίτηση. Ο Ενάγοντας, που είναι ουσιαστικός υπερασπιστής της υπόθεσης του, ένεκα του δυστυχήματος, υπέστη απώλεια μνήμης. Όπως είναι ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αυτή επανήλθε ξαφνικά στις 18/314 ενώ ευρίσκετο στην εκκλησία Παραλιμνίου. Ότι πιθανότατα να επανήρχετο η μνήμη του για τα διαδραματισθέντα προ και κατά το δυστύχημα αναφέρθηκε στον Ενάγοντα από ψυχίατρο ως είναι ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στην ίδια ένορκη δήλωση. Δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία περί τούτου. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την όποια μαρτυρία ευρίσκεται ενώπιον του αλλά προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση του υλικού που τίθεται ενώπιον του. Επί τούτου του θέματος, δηλαδή της καθυστέρησης, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας ή και ο δικηγόρος του είχε την δήλωση του Turner από νωρίς. Θα μπορούσε δε με εύλογη επιμέλεια να λάβει γνώση και των άλλων δύο καταθέσεων, της Εναγομένης και της Αρτυματά προ πολλού αλλά αμέλησε να το πράξει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δίδεται η εξήγηση ότι όσον αφορά την δήλωση του Turner αυτός, τότε, δεν άφησε κανένα στοιχείο για να είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του και επομένως δεν μπορούσε να βασιστεί σε αυτή και όσον αφορά την κατάθεση της Εναγομένης ζητήθηκε από τον δικηγόρο του Ενάγοντα από την αστυνομία αλλά δεν του δόθηκε και έτσι είχε άγνοια για το περιεχόμενο της μέχρι τις 17/3/14 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο και έλαβε γνώση γι' αυτό και για δε την κατάθεση της Αρτυματά μέχρι τώρα δεν έχει υπόψη του το περιεχόμενο της. Υπό αυτές τις περιστάσεις δικαιολογείται πλήρως η υποβολή της αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης στις 21/3/14. Η άλλη πτυχή του χρόνου που παρήλθε από την καταχώρηση της αγωγής ή και της έκθεσης απαίτησης μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης συναρτάται με το συνταγματικό δικαίωμα της Εναγομένης για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης εκφεύγει από τα όρια του εύλογου χρόνου που επιτάσσει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διεκπεραίωση μίας υπόθεσης. Άλλωστε η υπόθεση έχει αρχίσει και έχει πάρει την πορεία της. Λίγος χρόνος περισσότερο δεν θα μπορούσε να εκτρέψει την υπόθεση έξω από τα όρια του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ένα άλλο θέμα που θίγηκε ήταν ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η διερεύνηση ή/και επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων αφού θα προστεθούν νέες πραγματικές και νομικές πτυχές και ότι η Εναγόμενη θα βρεθεί σε δυσμενή ή μειονεκτική θέση ή και σε δυσχέρια και θα προκληθεί σε αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν αποζημιώνεται με έξοδα. Κανένα από αυτά δεν ισχύει, καθότι η νομική πτυχή του θέματος είναι η κατ' ισχυρισμό αμέλεια της Εναγομένης που επέφερε τις ζημιές και βλάβες που υπέστη ο Ενάγοντας, η οποία δεν αλλάζει. Η αλλαγή των λεπτομερειών αμέλειας για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα δεν είναι αντίθετες με τις υπάρχουσες αλλά υπάρχει διαφοροποίηση τους. Επιπλέον φαίνεται να συνάδουν σε μεγάλο βαθμό με τις περιστάσεις του δυστυχήματος που περιέγραψε η Εναγόμενη στην κατάθεση της που ευρίσκεται ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Γεγονός που δεν την καταλαμβάνει ούτε εξαπίνης ούτε θα την φέρει σε δυσμενή ή μειονεκτική θέση έναντι του Ενάγοντα. Με την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν προβάλλεται μια εκ βάθρων αναδιαμόρφωση της με την οποία να δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται περί νέας έκθεσης απαίτησης, ως ήταν λίγο-πολύ η εισήγηση του δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση, έστω και αν ζητείται η αντικατάσταση δύο συγκεκριμένων παραγράφων, που είναι από τα πιο σημαντικά θέματα της διαφοράς. Ούτε βέβαια θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, υπό την έννοια ότι αυτή δεν αποζημιώνεται με έξοδα. Άλλη εισήγηση ήταν ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ένεκα (α) της καθυστέρησης της υποβολής της και (β) επειδή έχει αρχίσει η αγωγή και ακούστηκε ο αστυνομικός εξεταστής τον οποίο πλέον δεν θα έχει τη δυνατότητα να αντεξετάσει η Εναγόμενη για τις συνθήκες του δυστυχήματος. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης αυτό έχει επεξηγηθεί ανωτέρω και η σχετική εισήγηση για καθυστέρηση έχει απορριφθεί. Για το άλλο σκέλος αρκεί να λεχθεί ότι ο αστυνομικός εξεταστής του δυστυχήματος δεν είναι αυτόπτης μάρτυρας αλλά προβαίνει στη διερεύνηση του δυστυχήματος λαμβάνοντας καταθέσεις και ετοιμάζοντας σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, είτε με την βοήθεια των εμπλεκομένων μερών ή άλλων προσώπων, όπου είναι δυνατό, είτε χωρίς αυτή, κατόπιν δικών του μετρήσεων για να τοποθετηθεί το σημείο σύγκρουσης και τα άλλα χαρακτηριστικά του δρόμου. Επομένως η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού περιορίζεται στα όσα ο ίδιος διαπίστωσε ή όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν διαφάνηκε ούτε υποδείχθηκε πως θα επηρεάζετο με συγκεκριμένο τρόπο οιοδήποτε δικαίωμα της Εναγομένης. Επομένως δεν ευσταθεί ούτε αυτός ο λόγος ένστασης. Ούτε βέβαια διαχέεται από κακοπιστία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και την ανάπτυξη επιχειρηματολογίας, με σχετικές υποδείξεις στο υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης, αφού δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τούτο, ως εξηγείται ανωτέρω, με το οποίο συσχετίστηκε η κακοπιστία. Σε σχέση με την επιδιωκόμενη τροποποίηση των ποσών της παρ. 22Α και Δ της έκθεσης απαίτησης, πράγματι είναι ορθή η θέση του κ. Κυριακίδη ότι δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο όσον αφορά την παρ. 22Δ της έκθεσης απαίτησης. Όμως το ουσιαστικότερο και σημαντικότερο ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η τροποποίηση της παρ. 22Α και Δ. Αυτός δεν είναι άλλος παρά, ευκαιρίας δοθείσης, ας ζητηθεί και για αυτές τις παραγράφους όπως εξάγεται ευθέως από την παρ. 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η οποία αρχίζει ως εξής: «Με την ευκαιρία όμως αυτή θα πρέπει να ζητηθεί και τροποποίηση ..». Τέτοιος λόγος για έκδοση διατάγματος τροποποίησης έκθεσης απαίτησης από την έρευνα που έχω διεξέλθει δεν έχει αναγνωριστεί από την νομολογία. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει, κατά το μέρος που αναφέρεται ανωτέρω. Κατά συνέπεια, δίδεται άδεια και οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ως το (α) της αίτησης εντός 7 ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Απάντηση στην υπεράσπιση εντός 4 ημερών από την ημέρα επίδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Ο κ. Πιττάτζης έθεσε θέμα ότι τα έξοδα θα πρέπει να επιβαρυνθεί η Εναγόμενη γιατί, εξ' όσων αντιλήφθηκε το Δικαστήριο, δεν δικαιολογείτο η καταχώρηση της ένστασης. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση. Απεναντίας, από το γεγονός και μόνο, χωρίς να γίνει αναφορά στη μελετημένη ένσταση και επιμελή αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης, ότι το (β) της αίτησης για τροποποίηση απορρίφθηκε, δικαιολογείτο η καταχώρηση της ένστασης. Δεν πρόκειται για μια εξόφθαλμα αχρείαστη ένσταση που σκοπό είχε την αύξηση των εξόδων. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.