← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Lynda Williams κ.α., Αρ. Αγωγής 620/2012, 14/5/2014

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Lynda Williams κ.α., Αρ. Αγωγής 620/2012, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 620/2012 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα και

  1. Lynda Williams
  2. Angela Ellen Hill
  3. Yianmarie Properties Ltd Εναγόμενοι --------------------------------- ­­­­ Αίτηση ημερ. 3.12.2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης 14 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 3 - αιτήτρια: κα Φρόσω Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Χριστίνα Αχιλλέως για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η ενάγουσα (εφεξής η καθ' ης η αίτηση) διεκδικεί, από τους εναγομένους 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες και από την εναγόμενη 3 (εφεξής η αιτήτρια) ως εγγυήτρια, ποσό CHF 253.978,24 πλέον τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία και εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση στις 30.10.
  4. Η αιτήτρια όμως εμφανίστηκε και καταχώρησε και Υπεράσπιση στις 30.10.
  5. Με την Υπεράσπιση της, αμφισβητεί την εγκυρότητα του εγγυητηρίου εγγράφου που φέρεται να υπόγραψε, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι αυτό είναι άκυρο, ανυπόστατο, παράνομο και εν πάση περιπτώσει υπεγράφη καθ' υπέρβαση των εξουσιών και των σκοπών της ίδιας της εταιρείας. Μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, η υπόθεση άχθη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες στις 22.1.
  6. Έκτοτε, αναβλήθηκε ορισμένες φορές για οδηγίες και ορισμένες για ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία, πάντως, δεν έχει αρχίσει ακόμα. Με την παρούσα Αίτηση, η αιτήτρια ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισης της δια της προσθήκης νέων παραγράφων έτσι ώστε να διευρύνονται οι ισχυρισμοί της σε σχέση με το εγγυητήριο έγγραφο που φέρεται να υπέγραψε. Πιο συγκεκριμένα ζητά: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων 2 με την προσθήκη μετά από την παράγραφο 4 των πιο κάτω νέων παραγράφων οι οποίες θα αποτελούν τις παραγράφους 5, 6, 7, 8, 9 και 10 και την απαρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 σε 11, 12, 13, 14, 15 της Υπεράσπισης ως ακολούθως: ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 5:
  7. Η υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 3 συνίστατο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, ώστε αυτό να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος των εναγόντων προς το σκοπό εξασφάλισης των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 προς τους ενάγοντες, υποχρέωση για την οποία οι εναγόμενοι 3 έλαβαν τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη ώστε να αναμένεται από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου η έκδοση των σχετικών τίτλων. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6
  8. Οι εναγόμενοι 3 θα ισχυριστούν στο Δικαστήριο ότι από το Έγγραφο Εγγύησης που υπογράφηκε μεταξύ των μερών δεν προκύπτουν σαφώς οι προθέσεις των μερών ή και η Σύμβαση Εγγύησης δεν υποδηλώνει τις πραγματικές προθέσεις των μερών ή και η σύμβαση εγγύησης είναι μία ειδική (specific) εγγύηση. Οι εναγόμενοι 3 επιφυλάσσονται να αναφερθούν εκτενέστερα στους όρους και την ερμηνεία της επίδικης σύμβασης εγγύησης κατά τη δικάσιμο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7
  9. Οι εναγόμενοι 3 θα ισχυριστούν, περαιτέρω, στο Δικαστήριο, ότι στη σύμβαση εγγύησης δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου υποχρεούνται να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα που οι εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από τους εναγόμενους 3 προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 και να εγγραφεί υποθήκη προς όφελος των εναγόντων, ώστε οι ενάγοντες πριν καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή είχαν υποχρέωση να κάνουν ουσιώδη το χρόνο, παράλειψη η οποία καθιστά την αγωγή πρόωρη. Άνευ βλάβης της ανωτέρω Υπεράσπισής τους, οι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Σύμβαση Εγγύησης τελούσε υπό αίρεση για μελλοντικό γεγονός για την τέλεση του οποίου οι ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν εύλογο χρονικό περιθώριο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 8
  10. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι 3 θα ισχυριστούν στο Δικαστήριο ότι η Σύμβαση Εγγύησης δεν καθόριζε κατά τρόπο σαφή τη χρονική διάρκεια της εγγύησης που υπογράφηκαν, καθότι παρέπεμπε σε χρόνο που το Κτηματολόγιο θα εξέδιδε ξεχωριστό τίτλο. Εν πάση περιπτώσει η σύμβαση εγγύησης διέπετο από παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι η υποχρέωση των εναγομένων 3 περιορίζετο στην έκδοση τίτλου και μόνο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 9
  11. Οι εναγόμενοι 3 όσον αφορά τους ίδιους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κωλύονται εξ υποσχέσεως ή και εκ της συμπεριφοράς τους ή και με βάση τις αρχές της επιείκειας να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να αξιώνουν ως η απαίτησή τους και επαναλαμβάνουν ότι οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός προφορικός ή γραπτός με την από μέρους τους υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης έχει εξασφαλιστεί από τους ενάγοντες με πλάνη ή και απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις ή και δόλο εκ μέρους των εναγόντων και δεν ανταποκρίνεται στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αφού σκοπός της εγγύησης ήταν απλά και μόνο η υποχρέωση έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου και όχι η παραχωρηθείσα εγγύηση από μέρους τους όπως αυτή καταγράφεται στη Σύμβαση Εγγύησης. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ (α) Οι ενάγοντες γνώριζαν εξ αρχής ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 3 με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης περιορίζετο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου και μόνο. (β) Ενώ οι ενάγοντες γνώριζαν και ή υπήρχε συναντίληψη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων ότι η υποχρέωση των εναγομένων 3 περιορίζετο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το ακίνητο που οι εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν περιέλαβαν στην σύμβαση εγγύησης την οποία οι ίδιοι συνέταξαν πρόνοιες για εγγύηση της οφειλής των εναγομένων 1 και 2 ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε συμφωνηθεί. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 10
  12. Η επίδικη συμφωνία εγγύησης όσον αφορά τους εναγόμενους 3 συνήφθη κατά παράβαση των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου ή και των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων ή και των προνοιών της Νομοθεσίας αναφορικά με τους Εγγυητές.
  13. Με την προσθήκη μετά από την παράγραφο 16 της πιο κάτω νέας παραγράφου η οποία θα αποτελεί την παράγραφο 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης και την απαρίθμηση της παραγράφου 11 η οποία θα ακολουθεί την παρούσα σε
  14. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 17 «Οι εναγόμενοι 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 3 επαναλαμβάνουν και εμμένουν στο περιεχόμενο των προηγούμενων παραγράφων της παρούσας έκθεσης υπεράσπισης και ισχυρίζονται ότι η επιστολή η οποία στάλθηκε από τους ενάγοντες στους τελευταίους αφορούσε την εγγύηση έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας και σε καμία περίπτωση δεν ανέλαβαν οι εναγόμενοι 3 να εξοφλήσουν ή και να εξασφαλίσουν ως εγγυητές τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 σε περίπτωση άρνησης αποπληρωμής του δανείου το οποίο συνήψαν με τους ενάγοντες.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9, στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του Γιάννη Παναγή, διευθυντή της αιτήτριας και εξουσιοδοτημένου, να αναφερθεί εκ μέρους της, στα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών, δικαιολογώντας την υποβολή της Αίτησης, επεξηγεί ότι «στο παρόν στάδιο» - εννοώντας προφανώς το χρόνο κατά τον οποίο προέβαινε στην ένορκή του δήλωση - οι δικηγόροι της αιτήτριας, διαπίστωσαν την ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης, ειδικά δε, σε σχέση με την πρόνοια του εγγυητήριου εγγράφου που αφορούσε στην υποχρέωση που ανέλαβε η αιτήτρια για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Ο ενόρκως δηλών, συνεχίζει, λέγοντας, ότι, καμία καθυστέρηση δεν υπήρξε στην υποβολή του αιτήματος. Ούτε και ζημιά θα προκληθεί στην αντίδικη πλευρά σε περίπτωση έγκρισης, καθ' ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Αντίθετα, αν δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, η αιτήτρια, θα στερηθεί του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματός της για δίκαιη δίκη. Η Αίτηση συνάντησε την αντίθεση της καθ' ης η αίτηση, η οποία με την Ένστασή της ημερ.10.1.2014, εγείρει 13 ειδικούς λόγους ένστασης, βάσει των οποίων επιδιώκει την απόρριψη της Αίτησης. Μεταξύ άλλων, επικαλείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς αιτήτριας. Δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της σε περίπτωση έγκρισης, ο οποίος, δεν μπορεί να αποζημιωθεί με απλή διαταγή ως προς τα έξοδα. Εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας αν επιτραπεί η τροποποίηση ως επίσης και ανεπίτρεπτη προσπάθεια από μέρους της αιτήτριας, για μεταβολή της ουσίας της Υπεράσπισης και επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η Ένσταση θεμελιώνεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25, Θ. 1-6, Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς τα γεγονότα, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Παντελάκη Παντελή, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση και κατά τα λεγόμενά του, γνωρίζει τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτή να τα αναφέρει. Στην ένορκη αυτή δήλωση ο κ. Παντελή κατ' ουσία επαναλαμβάνει και επεξηγεί περαιτέρω τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, με αποτέλεσμα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι να υιοθετήσουν και να καταθέσουν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους. Τις αγορεύσεις αυτές τις έχω διεξέλθει με κάθε προσοχή και ενδελέχεια, λαμβάνοντας υπόψη μου κάθε τι που καταγράφεται. Προτού καταπιαστώ με την επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, αξίζει να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Σχετική για τροποποιήσεις δικογράφων είναι η Διαταγή 25, θεσμός 1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν πρόσφατα στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.2013, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα

(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Παρομοίως στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α., Πολ. Έφεση 79/09, ημερ. 4.5.2012, υποδείχθηκαν τα εξής: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Η υπογράμμιση είναι δίκη μου. Βλ. επίσης Ιωσηφίδης v. BERNHARD SCHULTE SHIPMANAGEMENT (CYPRUS) LTD, Πολ. Έφεση 239/11, ημερ.23.10.2013. Στην προκειμένη περίπτωση, φρονώ πως το αίτημα της αιτήτριας είναι καθ' όλα θεμιτό. Επιχειρεί σε ένα χρονικό σημείο που δεν έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα ή δεδομένα που να επηρεάζουν δυσμενώς την άλλη πλευρά, να διευρύνει, τον βασικό - αν όχι τον μοναδικό ισχυρισμό Υπεράσπισης της - που άπτεται της εγκυρότητας του εγγυητήριου εγγράφου που φέρεται να υπέγραψε. Το εγγυητήριο αυτό έγγραφο, βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης, αφού, κατά την καθ' ης η αίτηση, δεσμεύει την αιτήτρια όχι για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου αλλά για την αποπληρωμή του ποσού που δανειοδοτήθηκε στους εναγομένους 1 και 2 και παραμένει απλήρωτο. Η θέση της καθ' ης η αίτηση για δυσμενή επηρεασμό, δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς και εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκει έρεισμα στα μέχρι στιγμής διαδικαστικά δεδομένα της υπόθεσης. Σε ότι αφορά το θέμα της καθυστέρησης, είναι γεγονός ότι κάποια ολιγωρία ενδεχομένως να υπήρξε, υπό την έννοια, ότι με επιμελέστερη και πιο έγκαιρη μελέτη των εγγράφων της υπόθεσης, θα διαπιστωνόταν νωρίτερα το κενό που υπήρχε στην Υπεράσπιση και θα λαμβάνετο το διάβημα πιο πριν. H καθυστέρηση όμως αφ' εαυτής, ουδόλως δικαιολογεί απόρριψη της Αίτησης (βλ.Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εδώ η καθυστέρηση δεν είναι τόση που να επενεργεί εκφυλιστικά και να εμποδίζει το Δικαστήριο από το να παρέχει την ευχέρεια, σε αμφότερες τις πλευρές, να παραθέσουν απρόσκοπτα τις θέσεις τους ενώπιον του. Σε σχέση με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, ο κ. Παναγή, στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του, αναφέρει ότι "στο παρόν στάδιο και αφού έγινε γνωστό το περιεχόμενο της σύμβασης....διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης...». Με την αναφορά αυτή, προκύπτει, ότι, ο χρόνος κατά τον οποίο οι δικηγόροι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της εγγύησης και ο χρόνος κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση, συμπίπτουν. Συνεπώς, ασχέτως βαρύτητας, το σίγουρο είναι ότι κάποια δικαιολογία δίνεται. Αυτό, λαμβάνοντας υπόψη μου και το ευρύτερο πλαίσιο της Αίτησης, είναι αρκετό. Στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α. 1(Β) Α.Α.Δ.
(2007)1005 κρίθηκε πως "όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμα και η μη πλήρως αιτιολoγηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει.." Ακόμα και η αμέλεια είναι συγχωρητέα όταν διακυβεύεται το δικαίωμα του διαδίκου να θέσει όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντοτε, ότι, δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του άλλου διαδίκου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. -Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. -Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τα έξοδα, είθισται, ο αιτών την τροποποίηση να επωμίζεται τη δαπάνη που προκλήθηκε, αφού εκείνος με το δικονομικό διάβημα, προκαλεί την εκτροπή. Η αρχή αυτή τυγχάνει εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης και τα έξοδα που χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.