ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΕΡΕΝΤΗ ν. ΜΕΡΟΠΗ ΚΑΡΑΛΛΗ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 862/2010, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 862/2010 ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΕΡΕΝΤΗ Ενάγοντα - και -
- ΜΕΡΟΠΗ ΚΑΡΑΛΛΗ
- KARALLIS ENTERPRISES (CYPRUS) LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία 23/05/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Τερέντης Για την Εναγομένη 2: κ. Χ. Α. Καμπούρης για Καμπούρη & Γιαλελή Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Ενάγοντας, μ' αυτή την αγωγή, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα ή ξεχωριστά, τις ακόλουθες θεραπείες: I. Αποζημιώσεις, ύψους €95.000, λόγω απώλειας εκμετάλλευσης και/ή χρήσης και/ή εγγραφής και διατήρησης στο όνομα της Εναγομένης 2, κατοικίας και τεμαχίου γης που ανήκει στον Ενάγοντα, και/ή ως καταπίστευμα που έπρεπε να μεταβιβαστεί στον Ενάγοντα. II. €380 κάθε μήνα μέχρι την μεταβίβαση επ' ονόματι του, της κατοικίας και των τεμαχίων γης που του ανήκουν, ή του καταπιστεύματος του οποίου είναι δικαιούχος. III. Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η εγγραφή και/ή η μεταβίβαση επ' ονόματι της Εναγομένης 2 εταιρείας των ακινήτων του Ενάγοντα. IV. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγομένους να μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν στο όνομα του Ενάγοντα, την κατοικία του και των τεμαχίων γης που του ανήκουν ως δικαιούχος και/ή ως δικαιούχος καταπιστεύματος. V. Γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω άρνησης εκτέλεσης καταπιστεύματος. VI. Αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος του Ενάγοντα. VII. Νόμιμο τόκο και έξοδα της διαδικασίας. Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση της την ο2/07/2010 σε ότι αφορά και τους δύο Εναγομένους. Φαίνεται όμως ότι τελικά αυτή προωθήθηκε μόνο σε ότι αφορά την Εναγομένη 2, αφού όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, το Κλητήριο Ένταλμα σε ότι αφορά την Εναγομένη 1 εξέπνευσε, χωρίς αυτό ποτέ να της επιδοθεί. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Η Έκθεση Απαίτησης Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελείται από δύο τεμάχια γης, - ήτοι: (α) το τεμάχιο με αριθμό 733, φύλλο 33, σχέδιο37, τμήμα ο, με αριθμό εγγραφής 3024 και αριθμό αναφοράς 0/103344 στο Δήμο Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, και (β) το τεμάχιο με αριθμό 734, φύλλο 33, σχέδιο 37, τμήμα ο και αριθμό αναφοράς 0/103345 στο Δήμο Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, όπου στο ένα απ' αυτά βρίσκεται μία κατοικία (στο εξής καλούμενα μαζί «τα Ακίνητα») -, που η μητέρα του, του δώρισε, και/ή της οποίας είναι δικαιούχος δυνάμει καταπιστεύματος. Στην κατοικία που βρίσκεται εντός ενός εκ των δύο Ακινήτων, τα οποία βρίσκονται εντός της «νεκρής ζώνης» λόγω της γραμμής αντιπαράταξης που έχει προκύψει μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή, κατοικούσε η μητέρα του. Η Εναγομένη 2, είναι η εταιρεία που έχει εγγεγραμμένα στο όνομα της τα Ακίνητα. Η Εναγομένη 1, είναι η αδελφή του Ενάγοντα και ήταν επιφορτισμένη και υποχρεωμένη με βάση δωρητήριο έγγραφο και/ή καταπίστευμα και/ή άλλως πως, να μεταβιβάσει τα Ακίνητα στον Ενάγοντα. Η Εναγομένη 1 όφειλε εντός πέντε ετών από την ημερομηνία που ενεγράφησαν τα ακίνητα στ' όνομα της, λόγω της επιθυμίας της και/ή της οικονομικής της άνεσης και/ή άλλως πως, αν το επέτρεπαν τα γεγονότα, να ανεγείρει κατοικία και/ή κατάστημα και/ή εστιατόριο εντός των Ακινήτων και να τα εγγράψει στ' όνομα του Ενάγοντα. Τούτο θα γινόταν, είτε ανεγειρόταν κάποιο οικοδόμημα εντός των Ακινήτων, είτε όχι. Τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν και/ή ενεγράφησαν στο όνομα της Εναγομένης 1 κατά ή περί το έτος 1985, υπό τους προαναφερόμενους όρους, και/ή με βάση το προαναφερόμενο καταπίστευμα, και/ή άλλως πως. Η Εναγομένη 1, με σκοπό να πραγματώσει τα προαναφερόμενα και/ή την προαναφερόμενη υποχρέωση της, ενέγραψε τα Ακίνητα κατά ή περί τον Μάιο του έτους 1989, σε εταιρεία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δικών της συμφερόντων, ή συμφερόντων συγγενικών της προσώπων, ήτοι την Εναγομένη
- Η Εναγομένη 2, για την εγγραφή στ' όνομα της των Ακινήτων, ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα, ή αντάλλαγμα δίκαιο και/ή αληθινό υπό τις περιστάσεις. Η Εναγομένη 1 και/ή τα συγγενικά της πρόσωπα έχασαν τον έλεγχο και/ή την πλειοψηφία των μετοχών της Εναγομένης 2 κατά ή περί το έτος 1996, με αποτέλεσμα τα Aκίνητα του Ενάγοντα να παραμείνουν στον έλεγχο της εν λόγω εταιρείας που πλέον ελεγχόταν από τρίτα πρόσωπα. Η Εναγομένη 1 απέτυχε να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις της έναντι του Ενάγοντα, μεταβιβάζοντας στ' όνομα του τα Ακίνητα. Η Εναγομένη 2 όταν τα Ακίνητα ενεγράφησαν στ' όνομα της, γνώριζε ότι θ' έπρεπε ν' αναπτυχθούν, αν αυτό το επέτρεπαν οι συνθήκες και ότι θ' έπρεπε να τα μεταβιβάσει στον Ενάγοντα ή/και ήταν επιφορτισμένη να το πράξει, είτε ανεπτυγμένα ή χωρίς ανάπτυξη, εντός της προαναφερθείσας χρονικής προθεσμίας. Ο Ενάγοντας ζήτησε επανειλημμένα από τους Εναγομένους να του μεταβιβάσουν τα Ακίνητα του. Η Εναγομένη 1 δήλωσε ότι δεν μπορούσε, αφού αυτά είχαν μεταβιβαστεί στην Εναγομένη 2, ενώ η Εναγομένη 2 με την σειρά της αρνήθηκε να το πράξει. Η Εναγομένη 2 έχει εγγεγραμμένα τα Ακίνητα στ' όνομα της από την 12/05/
- Έκτοτε, ο Ενάγοντας έχει απώλεια των Ακινήτων ή/και της χρήσης τους, που αποτιμάται σε €380 μηνιαίως. Η Εναγομένη 2 πλουτίζει αδικαιολόγητα σε βάρος του Ενάγοντα με την αποφυγή της καταβολής του πιο πάνω ποσού μηνιαίως και της άρνησης της να μεταβιβάσει τα Ακίνητα στον Ενάγοντα. Η Έκθεση Υπεράσπισης Η Εναγομένη 2 στην Υπεράσπιση της, παραδέχεται ότι έχει εγγεγραμμένα στ' όνομα της τα Ακίνητα από τον Μάιο του έτους 1989, αρνείται όμως και απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα περί της ύπαρξης έγκυρου και νομίμου καταπιστεύματος. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα Ακίνητα ενεγράφησαν στ' όνομα της δυνάμει δωρεάς και ότι δεν χρειαζόταν, λόγω της φύσης της μεταβίβασης, η καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Αρνείται ότι κατέχει τα Ακίνητα παράνομα και ότι ο Ενάγοντας έχει απώλεια της χρήσης των Ακινήτων ως ισχυρίζεται. Σε κάθε περίπτωση, επειδή τα Ακίνητα βρίσκονται εντός της «νεκρής ζώνης», λόγω της γραμμής αντιπαράταξης μετά την τούρκικη εισβολή και κατοχή, δεν είναι δυνατόν αυτά να ενοικιαστούν και/ή χρησιμοποιηθούν για κέρδος. Γενικότερα, η Εναγομένη 2 αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και καλεί αυτόν σε απόδειξη των ισχυρισμών του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν από τους διαδίκους, ως από κοινού παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα: Η Εναγομένη 2 εταιρεία συστάθηκε στις 25/02/1989 με το όνομα KARALLIS ENTERPRISES LTD και την 01/09/1989 μετονομάστηκε σε KARALLIS ENTERPRISES (CYPRUS) LTD. Η έδρα της Εναγομένης 2 είναι στην Λεμεσό, στην οδό Θέκλα Λισιώτη 21 από την 01/06/
- Αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 2 ήταν 10.000 μετοχές (1.000 μετοχές κατηγορίας Α και 9.000 μετοχές κατηγορίας Β). Αρχικοί μέτοχοι της Εναγομένης 2 εταιρείας ήταν: (α) Κυριάκος (Κίκης) Κάραλλης - 1.000 μετοχές κατηγορίας Α. (β) Μερόπη Κάραλλη (Εναγομένη 1) - 3.000 μετοχές κατηγορίας Β. (γ) Κωνσταντίνα Κάραλλη - 3.000 μετοχές κατηγορίας Β. (δ) Κρίστοφερ Κάραλλης - 3.000 μετοχές κατηγορίας Β. Αρχικοί αξιωματούχοι της Εναγομένης 2 εταιρείας ήταν: (α) Διευθυντές: Κυριάκος (Κίκης) Κάραλλης (σύζυγος της Εναγομένης 1), Μερόπη Κάραλλη (Εναγομένη 1), Κωνσταντίνα Κάραλλη (θυγατέρα της Εναγομένης 1) και Κρίστοφερ Κάραλλης (υιός της Εναγομένης 1). (β) Γραμματέας: Παναγιώτης Αντωνίου Το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 2 εταιρείας αυξήθηκε στις 29/06/1992 σε 200.000 μετοχές, με εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο 100.000 μετοχές. Ήτοι, 1.000 μετοχές κατηγορίας Α και 99.000 μετοχές κατηγορίας Β. Στις 25/11/1998 είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό αναφοράς 198/98 διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγομένης
- Το εν λόγω διάταγμα ακυρώθηκε στις 15/02/
- Μέτοχοι της Εναγομένης 2 εταιρείας σήμερα είναι: (α) CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD (από την 01/06/1996) - 809 μετοχές κατηγορίας Α και 80289 μετοχές κατηγορίας Β. (β) Κυριάκος (Κίκης) Κάραλλης (από την 01/06/1996) - 190 μετοχές κατηγορίας Α και 14.210 μετοχές κατηγορίας Β. (γ) Μερόπη Κάραλλη (Εναγομένη 1) (από την 01/06/1996) - 1.500 μετοχές κατηγορίας Β. (δ) Κωνσταντίνα Κάραλλη (από την 01/06/1996) - 1.500 μετοχές κατηγορίας Β. (ε) Κρίστοφερ Κάραλλης (από την 01/06/1996) - 1.500 μετοχές κατηγορίας Β. (ζ) Γιαννούλα Μιτσή (από την 01/06/1996) - 1 μετοχή κατηγορίας Α και 1 μετοχή κατηγορίας Β. Αξιωματούχοι της Εναγομένης 2 εταιρείας σήμερα είναι: (α) Διευθυντές: CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD (από την 01/06/1996) και Κυριάκος (Κίκης) Κάραλλης. (β) Γραμματέας: Κώστας Μελάς (από την 01/06/1996) Την 01/05/1989, παραιτήθηκαν από διευθυντές της Εναγομένης 2 εταιρείας, η Μερόπη Κάραλλη, Κωνσταντίνα Κάραλλη και Κρίστοφερ Κάραλλης. Εις αντικατάσταση τους, διορίστηκαν διευθυντές της Εναγομένης 2 εταιρείας, ο Παναγιώτης Αντωνίου (ήταν και ο γραμματέας) και ο Μάριος Τσαβέλλας. Επί ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 2 εταιρείας υπήρχαν οι ακόλουθες επιβαρύνσεις: Υποθήκη με αριθμό αναφοράς Υ2283/91 ημερομηνίας 23/04/1991 επί της ακίνητης ιδιοκτησίας (χωράφι στην περιοχή Παρεκκλησιάς) με αριθμό εγγραφής Β16, τεμάχιο 17, για το ποσό των £60.000 με δικαιούχο την Lombart Notewerthy Bank. Υποθήκη με αριθμό αναφοράς Υ2765/92 ημερομηνίας 22/04/1992 επί της ίδιας προαναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το ποσό των £109.450 με δικαιούχο την Τράπεζα Κύπρου. Υποθήκη με αριθμό αναφοράς Υ1717/95 ημερομηνίας 10/03/1995 επί της ίδιας προαναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το ποσό των £100.000 με δικαιούχο την Τράπεζα Κύπρου. Υποθήκη με αριθμό αναφοράς Υ661/95 ημερομηνίας 01/02/1995 επί της ακίνητης ιδιοκτησίας (χωράφι στην περιοχή Παρεκκλησιάς) με αριθμό εγγραφής Β10, για το ποσό των £100.000 με δικαιούχο το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. ΜΑΡΤΥΡΕΣ Ο Ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ως ακολούθως: I. κ. Ανδρέας Χρυστοδούλου Τερέντη / Ενάγοντας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»). II. κα. Κατερίνα Διάκου (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»). Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ως ακολούθως: I. κ. Κώστας Μελάς (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»). Προχωρώ να συνοψίσω και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i] Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii]. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας του Ενάγοντα (ΜΕ1) Η μαρτυρία του ΜE1, Ενάγοντα, ήταν σαφής και θετική. Παρά την κάποια δυσκολία στην έκφραση, ως έχω αντιληφθεί, λόγω του ότι πρόκειται για Κύπριο ο οποίος διαμένει για πολλά χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτός κατέθεσε με άνεση σε σχέση με τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, πτυχές των οποίων και επεξήγησε περαιτέρω κατά την αντεξέταση του, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Κρίνω ότι ήταν σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 (Ενάγοντα), ως προκύπτει από την ακόλουθη ανάλυση της, παρέμεινε αναντίλεκτη από πλευράς Εναγομένης
- Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), ισχυρίστηκε ότι, από δικά του χρήματα αγοράστηκαν τα Ακίνητα (αρχικά ενεγράφησαν επ' ονόματι του πατέρα του και ακολούθως μεταβιβάστηκαν στην μητέρα του) και χτίστηκε το σπίτι (χτίστηκε επί του τεμαχίου υπ' αριθμόν 733) όπου διέμεναν οι γονείς του, γιατί οι γονείς του δεν είχαν δικά τους εισοδήματα και χρήματα για να το πράξουν, αφού από το 1963 ο πατέρας του δεν εργαζόταν. Αυτός τους συντηρούσε, στέλνοντας τους λεφτά από την Αγγλία όπου είχε μετοικήσει για σκοπούς εργασίας. Με λεφτά που τους έστειλε, αρχικά αγοράστηκαν τα Ακίνητα και μετά από ένα χρόνο χτίστηκε και το σπίτι. Είχε επίσης βοηθήσει την αδελφή του (Εναγομένη 1), να σπουδάσει κομμωτική και να παντρευτεί. Η μητέρα του, ανέφερε, του είχε πει τότε ότι το σπίτι ήταν δικό του και ότι τα Ακίνητα θα του μεταβιβάζονταν. Σε κατοπινό στάδιο, η αδελφή του (Εναγομένη 1) και ο σύζυγος της, έκαναν πολλά λεφτά από την εργασία τους στην Αγγλία, όπου είχαν και αυτοί μετοικήσει. Γι' αυτό τον λόγο, είχε αποφασιστεί από την μητέρα του και συμφωνηθεί με την αδελφή του (Εναγομένη 1), ότι θα έχτιζε η αδελφή του (Εναγομένη 1) μαζί με τον σύζυγο της κάτι στα Ακίνητα, ή θα τα αξιοποιούσαν, - ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ1 -, και θα του τα μεταβίβαζαν, καθ' ότι ο ίδιος δεν είχε, την δεδομένη εκείνη στιγμή, την οικονομική δυνατότητα για να το πράξει. Αυτός ήταν ο λόγος που η μητέρα του μεταβίβασε τα Ακίνητα στην αδελφή του. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) διευκρίνισε ότι, παρά το γεγονός ότι στους τίτλους ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεκμήρια ΑΤ2 και ΑΤ3, τα Ακίνητα περιγράφονται ως χωράφια, στο τεμάχιο υπ' αριθμό 733 έχει ανεγερθεί και βρίσκεται το πατρικό του σπίτι. Ήταν μικρή κατοικία, ανέφερε, που δεν κάλυπτε ολόκληρη την έκταση των Ακινήτων. Η αδελφή του (Εναγομένη 1) θα την ανέπτυσσε περαιτέρω αυτή την υφιστάμενη κατοικία, ή θα έχτιζε κάτι επί των Ακινήτων για την αξιοποίηση τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο χρονικό γεγονότων, αυτά δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένης 2, ούτε και του υποβλήθηκε αντίθετη σε σχέση μ' αυτά θέση. Μάλιστα, ο ΜΥ1 από πλευράς Εναγομένης 2, όταν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο για σκοπούς προώθησης της υπεράσπισης της Εναγομένης 2, σε ότι αφορά την κατοικία, δεν αμφισβήτησε το γεγονός της ύπαρξης της εντός ενός εκ των Ακινήτων. Ούτε και υποβλήθηκε θέση από πλευράς Εναγομένης 2 ότι δεν υφίσταται κατοικία επί ενός εκ των ακινήτων. Τουναντίον, στον ΜΕ1 (Ενάγοντα) υποβλήθηκε απλά η θέση ότι η κατοικία δεν είναι κατοικήσιμη. Επί τη βάση αυτών των γεγονότων, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) ισχυρίστηκε ότι δικαιούται τα Ακίνητα δυνάμει καταπιστεύματος. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του αυτού και των προαναφερόμενων γεγονότων, ο ΜΕ1 (Ενάγων) παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο ΑΤ1, που είναι έγγραφο τιτλοφορούμενο «Δωρητήριο Έγγραφο» και φέρει ημερομηνία 02/01/
- Τούτο φαίνεται ότι συνάφθηκε μεταξύ της μητέρας του, Ανδριανής Χριστοδούλου Τερέντη και της αδελφής του, Μερόπης Κίκη Καράλλη (Εναγομένης 1) και αφορά τα επίδικα Ακίνητα. Απ' αυτό προκύπτει ότι η Ανδριανή Χριστοδούλου Τερέντη μεταβίβασε τα επίδικα Ακίνητα δια δωρεάς στην Μερόπη Κίκη Καράλλη «εις αντάλλαγμα της προς αυτήν αγάπης και αφοσιώσεως». Σ' αυτό, υπάρχει καταγεγραμμένη και η ακόλουθη πρόνοια: «Η δικαιοδόχος αποδέχεται την δωρεάν της δικαιοπαρόχου και συμφωνεί όπως μετά πάροδον πενταετίας και ότε τα γεγονότα θα το επιτρέψουν, θα ανεγείρι εισόγιον κατοικίαν ή κατάστημα ή εστιατόριον εντός των δωρηθέντων κτημάτων και να το εγγράψη και/ή δωρήση επ ονόματι του αδελφού της Ανδρέα Χρ. Τερέντη». Ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι το εν λόγω έγγραφο, Τεκμήριο ΑΤ1, είναι κατατιθέμενο στα αρχεία του Τμήματος Κτηματολογίου. Προκύπτει απ' το ίδιο το Τεκμήριο ΑΤ1, ότι τούτο φέρει ως αναφορά την εξής χειρόγραφη εγγραφή «ΣΔΔ 1/85». Γεγονός που επιβεβαιώθηκε στην πορεία και από την ΜΕ2, λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Το γεγονός της ύπαρξης του Τεκμηρίου ΑΤ1 και το περιεχόμενο του, όχι μόνο επιβεβαιώθηκε και από την ΜΕ2, λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν αμφισβητήθηκε ούτε από πλευράς Εναγομένης
- Η ΜΕ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο ΚΔ2, που είναι ουσιαστικά το ίδιο έγγραφο με το Τεκμήριο ΑΤ
- Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) συμφώνησε ότι με βάση το Τεκμήριο ΑΤ1, ο μοναδικός υπεύθυνος για την μεταβίβαση των Ακινήτων σ' αυτόν, ήταν η αδελφή του (Εναγομένη 1) και όχι η Εναγομένη 2 εταιρεία. Επέμεινε όμως ότι η Εναγομένη 2 έχει υποχρέωση να του τα επιστρέψει. Ερωτηθείς, γιατί από την ημερομηνία που, βάσει του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, τα Ακίνητα θ' έπρεπε να του είχαν μεταβιβαστεί (περί το έτος 1990), μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, είκοσι περίπου χρόνια μετά, δεν είχε προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα ή στην καταχώριση αγωγής, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) απάντησε ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ
- Γνώριζε, διευκρίνισε, ότι είχε γίνει συμφωνία μεταξύ της μητέρας του και της αδελφής του (Εναγομένης 1) για να του μεταβιβάσει η δεύτερη τα Ακίνητα, - ως είχε άλλωστε αναφέρει και κατά την κυρίως εξέταση του -, αλλά δεν γνώριζε για τις λεπτομέρειες της, ούτε και γνώριζε για την κατάρτιση και υπογραφή του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ
- Το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1, το βρήκε η μεγάλη του αδελφή, η Αγνή, πριν την καταχώριση της Αγωγής, το έτος 2010, σε κάποια έγγραφα που είχε αφήσει η αδελφή τους (Εναγομένη 1) στο σπίτι της στην Δερύνεια και του το ανέφερε. Αν γνώριζε για την ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, θα είχε καταχωρήσει την αγωγή αυτή ενωρίτερα. Επί τούτου, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι αυτός γνώριζε για την ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1 και τους όρους του. Θέση την οποία ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) απέρριψε. Εδώ, πρέπει να αναφέρω ότι η υποβολή αυτή από πλευράς Εναγομένης 2, έμεινε μια απλή υποβολή, χωρίς οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ν' ανατραπούν με θετική μαρτυρία από πλευράς της κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) περαιτέρω, γιατί δεν έδρασε ενωρίτερα, δίδοντας οδηγίες σε δικηγόρο να ερευνήσει το όλο θέμα, ανέφερε ότι δεν έπραξε καθ' αυτό τον τρόπο, γιατί σε συνεχείς συζητήσεις που είχε με την αδελφή του (Εναγομένη 1), αυτή τον καθησύχαζε ότι το θέμα θα διευθετείτο και αυτός δεν ήθελε να την πιέσει περισσότερο, γιατί, ως ανέφερε, η αδελφή του (Εναγομένη 1) και ο σύζυγος της αντιμετώπιζαν προβλήματα. Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) συμφώνησε σε εισήγηση του δικηγόρου της Εναγομένης 2, ότι αν αυτός προέβαινε σε έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, θα εντόπιζε εύκολα το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ
- Όμως, υποστήριξε ότι δεν είχε σκεφτεί ότι έπρεπε να δράσει μ' αυτό τον τρόπο, γιατί, μέχρι τότε, είχε εμπιστοσύνη, ως ανέφερε, στον άντρα της αδελφής του (Εναγομένης 1). Αυτός είναι, υποστήριξε, ο υπαίτιος που τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν τελικά στην Εναγομένη 2 εταιρεία. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), ανέφερε ότι σε ότι αφορά το θέμα της ύπαρξης κάποιου «χαρτιού», αναφορικά με τα της υποχρέωσης της αδελφής του (Εναγομένης 1) να του μεταβιβάσει τα Ακίνητα, μίλησε με την μητέρα του για πρώτη φορά το έτος 1996 ή
- Δεν γνώριζε όμως τι ακριβώς ήταν αυτό το «χαρτί», ούτε και το τι αυτό περιείχε. Το μόνο που του είχε αναφέρει η μητέρα του το έτος 1996 ή 1997, αλλά και λίγο πριν το θάνατο της το έτος 2003, ήταν ότι τα Ακίνητα ήταν δικά του και θα γίνονταν δικά του. Διευκρίνισε ότι η μητέρα του ήταν μεγάλης ηλικίας και ότι όταν είχε την σχετική συζήτηση μαζί της, η μνήμη της δεν ήταν πολύ καλή. Του ανέφερε κάτι για κάποιο χαρτί, το οποίο όμως δεν θυμόταν, ως του ανέφερε, που το είχε φυλάξει. Αργότερα δε, δηλαδή λίγο πριν το θάνατο της, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), υποστήριξε ότι η κατάσταση της υγείας της, δεν επέτρεπε μεγάλη συζήτηση επί του θέματος. Αφού ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) έμαθε για πρώτη φορά από την μητέρα του για την ύπαρξη αυτού του «χαρτιού» το έτος 1996 ή 1997, αντιμετώπισε την αδελφή του (Εναγομένη 1) και την ρώτησε αναφορικά μ' αυτό. Αυτή όμως του είπε ότι δεν ήξερε που βρισκόταν αυτό το «χαρτί» και ότι το είχε απολέσει. Ούτε και του ανέφερε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του. Με την αδελφή του (Εναγομένη 1), εξήγησε, δεν είχαν μεγάλη επαφή, ούτε και ήταν στενά και φιλικά, ως ανέφερε, συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ώστε να μπορούσε να συζητήσει εκτενώς το θέμα αυτό μαζί της. Ζούσαν διαφορετικές ζωές. Όποτε αυτός της τηλεφωνούσε για το θέμα αυτό, αυτή του ζητούσε να μην την ενοχλεί στο τηλέφωνο και του έλεγε ότι «θα έβλεπαν τι θα έκαναν». Περαιτέρω, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) ανέφερε ότι σήμερα τα Ακίνητα είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της Εναγομένης
- Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, παρουσίασε στο Δικαστήριο, βεβαίωση ιδιοκτησίας τουρκοκρατούμενου ακινήτου σε ότι αφορά τα δύο τεμάχια γης, - ήτοι: (α) το τεμάχιο με αριθμό 733, φύλλο 33, σχέδιο37, τμήμα ο και αριθμό αναφοράς 0/103344 στο Δήμο Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου (Τεκμήριο ΑΤ3), και (β) το τεμάχιο με αριθμό 734, φύλλο 33, σχέδιο 37, τμήμα ο, αριθμό εγγραφής 3024 και αριθμό αναφοράς 0/103345 στο Δήμο Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου (Τεκμήριο ΑΤ2). Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι, αυτό το γεγονός, στην συνέχεια της υπόθεσης, κατέστη, μεταξύ άλλων, παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων, με κοινή δήλωση τους που έγινε προς το Δικαστήριο. Η μεταβίβαση των Ακινήτων από την αδελφή του (Εναγομένη 1) στην Εναγομένη 2, εξ όσων ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) γνωρίζει, έγινε περί το έτος
- Τούτο είναι μάλιστα και παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Ο ίδιος ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), δεν γνώριζε ότι η αδελφή του (Εναγομένη 1) είχε μεταβιβάσει τα Ακίνητα στην Εναγομένη
- Το έμαθε αργότερα. Η αδελφή του (Εναγομένη 1) μεταβίβασε τα Ακίνητα στην Εναγομένη 2, χωρίς την άδεια της μητέρας του ή του ιδίου, με σκοπό να τα αξιοποιήσει. Αυτό (ότι τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη 2 για να αξιοποιηθούν) του το ανέφερε η ίδια η αδελφή του (Εναγομένη 1). Περαιτέρω, όπως τον πληροφόρησε η αδελφή του (Εναγομένη 1), αυτή είχε ενημερώσει την Εναγομένη 2 ότι τα επίδικα Ακίνητα θ' έπρεπε να μεταβιβαστούν στον Ενάγοντα. Παρ' αυτά, η Εναγομένη 2 δεν τήρησε την υποχρέωση που είχε έναντι του και δεν του μεταβίβασε τα Ακίνητα. Αντεξεταζόμενος επ' αυτού, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) διευκρίνισε ότι, το γεγονός ότι τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν από την αδελφή του (Εναγομένη 1) στην Εναγομένη 2, το έμαθε το έτος 2001 ή
- Αυτό το έμαθε από την μικρότερη του αδελφή, την Ηλέκτρα, η οποία συνεργαζόταν, ως ανέφερε, με την αδελφή του (Εναγομένη 1) και γνώριζε περισσότερα για τις υποθέσεις της. Η εν λόγω μεταβίβαση, υποστήριξε, έγινε χωρίς αντάλλαγμα προς την Εναγομένη 2, δια δωρεάς. Γεγονός παραδεκτό σε κάθε περίπτωση και από την Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης
- Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο εγγράφου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στον Τύπο Ν. 299, τιτλοφορούμενο «Δήλωση Κατάθεσης Συμβάσεως», μαζί με αντίγραφο εγγράφου τιτλοφορούμενου «Δωρητήριον Έγγραφο» ημερομηνίας 05/05/1989 και Πιστοποιητικό Εγγραφής Συμβάσεως ημερομηνίας 31/07/1989, ήτοι το Τεκμήριο ΑΤ
- Απ' αυτό προκύπτει ότι η Μερόπη Κίκη Καράλλη μεταβίβασε τα επίδικα Ακίνητα δια δωρεάς στην Εναγομένη
- Στην Δήλωση Κατάθεσης Συμβάσεως (μέρος του Τεκμηρίου ΑΤ4), υπάρχει καταγεγραμμένη και η ακόλουθη πρόνοια: «
- Εγώ ο Δικαιοπάροχος βεβαιώνω ότι το ακίνητο που μεταβιβάζεται υπάρχει, . το απέκτησα με αίρεση με την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως και πιστοποιητικό εγγραφής της Συμβάσεως με Αριθμό ΣΔΔ 1/85 και ημερομηνία 02/01/1985 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου που επισυνάπτω». Περαιτέρω, υπάρχει καταγεγραμμένη και η ακόλουθη πρόνοια «
- Εγώ ο Δικαιοδόχος δηλώνω ότι γνωρίζω καλά ότι η μεταβίβαση αυτή γίνεται με δικό μου κίνδυνο και ότι τότε μόνο θα εγγραφεί στο όνομα μου το ακίνητο που μεταβιβάζεται αφού: - εκείνα που αναφέρει ο Δικαιοπάροχος στις παραγράφους 2 και 3 πιο πάνω και εκείνα που αναφέρει ο Δικαιοπάροχος στη Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως που επισυνάπτεται, επαληθευτούν από το Κτηματολόγιο μόλις γίνει δυνατή η κατοχή του σχετικού κτηματικού μητρώου ή . και ο διευθυντής μπορέσει να κάμει την αναγκαία εγγραφή στο κτηματικό μητρώο και σε άλλα βιβλία του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και εκδώσει το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής». Σε ότι αφορά το Τεκμήριο ΑΤ4, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) ανέφερε ότι δεν γνώριζε γι' αυτό, παρά μόνο πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του όταν τούτο αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγομένης 2, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατά το στάδιο της προδικασίας. Αυτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1 (Ενάγοντα) παρέμεινε αναντίλεκτος. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο ΑΤ4 και το περιεχόμενο του, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) δεν αντεξετάστηκε καθόλου. Η δε ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ4 και το περιεχόμενο του, καθώς επίσης και το γεγονός ότι αυτό είναι κατατιθέμενο στο σχετικό αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, επιβεβαιώθηκε και από την ΜΕ2, λειτουργό του εν λόγω τμήματος που έδωσε στο Δικαστήριο σχετική επί του προκείμενου μαρτυρία. Αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο ΚΔ1, που είναι ουσιαστικά το ίδιο έγγραφο με το Τεκμήριο ΑΤ
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων στην Εναγομένη 2 από την Εναγομένη 1 (αδελφή του Ενάγοντα), η Εναγομένη 2 εταιρεία, ανήκε στην αδελφή του (Εναγομένη 1), τον σύζυγο της (Κώστα Καράλλη) και τα δύο τους παιδιά. Εξ όσων γνωρίζει από τα λεγόμενα της αδελφής του (Εναγομένης 1), διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγομένης 2 ήταν η αδελφή του, Εναγομένη 1 και κάποιος «Φίλιος». Δεν γνώριζε αν υπήρχαν άλλοι στην μέση, ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Τον δε Παναγιώτη Αντωνίου, το όνομα του οποίου παρουσιάζεται επί του Τεκμηρίου ΑΤ4, δήλωσε ότι δεν τον γνωρίζει. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση σε ότι αφορά την Εναγομένη 2 εταιρεία, αν γνωρίζει ποιοι είναι οι μέτοχοι αυτής σήμερα, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από έρευνα που έγινε σε σχέση με την Εναγομένη 2 πριν από την έγερση της Αγωγής, ότι αυτοί είναι, η αδελφή του (Εναγομένη 1), ο σύζυγος της, τα δύο τους παιδιά, ο κ. Κώστας Μελάς και κάποιος κ. Ανδρέας Γεωργιάδης τους οποίους - πέραν της σύντομης επαφής και γνωριμίας που είχε με τον κ. Κώστα Μελά στην οποία είχε αναφερθεί κατά την κυρίως εξέταση του -, δεν γνωρίζει. Σε ότι αφορά τα διοικητικά της Εναγομένης 2, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτα. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, απάντησε ότι δεν γνωρίζει πότε ή τον τρόπο που οι μετοχές της Εναγομένης 2 μεταβιβάστηκαν στους κυρίους Κώστα Μελά και Ανδρέα Γεωργιάδη από την αδελφή του (Εναγομένη 1), τον σύζυγο της και τα δύο τους παιδιά. Επέμεινε όμως ότι γι' αυτές, δεν πληρώθηκε το οποιοδήποτε ποσό. Και τούτο γιατί, ως υποστήριξε, του το είπε η αδελφή του (Εναγομένη 1). Περαιτέρω, υποστήριξε ότι τα πρόσωπα αυτά, πληροφορήθηκαν από την αρχή για την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ1 από την αδελφή του (Εναγομένη 1). Σ' αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι σε ότι αφορά την Εναγομένη 2, τα γεγονότα που αφορούν το ιστορικό της αναφορικά με την μετοχική της δομή και τους αξιωματούχους της, κατέστη στην πορεία της ακροαματικής διαδικασίας παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το μέρος εκείνο του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 που μεταβιβάστηκε σε τρίτα πρόσωπα εκτός της οικογένειας Κάραλλη, είχε αγοραστεί και ότι τα πρόσωπα αυτά, δεν είχαν γνώση του Τεκμηρίου ΑΤ
- Θέση την οποία ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) αρνήθηκε. Η ίδια θέση, δηλαδή περί της άγνοιας ύπαρξης του Τεκμηρίου ΑΤ1, υποβλήθηκε στον ΜΕ1 (Ενάγοντα) και σε ότι αφορά την Εναγομένη
- Θέση την οποία ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) αρνήθηκε, επιμένοντας ότι η Εναγομένη 2 είχε πληροφορηθεί περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου ΑΤ1 από την Εναγομένη 1 αδελφή του. Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), υποστήριξε περαιτέρω ότι, στις 02/03/2004, απέστειλε επιστολή στον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκκαθαριστή της Εναγομένης 2, κ. Κώστα Μελά, με την οποία προσφερόταν να αγοράσει τα Ακίνητα. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), παρουσίασε στο Δικαστήριο την εν λόγω επιστολή, ήτοι το Τεκμήριο ΑΤ
- Αργότερα, κάποιους μήνες μετά, είχε αποστείλει και δεύτερη επιστολή στον κ. Κώστα Μελά, με την οποία και πάλι προσφερόταν να αγοράσει τα Ακίνητα, αλλά αυτή τη φορά, προσφέροντας περισσότερα χρήματα. Η εν λόγω επιστολή, επίσης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΑΤ
- Ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι είχε προσφερθεί να αγοράσει τα Ακίνητα για να γλιτώσει χρόνο και την όλη φασαρία διεκδίκησης τους μέσω του Δικαστηρίου. Είχε αυξήσει την προσφορά του με την δεύτερη επιστολή, ήτοι το Τεκμήριο ΑΤ6, γιατί έτσι του είχε υποδειχθεί από τον κ. Κώστα Μελά, ο οποίος του είχε υποστηρίξει ότι η αξία των Ακινήτων δικαιολογούσε μία υψηλότερη προσφορά. Μετά και την υποβολή της δεύτερης προσφοράς του, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) δεν έλαβε καμία απάντηση από τον κ. Κώστα Μελά. Και αυτοί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ο ΜΥ1, μάλιστα, που κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Υπεράσπισης της Εναγομένης 2, επιβεβαίωσε αυτά. Το τι αμφισβητήθηκε από τον ΜΥ1, είναι ο λόγος για τον οποίο υπεβλήθησαν οι προσφορές αυτές από τον ΜΕ1 (Ενάγοντα) και τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε λάβει ποτέ απάντηση από τον ίδιο στις προσφορές του. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) ως προς το γιατί είχε επιδιώξει να αγοράσει τα Ακίνητα, όταν ο ισχυρισμός του είναι ότι αυτά του ανήκουν, ανέφερε ότι έπραξε καθ' αυτό τον τρόπο γιατί ήθελε να αποφύγει την όλη καθυστέρηση και «φασαρία». Ήθελε, κατά την έκφραση του, «να αγοράσει τον καβγά». Το έκανε για να αποφύγει προβλήματα και όχι για να δημιουργήσει, όπως είπε, προβλήματα. Έμαθε ότι η Εναγομένη 2 εταιρεία ήταν σε εκκαθάριση και πήγε στον κ. Κώστα Μελά, που κατά παράξενο, ως ανέφερε, τρόπο ήταν και μέτοχος της Εναγομένης 2 εταιρείας και υπέβαλε προσφορά για να αγοράσει τα Ακίνητα. Κατόπιν μάλιστα προτροπής του κ. Κώστα Μελά. Ο κ. Κώστας Μελάς, ανέφερε ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), σε αντίθεση με τον ίδιο, γνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ1, όμως δεν του εξήγησε γιατί δεν μπορούσε να πωλήσει τα Ακίνητα. Προφανώς, υποστήριξε ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), γιατί υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Το γεγονός ότι η Εναγομένη 2 τελούσε υπό εκκαθάριση, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) το έμαθε από την αδελφή του (Εναγομένη 1) περί το έτος 2003, πριν από τον θάνατο της μητέρας του, η οποία τον πληροφόρησε ότι, υπεύθυνος τότε γι' αυτήν, ήταν ο κ. Κώστας Μελάς. Μάλιστα, του είχε δώσει και το τηλέφωνο του για να επικοινωνήσει μαζί του. Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) είχε συνάντηση με τον κ. Κώστα Μελά περί το τέλος του έτους
- Ο κ. Κώστας Μελάς του πρότεινε να υποβάλει μία λογική προσφορά για να πάρει τα Ακίνητα. Αυτός του υπέβαλε δύο προσφορές, όμως δεν έλαβε καμία απάντηση σε καμία απ' αυτές. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που υπέβαλε προσφορές για να αγοράσει τα Ακίνητα την δεδομένη χρονική στιγμή, ήταν γιατί γνώριζε ότι η Εναγομένη 2 δεν είχε υποχρέωση να του μεταβιβάσει τα Ακίνητα. Υποστήριξε μάλιστα ότι η Εναγομένη 2 γνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ1 και την σχετική, βάσει αυτού, υποχρέωση της έναντι του. Ο ίδιος, την δεδομένη αυτή στιγμή, δεν γνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ
- Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, στον μάρτυρα υποβλήθηκε από πλευράς Εναγομένης 2 ότι αυτή, δεν ήταν υποχρεωμένη να του μεταβιβάσει τα Ακίνητα και ότι γι' αυτό τον λόγο αυτός προσφέρθηκε να τ' αγοράσει. Θέση την οποία αρνήθηκε. Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) υποστήριξε ότι καταχώρησε την αγωγή το έτος 2010 και όχι ενωρίτερα, γιατί μόλις το 2010 ανακάλυψε την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ
- Είχε δε προηγουμένως (πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής) αποστείλει μέσω του δικηγόρου του σχετική επιστολή προς την Εναγομένη 2 και της ζητούσε να του μεταβιβάσει επ' ονόματι του τα Ακίνητα. Και πάλι δεν έλαβε κάποια απάντηση. Η σχετική επιστολή ημερομηνίας 31/05/2010 κατατέθηκε από τον ΜΕ1 (Ενάγοντα) στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο ΑΤ
- Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), έμενε εντός της ανεγερθείσας, στο Τεμάχιο με αριθμό 733, κατοικίας, μέχρι και το έτος 1986 ή
- Επιθυμεί να ακυρωθεί η εγγραφή των Ακινήτων στο όνομα της Εναγομένης 2 και να εγγραφεί επ' ονόματι του, γιατί σ' αυτά βρίσκεται, ως ανέφερε «το σπίτι του». Είναι πλέον συνταξιούχος και επιθυμεί όταν επισκέπτεται την Κύπρο, να διαμένει εκεί, όπου θα μπορούν να τον επισκέπτονται τα παιδιά και τα εγγόνια του. Περαιτέρω, Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) υποστήριξε ότι η επίδικη κατοικία μπορούσε και μπορεί και σήμερα να ενοικιαστεί και κατοικηθεί. Μάλιστα, το έτος 1986 ή 1987, του το ζήτησαν για ενοικίαση αξιωματικοί των Ηνωμένων Εθνών που υπηρετούσαν στην περιοχή. Δεν το ενοικίασε όμως, γιατί η μητέρα του τον συμβούλευσε ότι σύντομα θα ξεκινούσαν οι εργασίες αξιοποίησης του ακινήτου, τα «χτίσματα», ως ανέφερε, και δεν άξιζε. Επικαλούμενος διαφημίσεις κατοικιών με παρόμοια, με την επίδικη, χαρακτηριστικά, υποστήριξε ότι το αγοραίο ενοίκιο για την κατοικία, προσδιορίζεται σε €400 μηνιαίως. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, απαντώντας, υποστήριξε ότι δεν έγινε εκτίμηση των Ακινήτων, γιατί αυτά βρίσκονται εντός της «νεκρής ζώνης» όπου δεν γίνονται πωλήσεις ακινήτων και γι' αυτό τον λόγο δεν μπορούν να εκτιμηθούν. Υπάρχει, ανέφερε, περιοχή της «νεκρής ζώνης» που μπορεί να κατοικηθεί και κατοικείται. Δεν μπορεί όμως κάποιος εύκολα να ανεγείρει κατοικία, γιατί χρειάζεται ειδική άδεια, που δύσκολα λαμβάνεται. Λόγω αυτής του της τοποθέτησης, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) ερωτήθηκε κατά πόσο η πρόνοια του Τεκμηρίου ΑΤ1 που αναφερόταν σε «χτίσιμο» ήταν έγκυρη. Η απάντηση του ΜΕ1 (Ενάγοντα) ήταν ότι η «νεκρή ζώνη» άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Σήμερα, ως του αναφέρθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, αυτός μπορεί να επισκευάσει την κατοικία και να κατοικήσει σ' αυτήν. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι η οικία που βρίσκεται επί ενός εκ των Ακινήτων δεν είναι κατοικήσιμη. Θέση την οποία αρνήθηκε. Σε ότι αφορά το μηνιαίο ενοίκιο στην βάση του οποίου αξιώνει αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης των Ακινήτων, υποστήριξε και κατά την αντεξέταση του, ότι αυτό είναι λογικό με βάση το αγοραίο ενοίκιο των ακινήτων της περιοχής όπου βρίσκονται και τα επίδικα Ακίνητα. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το μηνιαίο ενοίκιο που ισχυρίζεται ότι είναι το αγοραίο ενοίκιο για την οικία και δη το ποσό που αξιώνει ως αποζημίωση είναι ατεκμηρίωτο. Θέση την οποία ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) επίσης αρνήθηκε. Τέλος, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) υποστήριξε ότι ουδέποτε έλαβε αντάλλαγμα από την Εναγομένη 1 ή την Εναγομένη 2 για να μην του μεταβιβαστούν τα επίδικα Ακίνητα. Συμφώνησε όμως αντεξεταζόμενος ότι το μοναδικό πρόσωπο που αρνήθηκε να εκτελέσει το ισχυριζόμενο απ' αυτόν καταπίστευμα είναι η αδελφή του (Εναγομένη 1), αλλά υποστήριξε ότι η Εναγομένη 2 εταιρεία γνώριζε ότι τα Ακίνητα του ανήκουν και ότι η αδελφή του (Εναγομένη 1) δεν είχε δικαίωμα να τα μεταβιβάσει σ' αυτήν. Ως εκ τούτου, η Εναγομένη 2 έχει, υποστήριξε, υποχρέωση να του τα επιστρέψει. Συμπλήρωσε επ' αυτού ότι δεν γνωρίζει τι συνέβαινε στην Εναγομένη 2, γιατί δεν του εξηγούσε κανείς. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι η Εναγομένη 2 δεν έχει υποχρέωση βάσει του Τεκμηρίου ΑΤ1 να τον αποζημιώσει. Θέση την οποία ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) αρνήθηκε. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) υποστήριξε ότι η Εναγομένη 1, αδελφή του, γνωρίζει για την παρούσα αγωγή. Δεν γνωρίζει προσωπικά αν αυτή της επιδόθηκε, αλλά γνωρίζει ότι η αδελφή του (Εναγομένη 1) γνωρίζει γι' αυτήν. Μάλιστα, πήγε και η ίδια, ανέφερε, στον κ. Κώστα Μελά και συζήτησε το θέμα μαζί του. Αυτό, του το ανέφερε η ίδια η αδελφή του (Εναγομένη 1). Δεν γνωρίζει όμως, τι ακριβώς συζητήθηκε μεταξύ τους. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, του υποβλήθηκε από πλευράς Εναγομένης 2 ότι η παρούσα Αγωγή δεν επιδόθηκε ποτέ στην Εναγομένη 1 αδελφή του. Απαντώντας σ' αυτή την υποβολή, ο ΜΕ1 (Ενάγοντας) υποστήριξε ότι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα από την στιγμή που τα Ακίνητα σήμερα είναι εγγεγραμμένα στην Εναγομένη 2 και όχι την αδελφή του (Εναγομένη 1). Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 (Ενάγοντα) στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ2 Αξιολογώντας την μαρτυρία της ΜΕ2, καταλήγω ότι αυτή ήταν σαφής και θετική. Η μαρτυρία της περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία, λόγω της θέσης και των καθηκόντων της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μπορούσε να γνωρίζει σε ότι αφορά τα επίδικα Ακίνητα, βάσει των πληροφοριών που η ίδια άντλησε από το σχετικό αρχείο του Τμήματος. Ότι δηλαδή, ολόκληρο το μερίδιο των επίδικων Ακινήτων είναι σήμερα εγγεγραμμένο στην Εναγομένη 2 εταιρεία. Ότι αυτά ενεγράφησαν επ' ονόματι της Εναγομένης 2, δια δωρεάς, από την Εναγομένη 1, με την σύμβαση υπ' αριθμό 1267/89 ημερομηνίας 12/05/1989, δυνάμει του Τεκμηρίου ΚΔ
- Ότι η Εναγομένη 1, είχε προηγουμένως αποκτήσει τα Ακίνητα από την μητέρα της Ανδριανή Χριστοδούλου Τερέντη, βάσει της σύμβασης 1/85 ημερομηνίας 02/01/1985, μαζί με την οποία καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο και δωρητήριο έγγραφο (μαζί, τα δύο έγγραφα, αποτελούν το Τεκμήριο ΚΔ2). Ότι η πρόνοια στο δωρητήριο έγγραφο (μέρος του Τεκμηρίου ΚΔ2), ήτοι «Η δικαιοδόχος αποδέχεται την δωρεάν της δικαιοπαρόχου και συμφωνεί όπως μετά πάροδον πενταετίας και ότε τα γεγονότα θα το επιτρέψουν, θα ανεγείρι εισόγιον κατοικίαν ή κατάστημα ή εστιατόριον εντός των δωρηθέντων κτημάτων και να το εγγράψη και/ή δωρήση επ ονόματι του αδελφού της Ανδρέα Χρ. Τερέντη», δεν τηρήθηκε. Και τέλος, ότι με βάση το αρχείο που τηρεί το Κτηματολόγιο, τα επίδικα Ακίνητα είναι χωράφια, χωρίς να μπορεί η ίδια να γνωρίζει εάν σ' αυτά υπάρχει οποιοδήποτε οικοδόμημα. Τα δε έγγραφα, Τεκμήριο ΚΔ1 και Τεκμήριο ΚΔ2, που παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, είναι πιστά αντίγραφα εγγράφων που αποτελούν μέρος του εν λόγω αρχείου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ2 στο σύνολό της, κρίνοντας την ειλικρινή και αξιόπιστη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 Ο ΜΥ1 έδωσε μαρτυρία προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση της Εναγομένης 2, ότι δεν έχει δημιουργηθεί προς όφελος του Ενάγοντα καταπίστευμα, ρητό ή εξυπακουόμενο, σε ότι αφορά τα επίδικα Ακίνητα, που είναι σήμερα εγγεγραμμένα επ' ονόματι της. Η μαρτυρία του, - εκτός του ότι σε αρκετά της σημεία δεν ήταν γνήσια και ειλικρινής, αλλά επιτηδευμένη, με απώτερο σκοπό να πλήξει το υπόβαθρο των γεγονότων επί του οποίου ο Ενάγοντας βάσισε την απαίτηση του και να δημιουργήσει σύγχυση στο Δικαστήριο ως προς αυτά -, επεκτάθηκε, αποκλειστικά και μόνον, σε γεγονότα άσχετα με τα επίδικα. Σε ότι αφορά την σχετικότητα, αλλά και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 (στην οποία προβαίνω αμέσως μετά), ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία. Ότι η Εναγομένη 1, κατά την μεταβίβαση των Ακινήτων στην Εναγομένη 2, βάσει του Τεκμηρίου ΑΤ4 (δέστε επίσης και το Τεκμήριο ΚΔ1), ήτοι την δήλωση καταθέσεως συμβάσεως του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, είχε αποκαλύψει στην Εναγομένη 2, ότι αυτή είχε αποκτήσει τα Ακίνητα με αίρεση. Ήτοι, ότι τα απέκτησε με αίρεση, με την δήλωση καταθέσεως συμβάσεως και πιστοποιητικό εγγραφής της συμβάσεως με αριθμό ΣΔΔ 1/85, ημερομηνίας 02/01/1985 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Δηλαδή, με αίρεση, τα αναφερόμενα στο Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1 (δέστε επίσης το Τεκμήριο ΚΔ2), βάσει του οποίου η Εναγομένη 1 αναλάμβανε να μεταβιβάσει τα Ακίνητα στον Ενάγοντα εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Μάλιστα, το εν λόγω Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1, είχε επισυναφθεί επί του Τεκμηρίου ΑΤ4 (Δέστε το Τεκμήριο ΚΔ1). Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, αλλά και από την μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγοντας (ΜΕ1), εκτός της Εναγομένης 1 - που ήταν και η ίδια αξιωματούχος της Εναγομένης 2 -, κατά την μεταβίβαση των Ακινήτων στην Εναγομένη 2, παρόν στην μεταβίβαση των Ακινήτων και γνώστης των περιστάσεων της προαναφερθείσας μεταβίβασης και των προαναφερομένων, σχετικών μ' αυτήν, εγγράφων, ήταν και ο Παναγιώτης Αντωνίου (ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και των δύο, Εναγομένης 1 και 2), ο οποίος ήταν και αυτός διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ τούτου, τα όσα επακολούθησαν χρονικά και στα οποία αποκλειστικά αναφέρθηκε ο ΜΥ1 κατά την εξέταση του στο Δικαστήριο, είτε αυτά έχουν να κάμουν με την διαδικασία εκκαθάρισης της Εναγομένης 2, είτε έχουν να κάμουν με την αλλαγή στην μετοχική δομής της Εναγομένης 2 εταιρείας, δεν προσθέτουν, ούτε και αφαιρούν απ' το γεγονός το οποίο ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας προς τεκμηρίωση της απαίτησης του, - το οποίο μάλιστα επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια ΑΤ1 και ΑΤ4, αλλά και την μαρτυρία της ΜΕ2 -. Ότι δηλαδή, η Εναγομένη 2, είχε γνώση για τα της υποχρέωσης της Εναγομένης 1 να μεταβιβάσει τα Ακίνητα στον Ενάγοντα, όταν αυτά μεταβιβάζονταν επ' ονόματι της την 10/05/1989 (Δέστε το Τεκμήριο ΚΔ1), όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως, Τεκμήριο ΚΔ2, και το Δωρητήριο Έγγραφο, Τεκμήριο ΑΤ
- Σε κάθε περίπτωση, προχωρώ να αξιολογήσω την μαρτυρία του ΜΥ1, στην περίπτωση που αυτή η διαπίστωση μου κριθεί κατ' έφεση λανθασμένη. Ο ΜΥ1, που είναι δικηγόρος στο επάγγελμα, ανέφερε ότι είναι αξιωματούχος της εταιρείας CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD (ένας εκ των διευθυντών και γραμματέας). Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού του, παρουσίασε στο Δικαστήριο Πιστοποιητικό Αξιωματούχων, εκδοθέν από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 03/03/2009, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΚΜ
- Η CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD είναι διευθυντής της Εναγομένης 2 εταιρείας. Διετέλεσε, περαιτέρω, ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 2 εταιρείας. Μετά την εκκαθάριση της εταιρείας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αυτή αποκαταστήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/02/
- Αυτό παρουσιάστηκε από τον ΜΥ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΚΜ
- Σημειώνεται σ' αυτό το σημείο ότι σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του ΜΥ1, στο βαθμό που δεν έγιναν παραδεκτοί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων, με κοινή δήλωση των δικηγόρων τους, αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Ενάγοντα. Ερωτηθείς σε ότι αφορά την επιστολή που του απέστειλε ο Ενάγοντας ημερομηνίας 02/03/2004 (Τεκμήριο ΑΤ5), ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μ' αυτήν ο Ενάγοντας εξέφρασε την πρόθεση του να αγοράσει τα Ακίνητα της Εναγομένης 2 εταιρείας. Και τούτο γιατί, επ' αυτών, του είχε αναφέρει ο Ενάγοντας, ότι βρίσκεται το πατρικό του σπίτι. Διευκρίνισε ότι στην εν λόγω επιστολή, η αναφορά του Ενάγοντα «we spoke last summer» αφορούσε το καλοκαίρι του έτους
- Ακολούθησε, ανέφερε ο ΜΥ1 και δεύτερη επιστολή του Ενάγοντα, ήτοι το Τεκμήριο ΑΤ6 με την οποία ο Ενάγοντας προσέφερε ένα μεγαλύτερο ποσό για την αγορά των Ακινήτων. Ουδέποτε, ο Ενάγοντας, του είχε ζητήσει να του μεταβιβαστούν τα Ακίνητα χωρίς να πληρώσει γι' αυτά. Ο ΜΥ1, υποστήριξε ότι ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 2 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, προσπαθούσε να πωλήσει ολόκληρη την περιουσία της για πληρωθούν οι πιστωτές της και να αποκατασταθεί. Οι εκτιμήσεις που είχε ήταν ότι η αξία της περιουσίας της Εναγομένης 2 εταιρείας υπερέβαινε τα χρέη της, ή ήταν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «κάπου εκεί» και αυτός προσπαθούσε να την πωλήσει για να εξοφληθούν τα διάφορα χρέη της. Είναι μέσα στα πλαίσια αυτά που διαδραματίστηκαν, τα όσα διαδραματίστηκαν, μεταξύ του και του Ενάγοντα. Ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 2 εταιρείας, είχε προβεί σε έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για να μάθει ποια ήταν η ακίνητη ιδιοκτησία της. Όταν του υποδείχθηκε από τον δικηγόρο του το δωρητήριο έγγραφο (Τεκμήριο ΑΤ1), ανέφερε ότι αυτό δεν είχε ποτέ περιέλθει σε γνώση του. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η Εναγομένη 1, δεν του είχε ποτέ αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση μ' αυτό, ή κάτι συγκεκριμένο για τα Ακίνητα. Η πρώτη φορά που αυτός ενδιαφέρθηκε για τα Ακίνητα, ήταν όταν ο Ενάγοντας τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του, με πρόθεση, την αγορά τους. Και τούτο γιατί, ως ανέφερε, τα Ακίνητα βρίσκονταν στην «νεκρή ζώνη» και δεν θα απέφεραν, με την πώληση τους, μετρητά στην Εναγομένη 2 προς εξόφληση των πιστωτών της, όπως θα απέφεραν άλλα ακίνητα της, στην πώληση των οποίων είχε επικεντρωθεί. Η πρώτη φορά που περιήλθε σε γνώση του ο ισχυρισμός του Ενάγοντα περί καταπιστεύματος, ήταν όταν παρέλαβε την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερομηνίας 31/05/2010 (Τεκμήριο ΑΤ7) και αργότερα με την παρούσα αγωγή. Ερωτηθείς αν γνωρίζει κατά πόσο σε σχέση με τα Ακίνητα καταχωρήθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας οποιοδήποτε καταπίστευμα, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ως εκκαθαριστής της εταιρείας είχε προβεί σε γενική έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε ότι αφορά ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγομένης 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν είχε προκύψει όμως από την εν λόγω έρευνα, η ύπαρξη του δωρητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο ΑΤ1), την οποία (έρευνα) και επικαλέστηκε επανειλημμένα προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του. Όταν όμως κλήθηκε να παρουσιάσει την έρευνα αυτή στο Δικαστήριο, δεν την είχε, ως ισχυρίστηκε, στην κατοχή του, για να το πράξει. Σε ότι αφορά αυτό τον ισχυρισμό του, πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο ΜΥ1 δεν έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο. Σύμφωνα και με την μαρτυρία της ΜΕ2, έρευνα στο σχετικό αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για τα Ακίνητα, θα αποκάλυπτε την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ
- Αυτή μάλιστα, ήταν και η θέση που προβλήθηκε από πλευράς της Εναγομένης 2 κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα (ΜΕ1). Αντεξεταζόμενος σε ότι αφορούσε τον ισχυρισμό του ότι το Τεκμήριο ΑΤ1 περιήλθε σε γνώση του το έτος 2010 και όχι ενωρίτερα, του έγινε η εισήγηση ότι μια απλή έρευνα στο αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με τα Ακίνητα, θα φανέρωνε την ύπαρξη του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι προέβη σε γενική έρευνα σε ότι αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγομένης 2 (στην οποία τα Ακίνητα περιλαμβάνονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο) στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αλλά αυτή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ1, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Γι' αυτό τον λόγο, κρίνω ότι επιτηδευμένα ο ΜΥ1 τοποθετήθηκε ότι δεν είχε στην κατοχή του την γενική έρευνα που είχε εξασφαλίσει από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε ότι αφορά την ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 2, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει την θέση της Εναγομένης 2, ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση του Τεκμηρίου ΑΤ1 και δη του περιεχομένου αυτού. Η προαναφερόμενη κατάληξη μου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ΜΥ1 και η Εναγομένη 2 είχαν στην κατοχή τους το Τεκμήριο ΑΤ4 (ισχυρισμός του ΜΕ1 (Ενάγοντα) ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος), στο οποίο γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στο Τεκμήριο ΑΤ1, το οποίο μάλιστα επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου ΑΤ
- Στο Τεκμήριο ΑΤ1 αναφέρεται αυτολεξεί «
- Εγώ ο Δικαιοπάροχος βεβαιώνω ότι το ακίνητο που μεταβιβάζεται υπάρχει, . το απέκτησα με αίρεση με την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως και πιστοποιητικό εγγραφής της Συμβάσεως με Αριθμό ΣΔΔ 1/85 και ημερομηνία 02/01/1985 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου που επισυνάπτω». Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου. Ερωτηθείς περαιτέρω ο ΜΥ1, αν - αφού ισχυρισμός του είναι ότι τα Ακίνητα δεν ήταν εμπορεύσιμα, λόγω του ότι αυτά βρίσκονται εντός της «νεκρής ζώνης» -, αν είχε επιχειρήσει να πωλήσει τα Ακίνητα, ανέφερε ότι δεν ενδιαφέρθηκε να τα πωλήσει. Η πρόταση όμως από τον Ενάγοντα για να τα αγοράσει ήταν, ως ανέφερε, καλοδεχούμενη. Δεν κατέληξαν σε συμφωνία με τον Ενάγοντα για την πώληση των Ακινήτων, γιατί η προσφορά του Ενάγοντα, γι' αυτά, ήταν πολύ χαμηλή. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι ουδέποτε απάντησε στον Ενάγοντα στις προσφορές του για αγορά των Ακινήτων και ισχυρίστηκε ότι είχαν σχετική επί του προκείμενου προφορική συνομιλία. Σε ότι αφορά την υπόλοιπη ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγομένης 2 εταιρείας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, ως εκκαθαριστής της, πώλησε τα ακίνητα της που ήταν βεβαρημένα με υποθήκες, ώστε να απαλλαχθεί η εταιρεία από τα χρέη που είχε προς δύο ή τρείς τράπεζες, για να μπορέσει να αποκατασταθεί και να συνεχίσει τις οποιεσδήποτε δραστηριότητες της. Τα εν λόγω ακίνητα, πωλήθηκαν, ως ανέφερε, σε μία εταιρεία, το όνομα της οποίας δεν θυμόταν, η οποία και τα ανέπτυξε. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε, ο ΜΥ1 ανέφερε τα ακίνητα της Εναγομένης 2 που πωλήθηκαν, τα ποσά που εισπράχθηκαν από την πώληση τους και τα ποσά που πληρώθηκαν σε προνομιούχους και μη προνομιούχους πιστωτές της Εναγομένης 2 εταιρείας. Ερωτηθείς, ανέφερε και τα ποσά που εισέπραξαν για τις υπηρεσίες τους, ήτοι ο ίδιος ο ΜΥ1 ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 2 εταιρείας, το δικηγορικό του γραφείο και η εταιρεία CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD. Όλες οι εισπράξεις και πληρωμές στις οποίες προέβη ως εκκαθαριστής της Εναγομένης 2 εταιρείας, αναφέρονται, υποστήριξε ο ΜΥ1, στην ένορκο δήλωση που υποστήριξε την αίτηση για αποκατάσταση της Εναγομένης 2 εταιρείας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνονται πλήρεις λογαριασμοί της εκκαθάρισης. Η εν λόγω αίτηση και ένορκος δήλωση, σημείωσε, είχε επιδοθεί στους μετόχους της εταιρείας και τον δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και ήτο σε γνώση τους. Η εν λόγω αίτηση με αριθμό 198/98, ημερομηνίας 19/11/2007, μετά της υποστηριχτικής αυτής ένορκης δήλωσης του ΜΥ1, της ίδιας ημερομηνίας, παρουσιάστηκαν από τον ΜΥ1 και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο ΚΜ
- Σε ότι αφορά την εταιρεία CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD, σε υποβολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι, πραγματικός δικαιούχος των μετοχών αυτής της εταιρείας, στην Εναγομένη 2 εταιρεία, είναι ο ίδιος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία είναι επαγγελματική εταιρεία που έχουν όλα τα δικηγορικά γραφεία, η οποία, σε ότι αφορά τις μετοχές της Εναγομένης 2, ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος κάποιου προσώπου, την ταυτότητα του οποίου δεν μπορούσε να αποκαλύψει λόγω καθήκοντος εμπιστευτικότητας, βάσει σύμβασης εμπιστεύματος. Αρνήθηκε ότι είναι ο πραγματικός δικαιούχος των εν λόγω μετοχών. Πιστοποιητικό μετόχων της CHARME SERVICES & CONSULTANCY LTD παρουσιάστηκε από τον ΜΥ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΚΜ
- Σε ότι αφορά την αλλαγή της μετοχικής δομής της Εναγομένης 2 εταιρείας, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι, οι όποιες αλλαγές σ' αυτήν, είχαν γίνει ενόσω η Εναγομένη 2 εταιρεία εξακολουθούσε να έχει εγγεγραμμένα επ' ονόματι της όλα τα ακίνητα στα οποία ο ΜΥ1 είχε προαναφερθεί κατά την εξέταση του, περιλαμβανομένων και των επίδικων Ακινήτων. Η αλλαγή στην μετοχική δομή της Εναγομένης 2, υποστήριξε, έγινε έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Πληρώθηκαν, υποστήριξε, αρκετές χιλιάδες λίρες, σε μετρητά για την απόκτηση των εν λόγω μετοχών από τον πραγματικό δικαιούχο τους. Ο ΜΥ1, ανέφερε ότι γνώρισε τον σύζυγο της Εναγομένης 1, κ. Κίκη Κάραλλη, από την εποχή που αυτός διατηρούσε εστιατόριο σ' ένα από τα ακίνητα της Εναγομένης 2 εταιρείας που πωλήθηκαν στην Παρεκλησιά, πριν, ως ανέφερε, από τα επίδικα γεγονότα. Την Εναγομένη 1 δεν θυμόταν πότε ακριβώς την είχε γνωρίσει. Πιθανόν την ίδια περίοδο ή ίσως, αργότερα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε υποβολή ότι είχε λόγο να εκδικηθεί τον κ. Κίκη Κάραλλη. Επί του προκείμενου, είχε αναφερθεί στον ΜΥ1 από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, συγκεκριμένη υπόθεση δικαστηρίου στην οποία ο ΜΥ1 ενήργησε εναντίον του κ. Κίκη Κάραλλη ή/και της Εναγομένης 2 εταιρείας, ως δικηγόρος συγκεκριμένου πελάτη του, η οποία απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Ερωτηθείς αν αυτός, ως δικηγόρος, είχε καταχωρήσει την αίτηση για την εκκαθάριση της Εναγομένης 2 εταιρείας, ο ΜΥ1 δεν ήταν σίγουρος, αλλά δεν το απέκλεισε ως ενδεχόμενο. Σε ότι αφορά την προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΥ1, πρέπει να σημειώσω ότι αυτή ήταν συγκεχυμένη. Προδήλως, κατά την άποψη μου, ως απόρροια της προσπάθειας του να διαχωρίσει τον εαυτό του από το οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην παρούσα υπόθεση. Οι απαντήσεις που έδωσε σε ότι αφορά την αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 2 δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρες, αλλά γενικές και αόριστες. Έγινε αναφορά σε δικαιούχο μέτοχο και σε σύμβαση εμπιστεύματος, χωρίς καμία τεκμηρίωση. Το γεγονός και μόνο ότι, αναφερόμενος στην σύμβαση εμπιστεύματος, υποστήριξε ότι αυτή είναι κατατιθέμενη στον Έφορο Εταιρειών, μετά το διαφοροποίησε και υποστήριξε ότι είναι κατατιθέμενη στην Κεντρική Τράπεζα, ενώ τέλος υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει ή ότι δεν μπορούσε να πει που αυτή είναι κατατιθέμενη, είναι ενδεικτικό της προσπάθειας του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν ήταν ξεκάθαρος προς το Δικαστήριο και ως προς τα των συνθηκών που αυτός είχε αναλάβει την εκκαθάριση της Εναγομένης 2 εταιρείας, την εμπλοκή του σ' αυτήν ως δικηγόρος και πως βρέθηκε να είναι, έστω και εντολοδόχος μέτοχος, αν όχι πραγματικός μέτοχος, της Εναγομένης
- Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση ως προς το κατά πόσο ήταν ο ίδιος που καταχώρησε την αίτηση για εκκαθάριση της Εναγομένης 2, ή κάποιος άλλος. Σε υποβολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι ο ΜΥ1 γνώριζε την ύπαρξη του δωρητηρίου εγγράφου Τεκμήριο ΑΤ1 και ότι τα Ακίνητα τα δικαιούται ο Ενάγοντας δυνάμει εμπιστεύματος, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι αυτό το θέμα δεν είχε ποτέ περιέλθει σε γνώση του. Ο Ενάγοντας και η Εναγομένη 1 είχαν πολλές ευκαιρίες να τον ενημερώσουν, αλλά ποτέ δεν το έπραξαν. Μάλιστα, ανέφερε, όταν έγινε η γενική συνέλευση των μετόχων της Εναγομένης 2 εταιρείας για την αποκατάσταση της, αυτοί εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και δεν ήγειραν οποιοδήποτε θέμα. Στις 13/10/2008 ο ΜΥ1 είχε αποστείλει ειδοποίηση για γνωστοποίηση της γενικής συνέλευσης της Εναγομένης 2 εταιρείας για το θέμα της αποκατάσταση της. Ο Ενάγοντας είχε τότε εξουσιοδοτηθεί από τους Κίκη Κάραλλη και Κωνσταντίνα Κάραλλη για να τους εκπροσωπήσει σ' αυτήν. Ο Ενάγοντας, ούτε και τότε ήγειρε οποιοδήποτε θέμα περί δικαιώματος του στα Ακίνητα. Ο Ενάγοντας είχε παραστεί στην γενική συνέλευση των μετόχων της Εναγομένης 2, μαζί με την Εναγομένη 1, με μόνο αίτημα τους να τους «μεταβιβαστεί η Εναγομένη 2 εταιρεία». Όταν τους επεξηγήθηκε ότι το θέμα αυτό δεν ήταν υπό συζήτηση, απεχώρησαν από την συνέλευση, χωρίς να θέσουν τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται μέσα απ' αυτή την αγωγή. Σε ότι αφορά το θέμα αυτό, ο ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο την επιστολή ημερομηνίας 13/10/2008 που του απευθύνθηκε από τους Κίκη Κάραλλη και Κωνσταντίνα Κάραλλη με την οποία ο Ενάγοντας εξουσιοδοτήθηκε να τους αντιπροσωπεύσει στην εν λόγω γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο ΚΜ
- Όταν ο δικηγόρος του Ενάγοντα υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας είχε παραστεί στην εν λόγω γενική συνέλευση με αποκλειστικό σκοπό να ζητήσει την μεταβίβαση των Ακινήτων επ' ονόματι του, ο ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην συνέλευση (Τεκμήριο ΚΜ6) και παρέπεμψε σ' αυτά για να τεκμηριώσει την ήδη προβληθείσα απ' αυτόν θέση. Ακολούθως, υποστήριξε ο ΜΥ1, ο Ενάγοντας είχε την ευκαιρία να εγείρει το θέμα αυτό στα πλαίσια της αίτησης για αποκατάσταση της Εναγομένης 2 στο Δικαστήριο, αλλά ούτε και τότε το έπραξε. Σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του ΜΥ1, αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι αυτοί, αφορούν γεγονότα τα οποία δεν τέθηκαν στον ΜΕ1 (Ενάγοντα) κατά την αντεξέταση του για να τοποθετηθεί επ' αυτών και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Λίγα όμως θα μπορούσαν να προσθέσουν και σίγουρα όχι αρκετά για να ανατρέψουν, ως προανέφερα, το υπόβαθρο των γεγονότων που έθεσε η πλευρά του Ενάγοντα. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η εκδοχή που προσπάθησε ο ΜΥ1 να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ελέγχεται ως αναξιόπιστη και, επομένως, απορρίπτεται. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - Τα Ακίνητα αγοράστηκαν από τον Ενάγοντα γιατί οι γονείς του δεν είχαν δικά τους εισοδήματα και χρήματα για να το πράξουν. Αρχικά τα Ακίνητα ενεγράφησαν επ' ονόματι του πατέρα του Ενάγοντα και ακολούθως μεταβιβάστηκαν στην μητέρα του. Επί του τεμαχίου υπ' αριθμόν 733 χτίστηκε με λεφτά του Ενάγοντα, το σπίτι όπου διέμεναν οι γονείς και η υπόλοιπη οικογένεια του. - Επιθυμία της μητέρας του Ενάγοντα, ήταν τα Ακίνητα να μεταβιβαστούν επ' ονόματι του. - Είχε αποφασιστεί από την μητέρα του και συμφωνηθεί με την αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, ότι αυτή θα μεταβίβαζε τα Ακίνητα στον Ενάγοντα, αφού πρώτα έχτιζε κάτι σ' αυτά, ή αφού αυτή τα αξιοποιούσε προς περαιτέρω ανάπτυξη τους. Αυτός ήταν ο λόγος που η μητέρα του Ενάγοντα μεταβίβασε τα Ακίνητα στην αδελφή του Εναγομένη
- - Η μητέρα του Ενάγοντα, μεταβίβασε τα επίδικα Ακίνητα δια δωρεάς στην αδελφή του, Εναγομένη 1, υπό την αίρεση ότι αυτή, μετά την πάροδο πέντε χρόνων, θα τα μεταβίβαζε στον Ενάγοντα. Και αυτό θα γινόταν, είτε τα Ακίνητα ετύγχαναν περαιτέρω ανάπτυξης, ή χτιζόταν κάτι σ' αυτά από την αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, είτε όχι. Αυτά τεκμηριώνονται από το Τεκμήριο ΑΤ1, ήτοι το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, που παρουσίασε ο Ενάγοντας στο Δικαστήριο. - Το εν λόγω Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1, είναι κατατιθέμενο στα αρχεία του Τμήματος Κτηματολογίου. Το Τεκμήριο ΑΤ1 είναι το ίδιο έγγραφο με μέρος του Τεκμηρίου ΚΔ2, ήτοι την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως ημερομηνίας 02/01/1985, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ΜΕ
- - Η ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, μπορούσε εύκολα να εντοπιστεί από το αρχείο που τηρείται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για τα Ακίνητα. - Ο Ενάγοντας δεν γνώριζε για την ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ
- Γνώριζε, ότι είχε γίνει συμφωνία μεταξύ της μητέρας του και της αδελφής του, Εναγομένης 1, για να του μεταβιβάσει η αδελφή του τα Ακίνητα, αλλά δεν γνώριζε για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας αυτής, ούτε και γνώριζε για την κατάρτιση και υπογραφή του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ
- - Το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1 το βρήκε η μεγάλη αδελφή του Ενάγοντα, η Αγνή, πριν την καταχώριση της Αγωγής το έτος 2010, σε κάποια έγγραφα που είχε αφήσει η αδελφή τους, Εναγομένη 1, στο σπίτι της στην Δερύνεια, για το οποίο και τον πληροφόρησε. - Αν γνώριζε για την ύπαρξη του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, ο Ενάγοντας θα είχε εγείρει την αγωγή αυτή ενωρίτερα. - Ο Ενάγοντας δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διαβήματα διερεύνησης της υπόθεσης και αξίωσης των Ακινήτων μέσω της δικαστικής οδού πριν από το έτος 2010, γιατί σε συνεχείς συζητήσεις που είχε με την αδελφή του, Εναγομένη 1, αυτή τον καθησύχαζε ότι το θέμα θα διευθετείτο. Ο Ενάγοντας δεν ήθελε να πιέσει την αδελφή του περισσότερο, γιατί, αυτή και ο σύζυγος της, αντιμετώπιζαν προβλήματα. - Σε ότι αφορά το θέμα της ύπαρξης κάποιου «χαρτιού», αναφορικά με τα της υποχρέωσης της αδελφής του Ενάγοντα, Εναγομένης 1, να του μεταβιβάσει τα Ακίνητα, - δηλαδή σε ότι αφορά το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1 -, ο Ενάγοντας μίλησε με την μητέρα του για πρώτη φορά το έτος 1996 ή
- Δεν γνώριζε όμως τι ακριβώς ήταν αυτό το «χαρτί», ούτε και το τι αυτό περιείχε. - Η μητέρα του Ενάγοντα ήταν μεγάλης ηλικίας. Όταν ο Ενάγοντας είχε την σχετική συζήτηση μαζί της, η μνήμη της δεν ήταν πολύ καλή. Του ανέφερε κάτι για κάποιο «χαρτί», το οποίο όμως δεν θυμόταν που το είχε φυλάξει. Αργότερα δε, δηλαδή λίγο πριν το θάνατο της, η κατάσταση της υγείας της, δεν επέτρεπε μεγάλη συζήτηση επί του θέματος. - Αφού ο Ενάγοντας έμαθε για πρώτη φορά από την μητέρα του για την ύπαρξη αυτού του «χαρτιού» το έτος 1996 ή 1997, αντιμετώπισε την αδελφή του, Εναγομένη 1 και την ρώτησε αναφορικά μ' αυτό. Αυτή όμως του είπε ότι δεν ήξερε που βρισκόταν αυτό το «χαρτί» και ότι το είχε απολέσει. Δεν του ανέφερε λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του. Με την αδελφή του, Εναγομένη 1, ο Ενάγοντας δεν είχε μεγάλη επαφή, ούτε και ήταν στενά και φιλικά συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ώστε να μπορούσε να συζητήσει εκτενώς το θέμα αυτό μαζί της. Όποτε αυτός της τηλεφωνούσε για το θέμα αυτό, αυτή του ζητούσε να μην την ενοχλεί στο τηλέφωνο και τον καθησύχαζε ότι «θα έβλεπαν τι θα έκαναν». - Η μεταβίβαση των Ακινήτων από την αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, στην Εναγομένη 2, έγινε περί το έτος
- Ο ίδιος ο Ενάγοντας, δεν γνώριζε ότι η αδελφή του, Εναγομένη 1, είχε μεταβιβάσει τα Ακίνητα στην Εναγομένη
- Το έμαθε αργότερα το έτος 2001 ή
- Αυτό το έμαθε από την μικρότερη του αδελφή, την Ηλέκτρα, η οποία συνεργαζόταν με την αδελφή του, Εναγομένη 1 και γνώριζε περισσότερα για τις υποθέσεις της. - Η αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, μεταβίβασε τα Ακίνητα στην Εναγομένη 2, χωρίς την άδεια της μητέρας του Ενάγοντα ή του ιδίου, με σκοπό να τα αξιοποιήσει. - Η μεταβίβαση των Ακινήτων από την αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, στην Εναγομένη 2 εταιρεία, έγινε χωρίς αντάλλαγμα προς την Εναγομένη 2, δια δωρεάς. Αυτό τεκμηριώνεται από το Τεκμήριο ΑΤ4, ήτοι την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. - Βάσει του Τεκμηρίου ΑΤ4, η μεταβίβαση των Ακινήτων έγινε αφού αποκαλύφτηκε και δηλώθηκε από την αδελφή του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, προς την Εναγομένη 2 εταιρεία, ότι τα Ακίνητα αποκτήθηκαν από την Εναγομένη 1 με αίρεση, με την Δήλωση Καταθέσεως Συμβάσεως και πιστοποιητικό εγγραφής της Συμβάσεως με Αριθμό ΣΔΔ 1/85 και ημερομηνία 02/01/1985 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, ήτοι το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1 (ή το Τεκμήριο ΚΔ2), το οποίο μάλιστα είχε επισυναφθεί επ' αυτής. - Ο κ. Παναγιώτης Αντωνίου, που ενήργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 κατά την μεταβίβαση των Ακινήτων από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη 2 (το όνομα του οποίου παρουσιάζεται επί του Τεκμηρίου ΑΤ4, ήτοι την δήλωση καταθέσεως συμβάσεως του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), ήταν κατά την στιγμή της εν λόγω μεταβίβασης, την 10/05/1989, αξιωματούχος της Εναγομένης 2 (είναι παραδεκτό γεγονός ότι από 25/02/1989 έως 01/06/1996 διετέλεσε ως γραμματέας της εταιρείας και από 01/05/1989 έως 01/06/1996 διετέλεσε ως διευθυντής της). Διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και η Εναγομένη
- - Σε ότι αφορά το Τεκμήριο ΑΤ4, ο Ενάγοντας δεν γνώριζε γι' αυτό, παρά μόνο πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του, όταν αυτό αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγομένης 2, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατά το στάδιο της προδικασίας. Το Τεκμήριο ΑΤ4 αποτελεί μέρος του αρχείου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για τα Ακίνητα. Το Τεκμήριο ΑΤ4 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα, είναι το ίδιο έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως Τεκμήριο ΚΔ
- - Ο Ενάγοντας, όταν, περί το έτος 2003, πληροφορήθηκε ότι η Εναγομένη 2 τελούσε υπό εκκαθάριση, επικοινώνησε με τον εκκαθαριστή της κ. Κώστα Μελά και προσφέρθηκε να αγοράσει τα Ακίνητα, για να γλιτώσει χρόνο και την όλη φασαρία διεκδίκησης τους μέσω του Δικαστηρίου. - Ο Ενάγοντας, την δεδομένη αυτή στιγμή της υποβολής προσφοράς για την αγορά των Ακινήτων (αρχές του έτους 2004), δεν γνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου ΑΤ
- Σε αντίθεση με τον κ. Κώστα Μελά που γνώριζε γι' αυτό. - Ο Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε αντάλλαγμα από την Εναγομένη 1 ή την Εναγομένη 2 για να μην του μεταβιβαστούν τα επίδικα Ακίνητα. - Ο ΜΕ1 (Ενάγοντας), έμενε εντός της ανεγερθείσας, στο Τεμάχιο με αριθμό 733, κατοικίας, όταν αυτός επισκεπτόταν την Κύπρο, μέχρι και το έτος 1986 ή 1987, ήτοι και μετά αφότου τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη
- - Η Εναγομένη 1, παρά το γεγονός ότι δεν της έχει επιδοθεί η αγωγή, γνωρίζει γι' αυτήν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δίκαιο που διέπει τα της δημιουργίας ή/και επενέργειας εμπιστευμάτων (ή καταπιστευμάτων) στην Κυπριακή έννομη τάξη, έχει ήδη τύχει εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι, ή Δεδηλωμένα/Ρητά (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη), ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (Trusts arising by operation of the Law)). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive)[iii] ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ Επαγωγής εμπιστεύματα (Implied trusts) όσο και τα Καταληκτικά (Resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα προαναφερόμενα πηγάζουν από τις αρχές της επιεικείας, οι οποίες, βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ)[iv] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, τυγχάνουν εφαρμογής[1], ως αρχές δικαίου και στην Κύπρο. Σχετικά με τα του θέματος είναι και τα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία ρυθμίζουν ειδικά το θέμα που αφορά την δημιουργία εμπιστευμάτων που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία. Εν όψει των προνοιών του Άρθρου 29
(1), (β) και (γ) του Νόμου 14/1960, οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224 προσέλκυσαν αντιδικία, ώσπου τελικά το θέμα έχει παγίως ξεκαθαριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσα από αποφάσεις του σε αρκετές υποθέσεις, αναφορά σε μερικές από τις οποίες προβαίνω στην συνέχεια. Τα εν λόγω άρθρα του Κεφ. 224, προνοούν τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224: «
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σύμφωνα δε με το Άρθρο 4
(1)του Κεφ. 224: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν, και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, του νόμου που αφορά εμπιστεύματα (trusts), του νομού που αφορά τα βακούφια (vakfs) και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα εν προαναφερόμενα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, δεν αποκλείουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα[v]. Σε κατάλληλες περιπτώσεις[2] και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία στοιχεία, είναι δυνατή η διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων[vi]. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε ότι αφορά τα εξυπακουόμενα εμπιστεύματα: «Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχή στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται εν όψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. Βλ.Underhill's Law of Trusts& Trustees, 13η έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 534 κ.επ. και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηροδότου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανση τους στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση (Βλ. Rochefoucould v. Boustead [1987] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684)» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224, διαφοροποιούν τα όσα, κατά το δίκαιο της επιείκειας στην Αγγλία, ισχύουν, σε ότι αφορά την δημιουργία δεδηλωμένων/ρητών εμπιστευμάτων αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία[vii]. Δεν διαφοροποιούν όμως, ή περιορίζουν στην Κύπρο, τα κρατούντα στην Αγγλία, σε ότι αφορά τα της εφαρμογής των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα. Στην υπόθεση Ανδρέας Πίριλλος ν. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας για τους σκοπούς του εμπιστεύματος". Υποδεικνύεται, επίσης, ότι "μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής". Ανεξάρτητα λοιπόν από τα κρατούντα στην Αγγλία στην Κύπρο το θέμα του τί αποτελεί έγκυρο εμπίστευμα ρυθμίζεται από το πιο πάνω άρθρο 65 ΙΕ. Για να μπορούσε να εγγραφεί το τεκμήριο 12 στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου αυτό έπρεπε να είχε καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ. Το άρθρο αυτό δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ως εμπίστευμα πρέπει σ' αυτό να αναφέρεται ρητά ότι με αυτό δημιουργείται εμπίστευμα. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από το λεκτικό των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 65 ΙΕ. Και τα δύο εδάφια ομιλούν για έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βάσει του σκεπτικού της ίδιας υπόθεσης Πίριλλος ανωτέρω, το γεγονός ότι ένα εμπίστευμα δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προνοείται από το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224 ώστε να θεωρείται έγκυρο δεδηλωμένο/ρητό εμπίστευμα, ή εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να θεωρηθεί έγκυρο στην βάση των προνοιών του Άρθρου 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, τούτο δεν αποκλείει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος, αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σχετική επί του προκείμενου είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση αυτή: «Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το τεκμήριο 12 "αποπειράται να δημιουργήσει ρητό εμπίστευμα που από τη φύση του έπρεπε να εγγραφεί δυνάμει του άρθρου 65 ΙΕ του Κεφ. 224". Ο εφεσείων επέμενε στον ισχυρισμό του ότι εκείνο που δημιουργήθηκε ήταν συμβατικό προσωπικό δικαίωμα. Υποστήριζε ωστόσο ότι εάν το τεκμήριο 12 δημιούργησε οποιοδήποτε εμπίστευμα αυτό ήταν ρητό και όχι εξ' επαγωγής. Όμως - κατέληξε - το ρητό αυτό εμπίστευμα ήταν άκυρο γιατί δεν ενεγράφη ως προνοείται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ. 224. ........................................... Εφόσον το τεκμήριο 12 δεν αναφέρεται ρητά στη δημιουργία εμπιστεύματος έπεται πως αυτό δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ. 224. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να εγγραφεί στο Μητρώο που καθορίζεται από το άρθρο 65ΙΕ
(2). Ακολουθεί πως η περί του αντιθέτου εισήγηση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εφεσείων ισχυρίσθηκε ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε "επαρκή γνώση και άρα δεσμευόταν από την ύπαρξη εμπιστεύματος είναι λανθασμένο γιατί το δικαίωμα της εφεσίβλητης ήταν εγγράψιμο και εφόσον δεν ενεγράφη δεν ήταν δεσμευτικό για οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα έκαμε αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 14, παραγ. 1018, 1023 και
- Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην παραγ. 1023 στην οποία διατυπώνεται η θέση ότι το "δόγμα της εξ επαγωγής γνώσης είναι κατά κανόνα ανεφάρμοστο σε συστήματα εγγραφής σε σχέση με πράξεις στις οποίες η προτεραιότητα και η γνώση διέπονται από την προτεραιότητα στην εγγραφή ή το γεγονός της εγγραφής". Οι πιο πάνω αρχές έχουν διατυπωθεί σε υποθέσεις στις οποίες οι σχετικοί νόμοι περιείχαν πρόνοια για εγγραφή και πρόνοια ότι η μη εγγραφή καθιστά τη συναλλαγή ή πράξη άκυρη. Στην κρινόμενη υπόθεση έχουμε ήδη αποφανθεί ότι το τεκμήριο 12 δεν ήταν εγγράψιμο δυνάμει του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ.
- Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διατυπώνονται στις πιο πάνω παραγράφους. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ' αρχήν σημειώνεται ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασία της υπόθεσης, περιόρισε την αξίωση του πελάτη του μέχρι και το ποσό των €100.000,00 σεντς, ώστε το Δικαστήριο να είναι καθ' ύλην αρμόδιο για να εξετάσει την υπόθεση. Καταρτίστηκε προς όφελος του Ενάγοντα δεδηλωμένο/ρητό εμπίστευμα; Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, προκύπτει ότι δεν έχει καταρτιστεί προς όφελος του Ενάγοντα έγκυρο δεδηλωμένο/ρητό εμπίστευμα σε ότι αφορά τα Ακίνητα, με τον τρόπο που προνοείται από το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ.
- Tο εν λόγω άρθρο, προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Επί του προκείμενου, στην υπόθεση Πίριλλος ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι, για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ως εμπίστευμα, εγγράψιμο βάσει των προνοιών του Άρθρου 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, πρέπει σ' αυτό να αναφέρεται ρητά ότι μ' αυτό δημιουργείται εμπίστευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δωρητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1, επί του οποίου ο Ενάγοντας έχει βασίσει το δικαίωμα του σε θεραπεία, βάσει δεδηλωμένου/ρητού εμπιστεύματος, δεν αναφέρει ρητά ότι μ' αυτό δημιουργείται εμπίστευμα, ούτε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία ότι αυτό έχει κατατεθεί στο σχετικό μητρώο εγγραφής εμπιστευμάτων του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου. Εξ' ου και η προαναφερθείσα κατάληξη μου. Δημιουργήθηκε προς όφελος του Ενάγοντα εξ επαγωγής εμπίστευμα; Αυτό όμως το γεγονός, δεν αποκλείει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος του Ενάγοντα σε ότι αφορά τα Ακίνητα, αφού ως προκύπτει, οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης το δικαιολογούν και το επιβάλλουν. Και εξηγώ. Τα επίδικα Ακίνητα, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της αδελφής του Ενάγοντα, Εναγομένη 1, από την μητέρα τους, δια δωρεάς, υπό την αίρεση ότι αυτή, μετά από την πάροδο πέντε χρόνων, θα τα μεταβίβαζε επ' ονόματι του Ενάγοντα. Η επιθυμία της μητέρας του Ενάγοντα, όταν αυτή μεταβίβαζε τα Ακίνητα στην Εναγομένη 1, ήταν αυτά, εν τέλει, να μεταβιβαστούν στον Ενάγοντα. Ο δε σκοπός που αυτά μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη 1[viii] και όχι απευθείας στον Ενάγοντα, ήταν η περαιτέρω αξιοποίηση τους από την Εναγομένη 1, προς όφελος του Ενάγοντα. Η μεταβίβαση στην Εναγομένη 1 των Ακινήτων, έγινε περί το έτος
- Βάσει της συμφωνίας που αυτή είχε με την μητέρα τους, τα Ακίνητα έπρεπε να μεταβιβαστούν στον Ενάγοντα, το αργότερο μέχρι τον Ιανουάριο του έτους
- Αντ' αυτού, η Εναγομένη 1, περί το έτος 1989, μεταβίβασε τα Ακίνητα στην Εναγομένη 2 εταιρεία, ιδιοκτησίας της ίδιας και των άλλων τριών μελών της οικογένειας της (σύζυγο και παιδιά) κατά τον ουσιώδη χρόνο, δια δωρεάς. Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης των Ακινήτων στην Εναγομένη 2 εταιρεία από την Εναγομένη 1, η Εναγομένη 1 ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 2, αυτό προσδίδει γνώση στην Εναγομένη 2 του γεγονός ότι η Εναγομένη 1 είχε αναλάβει υποχρέωση μεταβίβασης των Ακινήτων στον Ενάγοντα το αργότερο μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους
- Σε κάθε περίπτωση, η γνώση της Εναγομένης 2 σε ότι αφορά τα της εν λόγω υποχρέωσης της Εναγομένης 1 έναντι του Ενάγοντα, επιμαρτυρείται και από την δήλωση της μεταβίβασης των Ακινήτων στο Κτηματολόγιο, απ' όπου είναι ξεκάθαρο ότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμήριο ΑΤ1, είχε αποκαλυφθεί στην Εναγομένη 2 από την Εναγομένη
- Παρουσία μάλιστα και εν γνώσει, ενός ακόμη διοικητικού της συμβούλου, του κ. Παναγιώτη Αντωνίου, που ενήργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 κατά την μεταβίβαση των Ακινήτων από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη
- Ως εκ των ανωτέρω, το γεγονός ότι τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη 2 εταιρεία από την Εναγομένη 1, γνωρίζοντας η Εναγομένη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης τους, ότι τον αμέσως επόμενο χρόνο η Εναγομένη 1 είχε υποχρέωση μεταβίβασης τους στον Ενάγοντα, είναι αρκετό για επιβληθεί στην Εναγομένη 2, ως θέμα δικαίου, η υποχρέωση, ως εμπιστευματοδόχος των Ακινήτων προς όφελος του Ενάγοντα, να τα μεταβιβάσει επ' ονόματι του (δέστε την υπόθεση Χρίστος Κληρίδης ανωτέρω). Και τούτο, γιατί σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας και της καλής συνείδησης, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν και επιβάλλουν, τα Ακίνητα να κρατούνται και να απολαμβάνονται από τον Ενάγοντα και όχι την Εναγομένη 2, στην οποία θα ήταν άδικο να επιτραπεί να απολαμβάνει πλήρη ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε σχέση μ' αυτά. Σχετική επί του προκείμενου είναι και η υπόθεση St. George's Car Hire Ltd κ. α. ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 47. Σε ότι αφορά το θέμα της γνώσης της Εναγομένης 2 εταιρείας σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκτεταμένη ανάλυση του εταιρικού δικαίου στο ζήτημα της εκπροσώπησης εταιρείας, είναι δεδομένο ότι μια εταιρεία είναι διάφορο πρόσωπο κατά νόμο, τόσο από τους μετόχους της, όσο και από τους διοικητικούς της συμβούλους. Το διοικητικό συμβούλιο μιας εταιρείας έχει την ευθύνη της διοίκησης της, ενώ οι μέτοχοι είναι βέβαια οι ιδιοκτήτες της, που δυνατόν να ταυτίζονται, αλλά όχι κατ΄ ανάγκη, εν όλω ή εν μέρει, με τους διοικητικούς της συμβούλους. Μια εταιρεία, που είναι ένα τεχνητό πρόσωπο, μπορεί να δράσει μόνο μέσω αντιπροσώπων της και δη μέσω των διοικητικών της συμβούλων, διευθυντικών στελεχών και ανώτερων υπαλλήλων της, από τους οποίους τεκμαίρεται ότι λαμβάνει, την αναγκαία, σε κάθε περίπτωση, πληροφόρηση. Όπως και στην προκείμενη περίπτωση, όπου γνώση για τα της ύπαρξης και του περιεχομένου του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, ως προανέφερα, η Εναγομένη 2 έλαβε μέσω των διοικητικών της συμβούλων, ήτοι την Εναγομένη 2 και τον κ. Παναγιώτη Αντωνίου. Το βάρος απόδειξης της απόκτησης του δικαιώματος[ix] στα Ακίνητα, χωρίς γνώση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα επ' αυτών δυνάμει του δικαίου της επιεικείας, το έφερε η Εναγομένη 2[x], η οποία δεν το απέσεισε, αφού τα προαναφερόμενα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί από τον Ενάγοντα προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου και τα οποία αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα Ακίνητα της μεταβιβάστηκαν από την Εναγομένη 1, δεν αμφισβητήθηκαν απ' αυτήν κατά τρόπο θετικό και ουσιαστικό. Ειδικότερα, εν όψει και του γεγονότος ότι στην προκείμενη περίπτωση, τα Ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη 2 από την Εναγομένη 1 δια δωρεάς και άνευ ανταλλάγματος. Επί του προκείμενου, στο σύγγραμμα Snell's Equity, 29η έκδοση, στην σελίδα 47, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σχετικά: «Nothing can be clearer than that a purchaser for valuable consideration who obtains a legal estate at the time of his purchase without notice of a prior equitable right is entitled to priority in equity as well as at law. In such a case equity follows the law; the purchaser's conscience is in no way affected by the equitable right. Where there is equal the law prevails. The onus of proving the purchase of a legal estate without notice rests on the purchaser». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, στην υπόθεση Πέτσας κ.α. ν. Πέτσας
(1996)1 Α.Α.Δ. 701, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά με τα προαναφερόμενα: «Οι αρχές του δικαίου της επιείκειας εκτείνονται ώστε να καλύπτουν και τρίτους όταν, κατά τα περιστατικά, στοιχειοθετείται δέσμευση της δικής τους συνείδησης, με αποτέλεσμα την υποκατάσταση του καταπιστευματοδόχου από τους ίδιους, ως δικαιούχων σε όποιο βαθμό ήταν δικαιούχος ο καταπιστευματοδόχος. Δεσμεύονται οι τρίτοι από το καταπίστευμα εφόσον δεν είναι αγοραστές έναντι ανταλλάγματος και χωρίς γνώση του, όπως είναι η περίπτωση, μεταξύ άλλων, των κληρονόμων του καταπιστευματοδόχου, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του (Βλ. Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 23, Sinclair v. Broungham 1914 A.C. 398, Keeton and Sheridan 10η έκδοση σελ. 394, Hanbury and Martin, Modern Equity 14η έκδοση σελ. 33.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η Εναγομένη 2, δεν είχε, κατά τον τρόπο που ανέφερα πιο πάνω, πραγματική γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου του Δωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 02/01/1985, Τεκμηρίου ΑΤ1, οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης επιβάλλουν σ' αυτήν, εξ επαγωγή γνώση των εν λόγω γεγονότων, αφού εύλογα θα ανέμενε κανείς, η Εναγομένη 2, να προέβαινε σε έρευνα στο αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με τα Ακίνητα, για να διαπιστώσει εάν αυτά ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης τους σ' αυτήν, βεβαρυμμένα κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, ή εάν σε σχέση μ' αυτά, είχε, οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, οποιοδήποτε δικαίωμα ή διεκδίκηση. Στο σύγγραμμα Snell's Equity, 29η έκδοση, στις σελίδες 51 και 52, το θέμα της εξ επαγωγής γνώσης τίθεται ως εξής: «2. Constructive notice (
- a)The principle. The general principle is that a purchaser will be treated as having constructive notice of all that a reasonably prudent purchaser, acting on skilled advice, would have discovered. Constructive notice has been said to be 'in its nature no more than evidence of notice, the presumptions of which are so violent that the court will not allow even of its being controverted'. There are two main heads of constructive notice, namely - (
- i)those where the purchaser had actual notice that the property was in some way incumbered, in which case he will be held to have constructive notice of all that he would have discovered if he had investigated the incumbrance; and (
- ii)those where the purchaser has, whether deliberately or carelessly, abstained from making those inquiries that a prudent purchaser would have made». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η Εναγομένη 1 ήταν αναγκαίος διάδικος; Στην αγόρευση του, ο δικηγόρος της Εναγομένης 2 στάθηκε στο γεγονός ότι, η παρούσα Αγωγή, προωθήθηκε μόνο σε ότι αφορά την Εναγομένη 2, αφού όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, το Κλητήριο Ένταλμα που εκδόθηκε σε ότι αφορά την Εναγομένη 1 εξέπνευσε, χωρίς αυτό ποτέ να της επιδοθεί. Θέση της Εναγομένης 2, είναι ότι η Εναγομένη 1 ήταν αναγκαίος διάδικος στην παρούσα Αγωγή. Η απουσία της Εναγομένης 1, πλήττει ουσιωδώς την υπόθεση του Ενάγοντα και γι' αυτό, η παρούσα Αγωγή πρέπει, υποστήριξε, να απορριφθεί. Αυτό ακριβώς το θέμα, έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πέτσας κ.α. ν. Πέτσας
(1996)1 Α.Α.Δ. 701[xi]. Σ' αυτή την υπόθεση, ο Εναγόμενος, που επί σειρά ετών είχε κατοχή ενός κτήματος επί του οποίου είχε ανεγείρει και διάφορα κτίσματα, είχε εναχθεί από τους Ενάγοντες, εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του κτήματος, για παράνομη επέμβαση. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ήταν ότι αυτός, δικαιωματικά κατείχε το κτήμα, επειδή ο πατέρας τον Εναγόντων (στους οποίους το κτήμα είχε εγγραφεί δυνάμει διαδοχής λόγω του θανάτου του), είχε αγοράσει το κτήμα με δικά του χρήματα και για λογαριασμό του. Με τη ρητή μάλιστα συναντίληψη, πως θα του το μεταβίβαζε το Κτήμα σε εύθετο χρόνο. Η εκδοχή αυτή του Εναγομένου, έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο απεφάνθη ότι ο Εναγόμενος ήταν κατά το δίκαιο της επιείκειας ιδιοκτήτης του κτήματος, πως αυτό ενεγράφη στο όνομα του πατέρα των Εναγόντων ως καταπιστευματοδόχου και πως αυτός είχε δικαίωμα να το αναζητήσει από τους Ενάγοντες, ως κληρονόμους του. Απέρριψε συνεπώς την αγωγή και εξέδωσε διάταγμα ως η ανταπαίτηση του Εναγομένου, για έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του. Κατ΄έφεση, εγέρθηκε το θέμα κατά πόσο ο πατέρας των Εναγόντων και εφόσον αυτός απεβίωσε, πρόσωπο που θα διοριζόταν ως διαχειριστής της περιουσίας του, ήταν αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Απορρίπτοντας τον σχετικό, με το θέμα αυτό, λόγο έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση του, ανέφερε τα εξής σχετικά: «Η συνένωση του καταπιστευματοδόχου ως διαδίκου μπορεί να είναι αναγκαία. Αλλά και εκεί όπου η φύση της διεκδίκησης την επιβάλλει, αναγνωρίστηκαν εξαιρέσεις. (Βλ. Annual Practice (ανωτέρω) και επ., Harmer v. Armstrong [1933] All ER Rep. 778, William Brandt's Sons and Co. v. Dunlop Rubber Company, [1905] A.C. 454, Weddell v. J.A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. σελ. 624). Με την ελπίδα πως δεν υπεραπλουστεύουμε ένα θέμα με πληθώρα εκφάνσεων θα λέγαμε πως γενικά η αναγκαιότητα συνένωσης του καταπιστευματοδόχου είναι συναρτημένη είτε προς την έλλειψη αυτοτελούς αγώγιμου δικαιώματος του δικαιούχου στο καταπίστευμα είτε προς την ενδεχόμενη συνέχιση της ύπαρξης ζωντανού συμφέροντος του καταπιστευματοδόχου, το οποίο θα μπορούσε ο ίδιος να επικαλεστεί. Οπότε, η εκδίκαση θέματος σχετικού προς το καταπίστευμα στην απουσία του θα ήταν ατελέσφορη και θα διάνοιγε τη δυνατότητα νέων διαδικασιών αφού το αποτέλεσμα της πρώτης δεν θα δέσμευε όλους τους ενδιαφερομένους. (Βλ. Performing Right Society Ld v. The London Theater of Varieties, Ld A.C. 1924 σελ. 1). Οι αρχές του δικαίου της επιείκειας εκτείνονται ώστε να καλύπτουν και τρίτους όταν, κατά τα περιστατικά, στοιχειοθετείται δέσμευση της δικής τους συνείδησης με αποτέλεσμα την υποκατάσταση του καταπιστευματοδόχου από τους ίδιους, ως δικαιούχων σε όποιο βαθμό ήταν δικαιούχος ο καταπιστευματοδόχος. Δεσμεύονται οι τρίτοι από το καταπίστευμα εφόσον δεν είναι αγοραστές έναντι ανταλλάγματος και χωρίς γνώση του, όπως είναι η περίπτωση, μεταξύ άλλων, των κληρονόμων τού καταπιστευματοδόχου, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του. (βλ. Snell's Equity 29η έκδοση σελ. 23, Sinclair y. Broungham [1914] A.C. 398, Keeton and Sheridan 10η έκδοση σελ. 394, Hanbury and Martin, Modern Equity 14η έκδοση σελ. 33). Οι εφεσείοντες διαδέχθηκαν τον αποβιώσαντα Αργυρό, ο εφεσίβλητος διατηρεί εναντίον τους ως των τωρινών εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του κτήματος αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα και δεν υπάρχει άλλος που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα επηρεαζόταν από την κατάληξη της αντιδικίας όπως την οριοθέτησαν οι γραπτές προτάσεις. Η εισήγηση των εφεσειόντων πρέπει να απορριφθεί». (η υπογράμμιση και η έμφαση δεν είναι δική μου) Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Εναγομένη 2, αποδέχθηκε, δια δωρεάς, την εγγραφή των Ακινήτων επ' ονόματι της από την Εναγομένη
- Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας, διατηρεί εναντίον της Εναγομένης 2, ως της υφιστάμενης εγγεγραμμένης ιδιοκτήτη των Ακινήτων, αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα και η Εναγομένη 1, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί με τον οποιοδήποτε τρόπο ότι θα επηρεαζόταν από την κατάληξη της αντιδικίας όπως αυτή οροθετείται από τις έγγραφες προτάσεις, ανεξάρτητα αν αυτή είχε αρχικά συνενωθεί σ' αυτήν ως διάδικος. Ως εκ τούτου, η εν προκειμένω εισήγηση της Εναγομένης 2 απορρίπτεται. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί (εκ του περισσού ίσως, λόγω της προαναφερθείσας κατάληξης μου) ότι η Εναγομένη 2, - ως έχει αποδειχθεί από τον Ενάγοντα προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου -, γνωρίζει για την παρούσα Αγωγή και τις αξιώσεις του Ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι η αγωγή της έχει επιδοθεί και το εκδοθέν σε σχέση μ' αυτήν Κλητήριο Ένταλμα, έχει λήξει. Θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, αν έκρινε ότι τα δικαιώματα της επηρεάζονταν κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, να εμφανιζόταν στην υπόθεση για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της. Σχετική επί του προκείμενου είναι η Πολιτική Αίτηση Αρ. 7/2014 του Στέλιου Στυλιανίδη, για Λήψη Άδειας για Καταχώριση Αίτησης για Προνομιακά Εντάλματα Certiorari και Mandamus, ημερομηνίας 17/01/
- Και να προσθέσω και κάτι άλλο. Αν η μαρτυρία της Εναγομένης 1, ήταν ζωτικής σημασίας, ως είναι η εισήγηση της Εναγομένης 2, τότε αυτή μπορούσε να κλητευθεί απ' αυτήν στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί, ή για να δώσει μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Ενάγοντα, είτε στην βάση των προνοιών του Άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως προς την οποιανδήποτε μαρτυρία έδωσε ο Ενάγοντας προερχόμενη απ' αυτήν (εξ ακοής), είτε ως μάρτυρας Υπεράσπισης. Και επί τούτου, να μην λησμονείται και το γεγονός ότι η Εναγομένη 1, εξακολουθεί να είναι μέτοχος της Εναγομένης 2, ο δε σύζυγος της, είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 2, ως επίσης και μέτοχος της. Γεγονότα από τα οποία κάποιος εύλογα θα ανέμενε η Εναγομένη 2 να δράσει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ώστε να αμφισβητήσει τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, η πλειοψηφία από τα οποία παρέμειναν, ως προανέφερα, αναντίλεκτα από πλευράς της. Τυγχάνει Εφαρμογής το Δόγμα της Ολιγωρίας (laches); Το Δόγμα της Ολιγωρίας (laches) έτυχε πρόσφατα εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, ημερομηνίας 23/01/2013 στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Ο τεχνικός όρος laches, γιατί περί τεχνικού ουσιαστικά όρου πρόκειται, έλκει την προέλευση του από το λατινικό δόγμα vigilantibus non dormintibus, jure subveniunt (delay, defeats, equities or equity, aids, the vigilant and not the indolent). Πρόκειται για αρχή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με την οποία, καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Με άλλα λόγια, οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διάδικου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Όμως, περιθώριο για εφαρμογή της εν λόγω αρχής, δεν παρέχεται εκεί και όπου τυγχάνουν εφαρμογής ρητοί νομοθετικοί χρονικοί περιορισμοί στη διεκδίκηση αστικών δικαιωμάτων, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Ενδεικτικό της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη νομολογία και γενικά μέσα από τον τρόπο προσέγγισης του συγκεκριμένου δόγματος, συνιστούν τα πιο κάτω αποσπάσματα, τα οποία και υιοθετούμε, από τη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fisher v. Brooker
(2009)1 W.L.R. 1764, 1780, 1781, 1784 (4 All E.R. 789), στην οποία ο Δικαστής, Λόρδος Neuberger of Abbotsbury, έθεσε το θέμα ως εξής: "
- Fifthly, laches is an equitable doctrine, under which delay can bar a claim to equitable relief. In the Court of Appeal, Mummery LJ said that there was "no requirement of detrimental reliance for the application of acquiescence or laches" [2008] Bus LR 1123, para
- Although I would not suggest that it is an immutable requirement, some sort of detrimental reliance is usually an essential ingredient of laches, in my opinion. In Lindsay Petroleum Co v Hurd
(1874)LR 5 PC 221, 239-240, Lord Selborne LC, giving the opinion of the Board, said that laches applied where "it would be practically unjust to give a remedy", and that, in every case where a defence "is founded upon mere delay ..... the validity of that defence must be tried upon principles substantially equitable". He went on to state that what had to be considered were "the length of the delay and the nature of the acts done during the interval, which might affect either party, and cause a balance of justice or injustice in taking the one course or the other, so far as relates to the remedy. .................................................................................................................... 79. The argument based on laches faces two problems. The first is that, as pointed out by David Richards J, laches only can bar equitable relief, and a declaration as to the existence of a long-term property right, recognised as such by statute, is not equitable relief. It is arguable that a declaration should be refused on the ground of laches if it was sought solely for the purpose of seeking an injunction or other purely equitable relief. However, as already mentioned, that argument does not apply in this case. Secondly, in order to defeat Mr Fisher's claims on the ground of laches, the respondents must demonstrate some "acts" during the course of the delay period which result in "a balance of justice" justifying the refusal of the relief to which Mr Fisher would otherwise be entitled. For reasons already discussed, the respondents are unable to do that. They cannot show any prejudice resulting from the delay, and, even if they could have done so, they have no answer to the judge's finding at para 81, that the benefit they obtained from the delay would outweigh any such prejudice."». Αρχική παρατήρηση του Δικαστηρίου, είναι ότι η Εναγομένη 2 δεν εγείρει με την Έκθεση Υπεράσπιση της, την υπεράσπιση της ολιγωρίας (laches)[xii]. Ο Ενάγοντας, μ' αυτή την αγωγή, επιδιώκει θεραπεία εναντίον της Εναγομένης 2, η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας και ως εκ τούτου, το δόγμα της ολιγωρίας (laches), θα μπορούσε να τύχει εξέτασης, εάν η θέση αυτή είχε δικογραφηθεί. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι ο δικηγόρος της Εναγομένης 2, δεν ήγειρε με την αγόρευση του το ζήτημα αυτό. Σε κάθε όμως περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το οποίο προκύπτει από την μαρτυρία που έχει αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, είναι ότι: (α) Η Εναγομένη 2, ως προανέφερα, δεν αμφισβήτησε και δεν ανέτρεψε το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου ότι ο Ενάγοντας βάσισε την απαίτηση του. Ήτοι, ότι αυτός δεν καθυστέρησε αδικαιολόγητα στο να λάβει μέτρα για σκοπούς διασφάλισης και διεκδίκησης των δικαιωμάτων του σε ότι αφορά τα Ακίνητα. Ο Ενάγοντας αντεξεταζόμενος, έδωσε σαφείς εξηγήσεις σε ότι αφορά το χρονικό των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και γιατί αυτός δεν κινήθηκε ενωρίτερα για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Ισχυρισμοί που, ως προανέφερα, δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης από πλευράς Εναγομένης 2, με την παρουσίαση θετικής, ως προς το αντίθετο, μαρτυρίας. (β) Περαιτέρω, η Εναγομένη 2, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία ώστε να επιδείξει ενέργειες της στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, οι οποίες να καταδεικνύουν ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται καλύτερα με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Με βάση την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι, στα χρόνια που πέρασαν, από το έτος 1990, μέχρι και την καταχώριση της παρούσας αγωγής το έτος 2010, δεν έγινε τίποτα από πλευράς Εναγομένης 2 σε σχέση με τα Ακίνητα, που η παροχή της αιτούμενης θεραπείας προς τον Ενάγοντα, θα της αφαιρούσε το οποιοδήποτε όφελος, ή θα της προκαλούσε την οποιαδήποτε ζημιά και κατ' επέκταση αδικία. Ως εκ των ανωτέρω, δεν θα εξασκούσα την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας προς όφελος του Ενάγοντα, λόγω ολιγωρίας (laches) εν πάση περιπτώσει. Δικαιούται ο Ενάγοντας σε Αποζημίωση; Ο δικηγόρος του Ενάγοντα κατά την τελική του αγόρευση, απέσυρε την απαίτηση του πελάτη του υπό το Αιτητικό Α της Έκθεσης Απαίτησης, με την οποία ο Ενάγοντας αξίωνε από το Δικαστήριο αποζημίωση ύψους €95.000,00 σεντς, για απώλεια χρήσης και εκμετάλλευσης των επίδικων Ακινήτων. Ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται από το Δικαστήριο χωρίς να χρειάζεται να τύχει περαιτέρω εξέτασης. Τώρα, σε ότι αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα υπό το Αιτητικό Β της Έκθεσης Απαίτησης, με την οποία ο Ενάγοντας αξιώνει από το Δικαστήριο €380,00 σεντς μηνιαίως, για την απώλεια ενδιάμεσων κερδών ή/και χρήσης, μέχρι την μεταβίβαση των Ακινήτων επ' ονόματι του (ως γίνεται αντιληπτό από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, η καταβολή αυτού του ποσού αξιώνεται από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής), ο δικηγόρος του Ενάγοντα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Ενάγοντας δεν επιμένει σ΄ αυτήν, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Ο δικηγόρος της Εναγομένης 2, υποστήριξε ότι, ο Ενάγοντας, δεν απέδειξε την αγοραία ενοικιαστική αξία των Ακινήτων ώστε να δικαιούται την εν λόγω θεραπεία. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη και την θέση της Εναγομένης 2 ως έχει προαναφερθεί, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να δοθεί άδεια στον Ενάγοντα να αποσύρει την εν λόγω απαίτηση του, άνευ βλάβης. Αυτή όμως, απορρίπτεται από το Δικαστήριο, καθ' ότι δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς του, μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται το ύψος του αγοραίου ενοικίου της κατοικίας ή/και των Ακινήτων. Αυτό είναι ένα θέμα που για να αποδειχθεί, είναι αναγκαία η παρουσίαση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα[xiii], που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στην προκείμενη περίπτωση. Ευθύνη φυσικά γι' αυτό, έχει ο Ενάγοντας. Οι γενικές και αόριστες τοποθετήσεις του σε ότι αφορά τα ενοίκια άλλων κατοικιών ή ακινήτων στην γύρω απ' τα Ακίνητα περιοχή, τα οποία δεν προσδιόρισε καν, επικαλούμενος σχετικές διαφημίσεις ή ανακοινώσεις, δεν είναι ικανές να αποδείξουν την εν λόγω απαίτηση του. Απορρίπτεται επίσης και η απαίτηση του Ενάγοντα για επιδίκαση προς όφελος του και εναντίον της Εναγομένης 2, τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την νομολογία, η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800: «Εξίσου αβάσιμη είναι η έφεση εναντίον του μέρους της πρωτόδικης απόφασης που αφορά την απόρριψη της αξίωσης του εφεσείοντα για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ούτε η Papakokkinou (ανωτέρω) ούτε η Constantinides (ανωτέρω), που επικαλέστηκε ο εφεσείων δεν προάγουν το αίτημά του για την καταδίκη των εφεσιβλήτων σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη επιφύλαξη, καθίσταται σαφές, και στις δύο αποφάσεις, ότι η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E. R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στην Papakokkinou (σελ. 75). "(
- a)Civil wrongs resulting from the use of oppressive and unconstitutional conduct by servants of the Crown. (
- b)Civil wrongs committed in gross disregard to the rights of the injured party, perpetrated in circumstances calculated to yield profit to the perpetrator, and (
- c)where the statute expressly permits award of exemplary damages." .......................................... Η ίδια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί και στην Constantinides. Τόσο στην Papakokkinou, όσο και στην Constantinides, τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάστηκαν για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, στην πρώτη για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Άρθρο 43 Κεφ. 148) και στη δεύτερη για το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης διάρρηξης σύμβασης (Άρθρο 34
(1)Κεφ. 148). Πρέπει να επισημάνουμε ότι στην Constantinides δεν επιδικάστηκαν τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη διάρρηξη της σύμβασης, από τον αντισυμβαλλόμενο, τον εναγόμενο 1. Διατάχθηκαν μόνο εναντίον του εναγομένου 2, ο οποίος δεν ήταν μέρος στη σύμβαση και ο οποίος κρίθηκε ένοχος για το αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (exemplary damages), αποσαφηνίστηκαν στην Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R.
- Όπως εξηγείται στην απόφαση του Λόρδου Devlin στη Rookes (ανωτέρω), οι αποζημιώσεις σε αστικά αδικήματα δεν ήταν αυστηρά προκαθορισμένες. Τις διέκρινε πάντοτε στοιχείο ρευστότητας (at large). Εφόσον η αδικοπραγία ήταν ειδεχθής, στο βαθμό που να δικαιολογεί την τιμωρία του αδικοπραγούντος, μπορούσε να καταδικασθεί σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δεν θα διαπραγματευθούμε τις προϋποθέσεις για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Σημειώνουμε μόνο ότι εξαρχής η εξουσία για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων είχε ταυτιστεί με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. (Βλ. Wilkes v. Wood [1763] Lofft.
- Huckle v. Moncy [1763] 2 Wils.
- Tullidge v. Wade [1769] 3 Wils.
- Leith v. Pope [1779] 2 Wm. Bl.
- Merest v. Harvey
(1814)5 Taunt.
- Sears v. Lyons [1818] 2 Stark.
- Williams v. Currie [1845] 1 C.B.
- Emblen v. Myers [1860] 6 H. & N. 54.) Δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε ότι στα πρώτα χρόνια της εξέλιξης του κοινού δικαίου δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων. Η αυστηρή διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων που αναγνωρίστηκε συν τω χρόνω δεν εξάλειψε ολοσχερώς τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής τιμωρίας στον κατά το αστικό δίκαιο αδικοπραγούντα· περιορίστηκε όμως στις τρεις κατηγορίες που αναγνωρίστηκαν στη Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome και σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Βlackshaw v. Lord [1983] 2 All E. R.
- AB v. South West Water Services Ltd [1993] 1 All E.R.
- John v. MGN Ltd [1996] 2 All E.R. 35.)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η παρούσα αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται αναγνωριστικό διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η Εναγομένη 2, κρατεί τα Ακίνητα που αναγράφονται στην παράγραφο 4 της εκθέσεως απαιτήσεως προς όφελος του Ενάγοντα. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγομένη 2 να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εγγραφή ή μεταβίβαση των εν λόγω Ακινήτων στον Ενάγοντα, εντός 45 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και σε βάρος της Εναγόμενης 2, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά στο ½ τους, λόγω της μερικής επιτυχίας της υπόθεσης του Ενάγοντα. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στον βαθμό και την έκταση που καθορίζεται από το εν λόγω άρθρο του Νόμου 14/1960, ήτοι «εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». [2] Και παρά την ανυπαρξία εγγράφου. [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [iii] Η φύση αυτού του όρου επεξηγείται ως εξής στο σύγγραμμα των Hanbury & Martin "Modern Equity", 14η έκδοση, σελ. 291-292: «A CONSTRUCTIVE trust is one which arises by operation of law, and not by reason of the intention of the parties, express or implied. 'English law provides no clear and all- embracing definition of a constructive trust. Its boundaries have been left perhaps deliberately vague, so as not to restrict the court by technicalities in deciding what the justice of a particular case may demand'. It has been 'a ready means of developing our property law in modern times'. The principle is that where a person who holds property in circumstances in which in equity and good conscience it should be held or enjoyed by another, he will be compelled to hold the property in trust for that other.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] «29.-
(1)Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής ή πoιvικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα εφαρμόζη- (α) τo Σύvταγμα της Δημoκρατίας και τoυς δυvάμει αυτoύ γεvoμέvoυς ή υπό Δικαστηρίoυ εφαρμoστέoυς vόμoυς (β) τoυς vόμoυς τoυς διατηρηθέvτας εv ισχύϊ δυvάμει τoυ άρθρoυ 188 τoυ Συvτάγματoς υπό τoυς εv αυτώ πρoβλεπoμέvoυς όρoυς εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη δυvάμει vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς (γ) τo κoιvόv δίκαιov (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα (δ) τoυς vόμoυς και τας αρχάς περί τωv Βακoυφίωv (ahkamul evkaf) τoυς αvαφερoμέvoυς εις τηv παράγραφov 2 τoυ άρθρoυ 110 τoυ Συvτάγματoς (ε) τoυς Νόμoυς τoυ Κoιvoβoυλίoυ τoυ Ηvωμέvoυ Βασιλείoυ της Μεγάλης Βρετταvίας και Βoρείoυ Iρλαvδίας, oίτιvες είχov εφαρμoγήv εv Κύπρω κατά τηv αμέσως πρo της ημέρας αvεξαρτησίας ημέραv, εκτός εάv άλλη εγέvετo ή θα γίvη πρόβλεψις υπό vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς και εφόσov δεv είvαι αvτίθετoι ή ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [v] Δέστε επί του προκείμενου τις υποθέσεις Miltiadous v. Miltiadous
(1982)1 C.L.R. 797, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, Πένταυκας ν. Πένταυκα
(1991)1 Α.Α.Δ. 547 στη σελίδα 554, Κωνσταντίνου ν. Δημοσθένους
(1992)1 Α.Α.Δ. 621 στη σελίδα 625, Ανδρέας Στέλιου Ορφανίδη ν. Νίκης Ανδρέα Ορφανίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 521,Παντελής Χαραλαμπίδης ν. Γεωργίου Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 709. [vi] Ανδρέας Ι. Τσαγγάρη ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.ά.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 472. [vii] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Ανδρέας Πίριλλος ν. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153. [viii] Πρόκειται περί περιπτώσεως τυπικής κυριότητας. Δέστε επ' αυτού τις υποθέσεις Θ. Χριστοφόρου ν. Ελένης Χρυσοστόμου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551 και Ανδρέας Παπαϊωάννου ν. Ελένης Ανδρέου
(2001)1Β Α.Α.Δ 903. [ix] Legal Estate. [x] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Ανδρέας Πίριλλος ν. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153. [xi] Σε ότι αφορά την εξαίρεση στον κανόνα συνένωσης του καταπιστευματοδόχου ως διαδίκου όταν ο δικαιούχος στο καταπίστευμα έχει αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα σ' αυτό, σχετική είναι και η υπόθεση Ανδρέας Παπαϊωάννου ν. Ελένης Ανδρέου
(2001)1Β Α.Α.Δ 903, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά τη συζήτηση της έφεσης θέσαμε ζήτημα αναφορικά με το κατά πόσο δεν θα έπρεπε να είχαν προστεθεί ως διάδικοι όλοι όσοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν συμφέρον βάσει του εμπιστεύματος. Τελικά, αφού λάβαμε υπόψη τη Δ.9 θ. 8 που προνοεί για τα μέρη σε αγωγή αναφορικά με εμπίστευμα, σε συνδυασμό με το ότι εν προκειμένω το εμπίστευμα αφορά σε χωριστή, συγκεκριμένη έκταση για τον κάθε δικαιούχο, καταλήξαμε πως θα ήταν άτοπη η ανάπτυξη από μέρους μας οποιασδήποτε πρωτοβουλίας μετά τη δικαστική διαπίστωση περί της έκτασης του δικαιώματος της εφεσίβλητης. Η εφεσίβλητη έχει λοιπόν δικαίωμα επί του μέρους που σημειώθηκε στο τοπογραφικό σχέδιο, τεκμήριο 1». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xii] Υποστηρικτική της θέσης αυτής, είναι η υπόθεση Αρχή Τηλεποικινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, ημερομηνίας 23/01/2013. Δέστε επ' αυτού το Σύγγραμμα Precedents of Pleadings των Bullen, Leake and Jacob, 12η Έκδοση, σελ. 1154. [xiii] Δέστε επ' αυτού την υπόθεση Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1285. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο