ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO ΕΚ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης Αρ.: 7/2014, 8/2014 και 9/2014, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης Αρ.: 7/2014, 8/2014 και 9/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO ΕΚ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ------------------- Ημερομηνία: 14/05/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Κεντρική Αρχή, κα Ε. Λοϊζίδου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τον Εκζητούμενο, κ. Χρ. Δημητρίου Εκζητούμενος, παρών --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
- Την 11/04/2014, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον προσώπου με το όνομα ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO (στο εξής καλούμενος «ο Εκζητούμενος»). Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αφού παραλήφθηκε από το Δικαστήριο από την προαναφερθείσα αρχή έκδοσης του, την 30/04/2014, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Πρωτοκολλητή για εξέταση. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, με την καταχώρηση του στο σχετικό αρχείο που η Πρωτοκολλητής τηρεί για τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, πήρε τον αριθμό αναφοράς 7/14 (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ 7/14»).
- Την 16/04/2014, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον προσώπου με το όνομα ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO, δηλαδή τον Εκζητούμενο. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αφού παραλήφθηκε από το Δικαστήριο από την προαναφερθείσα αρχή έκδοσης του, την 30/04/2014, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Πρωτοκολλητή για εξέταση. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, με την καταχώρηση του στο σχετικό αρχείο που η Πρωτοκολλητής τηρεί για τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, πήρε τον αριθμό αναφοράς 8/14 (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ 8/14»).
- Την 28/04/2014, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον προσώπου με το όνομα ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO, δηλαδή τον Εκζητούμενο. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αφού παραλήφθηκε από το Δικαστήριο από την προαναφερθείσα αρχή έκδοσης του, την 30/04/2014, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Πρωτοκολλητή για εξέταση. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, με την καταχώρηση του στο σχετικό αρχείο που η Πρωτοκολλητής τηρεί για τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, πήρε τον αριθμό αναφοράς 9/14 (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ 9/14»).
- Για την σύλληψη του Εκζητούμενου από την αστυνομία στην βάση των προαναφερθέντων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, - που επετεύχθη την 30/04/2014 -, μερίμνησε η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κα Ε. Λοΐζίδου, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκπροσωπούσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι την, βάσει του σχετικού Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου (Νόμος 133(I)/2004), (στη συνέχεια «ο Νόμος 133(I)/2004»), Κεντρική Αρχή[i]. Να σημειωθεί, ότι ο Εκζητούμενος, όταν, ως προανέφερα, συνελήφθηκε την 30/04/2014 από την αστυνομία, τελούσε ήδη υπό αστυνομική κράτηση, βάσει απόφασης του Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί και αφορούσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με αριθμό αναφοράς 6/14 (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ 6/14»). Το ΕΕΣ 6/14, που είχε και πάλι εκδοθεί από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και αφορούσε το πρόσωπο του Εκζητούμενου, ήταν, την 30/04/2014, ορισμένο ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση.
- Ο Εκζητούμενος, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυθημερόν της σύλληψης του από την αστυνομία. Τότε, είχε διερευνηθεί η ταυτότητα του εκζητούμενου[ii] και περαιτέρω, προς ικανοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 17 του Νόμου 133(I)/2004, ο εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και για τα δικαιώματά του. Να σημειωθεί ότι ο Εκζητούμενος, είχε ήδη αιτηθεί να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο με νομική αρωγή στην διαδικασία εξέτασης του ΕΕΣ 6/
- Το εν λόγω αίτημα του είχε εξεταστεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο την 30/04/2014, αμέσως πριν από την προσαγωγή του Εκζητούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση των ΕΕΣ 7, 8 και 9 του
- Ίδιο αίτημα ο Εκζητούμενος υπέβαλε και σε ότι αφορά τις διαδικασίες εξέτασης των ΕΕΣ 7, 8 και 9 του
- Αυτό εξετάστηκε από το Δικαστήριο αυθημερόν, το οποίο και εξέδωσε προς όφελος του, πιστοποιητικό για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. Ακολούθως, ο Εκζητούμενος, επέλεξε για την εκπροσώπηση του στις διαδικασίες εξέτασης των ΕΕΣ 7, 8 και 9 του 2014, τον κ. Χρ. Δημητρίου. Η Διαδικασία Εξέτασης των ΕΕΣ 7, 8 και 9 του 2014
- Κατά την εξέταση των ΕΕΣ 7, 8 και 9 του 2014, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αστυφύλακας 1626 Προκόπης Χίντικος, ο οποίος, ως ανέφερε στο Δικαστήριο, είναι τοποθετημένος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, με καθήκον τον χειρισμό υποθέσεων που αφορούν ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης. Σε γενικές γραμμές, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι παρέλαβε τα ΕΕΣ 7, 8 και 9 του 2014 από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών μέσω τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς. Είχε μάλιστα και τηλεφωνική επικοινωνία με την κα Χριστίνα Λιμπέρη, το υπεύθυνο πρόσωπο από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για θέματα παραλαβής των εν λόγω ενταλμάτων και επιβεβαίωσε την παραλαβή τους. Περαιτέρω, ο μάρτυρας έκαμε πλήρη αναφορά στο κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ξεχωριστά, στον τύπο, σκοπό και περιεχόμενο τους. Ενώ αναφέρθηκε και σε διευκρινήσεις που, από την εμπειρία του ως υπεύθυνος σε θέματα ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, έκρινε ότι έπρεπε να εξασφαλιστούν και εξασφάλισε, από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, για να υποβοηθηθεί η διαδικασία εξέτασης τους από το Δικαστήριο.
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στα ακόλουθα έγγραφα τα οποία βρίσκονταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία, αφού του υποδείχθηκαν και τα αναγνώρισε ως τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. i. Τεκμήριο 1: Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προσώπου ονόματι ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO ημερομηνίας 11/04/
- Ήτοι το ΕΕΣ 7/
- ii. Τεκμήριο 1Α: Επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ημερομηνίας 14/04/
- Ως αναφέρθηκε από τον μάρτυρα, η εν λόγω επιστολή, ήτο συνοδευτική του ΕΕΣ 7/
- iii. Τεκμήριο 2: Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προσώπου ονόματι ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO ημερομηνίας 16/04/
- Ήτοι το ΕΕΣ 8/
- iv. Τεκμήριο 2Α: Επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ημερομηνίας 16/04/
- Ως αναφέρθηκε από τον μάρτυρα, η εν λόγω επιστολή, ήτο συνοδευτική του ΕΕΣ 8/
- v. Τεκμήριο 3: Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προσώπου ονόματι ASANI ή HASANI ή HASAN ή ASHANI ή ASTRI ή XHELO, ASTRIT ή TITI ή GIORGIO ημερομηνίας 28/04/
- Ήτοι το ΕΕΣ 9/
- vi. Τεκμήριο 3Α: Επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28/04/
- Ως αναφέρθηκε από τον μάρτυρα, η εν λόγω επιστολή, ήτο συνοδευτική του ΕΕΣ 9/
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στα ακόλουθα έγγραφα τα οποία, ως έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και βρίσκονταν στην κατοχή του, τα παρουσίασε στο Δικαστήριο για να κατατεθούν ως τεκμήρια. i. Τεκμήριο 4: Επιστολή του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Ελληνικής Δημοκρατίας ημερομηνίας 09/04/
- ii. Τεκμήριο 5: Επιστολή του Αντεισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Ελληνικής Δημοκρατίας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 10/04/
- Νομική Πτυχή
- Όπως έχει νομολογηθεί, σκοπός του Νόμου 133(I)/2004 είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς επίσης και η απλούστευση του συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με ενσωμάτωση στο ημεδαπό δίκαιο, της Απόφασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002[iii]. Επί του προκείμενου και ειδικότερα σε ότι αφορά την φύση και τον σκοπό της υπό εξέταση διαδικασίας, πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, ημερ. 02/09/2013, ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ.΄Εφ. αρ.196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Μέσο πραγματοποίησης των πιο πάνω σκοπών, είναι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου για άσκηση ποινικής δίωξης ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας.
- Προϋποθέσεις εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του Νόμου 133(I)/2004, οι διατάξεις του οποίου αναγνώζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και
- Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκτελείται, εφόσον η πράξη για την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 12
(2)του Νόμου 133(I)/2004, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο αδίκημα επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Για δε τη δεύτερη περίπτωση που καλύπτει το ένταλμα, δηλαδή έκτιση ποινής ή μέτρου ασφάλειας στερητικού της ελευθερίας για αξιόποινη πράξη, προϋπόθεση αποτελεί, όπως η περίοδος τούτη, υπερβαίνει τους τέσσερις, τουλάχιστον, μήνες.
- Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος εκεί όπου υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις επιφυλάξεις του άρθρου 13 του Νόμου 133(I)/
- Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του Νόμου 133(I)/2004, το Δικαστήριο δύναται, εις αντιδιαστολή επιτακτικής υποχρέωσης, να αρνηθεί εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις εκεί αναφερόμενες επιφυλάξεις.
- Τέλος, τόσο ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό νόμο (βλ. το άρθρο 4 του νόμου καθώς και το παράρτημα Α αυτού). Οι Προϋποθέσεις του Νόμου 133(I)/2004
- Πριν οτιδήποτε άλλο, εστιάζω την προσοχή μου στο ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για να διαταχθεί η εκτέλεση των υπό εξέταση ΕΕΣ 7, 8 και 9 του
- ΕΕΣ 7/14
- Εξέταση του ΕΕΣ 7/14 (τεκμήριο 1), αποκαλύπτει: - τα στοιχεία του εκζητούμενου, - την δικαστική εκτελεστή πράξη επί της οποίας αυτό βασίζεται, - την φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης στην βάση της οποίας η εκτελεστή πράξη επί της οποίας αυτό βασίζεται, εκδόθηκε, - περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της υπό αναφορά σ' αυτό αξιόποινης πράξης για την οποία ο εκζητούμενος καταδικάστηκε, - ως επίσης και την επιβληθείσα σ' αυτόν, βάσει της εκτελεστέας απόφασης, ποινή. Αυτά τα στοιχεία, ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του Νόμου 133(I)/
- Περαιτέρω, σημειώνω ότι, ανάγνωση των αναφερομένων στην όγδοη παράγραφο («Θ») του υπό εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ένταλμα», αποκαλύπτει ότι αυτό, εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή, δηλαδή από την Εισαγγελία Εφετών Αθήνας.
- Είναι γεγονός ότι, το περιεχόμενο του υπό εξέταση εντάλματος, αποκαλύπτει πως το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για παράδοση του εκζητούμενου, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας. Η σχετική διαπίστωση, υποστηρίζεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο ίδιο το ένταλμα. Συγκεκριμένα, αποκαλυπτική είναι, εν προκειμένω, η δεύτερη («Β») παράγραφος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κάτω από το τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Όπως εκεί αναφέρεται, ο λόγος δια τον οποίον οι Ελληνικές αρχές αιτούνται την παράδοση του εκζητούμενου, είναι η υπ' αριθμόν 3852 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ημερομηνίας 27/06/2011, την οποία μάλιστα ο συντάκτης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Εκτελεστή Απόφαση». Η δε Τρίτη («Γ») παράγραφος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, αποκαλύπτει ότι η διάρκεια της επιβληθείσας, στερητικής της ελευθερίας, ποινής στον εκζητούμενο, για το αδίκημα που καταδικάστηκε, βάσει της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αυτό το Ένταλμα αφορά, είναι ποινή φυλάκισης δύο ετών. Λεπτομέρειες της αξιόποινης πράξης, καθώς επίσης και περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου σ' αυτήν, παρατίθενται στην Πέμπτη («Ε») παράγραφο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης.
- Περαιτέρω, σημειώνω ότι η προαναφερθείσα εκτελεστή απόφαση του Ελληνικού Δικαστηρίου, εκδόθηκε απόντος του εκζητούμενου. Στην Τέταρτη («Δ») παράγραφο του, αναφέρεται ότι «ο ενδιαφερόμενος δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ενημερώθηκε κατά άλλο τρόπο για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του, αλλά διαθέτει τις ακόλουθες νομικές εγγυήσεις μετά την παράδοση του στις δικαστικές αρχές (οι εγγυήσεις μπορούν να δοθούν εκ των προτέρων)». Ακολούθως, στην ίδια παράγραφο, διευκρινίζεται ότι «ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την εκδίκαση της υπόθεσης. Ωστόσο, μπορεί να ασκήσει είτε αίτηση ακυρώσεως, είτε έφεση και να επιδιώξει την εξαφάνιση της εν λόγω απόφασης». Μαρτυρία επί του προκείμενου, έδωσε και ο Αστυφύλακας 1626 Προκόπης Χίντικος, ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ζήτησε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και έλαβε διευκρίνιση επί του θέματος. Ο Εκζητούμενος, ανέφερε, αν και δεν κλητεύθηκε αυτοπροσώπως, κλητεύθηκε, όπως πληροφορήθηκε, από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, νομίμως, με θυροκόλληση. Οι Ελληνικές αρχές διαβεβαιώνουν, προσέθεσε περαιτέρω, ότι δίδονται στον Εκζητούμενο όλες οι διαβεβαιώσεις ότι η προς εκτέλεση απόφαση του Ελληνικού Δικαστηρίου μπορεί να τύχει αναθεώρησης. Πριν από την ακροαματική διαδικασία σήμερα, τέθηκε ενώπιον μου από την εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής, κα. Λοΐζίδου, επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ημερομηνίας 08/04/2014 (που για σκοπούς τήρησης των πρακτικών του Δικαστηρίου, σημειώνεται ως Τεκμήριο 6) το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνει τα προαναφερόμενα. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής παραλήφθηκε και από τον δικηγόρο του εκζητούμενου. Παράρτημα στην εν λόγω επιστολή, σημειώνω, είναι και οι σχετικές διατάξεις της Ελληνικής νομοθεσίας που καθορίζουν το Δικαίωμα του εκζητούμενου να αιτηθεί αναθεώρησης της προς εκτέλεση απόφασης του Δικαστηρίου. Βάσει των προαναφερομένων, ικανοποιούμαι ότι παρέχονται στον εκζητούμενο οι αναγκαίες διαβεβαιώσεις που το Άρθρο 14
(2)του Νόμου 133(I)/2004, ορίζει.
- Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω αναφορικά με το ύψος της επιβληθησομένης στον Εκζητούμενο ποινής, λαμβανομένου υπόψη ότι: - η περίληψη γεγονότων του σχετικού αδικήματος, ως παρατίθεται στην Πέμπτη («Ε») παράγραφο του εντάλματος, αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά καταδικαστέα από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας - ως αναφέρθηκε και από τον Αστυφύλακα 1626 Προκόπη Χίντικο κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αποκαλύπτονται τα αδικήματα της απάτης, απόπειρας κλοπής, απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις βάσει του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.154 -, - το Ελληνικό Δικαστήριο καταδίκασε τον εκζητούμενο σε ποινή φυλάκισης πέραν των τεσσάρων μηνών για την αναφερόμενη σ' αυτό αξιόποινη πράξη, ήτοι, ο εκζητούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, - και περαιτέρω ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει ότι υφίσταται οιαδήποτε από τις επιφυλάξεις των άρθρων 13 και 14, ενώ παράλληλα δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των επιφυλάξεων του Άρθρου 15, είμαι ικανοποιημένος ότι το ενώπιων μου μαρτυρικό υλικό ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού νόμου και δεν κωλύεται από οιανδήποτε επιφύλαξη. ΕΕΣ 8/14
- Εξέταση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (τεκμήριο 2), αποκαλύπτει τα στοιχεία του εκζητούμενου, τους λόγους δια τους οποίους ζητείται, ως επίσης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αναφερόμενων στο ένταλμα αδικημάτων, καθώς και την ποινή που επισύρει κάθε αδίκημα. Αυτά τα στοιχεία, ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ανάγνωση των αναφερομένων στην όγδοη παράγραφο («Θ») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ένταλμα», αποκαλύπτει ότι, το υπό εξέταση ένταλμα, εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή, δηλαδή από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
- Είναι γεγονός ότι, το περιεχόμενο του υπό εξέταση εντάλματος, αποκαλύπτει πως το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για παράδοση του εκζητούμενου, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης. Η σχετική διαπίστωση υποστηρίζεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Συγκεκριμένα, αποκαλυπτική είναι, εν προκειμένω, η δεύτερη («Β») παράγραφος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από το τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Όπως εκεί αναφέρεται, ο λόγος δια τον οποίον οι Ελληνικές αρχές αιτούνται την παράδοση του εκζητούμενου είναι το υπ' αριθμό 16 ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 07/11/2011, το υπ' αριθμό 15 ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 22/06/2012 και το υπ' αριθμό 32 ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 02/10/2013, τα οποία μάλιστα ο συντάκτης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος, τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Ένταλμα σύλληψης ή δικαστική απόφαση που έχει την ίδια ισχύ». Η δε Τρίτη («Γ») παράγραφος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποκαλύπτει ότι για τα αδικήματα που αφορά αυτό το ένταλμα, σε περίπτωση καταδίκης, προβλέπεται, για κάθε ένα από αυτά, ποινή φυλάκισης. Για το αδίκημα περί συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης για τη διάπραξη ληστείας προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη. Για το αδίκημα της ληστείας, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως είκοσι έτη.
- Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω αναφορικά με τα της ποινής που επισύρουν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο εκζητούμενος, λαμβανομένου υπόψη ότι: - η περίληψη γεγονότων των σχετικών αδικημάτων ως παρατίθεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά καταδικαστέα από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας - ως αναφέρθηκε και από τον Αστυφύλακα 1626 Προκόπη Χίντικο κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αποκαλύπτονται τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και ληστείας, βάσει του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.154 -, - πρόκειται περί αδικημάτων για τα οποία το διττό αξιόποινο δεν τυγχάνει εφαρμογής εν πάση περιπτώσει, αφού πρόκειται για αξιόποινες πράξεις, που ορίζονται στην Τέταρτη («Ε») παράγραφο του υπό κρίση εντάλματος ως αξιόποινες πράξεις για τις οποίες το διττό αξιόποινο δεν εφαρμόζεται, και οι οποίες τιμωρούνται στην Ελληνική Δημοκρατία με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας πέραν των τριών ετών, ως έχω προαναφέρει, - ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει ότι υφίσταται οιαδήποτε από τις επιφυλάξεις των άρθρων 13 και 14, - και τέλος, έχοντας ικανοποιηθεί ότι, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των επιφυλάξεων του Άρθρου 15, είμαι ικανοποιημένος ότι το ενώπιων μου μαρτυρικό υλικό ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού νόμου και δεν κωλύεται από οιανδήποτε επιφύλαξη. ΕΕΣ 9/14
- Εξέταση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (τεκμήριο 3), αποκαλύπτει τα στοιχεία του εκζητούμενου, τους λόγους δια τους οποίους ζητείται, ως επίσης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αναφερόμενων στο ένταλμα αδικημάτων, καθώς και την ποινή που επισύρει κάθε αδίκημα. Αυτά τα στοιχεία, ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ανάγνωση των αναφερομένων στην όγδοη παράγραφο («Θ») του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ένταλμα», αποκαλύπτει ότι, το υπό εξέταση ένταλμα, εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή, δηλαδή από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας.
- Είναι γεγονός ότι, το περιεχόμενο του υπό κρίση εντάλματος, αποκαλύπτει πως το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για παράδοση του εκζητούμενου, εδράζεται σε ένα από τους δυο λόγους που εξυπηρετεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης. Η σχετική διαπίστωση υποστηρίζεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Συγκεκριμένα, αποκαλυπτική είναι, εν προκειμένω, η δεύτερη («Β») παράγραφος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από το τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Όπως εκεί αναφέρεται, ο λόγος δια τον οποίον οι Ελληνικές αρχές αιτούνται την παράδοση του εκζητούμενου είναι το υπ' αριθμό 12 ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 08/10/2013, το οποίο μάλιστα ο συντάκτης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Ένταλμα σύλληψης ή δικαστική απόφαση που έχει την ίδια ισχύ». Η δε Τρίτη («Γ») παράγραφος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποκαλύπτει ότι για τα αδικήματα που αφορά αυτό το ένταλμα, σε περίπτωση καταδίκης, προβλέπεται, για κάθε ένα από αυτά, ποινή φυλάκισης. Για το αδίκημα της Συγκρότησης Εγκληματικής Οργάνωσης για την Διάπραξη Ληστειών και Διακεκριμένων Κλοπών, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη. Για το αδίκημα της Κλοπής τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη. Για το αδίκημα της Ληστείας κατά συρροήν, τελεσθείσας από υπαίτιο που ενήργησε με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από δέκα έως είκοσι έτη. Για το αδίκημα της Απόπειρας Ανθρωποκτονίας κατά συρροήν, προβλέπεται ισόβια ποινή φυλάκισης. Για το αδίκημα της διακεκριμένης περιπτώσεως οπλοφορίας, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως είκοσι έτη. Για το αδίκημα της πρόκλησης έκρηξης από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από δέκα έως είκοσι έτη. Για το αδίκημα της κατασκευής, προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών βομβών, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη.
- Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω αναφορικά με τα της ποινής που επισύρουν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο εκζητούμενος, λαμβανομένου υπόψη: - ότι η περίληψη γεγονότων των σχετικών αδικημάτων ως παρατίθεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά καταδικαστέα από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας - ως αναφέρθηκε και από τον Αστυφύλακα 1626 Προκόπη Χίντικο κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αποκαλύπτονται τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπής, ληστείας, απόπειρας ανθρωποκτονίας, οπλοφορίας, πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, - ότι πρόκειται περί αδικημάτων για τα οποία το διττό αξιόποινο δεν τυγχάνει εφαρμογής εν πάση περιπτώσει, αφού πρόκειται για αξιόποινες πράξεις, που ορίζονται στην Τέταρτη («Ε») παράγραφο του υπό κρίση εντάλματος ως αξιόποινες πράξεις για τις οποίες το διττό αξιόποινο δεν εφαρμόζεται, και οι οποίες τιμωρούνται στην Ελληνική Δημοκρατία με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας πέραν των τριών ετών, ως έχω προαναφέρει, - ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει ότι υφίσταται οιαδήποτε από τις επιφυλάξεις των άρθρων 13 και 14, - ότι βάσει των αναφερομένων στην όγδοη («Η») παράγραφο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κάτω από το τίτλο «Οι αξιόποινες Πράξεις Βάσει Των Οποίων Εκδόθηκε Το Παρόν Ένταλμα Τιμωρούνται με Ισόβια Κάθειρξη Ή Με Μέτρο Ασφάλειας Στερητικό Της Ελευθερίας Εφ' Όρου Ζωής Ή Έχουν Οδηγήσει Σε Τέτοια Ποινή Ή Μέτρο», παρέχονται οι αναγκαίες, βάσει του Άρθρου 15, εγγυήσεις, σε ότι αφορά τα της δυνατότητας επανεξέτασης της προβλεπόμενης ποινής (κατ' αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο 20 ετών) ή για την εφαρμογή μέτρων επιείκειας προς καταδικασθέν πρόσωπο, για το ένα από τα αδικήματα που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (τούτο τεκμηριώνεται περαιτέρω και από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 5, ήτοι την Επιστολή του Αντεισαγγελέα Εφετών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών της Ελληνικής Δημοκρατίας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 10/04/2014, από το οποίο προκύπτει ότι τα άρθρα 105 έως 110Γ του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα παρέχουν την εγγύηση αυτή), - και τέλος, ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των επιφυλάξεων του Άρθρου 15, είμαι ικανοποιημένος ότι το ενώπιων μου μαρτυρικό υλικό ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού νόμου και δεν κωλύεται από οιανδήποτε επιφύλαξη.
- Στρέφομαι τώρα σε εξέταση των σημείων που τέθηκαν από πλευράς του εκζητούμενου. Κατάχρηση Δικαστικής Διαδικασίας
- Εγέρθηκε από πλευράς εκζητούμενου ότι η έκδοση, πέραν του ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, από τις ελληνικές αρχές, συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου. Επικαλέστηκε προς υποστήριξη αυτής του της θέσης, την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ.
- Το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης και προώθησης παράλληλων ένδικων μέσων τα οποία αν και ανεξάρτητα δικονομικά, αποσκοπούν ουσιαστικά στο να επιτευχθεί ο ίδιος σκοπός, εξετάστηκε και αναλύθηκε εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 9495, ημερομηνίας 6 Σεπτεμβρίου 1996, Αναφορικά με την Αίτηση Certiorari της BEOGRADSKA D.D. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση αυτή: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides ν. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. Αποφάσισε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου...". Παρόμοιες θέσεις είχαν διατυπωθεί και σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου (Βλ. Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, καθώς και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση (βλ. Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786). Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην Lawrence v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." (Βλ. και Hardy ν. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.) Η υπόθεση Wright ν. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R. 26. Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. ....................................... Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Δόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η προώθηση της μεταγενέστερης διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της προηγούμενης διαδικασίας. Η αρχή της Thames Launches (πιο πάνω) εφαρμόστηκε στην Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments [1971] 3 All E.R. 558 στην οποία διατάχθηκε αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας. Στην Slough Estates v. Slough B.C. [1967] 2 All E.R. 271 διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι επιθυμητό να καλείται ο συγκεκριμένος διάδικος να επιλέξει ποιά από τις δυο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί θέμα αναστολής και ότι η διαδικασία την οποία επέλεξε να μην προωθήσει πρέπει να τερματίζεται. Κρίθηκε ότι κατά την άσκηση της δυνητικής θεραπείας της αναστολής το δικαστήριο δικαιούται και πρέπει να εξετάζει την ουσία του ζητήματος, περιλαμβανομένων και των σχετικών περιστατικών τα οποία βρίσκονται καταλλήλως ενώπιόν του κατά τον χρόνο της απόφασης του (Βλ. σελ. 281). Το δικαίωμα της επιλογής έχει τύχει αναγνώρισης και εφαρμογής και από τη δική μας νομολογία. Στη Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας άσκησε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του δικάσαντος δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτησή του για την αναστολή ακυρωτικής απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ακυρωτικής απόφασης. Παράλληλα υπέβαλε αίτηση με κλήση, ενώπιον του Εφετείου, με το ίδιο αντικείμενο όπως και η έφεση, για την παροχή αναστολής μέχρι την έκβαση της έφεσης. Στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των διαδικασιών που εγείρονται προς αποτροπή κατάχρησης των δικονομικών μέσων που παρέχονται ζητήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα να καθορίσει ποιό από τα παράλληλα μέτρα που έλαβε θα προωθήσει. Μετά που ο Γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε το Εφετείο ότι θα προχωρήσει με την αίτηση με κλήση το Εφετείο έδωσε οδηγίες όπως η έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης παραμείνει στο φάκελο και όπως μη προχωρήσει εκτός με άδεια του δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL) αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι' άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, 104 το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το κατηγορητήριο επειδή ήταν καταπιεστικό και αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε σχέση με το λόγο απόρριψης του κατηγορητηρίου ο Αρχιδικαστής Λόρδος Πάρκερ διατύπωσε την άποψη ότι χωρίς αμφιβολία κάθε δικαστήριο δικαιούται, εντός της διακριτικής του ευχέρειας, να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία επειδή είναι καταπιεστική και καταχρηστική της δικαστικής δικαιοδοσίας. Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων δήλωσε ότι θα εγκαταλείψει την έφεση 9423 στο βαθμό που αυτή αναφέρεται σε ζητήματα που καλύπτονται από την παρούσα έφεση. Δεν το είχε πράξει μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης. Θεωρούμε ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας - εδώ της παρούσας έφεσης (Βλ. Slough Estates, πιο πάνω). Εφόσο μέχρι την ημέρα της ακρόασης της παρούσας έφεσης δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο προς την κατεύθυνση που έχει αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος ή προς την κατεύθυνση της επιλογής δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που θα είχε το διάβημά του πάνω στο ζήτημα που εξετάζουμε. Θα προχωρήσουμε, επομένως, στην εξέταση του ζητήματος που έχουμε εγείρει αυτεπάγγελτα με βάση την κατάσταση πραγμάτων όπως είχε ενώπιόν μας στο στάδιο της ακρόασης της έφεσης. ............................................. Έχουμε εξετάσει τους σκοπούς των δυο εφέσεων, όπως αυτοί αποκαλύπτονται μέσα από τους λόγους εφέσεως στην κάθε μια από τις δυο εφέσεις. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι δυο εφέσεις έχουν τον ίδιο σκοπό. Τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22.4.94 στη μονομερή αίτηση καθώς και τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10.3.95. Οι λόγοι έφεσης και στις δυο εφέσεις, παρόλο ότι δεν έχουν διατυπωθεί με το ίδιο λεκτικό, δεν διαφέρουν καθόλου στην ουσία τους. Αντιμετωπίζουν, επομένως, οι εφεσίβλητοι δυο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους. Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των πιο πάνω αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου και υπό το φως των σκοπών των δυο εφέσεων, όπως τους έχουμε διαπιστώσει πιο πάνω. Η παρούσα έφεση δεν καλύπτει οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο δεν καλύπτεται από την προηγούμενη έφεση. Είναι η κατάληξή μας ότι η συνύπαρξη των δυο εφέσεων συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου η οποία πρέπει ν' αποτραπεί και να παρεμποδισθεί. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη της έφεσης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω), η οποία είναι μεταγενέστερη». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 28. Η μεταγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται να έχει ακολουθήσει χωρίς απόκλιση την αρχή που τέθηκε στην Περέλλα Τζεννάρο (πιο πάνω), ως επίσης και τις αρχές εφαρμογής της στην βάση των όσων αναφέρθηκαν στην Beogradska D.D (πιο πάνω). Ενδεικτική σε σχέση με το θέμα αυτό, είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 143, ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου, 2002, Μεταξύ: ΣΟΦΙΑ ΚΟΖΑΚΗ -και- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΖΑΚΗ
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1710, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι, "Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας." Έχουμε εξετάσει τη σχετική εισήγηση και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι δύο διαδικασίες ήταν οι ίδιες και επιζητούσαν στην ουσία τις ίδιες θεραπείες. Υπήρχε ταύτιση διαδίκων και η παράλληλη προώθηση τους δεν μπορούσε παρά να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Η εισήγηση απορρίπτεται». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Θα υπομνήσω απλώς εδώ και τις ακόλουθες υποθέσεις στις οποίες έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο το θέμα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας λόγω πολλαπλότητας με βάση τις ανωτέρω αναφερόμενες αρχές. Βλέπε τις Ηλίας Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου Ανδρέου Ευαγγέλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 11346, ημερ. 23/01/2004, Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική Έφεση 6804, ημερ. 24/02/2000, Loukos Trading Co Ltd v. Rainbow Bleeching and Dyeing Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ.10543, ημερ. 26/06/2000 και Μ & M Λοϊζου Λτδ ν. Jumbo Investments Ltd, Ποινική Εφεση 6767, ημερ. 29/12/
- Στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να αναφέρω ότι τα υπό εξέταση Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης, αφορούν διαφορετικές αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, στις οποίες η εμπλοκή του εκζητούμενου ήταν διαφορετική την κάθε φορά. Σε ότι αφορά το ΕΕΣ 7/14, ο εκζητούμενος ζητείται για να εκτίσει ποινή φυλάκισης γιατί έχει ήδη καταδικαστεί από Ελληνικό Δικαστήριο για την αναφερόμενη σ' αυτό αξιόποινη πράξη, ενώ για τα ΕΕΣ 8 και 9 του 2014 για να διωχθεί, για τις αναφερόμενες σ' αυτά αξιόποινες πράξεις, ποινικά. Συνεπώς, τα υπό εξέταση ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, δεν καλύπτουν ζητήματα τα οποία καλύπτονται από άλλα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ή εν πάση περιπτώσει, δεν καλύπτουν τα ίδια ζητήματα. Είναι η κατάληξή μου ότι η συνύπαρξη των τριών ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, δεν συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο ιδιότυπος χαρακτήρας της διαδικασίας εξέτασης ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και ο ρόλος που επιτελεί το Δικαστήριο κατά την εξέταση τους με βάση τον σχετικό νόμο, δεν επιτρέπουν την μη εκτέλεση ενός εντάλματος σύλληψης κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε ο δικηγόρος του εκζητούμενου. Το Δικαστήριο, δεν εκτελεί ένα Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, μόνο όταν κάποια από τις επιφυλάξεις του σχετικού Νόμου επιβάλλει ή του δίνει αυτή την ευχέρεια.
- Να σημειωθεί περαιτέρω ότι ο ίδιος νόμος, ως έχει τροποποιηθεί, δίδει το δικαίωμα ένα Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης να περιέχει πέραν της μιας αξιόποινης πράξης, ενώ παράλληλα, δεν αποκλείει την έκδοση πέραν του ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αναφορικά με το ίδιο πρόσωπο. Η Ποινική Δίωξη του Εκζητούμενου στην Κυπριακή Δημοκρατία
- Ο συνήγορος του Εκζητούμενου εισηγήθηκε ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του εκζητούμενου δεν μπορεί να εκτελεστεί, γιατί εκκρεμεί εναντίον του ποινική υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.
- Η απάντηση στο εγερθέν ζήτημα, απαντάται και πάλι στον νόμο. Το Άρθρο 30 του νόμου προνοεί τα εξής: «
(1)Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή, αν έχει ήδη καταδικασθεί, να εκτίσει στη Κυπριακή Δημοκρατία καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
(2)Η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του εντάλματος, μπορεί, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος υπό όρους που συμφωνούνται με τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και διατυπώνονται εγγράφως». 34. Η διακριτική αυτή ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο βάσει του προαναφερόμενου άρθρου του νόμου, έχει ήδη τύχει επιβεβαίωσης και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ.,
- Παραθέτω αυτούσια την σχετική περικοπή από την απόφαση του Δικαστηρίου: «Ως προς το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος άμεσης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, αλλά να αναστείλει την παράδοση του εκζητούμενου μέχρι τη συμπλήρωση της υφιστάμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 2121/09, δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτό στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας Δικαστηρίου που έχει έρεισμα στο Άρθρο 30 του Νόμου. Οι λόγοι που δίδει το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αρκούντως ικανοποιητικοί για την ενέργεια του αυτή».
- Στην προκείμενη περίπτωση, δεν εγείρεται θέμα ποινικής δίωξης του Εκζητούμενου στην Δημοκρατία, αφής στιγμής η ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του εκζητούμενου στο Κακουργιοδικείο, αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που εκκρεμούσε ακόμη η δίωξη του, και πάλι το Δικαστήριο θα είχε, με βάση τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου, την ευχέρεια έκδοσης του στις Ελληνικές Αρχές με, ή και χωρίς, όρους. Καθυστέρηση
- Τώρα σε ότι αφορά το χρόνο και την ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην έκδοση των υπό εξέταση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης σε σχέση με τον χρόνο της ισχυριζόμενης τέλεσης των αναφερομένων σ' αυτά αξιόποινων πράξεων, που ο εκζητούμενος εγείρει ως λόγο για την μη εκτέλεση τους, η αρχική παρατήρηση του Δικαστηρίου είναι ότι πουθενά μέσα στο νόμο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ότι αφορά αυτό το θέμα. Πιθανόν αυτό να είναι κάτι το οποίο θα απασχολήσει το αρμόδιο Ελληνικό Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης των υποθέσεων δίωξης του Εκζητούμενου ή της αναθεωρήσεως της εκτελεστής απόφασης του Δικαστηρίου (αν επιλέξει να ασκήσει αυτό το Δικαίωμα του) που αυτά τα εντάλματα αφορούν. Το σίγουρο κατά την άποψη μου είναι ότι αυτό δεν είναι θέμα που πρέπει απασχολήσει αυτό το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους εγκρίνεται η εκτέλεση των ενταλμάτων. Εκδίδεται συναφώς διάταγμα για έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου στις ελληνικές αρχές. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου παραδοθεί στις Ελληνικές αρχές. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 16
(1)του Νόμου 133(I)/2004. [ii] Σημειώνεται ότι ο εκζητούμενος δεν αμφισβήτησε την ταυτότητα του ή ότι το αναφερόμενο στα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης 7, 8 και 9 του 2014 πρόσωπο αφορά το άτομο του. Ως εκ τούτου, δεν ετέθη προς εξέταση το θέμα της ταυτότητας του εκζητούμενου στην βάση του Άρθρου 17
(4)του Νόμου 133(I)/
- Το δε Δικαστήριο, κατά τη διερεύνηση της ταυτότητας του εκζητούμενου, διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης 7, 8 και 9 του 2014, αντιστοιχούν στο πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. [iii] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 120/09, ημερ. 12/05/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο