← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ HADWEN JAMES, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014, 20/6/2014

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ HADWEN JAMES, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 13/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ HADWEN JAMES ------------------- Ημερομηνία: 20/06/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Κεντρική Αρχή, κα Λ. Γρηγορίου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τον Εκζητούμενο, κ. Α. Πελεκάνος Εκζητούμενος, παρών --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως έχει νομολογηθεί σκοπός του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου (Νόμος 133(I)/2004), (στη συνέχεια «ο Νόμος 133(I)/2004»), επί της βάσης του οποίου διεξάγεται η διαδικασία αυτή, είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς επίσης και η απλούστευση του συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με ενσωμάτωση στο ημεδαπό δίκαιο, της Απόφασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002[i]. Επί του προκείμενου και ειδικότερα σε ότι αφορά την φύση και τον σκοπό της υπό εξέταση διαδικασίας, πολύ πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 221/2013, ημερ. 02/09/2013, ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. Εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε στην απόφαση του τα ανωτέρω, διατρέχοντας τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα

(2009)1 Α.Α.Δ. 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 Α.Α.Δ., 519 και της εντελώς πρόσφατης Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ.΄Εφ. αρ.196/2013, ημερ. 19 Ιουλίου 2013. Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Assange ν. Swedish Prosecution Attorney
(2012)UKSC 22.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Μέσο πραγματοποίησης των πιο πάνω σκοπών, είναι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου για άσκηση ποινικής δίωξης ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας. Προϋποθέσεις εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του νόμου, οι διατάξεις του οποίου αναγνώζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 15. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκτελείται, εφόσον η πράξη για την οποία αυτό έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 12
(2)του νόμου, η αρχή του διττού αξιόποινου, ως προαναφέρθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής, όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, το αναφερόμενο αδίκημα επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος εκεί όπου υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις επιφυλάξεις του άρθρου 13 του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του σχετικού νόμου, το Δικαστήριο δύναται, εις αντιδιαστολή επιτακτικής υποχρέωσης, να αρνηθεί εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις εκεί αναφερόμενες επιφυλάξεις. Τέλος, τόσο ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό νόμο (βλ. άρθρο 4 του νόμου καθώς και παράρτημα Α αυτού). Ο εκζητούμενος παρουσιάστηκε σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, καθηκόντως, συμφώνως των προνοιών του Νόμου 133(I)/2004 διακρίβωσε ότι το πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του είναι το ίδιο πρόσωπο με το αναφερόμενο στο ΕΕΣ πρόσωπο και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, καθώς επίσης και για τα δικαιώματα που αυτός έχει σύμφωνα με τον Νόμο αυτό. Λόγω του ότι ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να παραδοθεί στην αρχή έκδοσης του εντάλματος, το Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 20
(1)του Νόμου 133(I)/2004, πρέπει να ορίσει την υπόθεση έτσι ώστε αυτή να εκδικαστεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Προφανώς, έτσι ώστε αυτός να έχει την ευχέρεια να προετοιμάσει την υπόθεση του. Ως εκ τούτου, τέθηκε θέμα από το Δικαστήριο κατά πόσο ο εκζητούμενος θα παραμείνει υπό αστυνομική κράτηση, μέχρις ότου την εκδίκαση της υπόθεση την Δευτέρα 23/06/2014 που έχει ήδη προγραμματιστεί για Ακρόαση. Ζήτησε ως προς αυτό τις θέσεις και τις απόψεις του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον εκζητούμενο σ' αυτή την διαδικασία, καθώς επίσης και τα όσα υποβοηθητικά είχε ν' αναφέρει ως προς το θέμα αυτό στο Δικαστήριο, η εκπρόσωπος της Κεντρικής. Σύμφωνα λοιπόν με το Άρθρο 18 του Νόμου 133(I)/2004: «
(1)Μετά τη σύλληψη του εκζητουμένου και τη βεβαίωση της ταυτότητάς του, ο αρμόδιος Επαρχιακός Δικαστής αποφασίζει εάν είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση, ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του ή να αφεθεί ελεύθερος με την επιβολή ή μη περιοριστικών όρων. Ο Επαρχιακός Δικαστής μπορεί να διατάξει την προσωρινή απόλυση του εκζητουμένου και την επιβολή περιοριστικών όρων.
(2)Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο μπορούν να αντικατασταθούν με κράτηση, αν ανακύψει κίνδυνος φυγής». Η εισήγηση του δικηγόρου του εκζητούμενου, είναι ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία υπό τις περιστάσεις μαρτυρία, έτσι ώστε, το Δικαστήριο, να μπορεί να εξετάσει τις παραμέτρους που δικαιολογούν την παραμονή υπό αστυνομική κράτηση του εκζητούμενου, σύμφωνα και κατ' αναλογίαν με τις αρχές που διέπουν το θέμα κράτησης υπόπτου που κατ' ισχυρισμόν διέπραξε αδίκημα στην Δημοκρατία. Βάση γι' αυτή την εισήγηση, αποτέλεσε το γεγονός ότι το μέρος του ΕΕΣ που περιγράφει τις περιστάσεις τέλεσης των υπό αναφορά σ' αυτό αξιόποινων πράξεων, δεν παρουσιάζει γεγονότα που να δικαιολογούν την κράτηση του, εάν αυτά κατ' αναλογία κρίνονταν ως σαν να ήταν ο όρκος του εξεταστή που υποστηρίζει την κράτηση προσώπου που συνελήφθηκε για υπό διερεύνηση αδίκημα με βάσει ημεδαπό ένταλμα σύλληψης. Το εγερθέν ζήτημα, πιστεύω ότι πρέπει να εξεταστεί έχοντας κατά νου ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά μία ιδιότυπη («sui generis»), ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ανωτέρω, διαδικασία, σίγουρα όχι ποινική, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών της ευρωπαϊκής ένωσης, ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Ως εκ τούτου, τα όσα θα ίσχυαν σε μία ποινική δίκη, ή άλλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου η κατηγορούσα αρχή ή ένας εκ των διαδίκων φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης του, δεν υπεισέρχονται προς εξέταση στην προκείμενη περίπτωση. Το Δικαστήριο, σε διαδικασίες όπως είναι και η παρούσα, ενεργεί βάσει του ειδικού αυτού νόμου, του Νόμου 133(I)/2004, ως η αρμόδια δικαστική αρχή, αφενός για σκοπούς που έχουν να κάμουν με την «σύλληψη και κράτηση» του εκζητούμενου και αφετέρου για την έκδοση απόφασης σε ότι αφορά το θέμα «της παράδοσης ή μη του εκζητούμενου»[ii]. Οι δε προϋποθέσεις αλλά και η διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που καθορίζουν ή/και πλαισιώνουν την δικαιοδοσία και εξουσία αυτή του Δικαστηρίου, ρυθμίζονται, ως αναφέρεται στο άρθρο 2
(1)Νόμου 133(I)/2004, απ' αυτόν τον ειδικό νόμο. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ως η καθορισθείσα, βάσει του νόμου[iii], κεντρική αρχή, «επικουρεί», δηλαδή υποβοηθά το Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί βάσει του Νόμου. Και τούτο, ως αναφέρεται στο άρθρο 5 του νόμου, «ιδίως κατά την διοικητική διαβίβαση και παραλαβή του εντάλματος σύλληψης καθώς και κατά την σχετική επίσημη αλληλογραφία» με το κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος. Η δε εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, που στην προκείμενη περίπτωση εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, επιτελεί έργο υποβοήθησης του Δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση δεν ενεργεί ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής, ή του οποιουδήποτε διαδίκου. Στην βάση των προαναφερομένων, κρίνω ότι σε διαδικασίες του είδους, δεν είναι καν αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας για την εξέταση του υπό κρίση ζητήματος. Το τι είναι αναγκαίο, είναι να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης προς εξέταση του από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 519 λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής σχετικά: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15. ..................................... Οι πιο πάνω ενέργειες του Δικαστηρίου, με κανένα τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως επέμβαση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι η εκπρόσωπος της νομικής υπηρεσίας δεν είναι διάδικος αλλά εμφανίζεται με στόχο την υποβοήθηση της «κεντρικής αρχής», που με βάση το Άρθρο 3 του Νόμου είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, (Άρθρο 5 του Νόμου)» Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος έχει το δικαίωμα να τοποθετηθεί σε ότι αφορά το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αντίγραφο του οποίου και των συνοδευτικών αυτού εγγράφων, έχει λάβει. Κάτι το οποίο θα γίνει στην συνέχεια αυτής της διαδικασίας. Όπως επίσης και για το θέμα της κράτησης του, γι' αυτό τον λόγο και πριν εξετασθεί το θέμα της κράτησης του, το Δικαστήριο ζήτησε τις επ' αυτού θέσεις του δικηγόρου του εκζητούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης, περιέχεται στο ανωτέρω αναφερόμενο Άρθρο 18 του Νόμου 133(I)/2004, οι πρόνοιες του οποίου πρέπει να διαβάζονται και ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 11 του Συντάγματος, καθώς επίσης και του άρθρου 5
(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων, συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Stamataris v. Police
(1983)2 C.L.R. 107 και αντανακλούνται σε μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως η Aeroporos and Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 232, Khoury v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 56, Μάρκος Σιημητράς ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397, Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 165 καθώς και Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο κ. Πελεκάνος υποστήριξε ότι σύμφωνα με τις αρχές αυτές την νομολογίας, το βάρος είναι στην κεντρική αρχή να αποδείξει ότι: α. Έχει διαπραχθεί το αδίκημα και/ή τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση του εκζητούμενου. β. Υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι ο εκζητούμενος συνδέεται με αυτό. γ. Η απόλυση του εκζητούμενου είναι δυνατό να επηρεάσει την διαδικασία αυτή, επειδή αυτός πιθανόν να διαφύγει για να αποφύγει την διαδικασία αυτή ή την πιθανότητα έκδοσης του. Αυτά όμως παραγνωρίζουν το ιδιόμορφο αυτής της διαδικασίας και το γεγονός ότι το Δικαστήριο ως προανέφερα έχει ενώπιον του μόνο το ΕΕΣ. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν βρίσκεται ανακριτική ή διωκτική αρχή, η οποία πρέπει και έχει υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία βάσει της οποίας οι προαναφερόμενες παράμετροι να μπορούν να εξεταστούν με πληρότητα από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, έχει ενώπιον του το ΕΕΣ στον προπονούμενο τύπο, ο οποίος προνοεί την «περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των της αξιόποινης πράξης» και όχι μαρτυρία της έκτασης που ο κ. Πελεκάνος εισηγείται ότι αυτό θ' έπρεπε να έχει. Το Δικαστήριο, στην βάσει των προνοιών του Άρθρου 18 του Νόμου 133(I)/2004 θα εξετάσει με βάσει και μόνο το περιεχόμενο του ΕΕΣ εάν η κράτηση του εκζητούμενου ενδείκνυται ή όχι. Με γνώμονα ότι το όλο ανακριτικό υλικό, η μαρτυρία, ο ανακριτής ή και η κατηγορούσα αρχή, δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου στην Κύπρο, αλλά στην χώρα έκδοσης του ΕΕΣ, στην Μάλτα. Το Δικαστήριο, συνεπώς, θα κρίνει με βάση την σοβαρότητα του υπό αναφορά στο ΕΕΣ αδικήματος και την πιθανή ποινή που θα του επιβληθεί, κατά πόσο είναι καλύτερα αυτός να παραμείνει υπό κράτηση. Και αυτό, γιατί στην Κύπρο, δεν έχει διερευνηθεί οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του εκζητούμενου, πέραν της εκτέλεσης του ΕΕΣ, ώστε το Δικαστήριο (και όχι η Κεντρική Αρχή), ως το αρμόδιο για την σύλληψη, εξέταση και την πιθανή εκτέλεση του ΕΕΣ, να έχει ενώπιον του ολόκληρη την μαρτυρία ως προς το κατ' ισχυρισμό διαπραττόμενο αδίκημα, ολόκληρη την μαρτυρία που δημιουργεί εύλογες υποψίες ως προς την διάπραξη του και τις προσωπικές περιστάσεις του εκζητούμενου. Και μάλιστα αυτό, την πρώτη ημέρα της προσαγωγής του εκζητούμενου ενώπιον του μετά την εκτέλεση του ΕΕΣ. Εάν η θέση του κ. Πελεκάνου γινόταν αποδεκτή, αυτό θα ήταν εκτός του πνεύματος του Νόμου αρχικά και θα σήμαινε ότι στις πλείστες των περιπτώσεων το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να διατάξει την κράτηση εκζητούμενου. Με βάση τα όσα έχουν προαναφερθεί κρίνοντας με βάσει το ΕΕΣ, την έστω και σε σύνοψη περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των υπό αναφορά σ' αυτό αδικημάτων, την σοβαρότητα αυτών και την ποινή που αυτά επιφέρουν σε περίπτωση καταδίκης, θεωρώ ότι η κράτηση του εκζητούμενου μέχρι την Δευτέρα που η υπόθεση είναι ορισμένη για Ακρόαση είναι δικαιολογημένη. Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο εκζητούμενος δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας και το γεγονός της, σε κάθε περίπτωση, εύκολης διαφυγής κάποιου που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις κατεχόμενες περιοχές. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διατάζω όπως μέχρι τότε διεξαχθεί έρευνα από το γραφείο Ευημερίας, ή από άλλο κυβερνητικό τμήμα της Δημοκρατίας, με την συνδρομή της Κεντρικής Αρχής, σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του εκζητούμενου στην Κύπρο (κοινωνικές και προσωπικές), έτσι ώστε, εάν τεθεί εκ νέου προς εξέταση το ζήτημα αυτό στην πορεία αυτής της διαδικασίας, να μπορεί κάτι τέτοιο να εξεταστεί, αυτή την φορά και με αυτή την παράμετρο υπόψη, από το Δικαστήριο. (Υπ.) ___________________ Μ. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε επ' αυτού και την υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 120/09, ημερ. 12/05/
  2. [ii] Άρθρο 11
(1)του νόμου. [iii] Άρθρο 5 του νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.