← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Karousos & Chacholis Constructions Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 687/13, 25/6/2014

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Karousos & Chacholis Constructions Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 687/13, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 687/13 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, από Αγία Νάπα Ενάγουσας -και-

  1. Karousos & Chacholis Constructions Limited, από Αγία Νάπα
  2. Ανδρέα Χαχολή, από Αγία Νάπα Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 13/2/14 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Γ.Φ. Πιττάτζης Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ι.Τυπογράφος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής (στο εξής Αιτητής) ζητεί άδεια το Δικαστηρίου για τροποποίηση - αντικατάσταση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης ως ακολούθως: «
  3. Ο εναγόμενος 2 διαφωνεί με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης (Ε/Α) ως προς το ποσό του οφειλόμενου χρέους κατά ή περί την 31/10/2006 και ισχυρίζονται ότι το ποσό αυτό είχε προκύψει από παράνομους ανατοκισμούς της περιόδου από 1/9/93 έως ή περί την 31/1/2000 και επιπρόσθετα επιβαρύνθηκε με χρεώσεις που δεν είχαν συμφωνηθεί και ήσαν αυθαίρετες, παράνομες και νομικά αβάσιμες.
  4. Με επιφύλαξη της ανωτέρω θέσης του, ο εναγόμενος 2 διαφωνεί και με την παράγραφο 9 της Έ/Α και ισχυρίζεται ότι δεν ενεχυρίασε την εμπρόθεσμη κατάθεση του αλλά τη δέσμευσε σαν εγγύηση παντός νομίμως οφειλόμενου ποσού.
  5. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 11 της Έ/Α ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν ερήμην του και χωρίς να τον ενημερώσουν πιστωτικές διευκολύνσεις ή και παρατάσεις αποπληρωμής ή και αναδιαρθρώσεις του δανείου των εναγομένων 1 και για το λόγο αυτό απαλλάχθηκε από την υποχρέωση του σαν εγγυητής των εναγομένων 1 με τις ανωτέρω πράξεις ή ενέργειες των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ποτέ δεν είχαν αξιώσει από τον ίδιο πληρωμή του ποσού του χρέους των εναγομένων 1 που εγγυήθηκε και συνεπώς δεν υπάρχει εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα.
  6. Ο εναγόμενος 2 διαφωνεί και με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 12 της ΄Ε/Α σε ότι αφορά παραδοχή του χρέους από τους εναγόμενους 1 και ότι τέτοια θέση και ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και αντικανονικός και δεν επιτρέπεται από τον Πολιτική Δικονομία. Ο εναγόμενος 2 επίσης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να κατασχέσουν το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσης του. Αυτό που έκαμαν είναι παράνομο και αυθαίρετο και συνιστά αυτοδικία που απαγορεύεται από το Νόμο και τις αρχές του κράτους δικαίου. Αυτό που είχαν και δικαιούντο να κάμουν οι ενάγοντες είναι να επιτύχουν πρώτα δικαστική απόφαση κατά του εναγομένου 2 και εφόσον επιτύχαιναν τέτοια δικαστική απόφαση να πάρουν αναγκαστικά μέτρα προς το σκοπό αυτό ή και να προβούν σε κατάσχεση μετά την έκδοση απόφασης του δικαστηρίου ότι στη βάση ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι ή και οι εναγόμενοι 1 οφείλουν συγκεκριμένο ποσό και ότι ο εναγόμενος 2 ευθύνεται σαν εγγυητής και ότι ούτως η άλλως δεν αξιώθηκε το διεκδικούμενο ποσό από τον ίδιο σαν εγγυητή οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.
  7. Ο εναγόμενος 2 διαφωνεί και με την παράγραφο 13 της ΄Ε/Α.
  8. Για τους ανωτέρω λόγους ο εναγόμενος 2 ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
  9. Ο εναγόμενος 2 επαναλαμβάνει όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς και θέσεις του και ζητά ανταπαιτητικά κατά των εναγόντων: Α. Δήλωση ότι δεν είχαν δικαίωμα να κατάσχουν αυθαίρετα το ποσό της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης του εναγομένου 2 για ποσό €602.593,96 συν τόκους προς 4,25% ετησίως από 27/1/
  10. Β. Απόφαση υπέρ των εναγομένων για το ποσό των €602.563,96 συν τόκους προς 4,25% ετήσια από 27/1/10 μέχρι εξόφλησης. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή απόφαση κριθούν δίκαια. Δ. ΄Εξοδα Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα κριθεί δίκαιο.» Η αίτηση εδράζεται στη Δ.25 Θ.1-6, Δ.21 Θ.1-15 και Δ.48 Θ.1, 2 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  11. Είμαι ο εναγομενος 2 στην υπό άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που εκθέτω.
  12. Στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης οι ενάγοντες δικογραφούν ότι κατάσχεσαν έναντι του αρχικού χρέους των εναγομένων 1 πρωτοφειλετών κατάθεση μου ποσού €773.472,46 που έφερε τόκο 4,25%.
  13. Στην Υπεράσπιση που κατάθεσε ο δικηγόρος μου κ. Αδάμος Λάντος στην παράγραφο 4 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτή η κατάσχεση ήταν παράνομη και αυθαίρετη.
  14. Παρόλα τα ανωτέρω δεδομένα δεν αξιώθηκε με ανταπαίτηση έναντι των εναγομένων το ποσό της κατάθεσης μου.
  15. Από ότι με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, μόνο τα δικαστήρια αποφασίζουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών και οι ενάγοντες ή και υπάλληλοι τους δεν είχαν δικαίωμα να προβούν σε τέτοια κατάσχεση προτού αποφασιστεί κατά πόσο υπάρχει το χρέος που εγγυήθηκα, κατά πόσο η εγγύηση μου ήταν έγκυρη, κατά πόσο ετήρησαν οι ενάγοντες τους όρους και προϋποθέσεις του συμβολαίου μας και εγγύησης και δέσμευσης για τέτοια κατάσχεση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για έγκυρη αξίωση κατά εγγυητή.
  16. Για τους ανωτέρω λόγους θα έπρεπε και πρέπει να εγερθεί ανταπαίτηση. Αν δεν εγερθεί ανταπαίτηση σύμφωνα με τη νομολογία θα υπάρχει δεδικασμένο και δεν θα μπορώ να το εγείρω μετά. Αν δε κινήσω νέα αγωγή θα συνιστά πολλαπλότητα και κατάχρηση της διαδικασίας, θα προβληθεί έγκυρα ότι ο πιο σωστός και καλύτερος τρόπος να υποστηρίξω τις θέσεις μου, ότι παράνομα και αυθαίρετα οι ενάγοντες έκαμαν την κατάσχεση (που δικογραφούν) και έχουν υποχρέωση να μου καταβάλουν, ήτο με ανταπαίτηση στην υπό άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση.
  17. Εγώ δεν είμαι νομικός για να γνωρίζω αυτά τα θέματα. Όμως μετά που διόρισα δικηγόρο και τον κ. Γιώργο Φ. Πιττάτζη και μετά από διαβούλευση με τον κ. Αδάμο Λάντο, όπως με ενημέρωσαν έκριναν ότι απαιτείται τροποποίηση της Υπεράσπισης με το κείμενο που επισυνάπτω σαν Παράρτημα και καταγράφει τις ανωτέρω θέσεις μου.
  18. Οι δικηγόροι μου, που είναι φίλοι του δικηγόρου των εναγόντων, με την πεποίθηση ότι δεν θα υπήρχε ένσταση κατάθεσαν νέα Υπεράσπιση όπως το Παράρτημα, όμως ο δικηγόρος των εναγόντων μας ενημέρωσε ότι δεν το αποδέχεται και αν θέλουμε αλλαγή ή τροποποίηση να ζητήσουμε άδεια του Δικαστηρίου.
  19. Το νέο αυτό κείμενο που είναι ταυτόσημο με το αιτητικό μου στην Αίτηση δεν περιέχει ουσιαστικές αλλαγές. Στην πραγματικότητα είναι επαναδιατύπωση και πιο σωστή δικονομικά προβολή των θέσεων μου με την Ανταπαίτηση και για να έχει ομοιογένεια και συνοχή, ο πιο σωστός τρόπος της τροποποίησης είναι η αντικατάσταση του πρώτου κειμένου της Υπεράσπισης με το κείμενο που περιέχεται στο Αιτητικό της Αίτησης μου και στο Παράρτημα της παρούσας.
  20. Για τους ανωτέρω λόγους παρακαλώ το Σεβαστό Δικαστήριο όπως επιτρέψει την τροποποίηση ή και αλλαγή της Υπεράσπισης μου με το κείμενο του Παραρτήματος για τους ανωτέρω λόγους.» Ακολούθησε ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής Καθ' ης η Αίτηση) η οποία στηρίζεται στην Δ.25 Θ.1-5 και Δ.48 Θ.1-9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δέκα λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής: 1) Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιδιώκεται από την αρχή αναδόμηση, αντικατάσταση ή και νέα Υπεράσπιση εντελώς αντίθετη με την ήδη υπάρχουσα ΄Εκθεση Υπεράσπισης καθώς και προσθήκης ανταπαίτησης, γεγονός που θα αποστερήσει την Καθ' ης η Αίτηση να ετοιμάσει ορθά την υπόθεση της, 2) η αίτηση δεν στηρίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο, 3) ο Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση προβαίνει σε πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση, 4) ο Αιτητής είχε πλήρη γνώση όλων των γεγονότων ή και εύλογα μπορούσε να έχει γνώση περί τούτων πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και ως εκ τούτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των εξουσιών του Δικαστηρίου, 5) με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της ορθής διαδικασίας με ζημιογόνες συνέπειες για την Καθ' ης η Αίτηση, 6) η αίτηση δεν δικαιολογείται από την ένορκη δήλωση η οποία την υποστηρίζει και δεν συνάδει με το αιτητικό της ούτε και αναφέρονται σ' αυτήν οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται ή και δικαιολογείται η τροποποίηση, και τέλος 7) αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεαστούν τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία θα υποστεί τέτοιες ζημιές που δεν μπορούν να αποκατασταθούν με την απόδοση εξόδων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Σούλλας Βασιλείου η οποία αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρνείται τις παραγράφους 5, 6 και 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτόν προτού καταχωρήσει την ΄Εκθεση Υπεράσπισης του στις 12/12/13, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στις 2/5/13 σε κατάσχεση της προθεσμιακής κατάθεσης του για την οποία δεν προέβαλε καμία ένσταση και υποσχέθηκε να συνεννοηθεί με την Εναγόμενη 1 για να παράσχει η τελευταία στην Καθ' ης η Αίτηση επιπρόσθετες εξασφαλίσεις και να αρχίσει η σταδιακή εξόφληση του χρέους. Επίσης, αναφέρει ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Εκείνο δε το οποίο ουσιαστικά επιζητείται με την αίτηση είναι η αντικατάσταση της Υπεράσπισης η οποία αν επιτραπεί θα επηρεάσει τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι από τους λόγους που επικαλείται ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του καταδεικνύεται η κακοπιστία εκ μέρους του. Καταλήγει δε, ότι για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ο δικηγόρος του Αιτητή στην σύντομη αγόρευση επί των γεγονότων με αναφορά σε πλούσια νομολογία επί του θέματος εισηγήθηκε ότι κατέστη αναγκαία η προσθήκη ανταπαίτησης επειδή αυτή αποτελεί μέρος της ενιαίας συναλλαγής μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων έτσι ώστε όλες οι μεταξύ διαφορές του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση να εκδικαστούν ταυτόχρονα ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η Καθ' ης η Αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν ήθελε ο Αιτητής καταχωρήσει αγωγή, να επικαλεστεί κώλυμα λόγου δεδικασμένου. Αλλά και αν ακόμα σφάλλει περί τούτου δεδομένης της απόφασης της Καθ' ης η Αίτηση να συμψηφίσει το ποσό της κατάθεσης του Αιτητή με το χρέος της Εναγόμενης 1, που αποτελεί μέρος της όλης συναλλαγής, θα ήταν σωστό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Από την άλλη, ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτησης, στην αγόρευση του με αναφορά σε νομολογία, επικαλείται ουσιαστικά τέσσερεις λόγους που το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση, (α) ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά ή/και εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον Αιτητή πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, (β) ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για τροποποίηση της υπεράσπισης, (γ) υπάρχει κατάχρηση και κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή και (δ) ότι η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση και θα προκαλέσει αδικία σ' αυτήν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση LOUIS VUITTON ή Δερμοσάκ Λτδ κ.α.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφ΄ όσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 AAD 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 AAΔ 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 ΑΑΔ 714). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Αρχίζοντας από τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, επειδή δεν ζητείται η τροποποίηση αλλά η αντικατάσταση της, παρατηρώ ότι οιοσδήποτε και να είναι ο ορισμός που δίδει η Καθ' ης η Αίτηση στην επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αλλάζει το νόημα και η έννοια της τροποποίησης που δεν είναι άλλη παρά η αλλαγή της υπάρχουσας υπεράσπισης ανεξάρτητα με την έκταση ή τη μορφή της. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στην Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.2., η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή στην οποία εκτίθεται το πραγματικό υπόβαθρο που την υποστηρίζει. Επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση ότι πρόκειται για εντελώς νέα υπεράσπιση, αφού ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στη προτιθέμενη Έκθεση Υπεράσπισης εμπεριέχονται στην αρχική υπό άλλη μορφή. Μάλιστα για τις παρ. 1-6 της Έκθεσης Απαίτησης ενώ στην αρχική υπεράσπιση γίνεται κάποια αναφορά, στην προτιθέμενη υπεράσπιση δεν γίνεται καμία αναφορά. Επίσης τις ίδιες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης τις οποίες αρνείται ή αμφισβητεί, ήτοι τις παρ. 9, 11, 12, 13 και 14, με την αρχική υπεράσπιση, αρνείται, αμφισβητεί ή διαφωνεί με διαφορετικό τρόπο ή μορφή με την προτιθέμενη υπεράσπιση. Ούτε βέβαια έχει επιδειχθεί εκ μέρους του Αιτητή οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μόνου του λόγου ότι γνώριζε όλα τα γεγονότα ή/και εύλογα θα μπορούσε να γνωρίζει όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση πριν από την καταχώρηση της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης, αφού δεν συνδέεται ούτε με αποφυγή ακρόασης της υπόθεσης με σκοπό να κερδίσει χρόνο, ούτε με οιονδήποτε άλλο λόγο που να συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω, δεν υπάρχει ούτε περιφρόνηση των Δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση ούτε κατάχρηση της διαδικασίας αφού ο Αιτητής, χωρίς καθυστέρηση, σε σύντομο χρόνο, τόσο από την καταχώρηση της αγωγής όσο και από την καταχώρηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης του, προέβη στο διάβημα αυτό, χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο είτε η πορεία της υπόθεσης είτε η κατάλληλη ετοιμασία εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση για τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην προτιθέμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι ορθότερο όπως από τα αρχικά στάδια μιας υπόθεσης, όπου ο Εναγόμενος έχει Ανταπαίτηση άμεσα συνυφασμένη με την απαίτηση, όπως αυτή προβληθεί και εκδικαστεί μαζί με την Απαίτηση, τόσο για να μην επηρεάζεται ο προγραμματισμός μιας υπόθεσης για ακρόαση, από μια μεταγενέστερη αίτηση για τροποποίηση, όσο και για να λύνονται όλες οι μεταξύ των πλευρών διαφορές και να αποτρέπεται η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών και να εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Ούτε βεβαίως βρίσκει έδαφος, η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι θα επηρεαστούν τα δικαιώματα και συμφέροντα της σε τέτοιο βαθμό που οι οποιεσδήποτε ζημιές δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με την απόδοση εξόδων όχι μόνο γιατί δεν γίνεται καμιά αναφορά εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση ποια θα ήταν αυτή η ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα και συμφέροντα της, αλλά και γιατί έχοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6/6/13, και ούτε καν έχει οριστεί για ακρόαση η υπόθεση, σε σύντομο χρόνο, ήτοι στις 13/2/14, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση και ότι η υπόθεση δεν θα δικαστεί ένεκα αυτής της τροποποίησης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του συντάγματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι δίκαιο για να καταστεί δυνατή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί στον Αιτητή να καταχωρήσει τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης έτσι ώστε να λυθούν όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει. Σε σχέση με την θέση του δικηγόρου του Αιτητή ότι τα έξοδα της αίτησης αφού αυτή επιτυγχάνει θα πρέπει να επιβαρύνουν την Καθ' ης η Αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού, με βάση τη Νομολογία, αυτά όπως και τα σπαταληθέντα, επιδικάζονται εναντίον αυτού που τα έχει προκαλέσει, εκτός στην περίπτωση που εντελώς αδικαιολόγητα προβάλλεται ένσταση, που δεν είναι η περίπτωση μας. Κατά συνέπεια, δίδεται άδεια και οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Απάντηση, αν χρειάζεται, στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, εντός 10 ημερών από την επίδοση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.