← Κύπρος

MICHAEL LESLIE GRAY κ.α. ν. DEMARI KRONOS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 748/09, 16/6/2014

MICHAEL LESLIE GRAY κ.α. ν. DEMARI KRONOS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 748/09, 16/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 748/09 Μεταξύ:

  1. MICHAEL LESLIE GRAY, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. DENISE GRAY, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων -και- DEMARI KRONOS LIMITED, από το Παραλίμνι Εναγομένης Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Αλέξη για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Χ''Κωνσταντή για Γ.Φ. Πιττάτζη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και διατηρεί γραφείο στο Παραλίμνι. Ασχολείται με την ανάπτυξη γης και ανέγερση οικοδομών. Κατά ή περί το 2005 αγόρασε το ακίνητο με στοιχεία, αριθμός εγγραφής 22368, τεμ. 776, Φ.Σχ.2-290-380, στο Παραλίμνι, το οποίο ενεγράφη το όλο μερίδιο σε αυτήν το 2007 και ακολούθως στις 9/8/13 το 1/41 ενεγράφη σε ένα φυσικό πρόσωπο και για τα υπόλοιπα 40/41 παρέμεινε αυτή ιδιοκτήτρια, Τεκμήρια 14 και
  3. Στις 21/9/06 υποβλήθηκε από την Εναγομένη αίτηση για πολεοδομική άδεια ανέγερσης τριών block, στο ως άνω ακίνητο, για 41 διαμερίσματα. Περιλάμβανε δε υπόγειους χώρους στάθμευσης, κοινόχρηστους χώρους και πισίνα. Η πολεοδομική άδεια εγκρίθηκε στις 19/10/07, Τεκμήριο
  4. Αφού υποβλήθηκε αίτηση για άδεια οικοδομής αυτή εξασφαλίστηκε στις 21/2/09, Τεκμήριο
  5. Επειδή τα 38 διαμερίσματα ήταν προς πώληση, αφού τα άλλα τρία δόθηκαν μαζί με χρήματα στα πρόσωπα από τα οποία αγοράσθηκε η γή, η Εναγόμενη αποτάθηκε γι' αυτό τον σκοπό στην εταιρεία ABB Developers Ltd επειδή συνεργάζετο με αγγλική εταιρεία η οποία έβρισκε αγοραστές. Η Εναγόμενη δεν επιτρεπόταν να έχει επαφή με τους προτιθέμενους αγοραστές παρά μόνο με την ABB Developers Ltd ή τον δικηγόρο που διοριζόταν ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των αγοραστών. Αφού η ABB Developers Ltd έβρισκε αγοραστές τα πωλητήρια έγγραφα τα έπαιρναν υπαλλήλοι της ABB Developers Ltd στην Εναγόμενη τα οποία υπέγραφε γι' αυτή, ο εκ των διευθυντών της, Πιέρος Μαρκουλλής, ΜΥ1 Στην πραγματικότητα, με βάση την μαρτυρία του ΜΥ1, η ABB Developers Ltd ανέλαβε κατ' αποκλειστικότητα την προώθηση πώλησης των 38 διαμερισμάτων. Συνάμα, ως καταδεικνύεται από την μαρτυρία του ΜΥ1, η μεγαλύτερη χρηματοδότηση του έργου έγινε μέσω της Εμπορικής Τράπεζας, στο εξής η Τράπεζα, η οποία έδινε δάνεια στους αγοραστές από τα οποία καταβάλλονταν σταδιακά οι δόσεις πληρωμής του ακινήτου προς την Εναγομένη, η οποία σύμφωνα με υποβολή της δικηγόρου της, εγγυήθηκε τα δάνεια και υποθήκευσε το προαναφερθέν ακίνητο επί του οποίου ανεγείρετο το συγκρότημα. Οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου, επειδή ενδιαφέροντο όπως επενδύσουν στην αγορά ενός διαμερίσματος, αποφάσισαν, μέσω της Instant Access Properties Ltd, η οποία δεν είναι κυπριακή εταιρεία, Τεκμήριο 51, που προφανώς ήταν η εταιρεία που έβρισκε αγοραστές και συνεργαζόταν με την ABB Developers Ltd, την αγορά ενός διαμερίσματος από την Εναγόμενη. Στις 10/12/07 οι Ενάγοντες, υπέγραψαν με την Εναγόμενη πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 16, για το διαμέρισμα C5 στο Block C στο Complex Kronos αντί του τιμήματος των €161.805,
  6. Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο δυνάμει του νόμου περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) ΚΕΦ. 232 στις 17/12/07, Τεκμήριο
  7. Μεταξύ άλλων όρων που συμπεριλαμβάνονταν στην εν λόγω σύμβαση προβλεπόταν ο τρόπος πληρωμής και η ημερομηνία παράδοσης του διαμερίσματος. Συγκεκριμένα, με την υπογραφή του συμβολαίου θα καταβάλλετο το ποσό των €1.433,17, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, το ποσό των €47.108,83, ακολούθως το ποσό των €40.451,00 με την ολοκλήρωση των θεμελίων του διαμερίσματος, στη συνέχεια το ποσό των €40.451,00 με την ολοκλήρωση της τοιχοποιίας και του σοβατίσματος και το ποσό των €32.361,00 μέχρι τις 30/4/09, με την ολοκλήρωση και παράδοση του διαμερίσματος. Η Εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να ολοκληρώσει και να παραδώσει το διαμέρισμα μέχρι τις 30/4/09 με δικαίωμα καθυστέρησης παράδοσης μέχρι 30 ημέρες από τις 30/4/09, ήτοι μέχρι τις 30/5/
  8. Οι Ενάγοντες για αποπληρωμή του διαμερίσματος θα κατέβαλλαν ένα ποσό από δικά τους χρήματα ενώ για το υπόλοιπο ποσό που ανήρχετο στις €113.109,42 σεντ εξασφάλισαν δάνειο από την Τράπεζα, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερ. 7/11/08, Τεκμήριο 1, αφού έγινε πρόταση δανείου ίδιας ημερομηνίας, 7/11/08, Τεκμήριο 2, μετά που έγινε αίτηση ημερομηνίας 22/10/07 όπως φαίνεται από τη σελίδα 1 του Τεκμηρίου
  9. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν στην Εναγόμενη τον Δεκέμβριο του 2007, και δη στις 10/12/07 με την υπογραφή της σύμβασης πώλησης Τεκμήριο 16, ως η παραδοχή της Εναγομένης στην παρ. 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και η μαρτυρία της ΜΥ3, το ποσό των €48.542,00 το οποίο μεταφέρθηκε μέσω της TTT MoneyCorp Ltd, στην οποία αποτάθηκαν οι Ενάγοντες στις 29/10/07, και καταβλήθηκε σε αυτή στις 31/10/07 από τους Ενάγοντες και προφανώς ήταν η δική τους συνεισφορά για το 30%, Τεκμήριο 18, και εμβάσθηκε στη Τράπεζα. Ακολούθως στις 10/11/08 καταβλήθηκε το ποσό των €40.451,14 ως φαίνεται από την αίτηση ημερ. 10/11/08, Τεκμήριο 10 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, ήτοι την απόδειξη ανάληψης από το λογαριασμό δανείου του ποσού αυτού, το Τεκμήριο 5, ήτοι την πίστωση του ποσού αυτού στον τρεχούμενο λογαριασμό και το Τεκμήριο 19, ήτοι την κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταδεικνύεται η μεταφορά του συγκεκριμένου ποσού. Επειδή κατά τους Ενάγοντες η Εναγόμενη δεν εκπλήρωσε τον όρο της συμφωνίας για παράδοση του διαμερίσματος το αργότερο μέχρι τις 30/5/09 έστειλαν επιστολή ημερομηνίας 11/6/09, Τεκμήριο 20, μέσω του δικηγόρου τους, άλλο από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, με την οποία έδιναν προθεσμία 30 ημερών από την επίδοση της, για παράδοση από την Εναγόμενη σ' αυτούς του διαμερίσματος. Να σημειωθεί ότι προηγήθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 30, από τους Ενάγοντες στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους ημερομηνίας 31/5/09 να μην πληρώσει την επόμενη δόση λόγω παράβασης της συμφωνίας και ακολούθως στις 3/6/09 προχώρησαν στην εξόφληση του ποσού του δανείου που έλαβαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Ενάγοντες, και γι' αυτό το λόγο, επειδή υπήρξε πρόωρη πληρωμή, επιβλήθηκε και πλήρωσαν πρόστιμο ύψους €242,66, Τεκμήριο
  10. Η Εναγόμενη, δια του δικηγόρου της, με επιστολή της ημερομηνίας 26/6/09, Τεκμήριο 11, απάντησε στην ως άνω επιστολή που της επιδόθηκε στις 17/6/09, Τεκμήριο 21, ότι θα υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 όπως άλλωστε είχε ενημερώσει τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 4 Φεβρουαρίου 2009, Τεκμήριο 37, για τους λόγους που εξηγούνται σ' αυτήν. Να λεχθεί σε αυτό το σημείο ότι η Εναγομένη με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 12/6/09, Τεκμήριο 41, ζήτησε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων την επόμενη δόση εκ €40.451,00 επειδή ολοκληρώθηκε η τοιχοποιία και το σοβάτισμα του διαμερίσματος, αφού προηγουμένως με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 2/6/09, Τεκμήριο 42, ζήτησαν από την Τράπεζα την εκταμίευση του ποσού των €40.451,
  11. Με την παραλαβή της ως άνω επιστολής, ημερομηνίας 26/6/09, Τεκμήριο 11, οι δικηγόροι των Εναγόντων τερμάτισαν την σύμβαση πώλησης με επιστολή ημερομηνίας 10/7/09, Τεκμήριο
  12. Στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής στις 6/8/09 με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν (α) το ποσό των €8.079,00 ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από 10/12/07, (β) το ποσό των €88.907,08 το οποίο κατεβλήθη στην Εναγόμενη ως αχρεωστήτως καταβληθέν ή καταβληθέντος άνευ ανταλλάγματος ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή άλλως πως, (γ) νόμιμο τόκο επί του ποσού των €48.455,94 από 1/1/08 και νόμιμο τόκο επί του ποσού των €40.451,14 από 1/12/08 μέχρι εξόφλησης, (δ) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη έχει παραβεί την σύμβαση πώλησης, (ε) δήλωση ή/και απόφαση ή/και διάταγμα ότι η συμφωνία πώλησης τερματίστηκε νόμιμα από τους Ενάγοντες λόγω παράβασης της, εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης και (στ) Έξοδα. Όσον αφορά την αξίωση (α) σχετικό είναι το Τεκμήριο 23, που αφορά την κράτηση για την κάθοδο τους στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2009, το Τεκμήριο 24 που αποτελεί τα έξοδα της πτήσης τους, το Τεκμήριο 25 που είναι το τιμολόγιο για την διαμονή τους, το Τεκμήριο 26 το οποίο αφορά την χρέωση ενοικίασης αυτοκινήτου, και το Τεκμήριο 27 που είναι τιμολόγιο για υπηρεσίες σχετικές με την αγορά του διαμερίσματος. Σε σχέση με τις αξιώσεις (β) και (γ) είναι παραδεκτό από την Εναγομένη ότι καταβλήθηκε το (β) αξιούμενο ποσό στις 10/12/07 και το (γ) στις 10/11/08, ελλειπές κατ' αυτή κατά €1576.67, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα τεκμήρια που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η Εναγόμενη με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της, αν και δεν αμφισβητεί ότι η παράδοση του διαμερίσματος δεν έγινε κατά το χρόνο που αναφέρεται στη σύμβαση πώλησης, ισχυρίζεται ότι αδικαιολόγητα οι Ενάγοντες τερμάτισαν την σύμβαση πώλησης αφού η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε αυτή αλλά σε παράγοντες που σχετίζονταν με την μη καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων εκ μέρους των αγοραστών, μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες και άρα αυτοί παραβίασαν την συμφωνία, στη μη έγκαιρη έκδοση άδειας οικοδομής, στη διεθνή οικονομική κρίση, στα προβλήματα της οικοδομικής βιομηχανίας και άλλων συνθηκών πέραν των δυνάμεων της. Ανταπαιτεί δε, λόγω παράβασης ουσιωδών συμβατικών όρων, από τους Ενάγοντες (α) ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €74.398,61 που δεν κατεβλήθη από τους Ενάγοντες δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης, πλέον τόκους, (β) αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας (τιμωρητικές και άλλες), (γ) διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες να αποπληρώσουν τα ποσά ως η μεταξύ τους συμφωνία και παραλαβή του διαμερίσματος και διαζευκτικά ότι η Εναγόμενη δεν έχει παραβιάσει την μεταξύ τους σύμβαση και (δ) νόμιμο τόκο και έξοδα. Σε σχέση με την ανταξίωση (α) σχετική είναι εκτίμηση του ΜΥ4, Τεκμήριο
  13. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αποδέχονται τις παραδοχές της Εναγομένης που γίνονται με την υπεράσπιση της σε σχέση με την έκθεση απαίτησης, άλλους ισχυρισμούς τους αρνούνται ενώ για άλλους ισχυρισμούς προβάλλουν τη θέση ότι εμποδίζεται ή κωλύεται η Εναγομένη να τους επικαλείται λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς της που βασίστηκαν σε αυτή. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 1, ΜΕ4, επί όλου του φάσματος της αντιδικίας, ο Άθως Γεωργίου, ΜΕ1, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας, για τη σύμβαση δανείου μεταξύ της τράπεζας και των Εναγόντων και μεταξύ άλλων πότε και ποια ποσά εκταμιεύθηκαν και εμβάσθηκαν στην Εναγόμενη, (η μαρτυρία τους θα τύχει εξέτασης σε κατοπινό στάδιο όπως εξηγείται κατωτέρω), η Βασούλλα Νικολάου, ΜΕ2, υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων για την κατάθεση συγκεκριμένων επιστολών από τον τότε δικηγόρο της Εναγομένης στο δικηγόρο των Εναγόντων, ήτοι τα Τεκμήρια 11, 12 και 13 και η Χρυσοβαλάντια Κυπριανού, ΜΕ3, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, μεταξύ άλλων, για την ιδιοκτησία του ακινήτου επί της οποίας ανηγέρθηκε το συγκρότημα Kronos, Τεκμήριο 14, για τα πωλητήρια που κατατέθηκαν για ειδική εκτέλεση, καθώς και τις υποθήκες επί του αναφερθέντος ακινήτου, Τεκμήριο 15, την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης, Τεκμήριο 16 καθώς και ότι δεν υπάρχει φάκελος για διαχωρισμό. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και 3 για το σκοπό που κατάθεσαν ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Άσχετα αν για τη ΜΕ2 τέθηκε ως θέμα η σκοπιμότητα της κατάθεσης μόνο των Τεκμηρίων 11, 12 και
  14. Το Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη βέβαια και όλη την άλλη μαρτυρία, με δείκτη μεταξύ άλλων την ειλικρίνεια, ευθύτητα και αμεσότητα τους, αποδέχεται την μαρτυρία τους. Για την Υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Πιέρος Μαρκουλλής, ΜΥ1, ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης, επί όλων των ουσιαστικών θεμάτων που αφορούν την διαφορά, η Μαρία Ευγενικού, ΜΥ2, γραμματειακός υπάλληλος της Εναγόμενης, η οποία είναι υπεύθυνη και για την αλληλογραφία με τους πελάτες ή τους αντιπροσώπους τους, η Νικολίνα Πιέρου Μαρκουλλή, ΜΥ3, θυγατέρα του ΜΥ1, και υπάλληλος της Εναγόμενης ως υπεύθυνη του λογιστηρίου της, η οποία διατηρεί, μεταξύ άλλων, σχετική κατάσταση πληρωμών των πελατών, (η μαρτυρία τους θα εξεταστεί στη συνέχεια όπως εξηγείται πιο κάτω), ο Φώτης Ιωάννου, ΜΥ4, εκτιμητής ακινήτων, για να καταδειχθεί η ζημιά της Εναγομένης από την ακύρωση της σύμβασης. Αφού εξέτασα τα προσόντα, τις γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμά του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας

(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1285), κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητάς του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Andreas Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Pouris and another v. R.
(1980)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, Yiannis N. Erimodis Estates Ltd. κ.α. ν. Χριστοδουλίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, Χριστοφίδης ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Βασίλης Τσαγγαρίδης ν. Ανδρέα Αυγουστή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Νεόφυτος Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπου Αβραάμ κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441, Χλόη Κυριάκου ν. ΄Αννας Γρίβα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 825, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540, Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 692, Καούρης v. Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 148, Πελεκάνος κ.ά. v. Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. ΄Εφεση 316/10, ημερομηνίας 21/2/13). ΄Οσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψή του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Ο Φώτης Ιωάννου, ΜΥ4, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς, άμεσος, σαφής και εξήγησε με ακρίβεια και λεπτομέρεια κάθε μέρος, σημείο, στοιχείο και οτιδήποτε περιλαμβάνεται στην έκθεση του Τεκμήριο
  1. Αυτά ως κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη όπως και για κάθε άλλο μάρτυρα. Παρά την σφοδρή αντεξέταση που έτυχε από την δικηγόρο των Εναγόντων, η οποία μάλιστα του παρουσίασε τοπογραφικό της περιοχής όπου βρίσκεται το διαμέρισμα, Τεκμήριο 50, και του υπέδειξε συγκεκριμένα διαμερίσματα άλλων συγκροτημάτων που έπρεπε να λάβει υπόψη για να καταλήξει στην αξία του διαμερίσματος τον Ιούνιο του 2009 και κατ' επέκταση στο ποσό της ζημιάς η οποία θα ήταν λιγότερη από αυτή η οποία προκύπτει, εντούτοις με πολύ συγκεκριμένο τρόπο εξήγησε γιατί δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και δη ότι δεν είχαν τα ίδια φυσικά ή νομικά χαρακτηριστικά. Εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε το Δικαστήριο δύναται να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Δεν άφησε καμιά αμφιβολία για την ορθότητα της μεθόδου που χρησιμοποίησε, της γνώμης και της τελικής του κατάληξης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επίσης κλήθηκε για αντεξέταση η Σκεύη Κουλλαπή, ΜΥ5, υπάλληλος στην Εμπορική Τράπεζα, για να διακριβωθεί τι είπε στην ΜΥ2 ότι ανάφερε ο ΜΕ4 όταν εξόφλησε πρόωρα το δάνειο. Εξετάζεται και αυτής η μαρτυρία κατωτέρω. Αν και έγινε αναφορά στην ABB Developers Ltd και στο ρόλο της για την προώθηση πώλησης των διαμερισμάτων στο συγκρότημα Kronos κατ' αποκλειστικότητα και την ανεύρεση αγοραστών καθώς και στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων και το ρόλο του, εντούτοις κανείς από τους διαδίκους δεν κάλεσε μάρτυρα από την ABB Developers Ltd είτε για να υποστηρίξει και ενισχύσει τους ισχυρισμούς του, είτε για να αντεξετάσει τουλάχιστο αυτόν που αναφέρθηκε το όνομα του ότι ενεργούσε γι' αυτή. Ούτε και ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, δηλαδή της κλήτευσης του ως μάρτυρα ή για αντεξέταση του, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο το πληρεξούσιο έγγραφο που τον καθιστούσε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων για να διαπιστωθεί η έκταση της πληρεξουσιότητας του. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι υπόψη του σε όλη την έκταση της και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να καταγραφεί τι λέχθηκε από τον κάθε μάρτυρα. Αναφορά στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κρίνεται από το Δικαστήριο ότι χρειάζεται να γίνει μνεία της θα γίνει κατωτέρω. Το ίδιο θα γίνει και για τις αγορεύσεις των δικηγόρων οι οποίες ήταν λεπτομερείς και με παραπομπές σε σχετική νομολογία. Δεν χρειάζεται να γίνει ειδική αναφορά σε κάθε θέση και εισήγηση που περιέχεται στην αγόρευση του κάθε Δικηγόρου. Αυτές εξυπακούεται ότι εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν ή έγιναν αποδεκτές από τον σχολιασμό και κατάληξη του Δικαστηρίου. Είναι αρκετό να καταγραφούν πολύ γενικά και συνοπτικά οι βασικές θέσεις τους. Η δικηγόρος της Εναγομένης εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες μέχρι την υπογραφή της σύμβασης είχαν ορίσει σιωπηρά αντιπρόσωπο τους ή υποκατάστατο αντιπρόσωπο τους την ABB Developers Ltd και ακολούθως μετά την υπογραφή της σύμβασης ρητά ή σιωπηρά τον δικηγόρο κ. Χατζηχριστοδούλου. Σε σχέση με την παράταση παράδοσης του διαμερίσματος εισηγήθηκε ότι δικαιολογείτο πλήρως (α) γιατί ενέπιπτε στον όρο 3 της σύμβασης καθώς (β) και από τη παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των Εναγόντων ένεκα της καθυστέρησης καταβολής της δόσης για σκελέτωση και ακολούθως την μη καταβολή ολόκληρης της δόσης. Επίσης εισηγήθηκε ότι δεν υπήρχε έγκυρος τερματισμός της σύμβασης εκ μέρους των Εναγόντων καθότι ο όρος για το χρόνο παράδοσης του διαμερίσματος δεν ήταν ουσιώδης ως εξάγεται από τον όρο 2(e) της σύμβασης αλλά και από την παράγραφο 2 του όρου 3 της σύμβασης και το γεγονός της σιωπής τους από τον Φεβρουάριο του 2009 μέχρι τις 30/5/09, χωρίς να εκδηλώσουν προθυμία ετοιμότητας εκπλήρωσης της δικής τους υπόσχεσης ως άλλωστε εξάγεται και από την μετέπειτα συμπεριφορά τους με τις οδηγίες στον αντιπρόσωπο τους να μην πληρώσει την επόμενη δόση και ακολούθως την αποπληρωμή του δανείου τους. Εάν δε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι ο χρόνος κατέστη ουσιώδης, με τις επιστολές ημερομηνίας 11/6/09 και 10/7/09, τότε φαίνεται ότι δεν τήρησαν τις σχετικές προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις αξιώσεις για ειδικές αποζημιώσεις είναι η θέση της ότι αυτές δεν αποδείχθηκαν με τον δέοντα τρόπο. Σε σχέση με την ανταπαίτηση της παραπέμπει στην εκτίμηση του ΜΥ4, για τις ζημιές που υπέστη η Εναγομένη, διαζευκτικά με το αξιούμενο διάταγμα για εκπλήρωση της σύμβασης, καταβάλλοντας το ίδιο ποσό που ζητείται με την ανταπαίτηση. Η δικηγόρος των Εναγόντων πρόβαλε τη θέση ότι η Εναγομένη παρέβη τον όρο για παράδοση του διαμερίσματος εντός του συμφωνηθέντος χρόνου ο οποίος ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης ή εν πάση περιπτώσει κατέστη ουσιώδης με την επιστολή ημερομηνίας 11/6/
  2. Επίσης η παράταση παράδοσης του διαμερίσματος δεν καλύπτεται από την παράγραφο 3 της σύμβασης. Ακόμα αναλύει την θέση της για τον ισχυρισμό της Εναγομένης για πρόωρο τερματισμό, την καθυστέρηση στην καταβολή της δόσης της σκελέτωσης του διαμερίσματος και την μη καταβολή μέρους αυτής που προώθησε η Εναγόμενη. Τέλος εξηγεί γιατί η ανταπαίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ξεπροβάλλονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης χωρίς να ακολουθείται η κλασσική μορφή της καταγραφής πρώτα της μαρτυρίας, μετά η αξιολόγηση, ακολούθως τα ευρήματα και τέλος η κατάληξη. Γι' αυτό και από την αρχή της απόφασης καταγράφονται γεγονότα που είτε αποτελούσαν κοινό έδαφος, είτε δεν αμφισβητήθηκαν. Σε αυτό το σημείο μπορεί από τώρα να απαντηθεί η θέση της Εναγόμενης ότι η ABB Developers Ltd ήταν σιωπηρά αντιπρόσωπος ή υποκατάστατος αντιπρόσωπος μέχρι την υπογραφή της σύμβασης. Ούτε ρητά, ούτε σιωπηρά προκύπτει από την υπάρχουσα μαρτυρία ότι η ABB Developers Ltd ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Η ενημέρωση που έκανε στην Instant Access Properties Ltd και η ανεύρεση από την τελευταία αγοραστών δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Άλλωστε εάν ήταν έτσι τα πράγματα δεν θα χρειάζετο ο άλλος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους. Απεναντίας, υπό το φως της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη αποτάθηκε στην ABB Developers Ltd για πώληση των διαμερισμάτων και αυτή ανέλαβε κατ' αποκλειστικότητα την προώθηση πώλησης των διαμερισμάτων της Εναγόμενης αποκλείει αυτή την προοπτική. Από την άλλη όμως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, εξάγεται χωρίς βάσανο ότι οι Ενάγοντες είχαν ως αντιπρόσωποι τους τον κ. Χατζηχριστοδούλου μέχρι τις 30/5/
  3. Σε τι ακριβώς συνίστατο η πληρεξουσιότητα του και ποια η έκτασης παρέμεινε άγνωστη αφού δεν παρουσιάστηκε ανάλογη μαρτυρία. Σίγουρα όμως σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ4 περιλάμβανε την ενημέρωση τους και την εκταμίευση των δόσεων. Με αυτά υπόψη εισερχόμαστε απευθείας στα θέματα που κυριάρχησαν στη μεταξύ των διαδίκων αντιδικία. Η ουσιαστικότερη διαφορά συνίσταται στο κατά πόσο τερματίστηκε νόμιμα η σύμβαση πώλησης εκ μέρους των Εναγόντων, και ως εκ τούτου δικαιούνται ή όχι στις θεραπείες που αξιώνουν, και επίσης, αφού η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η μη παράδοση του διαμερίσματος εντός της καθορισμένης προθεσμίας οφειλόταν στους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, από τη μια ότι οι Ενάγοντες ήταν αυτοί που τερμάτισαν την σύμβαση αδικαιολόγητα και παραβίασαν τη σύμβαση αφού καθυστέρησαν στην καταβολή της δόσης με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος όπως προνοείται στη σύμβαση, και από την άλλη ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση παράδοσης του διαμερίσματος, και ως εκ τούτων εάν δικαιούται ή όχι σε όσα αξιώνει με την ανταπαίτηση της. Στα πλαίσια αυτά και τις δικογραφημένες θέσεις των αντιδίκων μερών, που αποτελούν τις ράγες του τραίνου της δίκης, επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, βλ. Παρλάτα v. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 379/09, ημερομηνίας 21/5/14 παρατίθενται, σχολιάζονται και κρίνονται τα ζητήματα που αποτελούν την διαφορά. Αποτέλεσε σημείο τριβής η καταβολή του ποσού των €40.451,14 επειδή, κατά τους Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες, Τεκμήριο 10, και έγινε ανάληψη του ποσού αυτού από το δάνειο, Τεκμήριο 4 και πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 5, το οποίο σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε ως, Τεκμήριο 19, η Τράπεζα έμβασε το ίδιο ποσό στην Εναγόμενη και η τελευταία εξέδωσε σχετική απόδειξη, Τεκμήριο 7, ενώ η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η τράπεζα έμβασε στο λογαριασμό της το ποσό των €38.883,38, Τεκμήρια 6 και 9, ως άλλωστε φαίνεται και στην κατάσταση πληρωμών που διατηρεί η Εναγόμενη, Τεκμήριο 48, και ως εκ τούτου υπολείπετο της συμφωνηθείσας δόσης. Η σημασία που αποδίδει σε αυτό το γεγονός η Εναγομένη εντοπίζεται στη θέση ότι από τη στιγμή που δεν καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό της συμφωνηθείσας δόσης τότε οι Ενάγοντες είναι αυτοί που παραβίασαν την μεταξύ τους συμφωνία, όπως και για άλλη προηγηθείσα καθυστέρηση καταβολής του συγκεκριμένου ποσού στο σύνολο του (€40.451,00), για την οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επικαλούνται παραβίαση της σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης. Πράγματι, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 4, 5, 7, 10 και 19 οι Ενάγοντες αποδεικνύεται ότι έδωσαν οδηγίες για αποδέσμευση, εκταμίευση και καταβολή του ποσού των €40.451,14 στην Εναγόμενη. Όμως από την άλλη πράγματι σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 αποδεικνύεται ότι στο λογαριασμό της Εναγομένης δεν εμβάσθηκε όλο το ως άνω ποσό αλλά το ποσό των €38.883,38 γιατί η τράπεζα αφαίρεσε το συγκεκριμένο ποσό των €1.567,76 ως έξοδα χορήγησης δανείου, τα οποία έπρεπε να καταβάλουν οι Ενάγοντες σε αυτή. Τι πραγματικά συνέβηκε εξηγήθηκε από τον ΜΕ1, ο οποίος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινής και ευθύς και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, του οποίου την μαρτυρία υποστηρίζει και η μαρτυρία του ΜΥ
  4. Σύμφωνα λοιπόν με την μαρτυρία αυτών των μαρτύρων πριν εμβασθεί το ποσό των €38.883,38 στο λογαριασμό της Εναγομένης από την τράπεζα, η τελευταία επικοινώνησε με την Εναγόμενη και αφού της ανάφερε τι θα έπραττε, προκειμένου να γίνει το έμβασμα, σε συνεννόηση μαζί της κατόπιν παρότρυνσης της τράπεζας να εκδώσει απόδειξη για ολόκληρο το ποσό των €40.451,14 και να χρεωθεί η Εναγόμενη τα ως άνω έξοδα και ή δικαιώματα χορήγησης δανείου που όφειλαν οι Ενάγοντες, η Εναγομένη αποδέχθηκε τη διευθέτηση αυτή και εξέδωσε και σχετική απόδειξη, Τεκμήριο 7, για να πάρει τα χρήματα τα οποία είχε ανάγκη όπως είπε ο ΜΥ
  5. Το ίδιο έγινε και με όλους τους υπόλοιπους αγοραστές, ως εμφαίνεται και από το Τεκμήριο 45 ημερομηνίας 5/11/08, οι οποίοι είτε αρχικά είτε στο τέλος της παράδοσης του διαμερίσματος τους κατέβαλαν το ως άνω ποσό στην Εναγομένη, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ1, της ΜΥ2 και της ΜΥ3 για την οποία δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία. Επομένως, εκ των πιο πάνω, η Εναγομένη δεν μπορεί να στηρίζεται σε μία διευθέτηση που η ίδια προέβη και αποδέχθηκε για να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν την μεταξύ τους συμφωνία. Οι οδηγίες των Εναγόντων προς την τράπεζα ήταν σαφείς. Μάλιστα η τράπεζα αφού έγινε αυτή η διευθέτηση, αυτήν την εικόνα έδειξε και παρουσίασε στους Ενάγοντες με την κατάσταση λογαριασμού τους Τεκμήριο
  6. Το γεγονός ότι η Εναγομένη απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή εκ των υστέρων, ημερομηνίας 21/11/08, Τεκμήρια 36 και 43, (είναι τα ίδια) στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους διεκδικώντας το ποσό που απέκοψε η τράπεζα για τα έξοδα της, δεν έχει οιανδήποτε σημασία για το θέμα που τώρα εξετάζεται. Η Εναγομένη ήταν αυτή που επέλεξε να αποκοπεί το ποσό των €1567,76 και ουσιαστικά να καταβληθεί το ως άνω ποσό για τα έξοδα της τράπεζας από αυτή, εν αγνοία των Εναγόντων και χωρίς τη συγκατάθεση τους. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία του ΜΥ1, της ΜΥ2 και της ΜΥ3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται και κατακολουθία ο ισχυρισμός της Εναγομένης ως προς το συγκεκριμένο θέμα δεν μπορεί να ευσταθίσει και επίσης απορρίπτεται. Σε σχέση με το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, εκ μέρους των Εναγόντων στην καταβολή ολόκληρης της δόσης των €40.451,00 που σχετίζετο με την ολοκλήρωση των θεμελίων του διαμερίσματος, ως ο ισχυρισμός της Εναγομένης, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η ολοκλήρωση των θεμελίων, έγινε στις 3/9/08, για το οποίο δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία και γίνεται αποδεκτή, ενώ η καταβολή της δόσης πραγματοποιήθηκε στις 10/11/08, βλέπε Τεκμήρια 4, 5, 10 και 19, και ως εκ τούτου υπήρχε καθυστέρηση περί τους δύο μήνες. Περαιτέρω μαρτυρία επί τούτου δόθηκε από την ΜΥ2 η οποία διατηρούσε τον φάκελο και τη σχετική αλληλογραφία καθώς και από την ΜΥ3, η οποία είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου. Οι Ενάγοντες αρνούνται τούτο και ισχυρίζονται ότι, αμέσως μόλις η τράπεζα τους ειδοποίησε ότι θα μπορούσαν να εκταμιεύσουν το ποσό από το σχετικό δάνειο το οποίο εγκρίθηκε στις 10/11/08, αν και την αίτηση την είχαν υποβάλει από το Γενάρη του 2008 ως αναφέρθηκε από τον ΜΕ4, ο οποίος όμως διευκρίνισε ότι αποτάθηκε μεν τότε στην τράπεζα για το δάνειο αλλά υπογεγραμμένη αίτηση υποβλήθηκε στις 7/11/08, έδωσαν οδηγίες και εκταμιεύθηκε από το δάνειο τους το ποσό των €40.451,
  7. Η αλήθεια είναι ότι η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 7/10/08, Τεκμήριο 34, αφού κατανοεί κάποιο φυσιολογικό χρόνο καθυστέρησης και περιγράφει την πρόοδο του έργου υπέρ του δέοντος προχωρημένη, διαμαρτυρήθηκε στην τράπεζα εκφράζοντας την απογοήτευση της για το μη άνοιγμα των λογαριασμών δανείων για όλους τους αγοραστές διαμερισμάτων στο συγκρότημα Kronos επιρρίπτοντας την ευθύνη στην Τράπεζα και εκφράζοντας την υποχρέωση να επικοινωνήσει γραπτώς η ίδια με τους πελάτες για να τους αναφέρει την καθυστέρηση εκ μέρους της Τράπεζας. Συνάμα, αναφερόταν στην επιστολή ότι ένεκα αυτού του γεγονότος αναγκαζόταν να καθυστερήσει την πρόοδο του εργοταξίου με συνέπεια την καθυστέρηση στην παράδοση των διαμερισμάτων και παράλληλα την χρέωση τόκων λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης της τράπεζας. Η τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 20/10/08, Τεκμήριο 35, απάντησε στην Εναγόμενη, αφού επισήμαινε ότι με το Τεκμήριο 34 η Εναγόμενη επέρριπτε όλο το βάρος της ευθύνης της καθυστέρησης του ανοίγματος των στεγαστικών δανείων σε αυτή και ότι αδικεί την τράπεζα, ενημέρωνε την Εναγόμενη ότι ήδη είχαν εκταμιευθεί τα ποσά των δόσεων εννέα δανείων, για πέντε δάνεια αναμενόταν η υπογραφή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, εννέα δεν είχαν προσκομίσει ασφάλεια και δύο βρίσκονταν στο στάδιο της ετοιμασίας των εγγράφων. Εξέφραζε την άποψη ότι η καθυστέρηση δεν ήταν αδικαιολόγητη και δεν οφειλόταν εξ ολοκλήρου στην τράπεζα. Διαβεβαίωνε δε την Εναγόμενη ότι θα κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια για εξυπηρέτηση της καθώς και των πελατών της. Ως εκ των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι για πρώτη φορά η Εναγομένη στις 7/10/08, για την μη καταβολή των δόσεων, απευθύνεται στην τράπεζα στην οποία επέρριπτε και την ευθύνη, ενώ δεν παρουσιάστηκε οιαδήποτε επιστολή με την οποία να αποδιδόταν οποιαδήποτε ευθύνη στους αγοραστές των διαμερισμάτων και δη στους Ενάγοντες, οι οποίοι φαίνεται να είχαν αποταθεί από τις 22/10/07 ως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 το οποίο είναι η πρόταση δανείου ή τουλάχιστον από τον Γενάρη του 2008 στην τράπεζα, ως ήταν η μαρτυρία του ΜΕ4 η οποία ενισχύεται και από το γεγονός της καταβολής της δικής του συνεισφοράς από τον Δεκέμβριο του 2007, η οποία γίνεται αποδεκτή, και αμέσως μόλις ζητήθηκε η υπογραφή τους για το δάνειο στις 7/11/08, σε τρεις μέρες 10/11/08 εκταμιεύθηκε και καταβλήθηκε το αναφερθέν ποσό, Τεκμήρια 4, 5, 10 και
  8. Περαιτέρω, ήταν ο ισχυρισμός του ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ένεκα τούτου, δηλαδή της μη καταβολής των δόσεων, μειώθηκε ο ρυθμός ανέγερσης του συγκροτήματος επειδή τα δικά της κεφάλαια είχαν εξαντληθεί για ότι χρειαζόταν να γίνει πριν την ανέγερση των ίδιων των διαμερισμάτων, όπως περίφραξη του χώρου, εκσκαφές, κατασκευή υπογείου, με επακόλουθο την καθυστέρηση παράδοσης των διαμερισμάτων στο συμφωνηθέντα χρόνο. Αναγνωρίζοντας και διαπιστώνοντας ότι θα υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση των διαμερισμάτων, η Εναγομένη με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 4/2/09, Τεκμήριο 37, ενημέρωνε τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων ότι θα υπήρχε καθυστέρηση στην παράδοση του διαμερίσματος υπολογίζοντας ότι η παράδοση θα γινόταν μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του
  9. Υπάλληλος του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των Εναγόντων έστειλε ηλεκτρονική επιστολή γι' αυτό το θέμα στην Εναγόμενη, ημερομηνίας 5/2/09, Τεκμήριο 37, ζητώντας να πληροφορηθεί τι εννοείτο με τη φράση «παράδοση από Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο, 2009» καταγράφοντας την δική της αντίληψη, για να στείλει επιστολή στους Ενάγοντες, αντίγραφο της οποίας θα της έστελλε. Αφού εξηγήθηκε από την Εναγομένη, με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 5/2/09, Τεκμήριο 37, από τη ΜΥ2, η ίδια υπάλληλος του πληρεξούσιου αντιπροσώπου των Εναγόντων την ίδια ημέρα, 5/2/09, Τεκμήριο 37, έστειλε ηλεκτρονική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι είναι λογικό, δηλαδή λογική η εξήγηση που διδόταν, και στη συνέχεια πάλι την ίδια ημέρα, 5/2/09, έστειλε αντίγραφο επιστολής που θα έστελλε στους Ενάγοντες, Τεκμήριο
  10. Σε σχέση με αυτό το θέμα, ο ΜΕ4 στην εξέταση του ανέφερε ότι ουδέποτε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους ανέφερε οτιδήποτε και έχοντας υπόψη, με βάση όσα τους έλεγε η Instant Access Properties Ltd ακόμη μέχρι και τον Ιανουάριο του 2009, ότι η παράδοση θα γινόταν σύμφωνα με το συμβόλαιο, ήρθαν στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2009 για να επιθεωρήσουν το διαμέρισμα οπότε και διαπίστωσαν ότι τούτο δεν θα μπορούσε να γίνει μέχρι τις 30/5/
  11. Κατά την αντεξέταση όμως παραδέχθηκε ότι έλαβε γνώση για την καθυστέρηση στην παράδοση του διαμερίσματος από τον Φεβρουάριο του 2009 αλλά ο χρόνος παράδοσης ήταν καθορισμένος στο συμβόλαιο και ήρθαν στην Κύπρο με τη σύζυγο του για να καταστεί δυνατή η λειτουργία της επένδυσης τους. Σε ερώτηση γιατί ήρθαν στη Κύπρο αφού δεν θα ήταν έτοιμο το διαμέρισμα απάντησε ότι εάν ακυρώνονταν τα εισιτήρια δεν θα τους επιστρέφονταν τα χρήματα τους. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, καταδεικνύεται ότι η Εναγόμενη καθυστέρησε πέραν του ενός μηνός, από την ημέρα που κατά τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ολοκληρώθηκε η σκελέτωση του διαμερίσματος, για να εκφράσει την απαρέσκεια της για μη εκταμίευση και καταβολή της δόσης και τούτο βέβαια προς την τράπεζα και όχι προς τους Ενάγοντες. Πέραν αυτού, αν και αναφέρθηκε από τον ΜΥ1 ότι μειώθηκε ο ρυθμός ανέγερσης των διαμερισμάτων, ένεκα της έλλειψης χρημάτων, λόγω μη καταβολής των δόσεων, εντούτοις δεν αναφέρθηκε είτε ότι απολύθηκε προσωπικό, είτε ότι χρειάστηκε αναστολή εργασιών ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με αυτό το οποίο θα έδειχνε ότι όντως η Εναγόμενη δεν είχε χρήματα για καταβολή μισθών των εργαζομένων για συνέχιση των εργασιών στο συγκρότημα Kronos. Επίσης, δεν συσχετίστηκε η καθυστέρηση των δύο μηνών ή για άλλους αγοραστές περισσότερο ή λιγότερο στην καταβολή των δόσεων, με την επτάμηνη καθυστέρηση παράδοσης του διαμερίσματος των Εναγόντων, ως ήταν η πρόβλεψη της Εναγόμενης και ως ανέφερε ο ΜΥ1 στη μαρτυρία του ότι ήταν έτοιμο τον Δεκέμβριο του
  12. Ούτε συνάδει με τη θέση της που εκφράστηκε στο Τεκμήριο 34, ότι η πρόοδος του έργου ήταν υπέρ του δέοντος προχωρημένη. Να σημειωθεί δε ότι η Εναγόμενη σε κανένα διάβημα δεν προέβη εναντίον των Εναγόντων γι' αυτή την καθυστέρηση αλλά απεναντίας αποδέχθηκε τη πληρωμή της δόσης κατά την ημερομηνία που αναφέρεται πιο πάνω με τον τρόπο που ήδη καταγράφηκε. Αλλά και να είχε κάποιο δικαίωμα, που δεν είχε, η Εναγόμενη παραιτήθηκε τούτου με την αποδοχή της πληρωμής στις 10/11/
  13. Επίσης η αναφορά εκ μέρους της Εναγόμενης με την επιστολή ημερ. 7/10/08 σε καθυστέρηση των δόσεων από την τράπεζα και ως εκ τούτου σε καθυστέρηση παράδοσης του διαμερίσματος και η κοινοποίηση της επιστολής αυτής στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων χωρίς να αποδίδει οιανδήποτε ευθύνη στους Ενάγοντες, κλονίζει από μόνο του την γνησιότητα και το αληθές του ισχυρισμού για ευθύνη των Εναγόντων για την καθυστέρηση καταβολής της δόσης τους. Άλλωστε, η μη καταβολή της δόσης με την σκελέτωση του διαμερίσματος στις 3/9/08, για την οποία δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες μέσω του αντιπροσώπου τους και δεν ζητήθηκε από τον πληρεξούσιο τους ή την ABB Developers Ltd που ανέλαβε αποκλειστικά την προώθηση πώλησης των διαμερισμάτων για λογαριασμό της Εναγομένης, η καταβολή της, αμέσως τότε, τούτο αποτελούσε ένα μικρό ποσό που σίγουρα δεν θα επηρέαζε σε τόσο μεγάλο βαθμό την όποια καθυστέρηση θα μπορούσε να υπάρχει ένεκα τούτου, στην έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του διαμερίσματος. Διαπιστώνεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν καμία ενημέρωση και μόλις τους ζητήθηκε αμέσως εκταμιεύθηκε το ποσό από τον λογαριασμό τους. Έχοντας υπόψη και ότι οι Ενάγοντες είχαν ασφάλεια από τις 10/12/07, Τεκμήρια 3 και 28 η οποία ακυρώθηκε την 1/7/09, Τεκμήριο 29 και δεν θα μπορούσε τούτο να αποτελεί για την τράπεζα λόγο μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τον όρο της συμφωνίας δανείου που προέβλεπε τούτο, όπως και της μη αναφοράς κάποιου άλλου προβλήματος που δημιουργήθηκε από τους Ενάγοντες, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να κάνει εύρημα ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταβολή της προβλεπόμενης δόσης για την οποία είχαν ευθύνη οι Ενάγοντες. Να τονισθεί ότι με την επιστολή της, ημερομηνίας 7/10/08, Τεκμήριο 34, η Εναγόμενη ήταν ξεκάθαρη σε ποιον απέδιδε την ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκταμίευση των δόσεων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ΜΥ1 όπως και της ΜΥ2 και ΜΥ3 ότι η καθυστέρηση στην παράδοση οφειλόταν στην μη καταβολή των δόσεων, και δη των Εναγόντων, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία πώλησης. Επομένως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση του συμβολαίου γι' αυτό το θέμα εκ μέρους των Εναγόντων. Επίσης, άλλη θέση της Εναγομένης ήταν ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε λόγους πέραν των δυνάμεων της οι οποίοι κατά την άποψη της εντάσσονται στον όρο 3 της σύμβασης πώλησης. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε η οικονομική κρίση, η καθυστέρηση στην έκδοση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή που είχε ως συνέπεια να μην καθίσταται εφικτό το ξεκίνημα της ανέγερσης των διαμερισμάτων, ή και άλλων παραγόντων για τους οποίους δεν είχαν τη δυνατότητα να πράξουν οτιδήποτε. Αυτή όμως η θέση για την καθυστέρηση της έκδοσης άδειας οικοδομής και τις συνέπειες της, καταρχάς έρχεται σε αντίθεση με αυτό που ανέφερε ο ΜΥ1 ότι όταν έλαβαν την άδεια πολεοδομίας, με την ανοχή και της αρμόδιας αρχής, ξεκίνησε την ανέγερση των οικοδομημάτων, όπως συνηθίζεται να πράττουν όλοι, «άγραφος νόμος» όπως είπε. Έπειτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να εξηγεί ποιος φέρει την ευθύνη, αν υπάρχει τέτοια ευθύνη, για το χρόνο που διέρρευσε από την υποβολή της αίτησης για άδεια οικοδομής μέχρι την έκδοση της. Γενικές και αόριστες αναφορές δεν μπορεί να αποτελέσουν εξηγήσεις γι' αυτό το θέμα. Από την άλλη βέβαια οι ως άνω αναφερθέντες παράγοντες, και όπως αυτοί εξηγήθηκαν από τον ΜΥ1, με την γενικότητα με την οποία χαρακτηρίζονται, εκτός από την μαρτυρία του ΜΥ4 για την πτώση των τιμών των ακινήτων, και από την μη τεκμηρίωση τους με συγκεκριμένη μαρτυρία πως συνέδραμαν στην καθυστέρηση, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν στην έννοια του όρου της σύμβασης πώλησης για δικαιολογημένη καθυστέρηση, αφού στον όρο αυτό συγκεκριμενοποιούνται οι περιστάσεις που δικαιολογούν σε περαιτέρω εύλογη παράταση στα ακόλουθα: «.In the event that the VENDOR is prevented from completing the said property within the aforesaid period, due to unavoidable and/or unforeseeable circumstances, such as war and/or warlike operations, revolutions, riots, curfew, political unrest, strikes or any other cause beyond the control of the VENDOR and/or falling within the meaning of the term force majeure (Act of God), then and in such a case, the VENDOR shall be entitled to a reasonable extension of time and will complete the property aw may reasonably be practicable.» Συνεπώς απορρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός της Εναγομένης. Στρεφόμενο τώρα το Δικαστήριο στο ζήτημα κατά πόσον οι Ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα την συμφωνία, λόγω μη τήρησης του όρου παράδοσης του διαμερίσματος, πρέπει να εξεταστεί (α) ποιος ήταν ο λόγος που επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες για να τερματίσουν τη συμφωνία, (β) αν οι Ενάγοντες είχαν νόμιμο δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση για τέτοιο λόγο και (γ) αν απαντηθεί θετικά κατά πόσο υπό τις περιστάσεις οι Ενάγοντες μπορούσαν να ασκήσουν και άσκησαν αποτελεσματικά αυτό το δικαίωμα. Το πρώτο ερώτημα, στοιχείο (α) ανωτέρω, που πρέπει να απαντηθεί είναι ποιος ήταν ο λόγος τον οποίον επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες για να τερματίσουν τη συμφωνία. Ο λόγος που οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία ήταν η μη έγκαιρη παράδοση του διαμερίσματος όπως φαίνεται στις επιστολές 11/6/09 Τεκμήριο 20 και 10/7/09, Τεκμήριο
  14. Όπως δε ανάφερε ο ΜΕ4, στη μαρτυρία του το διαμέρισμα το αγόρασαν με σκοπό την επένδυση και δη την ενοικίαση του και ως εκ τούτου αφού δεν ήταν έτοιμο για να μπορούσαν να το ενοικιάσουν την καλοκαιρινή περίοδο που υπάρχει ζήτηση και θα έχαναν λεφτά, τερμάτισαν τη σύμβαση. Από την άλλη ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν πίστευε ότι ο λόγος είναι αυτός και απλά οι Ενάγοντες έψαχναν αφορμή για αποδέσμευση τους από το συμβόλαιο επειδή οι αξίες των διαμερισμάτων και γενικότερα των ακινήτων είχαν μειωθεί από τον Οκτώβριο του
  15. Εξέφρασε δε την άποψη ότι εάν είχε άμεση επαφή και επικοινωνία με τους Ενάγοντες, θα μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την παράδοση του επίδικου διαμερίσματος, με την πιθανή αποζημίωση τους με κάποιο ποσό καθώς και με την παροχή άλλου διαμερίσματος για διαμονή τους, όπως άλλωστε πρότεινε στους Ενάγοντες, όπως προβλεπόταν από το συμβόλαιο. Πράγματι ως φαίνεται από τις επιστολές του πρώην δικηγόρου της μεταξύ των οποίων το Τεκμήριο 12 ημερομηνίας 22/7/09, έστω και αν δεν αναφερόταν σε παράδοση συγκεκριμένου άλλου διαμερίσματος, και του Τεκμηρίου 13 ημερομηνίας 10/3/10, δηλαδή ακόμα και μετά την έγερση της αγωγής, κατεβλήθη προσπάθεια διευθέτησης της υπόθεσης χωρίς όμως ανταπόκριση. Η ΜΥ2 σε μία προσπάθεια να ενισχύσει την θέση του ΜΥ1 ότι οι Ενάγοντες έψαχναν αφορμή για να τερματίσουν τη σύμβαση, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η Σκεύη Κουλλαπή, ΜΥ5, περί τα μέσα Ιουνίου του 2009 από το τηλέφωνο της ανέφερε, μετά που ζητήθηκε από την Εναγομένη η πληρωμή του ποσού για την τοιχοποιία και το σοβάτισμα, ότι ο ΜΕ4 ως είχε δικαίωμα αποπλήρωσε το δάνειο του ένεκα της αύξησης των επιτοκίων, Τεκμήρια 46 και 47, για να μην επωμιστεί την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό το λόγο ανέφερε και ο ΜΥ1 στη δική του μαρτυρία, που προφανώς έλαβε ενημέρωση από την ΜΥ
  16. Όμως από την μαρτυρία της ΜΥ5, η οποία ήταν ευθύς, ειλικρινής, άμεση και μου προκάλεσε άριστη εντύπωση, την μαρτυρία της οποίας αποδέχομαι, καταδεικνύεται ότι ουδέποτε της ανέφερε ότι ο ΜΕ4 αποπλήρωσε πρόωρα το δάνειο του λόγω της αύξησης του επιτοκίου αφού αποτελούσε προσωπικό δεδομένο και δεν θα μπορούσε να αναφέρει σε κανένα οτιδήποτε. Πέραν τούτου, από το Τεκμήριο 47, ημερομηνίας 29/12/08, διαφαίνεται ότι η αύξηση του 3% θα λάμβανε χώρα από τις 2/3/09 και όποιος ήθελε είχε το δικαίωμα μέχρι τις 2/2/09 να μην τη δεχτεί και να εξοφλήσει το δάνειο του. Οι Ενάγοντες λοιπόν αν ήταν αυτός ο λόγος που προέβησαν στην εξόφληση του δανείου τους, ως ο ισχυρισμός της ΜΥ2, θα το έπρατταν από τότε και δεν θα το έπρατταν στις 3 Ιουνίου 2009 οπότε και θα χρεώνονταν μέχρι τότε και θα πλήρωναν την νέα αύξηση του επιτοκίου μέχρι τις 3 Ιουνίου
  17. Ασφαλώς η νέα αύξηση του επιτοκίου 1%, Τεκμήριο 46, που θα λάμβανε χώρα από τις 27/5/09 δεν μπορούσε να παίξει τέτοιο ρόλο όταν δεν έπαιξε η αύξηση του επιτοκίου 3%. Επίσης μέσα από τη μαρτυρία της ήταν φανερή η προσπάθεια που κατέβαλλε η ΜΥ2 για να βοηθήσει την υπόθεση της Εναγόμενης και να συνταιριάξει τα λεγόμενα της με αυτά που είχε αναφέρει ο ΜΥ1 και αφορούσαν το θέμα της αποκοπής του ποσού των εξόδων εκ μέρους της τράπεζας, ως παραβίαση του όρου για καταβολή ολόκληρης της δόσης με την ολοκλήρωση της σκελέτωσης του διαμερίσματος, όπως επίσης και σε σχέση με την δήθεν καθυστέρηση στην καταβολή της δόσης αυτής, ισχυρισμούς τους οποίους ήδη τους απέρριψε το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια για τα συγκεκριμένα θέματα και δη για το λόγο που πλήρωσαν το δάνειο οι Ενάγοντες, η μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αρχικά ο ΜΕ4 ανάφερε ότι δεν ενημερώθηκε για τη μη έγκαιρη παράδοση του διαμερίσματος ενώ κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι γνώριζε τούτο από τον Φεβράρη του 2009, όταν δηλαδή η Εναγόμενη έστειλε την ηλεκτρονική επιστολή στις 4/2/09 στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. Όμως τούτο με κανένα τρόπο δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ο οποίος γενικά μου προκάλεσε θετική εντύπωση, και εκτός μία-δύο περιπτώσεων που δεν κλονίζουν το θεμέλιο της μαρτυρίας του επί της ουσίας της υπόθεσης, ήταν σταθερός, ειλικρινής και ευθύς. Ουδόλως δε η γνώση του για τη μη παράδοση του διαμερίσματος αλλάζει τα πράγματα σε σχέση με το δικαίωμα των Εναγόντων να τερματίσουν την σύμβαση. Να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ότι το ήθελαν για επένδυση δεν εκτοπίζεται από την πρόβλεψη στη συμφωνία για παράδοση άλλου διαμερίσματος σε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης του, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το αγόρασαν για να μετοικίσουν και εγκατασταθούν στην Κύπρο. Με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν καταδεικνύεται ότι ο λόγος που οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν για τερματισμό της συμφωνίας συνάδει πλήρως με το αναφερθέντα όρο της σύμβασης, όπως αυτός εκφράστηκε στις επιστολές ημερομηνίας 11/6/09, Τεκμήριο 20 και 10/7/09, Τεκμήριο 22, που απέστειλαν οι δικηγόροι τους στην Εναγόμενη. Όσον αφορά το (β), πιο πάνω στοιχείο, παραπομπή πρέπει να γίνει κατ' αρχάς στο άρθρο το άρθρο 55
(1)του Περί Συμβάσεως Νόμου, ΚΕΦ. 149 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «55.-
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.» Ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός εάν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της, βλ. Καλησπέρας v. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867. Μεταξύ άλλων πρέπει να εξεταστεί αν ο όρος 15, στον οποίο προνοείται ότι παράβαση οιουδήποτε όρου της σύμβασης πώλησης από οποιοδήποτε μέρος δίνει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να τερματίσει την συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις, αποκλείει το δικαίωμα τερματισμού, όπως και ο όρος για παραχώρηση άλλου διαμερίσματος μέχρι την παράδοση του διαμερίσματος. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Bauer Ludwig v. Διογένη Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325 σελ. 355, τέτοιου είδους γενικές πρόνοιες σε σύμβαση με τις οποίες καθίστανται όλοι οι όροι ουσιώδεις δίδοντας το δικαίωμα σε αποζημιώσεις δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό του δικαιώματος τερματισμού. Άλλωστε για το τελευταίο στον όρο 3 της σύμβασης πώλησης, Τεκμήριο 16, αναφέρεται «Acceptance hereof by the purchasers is not deemed to be a waiver of their further right in respect of breach of contract.» Επομένως ο όρος της σύμβασης για παράδοση του διαμερίσματος σε συγκεκριμένο χρόνο, με όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, ήταν ουσιώδης και έδιδε το δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν τη σύμβαση λόγω παράβασης του. Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται είναι το ως άνω (γ) στοιχείο, αν οι Ενάγοντες μπορούσαν αποτελεσματικά να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα στο χρόνο, στο στάδιο και με τον τρόπο που το άσκησαν. Το ζήτημα αυτό τίθεται γιατί από τη νομολογία καταδεικνύεται ότι η μη έγκαιρη άσκηση του δικαιώματος τούτου από το αναίτιο μέρος, παρά την παράβαση, μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε το δικαίωμα, βλ. Κλεάνθη κ.ά. v. Μιχαλάκη Σιανίου
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Η Εναγόμενη μέσα από την μαρτυρία του ΜΥ1 προώθησε την θέση ότι αφού δεν απάντησαν οι Ενάγοντες αρνητικά στις ηλεκτρονικές επιστολές ημερομηνίας 4/2/09 καθώς και 5/2/09, Τεκμήριο 37, που στάληκαν στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, αυτοί συναινούσαν ή αποδέχονταν την παράταση του χρόνου παράδοσης του διαμερίσματος ή εγκατάλειψαν το δικαίωμα τους. Από την άλλη ο ΜΕ4 επί τούτου ανάφερε ότι γι' αυτόν ο χρόνος ήταν καθορισμένος και φαινόταν στη συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος και δεν χρειαζόταν καμιά απάντηση. Συνέχισε ότι την θέση τους οι Ενάγοντες εξέφρασαν ρητώς, μετά την παρέλευση του αναφερθέντος χρόνου και μη παράδοσης του διαμερίσματος, με τις επιστολές ημερομηνίας 11/6/09, Τεκμήριο 20, και 10/7/09, Τεκμήριο
  2. Για να μπορεί όμως ο παραβάτης να επικαλεσθεί ένα τέτοιο λόγο, δηλαδή ότι το αναίτιο μέρος παραιτήθηκε του δικαιώματος για ακύρωση της σύμβασης, πρέπει να περιληφθεί ειδικά στο δικόγραφο του βλ. D. Nicolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Χ''Αντώνη κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 273 και Πιττάτζης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για παραίτηση από τους Ενάγοντες του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης και επομένως δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, και αν ακόμα εξεταστεί τέτοιο θέμα υπό το φως της γνώσης των Εναγόντων για τη μη έγκαιρη παράδοση αλλά ότι θα παραδιδόταν μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του 2009, οι Ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα, στη προκαταβολική παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης με την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 4/2/09, Τεκμήριο 37, ανάμεναν μέχρι την ημέρα παράδοσης και τερμάτισαν τη σύμβαση ενώ από την άλλη δεν προέβησαν σε οιαδήποτε ενέργεια στο μεσοδιάστημα από 5/2/09 μέχρι τις 30/5/09 που θα μπορούσε να εκλειφθεί ως εγκατάλειψη και παραίτηση του δικαιώματος τους για τερματισμό. Η κάθοδος τους τον Απρίλιο του 2009 στην Κύπρο και οι συναντήσεις που είχαν με τα πρόσωπα που ανάφερε ο ΜΕ4 δεν μπορούν να ερμηνευθούν, επειδή δεν προέβησαν σε παραστάσεις προς την Εναγομένη, με την οποία δεν επιτρεπόταν να έρθουν σε επαφή, ότι αποτελούσε παραίτηση του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης. Οι Ενάγοντες μετά την τελευταία ημέρα που θα έπρεπε να γίνει η παράδοση σε αυτούς του διαμερίσματος, έδωσαν εντολή στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους όπως μη εκταμιεύσει την επόμενη δόση, Τεκμήριο 30, και επιπλέον εξόφλησαν το ποσό που είχαν λάβει από το δάνειο που τους χορήγησε η τράπεζα (λαμβάνοντας έτσι και μέτρα μετριασμού της ζημιάς τους), πληρώνοντας υπό τύπο προστίμου το ποσό των €242,00 για πρόωρη πληρωμή του δανείου στις 3/6/09, Τεκμήριο
  2. Ακολούθως με επιστολή ημερομηνίας 11/6/09, Τεκμήριο 20, έδιναν προθεσμία 30 ημερών στην Εναγόμενη, για παράδοση του διαμερίσματος, η οποία απαντήθηκε από την Εναγόμενη στις 26/6/09, Τεκμήριο 11, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, την ίδια θέση που είχε αναφέρει και στην ηλεκτρονική επιστολή της ημερομηνίας 4/2/09 στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγόντων, ότι δηλαδή η παράδοση του διαμερίσματος θα γινόταν μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του
  3. Ουσιαστικά όμως με βάση την επεξήγηση που έδωσε η ΜΥ2, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 37, η παράδοση του διαμερίσματος θα γινόταν τον Δεκέμβρη του 2009 όπως άλλωστε ήταν και η μαρτυρία του ΜΥ1, ότι δηλαδή το διαμέρισμα ήταν έτοιμο για παράδοση τον Δεκέμβριο του
  4. Έτσι, ένεκα της επιστολής της Εναγόμενης ημερομηνίας 26/6/09, Τεκμήριο 11, ακολούθησε η επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 10/7/09, Τεκμήριο
  5. Στην αγόρευση η δικηγόρος της Εναγομένης εισηγήθηκε ότι περαιτέρω λόγος που συνηγορεί ότι οι Ενάγοντες δεν τερμάτισαν νόμιμα τη σύμβαση είναι και το γεγονός ότι δεν απέστειλαν επιστολή στο γραφείο Κτηματολογίου Αμμοχώστου απόσυρσης της σύμβασης πώλησης. Επί αυτού από την άλλη πλευρά προωθήθηκε η θέση ότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο και εκτός αυτού δεν εμπόδισε την Εναγόμενη να το διαφημίζει στο διαδίκτυο ότι ήταν για πώληση βασιζόμενη στην σχετική επί τούτου μαρτυρία του ΜΕ
  6. Πρώτα να λεχθεί ότι με την επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 22, σαφώς πλέον δεν τίθετο θέμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης που είναι ο σκοπός της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης. Ούτε τούτο βέβαια αποστερούσε την ευκαιρία στην Εναγόμενη εάν ήθελε να το πωλήσει σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Όμως όπως είπε ο ΜΥ1, πέραν του ότι δεν επιθυμούσε το τερματισμό της σύμβασης και ζητούσε την ολοκλήρωση της δεν επιζήτησαν κάτι τέτοιο και ούτε το διαφήμισαν στο διαδίκτυο. Ο ισχυρισμός του ΜΕ 4 για τη διαφήμιση στο διαδίκτυο του συγκεκριμένου διαμερίσματος από την Εναγόμενη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι Ενάγοντες νόμιμα άσκησαν το δικαίωμα τους για τερματισμό της σύμβασης. Έπεται ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα τη σύμβαση πώλησης. Οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό που κατέβαλαν στην Εναγόμενη πλέον τόκο από συγκεκριμένες ημερομηνίες οι οποίες είναι μετά την καταβολή του κάθε ποσού στην Εναγόμενη, καθώς και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που κατά την άποψη τους επήλθαν ως αποτέλεσμα της μη τήρησης και διάρρηξης της συμφωνίας εκ μέρους της Εναγόμενης. Οι πιο πάνω αξιώσεις έχουν ως νομικό βάθρο το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 το οποίο προνοεί: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Σύμφωνα δε με την νομολογία, βλ. υπόθεση Κωμοδρόμου v. Α.Th. Shikkis Motors Ltd κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, το πρόσωπο που υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση δικαιούται αποζημιώσεις για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Στην υπόθεση Θεοδότου v. Michaelides & Diana Estates Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 727, αναφέρθηκε ότι η αποκατάσταση του αναίτιου μέρους στη θέση που θα ευρίσκετο κατά τον χρόνο διάρρηξης της σύμβασης, αποτελεί τη βάση του κανόνα ο οποίος διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων νοουμένου ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και αναίτιου μέρους. Η ζημιά δε πρέπει να αποδεικνύεται με επαρκή μαρτυρία ώστε να δικαιούται το αναίτιο μέρος σε επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων. Επίσης βλ. υποθέσεις Iris Development Ltd v. Λαζαρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504, Χαραλάμπους v. Αχιλλέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058, Syncon Ltd v. Σπύρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1314, Tsouloftas Constructions Ltd v. Μυλωνά κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1514, και Χαραλάμπους κ.ά. v. Liberty Life Insurance Public Co Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όσον αφορά το αξιούμενο ποσό εκ €48.542,00 δεν αμφισβητείται και είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη ότι καταβλήθηκε στις 10/12/
  2. Για το ποσό των €40.451,14 υπήρχε ο ισχυρισμός ότι δεν καταβλήθηκε ολόκληρο. Συγκεκριμένα ότι καταβλήθηκε το ποσό των €38.883,
  3. Η εξέταση του ισχυρισμού αυτού έγινε ανωτέρω σε συνάρτηση με την θέση της Εναγομένης για καθυστέρηση στην καταβολή ολόκληρου του ποσού της δόσης για τη σκελέτωση. Αυτή η θέση απορρίφθηκε. Σε συνάρτηση τώρα με το κατά πόσο δικαιούνται οι Ενάγοντες σε ολόκληρο το ποσό των €40.451,14 αφού οι Εναγόμενοι χωρίς εξουσιοδότηση και χωρίς τη συγκατάθεση τους ανέλαβαν να πληρώσουν το ποσό των €1.576,67, το οποίο ήταν έξοδα και χρεώσεις για την ετοιμασία της σύμβασης δανείου, στην Τράπεζα, αποδεχόμενη την εισήγηση της Τράπεζας για αποκοπή του, η οποία όμως χρέωση στο λογαριασμό των Εναγόντων έγινε για το ποσό των €40.451,14, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ολόκληρο το ποσό των €40.451,
  4. Όσον αφορά τον τόκο επί αυτών των ποσών, δηλαδή των €48.542,00 και €40.451,14 σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην υπόθεση Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., Πολ. Έφεση 333/09, ημερ. 12/2/14 όπου καταγράφεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218, σελ. 226: «Καταβάλλεται η αποζημίωση, την οποία ο δικαιούχος μπορεί να χρησιμοποιήσει, μαζί και να τοκίσει, αν θέλει. Έχει στα χέρια του το αντικείμενο του τόκου. Επιδίκαση τόκου δικαιολογείται, όταν η αποζημίωση μένει στα χέρια του οφειλέτη και υπολογίζεται για όσο χρόνο την κρατεί. Τα κριτήρια, που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιδικάσει τόκο, καθορίζονται στο Νόμο και επεξηγούνται στη νομολογία - (βλ. Άρθρο 33 του Ν. 14/60, όπως διαμορφώθηκε από το Ν. 156/85, Ν. 102(Ι) και Ν. 49(Ι)/97, και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Fysco v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λιμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την επιδίκαση ή μη τόκου συναρτάται προς το σκοπό για τον οποίο παρέχεται ο τόκος, που έγκειται στην κράτηση από τον εναγόμενο του ισάξιου της ζημίας, που υφίσταται ο ενάγων σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Εφόσον ο εναγόμενος κρατεί ό,τι ανήκει στον ενάγοντα, καταβάλλει τόκο για το όφελος που καρπούται. Ο τόκος αποτελεί στοιχείο αποζημίωσης και όχι τιμωρίας.» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δικαιούνται σε αυτό από την ημέρα που η Εναγόμενη κρατεί τα ποσά αυτά, ήτοι από την ημέρα που εμβάστηκαν τούτα στο λογαριασμό της. Βέβαια για το δεύτερο εμβάστηκε το ποσό των €38.883,63 αλλά το ποσό που χρεώθηκε στους Ενάγοντες ήταν ολόκληρο, άσχετα με το ποσό που έλαβε η Εναγομένη κατόπιν δικής της διευθέτησης, η χρέωση τόκων από την τράπεζα ήταν για ολόκληρο το ποσό. Αφού οι Ενάγοντες αξιώνουν τόκο μετά τις ημερομηνίες που χρεώθηκε ο λογαριασμός τους με τα ως άνω ποσά και εκταμιεύθηκαν τα ποσά και κρατεί η Εναγόμενη και αποτελούν ζημιά από το γεγονός ότι η Εναγόμενη κρατεί αυτά τα ποσά, τότε ο νόμιμος τόκος τον οποίο ζητούν θα αρχίζει από τις μεταγενέστερες ημερομηνίες από τις οποίες ζητούν το νόμιμο τόκο. Επομένως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωση τους για τα ως άνω ποσά για τα οποία δικαιούνται απόφαση με νόμιμο τόκο από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στην αξίωση τους, ήτοι από 1/1/08 και 1/12/08 αντίστοιχα. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία, Βλ. Ανδρέα Χρυσοστόμου v. Cyprialife Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1490, και Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά (ανωτέρω), σχετικά είναι τα Τεκμήρια 23-27. Το Τεκμήριο 23 αφορά την κράτηση και το Τεκμήριο 24 το ποσό (€456,66) που καταβλήθηκε για τα αεροπορικά εισιτήρια. Εντάσσεται δε και περικλείεται στις ειδικές αποζημιώσεις της παρ. 9(β) της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί η αναγκαιότητα του ταξιδιού των Εναγόντων στην Κύπρο. Στην παρ. 9(β) της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέρεται ότι κατέβαλαν έξοδα €2.000,00 ως αποτέλεσμα του ταξιδιού τους στην Κύπρο προ της αγοράς του διαμερίσματος, επιθεώρησης του και συγκέντρωσης άλλων στοιχείων γι' αυτό ή και για ταξίδια των Εναγόντων στην Κύπρο ή και συναφών εξόδων που έγιναν με σκοπό την επιθεώρηση της προόδου των εργασιών ή και για παραλαβή του διαμερίσματος. Από την μαρτυρία του ΜΕ4 καταδεικνύεται ότι μετέβησαν στην Κύπρο, ως ήταν ο ισχυρισμός του, για να διαπιστώσουν κατά πόσο θα ήταν έτοιμο το διαμέρισμα μέχρι τις 30/5/09 και με σκοπό να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση της σύμβασης κατά τον καθορισμένο χρόνο. Όμως ήταν εις γνώση τους από τον Φεβρουάριο του 2009 ότι δεν θα ήταν έτοιμο το διαμέρισμα στις 30/5/09 και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν να γίνει καμία διαπίστωση περί τούτου. Πέραν αυτού, για την όποια πρόοδο ή το στάδιο στο οποίο βρισκόταν το διαμέρισμα, θα μπορούσαν να τύγχαναν ενημέρωσης από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους με σχετική ηλεκτρονική επιστολή που τους γίνονταν και οι άλλες ενημερώσεις και αν το επιθυμούσαν με αποστολή σχετικών φωτογραφιών. Επίσης αναφέρθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ακύρωσαν τα εισιτήρια ήταν γιατί θα έχαναν τα λεφτά τους. Ενόψει των πιο πάνω, βρίσκω ότι δεν ήταν αναγκαία η κάθοδος τους στην Κύπρο και δεν μπορεί η επιβάρυνση αυτή να αποδοθεί στην Εναγόμενη και να επιδικαστεί εναντίον της το αξιούμενο ποσό για την καταβολή των αεροπορικών εισιτηρίων των Εναγόντων. Όμοια τύχη, ως συνακόλουθο της πιο πάνω διαπίστωσης, είναι και τα ποσά που ζητούνται με βάση τα Τεκμήρια 25 και 26 που αφορούν τα έξοδα διαμονής και ενοικίασης αυτοκινήτου και περικλείονται και αυτά στην παρ. 9β της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά το ποσό (€3.687,00) της ζημιάς που καταγράφεται στην παρ. 9(δ) της Έκθεσης Απαίτησης και ζητείται το ισόποσο ως ειδική αποζημίωση και αναφέρεται ότι κατεβλήθη στην εταιρεία με ονομασία Inside Track (ή/και IAP Global) προς απόδειξη της κατατέθηκε το Τεκμήριο 27, το οποίο αποτελεί το ποσό το οποίο κατέβαλαν στην Instant Access Properties Ltd για υπηρεσίες που τους πρόσφερε σε σχέση με την αγορά του διαμερίσματος, διαφαίνεται ότι αυτές ούτως η άλλως θα καταβάλλονταν ενόψει της αναζήτησης εκ μέρους των Εναγόντων ακινήτου προς επένδυση. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι λεπτομέρειες εκείνες που είναι απαραίτητες προς απόδειξη του συγκεκριμένου ποσού αφού το Τεκμήριο 27 εκτός του ότι δεν φαίνεται να εκδόθηκε από την εταιρεία που καταγράφεται στην παρ. 9(δ) της Έκθεσης Απαίτησης, πέραν από μια σφραγίδα «Paid», δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή. Έπεται ότι ούτε αυτή η αξίωση μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Επίσης σε σχέση με το ποσό της παρ. 9(α) της ΄Εκθεσης Απαίτησης που αξιώνεται ως ειδική αποζημίωση, τούτο από την υπάρχουσα μαρτυρία προκύπτει ότι δεν καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στην Τράπεζα, εκτός του ποσού των €242,66 για πρόωρη αποπληρωμή του δανείου. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν τα ποσά των €48.542,00 και €40.451,14 τα οποία αποτελούσαν τα συγκεκριμένα ποσά που έπρεπε να καταβληθούν στην Εναγόμενη, με την επέλευση συγκεκριμένων γεγονότων, και καταβλήθηκαν και ουδέν άλλο ποσό κατέβαλαν. Το ποσό των €732 καταβλήθηκε για την ασφάλεια ζωής στην ασφαλιστική εταιρεία. Βέβαια τούτη έγινε κατ' απαίτηση της τράπεζας για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση δανείου. Όμως στο χρονικό διάστημα που είχαν την ασφάλεια αυτή λειτουργούσε προς όφελος τους και θα τύγχαναν ανάλογης απόδοσης σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι. Ως εκ τούτου, αυτό το ποσό, των €732, δεν μπορεί να επιδικαστεί ως ειδική αποζημίωση υπέρ των Εναγόντων. Το ποσό όμως των €242,66 καταβλήθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης της σύμβασης εκ μέρους της Εναγομένης και γι' αυτό τον λόγο δικαιούνται οι Ενάγοντες στην έκδοση απόφασης γι' αυτό το ποσό. Τέλος, ζητείται με την παρ. 9(γ) της Έκθεσης Απαίτησης, ως ειδική αποζημίωση το ποσό των €1.367,00 ως δικηγορικά έξοδα που κατέβαλαν οι Ενάγοντες στο δικηγόρο τους για την ετοιμασία της τερματισθήσας συμφωνίας ή και λήψη σχετικών νομικών συμβουλών. Αν και στην παρ. 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της, η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των παρ. 9(α) ως 9(δ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης, με την παρ. 13 παραδέχονται το περιεχόμενο της παρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία αφορά το Φ.Π.Α. επί του ποσού των €1.367,00 αλλά συνεχίζει ότι η πληρωμή του δικηγόρου των Εναγόντων δεν την αφορά και τότε μόνο θα την αφορούσε εάν η ρήξη της συμφωνίας προερχόταν εξ υπαιτιότητας της. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη σύμβαση πώλησης, με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα στην παρ. 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, εξάγεται ότι τα δικηγορικά έξοδα και το Φ.Π.Α. επί αυτών αφορούν την Εναγόμενη. Όμως, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε απόδειξη καταβολής τέτοιου ποσού ούτε οποιαδήποτε άλλη θετική μαρτυρία, που να αποδεικνύει με τον αυστηρό τρόπο που χρειάζεται να αποδειχθεί τέτοια ειδική ζημιά. Πέραν αυτού, οι όποιες νομικές συμβουλές ή αποστολή επιστολών μεταξύ των οποίων και ο τερματισμός της σύμβασης, αποτελούν τα απαραίτητα εκείνα διαβήματα για καταχώρηση της αγωγής και δεν θα μπορούσαν να ειδωθούν ξεχωριστά, εκτός της περίπτωσης αλλαγής δικηγόρου ή μη έγερσης αγωγής. Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η ειδική αποζημίωση που απαιτείται έχει αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Όσον αφορά τις δηλώσεις και διατάγματα που αξιώνονται με την παρ. 11(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης, έχοντας κατά νου τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί και δη ότι η Εναγόμενη έχει παραβεί τη σύμβαση πώλησης εξ' υπαιτιότητας της, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δικαιούται σε αυτά και εκδίδονται διατάγματα ως η ως άνω παράγραφος. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξήγησω και να αναλύσω η Απαίτηση των Εναγόντων επιτυγχάνει στο βαθμό που καταγράφεται αμέσως ανωτέρω ενώ η Ανταπαίτηση της Εναγομένης αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για (α) το ποσό των €48.452,94 με νόμιμο τόκο από 1/1/08 μέχρι εξόφλησης, (β) για το ποσό των €40.451,14 με νόμιμο τόκο από 1/12/08 μέχρι εξόφλησης, (γ) για το ποσό των €242,66 με νόμιμο τόκο από 3/6/09 μέχρι εξόφλησης, (δ) δήλωση ή/και απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη παρέβη την έγγραφη σύμβαση πώλησης μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 10/12/07 και (ε) δήλωση ή/και απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η έγγραφη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 10/12/07 μεταξύ των διαδίκων έχει νόμιμα τερματισθεί από τους Ενάγοντες εξ' αιτίας παράβασης της σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγόμενης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όπου τα έξοδα είναι κοινά θα υπάρχει ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.