← Κύπρος

Μαρούλλας Ταμένου ν. Dome Investments Plc Ltd, Αρ. Αγωγής 695/09, 30/6/2014

Μαρούλλας Ταμένου ν. Dome Investments Plc Ltd, Αρ. Αγωγής 695/09, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 695/09 Μεταξύ: Μαρούλλας Ταμένου Ενάγουσας Και Dome Investments Plc Ltd Εναγομένης Ημερομηνία: 30.6.2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Χρ. Αργυρού Για Εναγόμενη: κα. Έλενα Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Ως το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής, στις 11.5.2009, ενώ η ενάγουσα ευρισκόταν στην υπηρεσία της εναγομένης εταιρείας ασκώντας καθήκοντα καθαρίστριας και άλλων συναφών εργασιών στο ξενοδοχείο Dome Hotel στην Αγία Νάπα, ξενοδοχείο που ήταν υπό τον έλεγχο και διαχείριση της εναγομένης εταιρείας, τραυματίστηκε συνεπεία ατυχήματος, το οποίο αποδίδει στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της εργοδότριας εταιρείας της ή/και υπαλλήλων της τελευταίας. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η προώθηση της παρούσας αγωγής εκ μέρους της, με την οποία διεκδικεί από την εναγομένη εταιρεία γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ως ειδικότερα προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης της (όπως τελικά αυτή έχει διαμορφωθεί μετά την τροποποίηση της, δύο φορές κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας), η ενάγουσα, κατά την ώρα του ατυχήματος έσπρωχνε μεγάλο καρότσι και/ή τρόλεϊ κουβαλώντας τα αντικείμενα καθαρισμού και ρουχισμού δωματίων που της είχαν ανατεθεί για σκοπούς καθαρισμού, φροντίδας και ετοιμασίας. Στην προσπάθεια της να ανασηκώσει το εν λόγω καρότσι και να το οδηγήσει στο διάδρομο των συγκεκριμένων δωματίων γλίστρησε και έπεσε κτυπώντας σε σκαλοπάτι, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της στην σπονδυλική της στήλη ή/και πλάτη. Πέραν του γεγονότος, προβάλλεται, ότι γενικότερα το σύστημα ασφάλειας και προστασίας της υγείας στην εργασία έπασχε στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύεται επίσης ότι η εναγόμενη εταιρεία και οι αξιωματούχοι της παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποφυγή του ατυχήματος στο χώρο εργασίας της ενάγουσας και να προειδοποιήσουν την τελευταία για τους κινδύνους που μπορούσαν να υπάρξουν οδηγώντας ή/και χρησιμοποιώντας καρότσι/τρόλεϊ με βαρύ φορτίο. Παρατίθενται επίσης λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της εναγομένης εταιρείας σε σχέση με το περιστατικό. Αποτελεί δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι συνεπεία του πιο πάνω περιστατικού υπέστη τραυματισμό της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, αφού μαγνητική τομογραφία κατέδειξε κοίλη 02-3 μεσοσπονδύλιου δίσκου με πίεση της αριστερής 02 νωτιαίας ρίζας. Υπεβλήθηκε αρχικά σε δύο εγχειρήσεις, Στα πλαίσια της πρώτης, την 22.5.09, έγινε δισκεκτομή με οπισθοπλάγια προσπέλαση για αφαίρεση του πλαγίου τμήματος του δίσκου, ενώ στη δεύτερη, στις 4.6.09, έγινε αφαίρεση του κεντρικού τμήματος δίσκου με οπίσθια προσπέλαση. Λόγω έντονου πόνου και μη ικανοποιητικής θεραπευτικής προόδου υπεβλήθη σε τρίτη εγχείρηση στις 8.9.09. Γενικότερα ο σπόνδυλος της έχει επηρεαστεί αρνητικά ενώ αποτέλεσμα των εγχειρήσεων και της απραξίας για μεγάλο διάστημα, ως επίσης της αβεβαιότητας για τη μη πλήρη θεραπεία της, πάσχει ψυχολογικά. Μετεγχειρητικά η ακολουθούμενη συντηρητική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπείες δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, ως εκ τούτου ο θεράπων ιατρός της πρότεινε νέα χειρουργική επέμβαση η οποία θα στοχεύει στην αποσυμπίεση των νευρικών στοιχείων και στην αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομικής δομής της σπονδυλικής στήλης ενώ ταυτόχρονα να τοποθετηθούν ηλεκτρόδια διέγερσης των νεύρων (spinal cord stimulator). Πράγματι, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, ως περιγράφεται στην καταχωρηθείσα την 27/5/2013 τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα υποβλήθηκε στη σχετική χειρουργική επέμβαση Σε κάθε περίπτωση για τις μετεγχειρητικές ενοχλήσεις η ενάγουσα θα πρέπει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή ενώ εφόρου ζωής θα πρέπει να ακολουθεί πρόγραμμα φυσιοθεραπειών και γυμναστική ενδυνάμωσης. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η ενάγουσα ήταν 61 και ½ ετών. Ενόψει της ηλικίας της και των μετατραυματικών συνεπειών των τραυμάτων της δεν μπορεί να επιστρέψει στην ίδια εργασία ή σε οποιαδήποτε άλλη χειρονακτική εργασία. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι η ενάγουσα να αξιώνει €132.277,59 προς αποκατάσταση ειδικών ζημιών οι οποίες εξειδικεύονται στις δικογραφημένες θέσεις της, περιλαμβανομένης και της απώλειας εισοδημάτων μέχρι την ηλικία των 65 ετών, γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, υφίσταται και θα υφίσταται στο μέλλον, για τις μόνιμες βλάβες και ανικανότητα στην οποία περιήλθε, την απώλεια μελλοντικών απολαβών, τα μελλοντικά έξοδα φυσιοθεραπείας αλλά και για απώλεια απόλαυσης της ζωής λόγω του τραυματισμού της, τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη εταιρεία με την υπεράσπιση της στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, πέραν του γεγονότος ότι η τελευταία εργοδοτείτο από την εναγομένη εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο ξενοδοχείο Dome Hotel στην Αγ. Νάπα, εκτελώντας τα καθήκοντα της καθαρίστριας δωματίων του συγκεκριμένου ξενοδοχείου και/ή άλλων συναφών εργασιών, αρνείται κατηγορηματικά το σύνολο των υπόλοιπων δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, θέτοντας ένα ευρύτατο πλέγμα υπερασπίσεων που ομολογουμένως φαίνεται να καλύπτουν το σύνολο σχεδόν των υπερασπίσεων που δυνατό να προκριθούν σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση. Αποτελεί θέση της εναγομένης εταιρείας ότι ουδέποτε επισυνέβη οποιοδήποτε ατύχημα και/ή ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε συνεπεία ατυχήματος στο εν λόγω ξενοδοχείο. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί αμέλειας της εναγομένης και/ή παράβασης των καθηκόντων της, υποδεικνύει αντίθετα ότι οι εναγόμενοι υπήρξαν καθ' όλα επιμελείς ως προς τα καθήκοντα και της υποχρεώσεις τους έναντι της ενάγουσας, προμηθεύοντας και/η παραχωρώντας στην τελευταία όλα τα απαραίτητα και ασφαλή μέσα και τρόπο εργασίας για εκτέλεση των καθηκόντων της. Πέραν του γεγονότος ότι οι λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που προβάλλει η ενάγουσα ότι υπέστη είναι διογκωμένες, οι ισχυρισμοί περί πόνου και/ή καυσαλγιών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, προβάλλεται από την πλευρά της εναγομένης. Εάν δε ήθελε διαφανεί ότι η ενάγουσα είχε υποστεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη, αυτή οφείλεται σε ατύχημα και/ή αιτία που της συνέβη πριν η ενάγουσα εργοδοτηθεί από τους εναγομένους και/ή σε χώρο ή τόπο και/ή υπό περιστάσεις που δεν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο και/ή την διαχείριση των εναγομένων και ότι εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν συνέπεια και/ή αιτία πράξης ή παράληψης των τελευταίων. Δεν υπάρχει, υποδεικνύεται, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ισχυριζόμενου τραυματισμού της ενάγουσας υπό τις συνθήκες που αυτή ισχυρίζεται ότι επήλθε με την ισχυριζόμενη κλινική εικόνα της τελευταίας, την οποία αποδίδει σε προϋπάρχουσα και άσχετη με τον κατ' ισχυρισμό ή οποιοδήποτε τραυματισμό και/ή σε πράξεις και/ή αμέλεια τρίτων και/ή σε ιατρική αμέλεια και/ή σε παράλειψη και/ή αμέλεια της ενάγουσας να ακολουθήσει την αναγκαία και/ή δέουσα και/ή ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις θεραπεία και/ή φυσιοθεραπεία και/ή φαρμακευτική αγωγή. Αποτελεί περαιτέρω θέση της εναγομένης εταιρείας ότι οι οποιοιδήποτε τυχόν τραυματισμοί που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι υπέστη η ενάγουσα κατά το χρόνο της εργασίας της, αυτοί οφείλονται στην δική της αμέλεια και απρόσεχτο τρόπο που εκτελούσε τα καθήκοντα της και στο γεγονός ότι παρέλειψε να πάρει όλα τα λογικά και απαραίτητα για την προστασία της μέτρα, αγνοώντας τους ενδεχόμενους και πιθανούς κινδύνους. Απορρίπτοντας ως υπερβολικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή διογκωμένα τα ποσά που αξιώνονται ως ειδικές αποζημιώσεις, υποδεικνύεται ότι τα όποια ιατρικά έξοδα τα οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε είναι επίσης διογκωμένα, αβάσιμα και/ή μη αναγκαία, ενώ υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη θεραπεία και/ή χειρουργική επέμβαση δεν είναι η ενδεδειγμένη και/ή η αναγκαία και/ή η δέουσα υπό τις περιστάσεις, ούτε θα αποφέρει τα ισχυριζόμενα από την ενάγουσα αποτελέσματα. Αποτελεί θέση της εναγομένης εταιρείας ότι η ενάγουσα δεν είναι ανίκανη για εργασία ενώ είναι και/ή ήταν κατάλληλη για εργασία σύντομα μετά τον ισχυριζόμενο τραυματισμό της. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι η απασχόληση και/ή εργοδότησης της ενάγουσας θα τερματιζόταν με την συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας της, ενώ προτάσσεται πως οποιαδήποτε απώλεια εισοδήματος φανεί ότι υπέστη, οφείλεται στην παράλειψη και/ή αμέλεια και/ή άρνηση της ενάγουσας να επιστρέψει στην εργασία της και να μειώσει την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων της. Οι εναγόμενοι, καταλήγει, δεν οφείλουν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Η πλευρά της ενάγουσας με την απάντηση της απορρίπτοντας τις δικογραφημένες θέσεις της εναγομένης εταιρείας επαναλαμβάνει ότι το επίδικο ατύχημα επισυνέβη κατά την διάρκεια της εργοδότησης της με αποκλειστική ευθύνη των εναγομένων και/ή αντιπροσώπων τους που δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την ασφάλεια της και την αποτροπή του, με συνέπεια τον τραυματισμό της. Αποτελεί θέση της ότι εξαιτίας της αμέλειας των εναγομένων κατέστη πλέον ανίκανη για χειρονακτική εργασία με αποτέλεσμα να υφίσταται εκτός της σωματικής βλάβης και ψυχολογικά προβλήματα ένεκα του πόνου και της απραξίας στην οποία περιήλθε. Υποδεικνύεται παράλληλα ότι ακολούθησε τελικά την χειρουργική θεραπεία που της πρότεινε ο θεράπων ιατρός της, η οποία είναι η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις, προκειμένου να ανακουφιστεί από τους πόνους και τις καυσαλγίες που την ταλαιπωρούν. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της μακράς ως εξελίχθηκε ακροαματικής διαδικασίας, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, πρόθεση του δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Περιοριζόμενος στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία της, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας

(2008)2 ΑΑΔ 486). Δέκα συνολικά μάρτυρες κάλεσε η πλευρά της ενάγουσας για να αποδείξει την υπόθεση της. Από την πλευρά της εναγομένης, πέραν της διευθύντριας της, Τασούλας Τσόκκου, προσέφεραν την μαρτυρία τους ακόμη 5 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για πλευρά της ενάγουσας κλήθηκε η Αναστασία Γιωργαράκη. Κατέχοντας τα ακαδημαϊκά προσόντα του Χημικού Μηχανικού και μεταπτυχιακές σπουδές, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, όπως εξήγησε, εργαζόταν ως επιθεωρητής εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στη Λάρνακα. Με δεδομένο εξήγησε η μάρτυρας ότι το ατύχημα γνωστοποιήθηκε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την ημερομηνία που τούτο επισυνέβη και ενόψει διαφόρων προβλημάτων που η υπηρεσία της αντιμετωπίζει στα οποία και αναφέρθηκε, η ίδια προέβη σε επιτόπου διερεύνηση μόλις στις 20.11.09. Πέρα από τις καταθέσεις που έλαβε από την παραπονούμενη (Τεκμήριο 3) και τον διευθυντή του ξενοδοχείου Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου (Τεκμήριο 4), έλαβε φωτογραφίες σχετικές με το ισχυριζόμενο ατύχημα τις οποίες ενσωμάτωσε σε σχετική συνοπτική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 2), την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά το περιεχόμενο της. Στην συγκεκριμένη έκθεση, πέραν του γεγονότος ότι μεταφέρει ουσιαστικά τις θέσεις της ενάγουσας σε σχέση με τον τρόπο που εξελίχθησαν τα γεγονότα, αλλά και του ως άνω διευθυντή του ξενοδοχείου ο οποίος προέβαλλε τη θέση πως για την εργοδοτική πλευρά δεν ετίθετο θέμα εργατικού ατυχήματος, σημειώνει παράλληλα το γεγονός ότι η ίδια, στις 4.12.09, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την προϊσταμένη της παθούσας Δέσπω Κωνσταντή, η οποία της επιβεβαίωσε πως την ημέρα που η ενάγουσα διατείνεται ότι τραυματίστηκε, η τελευταία πράγματι ανέφερε στην ίδια ότι έπεσε και κτύπησε στην είσοδο του κτιρίου των δωματίων 77-82 και ότι έδεσε με επίδεσμο το χέρι και στην συνέχεια το πόδι της και ότι σχόλασε όταν τελείωσε το ωράριο της. Η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στο σημείο που η ενάγουσα της υπέδειξε ότι έγινε το ατύχημα υπήρχε σκαλοπάτι ύψους 10 εκατοστών, χωρίς να υπάρχει ράμπα για τροχοφόρα. Όταν η ή ίδια δοκίμασε να ανασηκώσει τρόλεϊ όπως αυτό που η ενάγουσα της υπέδειξε ότι προσπαθούσε να μετακινήσει την ώρα που επισυνέβη το ατύχημα, διαπίστωσε ότι τούτο ήταν πολύ βαρετό χωρίς η μάρτυρας να μπορεί να το ανασηκώσει. Στις περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση, υπέδειξε, που είναι αναγκαίο να κινείται τροχοφόρο αντικείμενο από κάποιο εργαζόμενο, θα πρέπει να υπάρχει ράμπα ως αναγκαίος εξοπλισμός της εργασίας αφού υπάρχουν κίνδυνοι μυοσκελετικών παθήσεων για κάποιον που προσπαθεί να μεταφέρει ένα φορτίο όπως αυτό που μετέφερε η ενάγουσα, οι οποίοι θα πρέπει να εξαλειφθούν. Σχολιάζοντας η μάρτυρας πρόχειρες σημειώσεις που εξήγησε ότι η ίδια λάμβανε κατά την διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης (Τεκμήριο 6), εξήγησε ότι αυτές αποτελούν ασύντακτες σημειώσεις που η ίδια τηρούσε κατά την διάρκεια της διερεύνησης για σκοπούς δικής της διευκόλυνσης. Υπέδειξε ότι η Κωνσταντή μιλώντας τηλεφωνικώς μαζί της, της ανέφερε ότι στα συγκεκριμένα δωμάτια που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα εργαζόταν, υπήρχε παλαιότερα ράμπα η οποία διευκόλυνε την μετακίνηση τροχοφόρων, πλην όμως όταν αυτή «σάπισε», μετακινήθηκε χωρίς να αντικατασταθεί με άλλη. Η ενάγουσα εξ' άλλου της ανάφερε ότι δεν δέχθηκε οποιαδήποτε εκπαίδευση σε σχέση με το ζήτημα της ανύψωσης φορτίων ενώ όταν η μάρτυρας αναζήτησε το σχετικό αρχείο εκπαίδευσης του προσωπικού, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι δεν υπήρχε τέτοιο αρχείο. Είναι γεγονός υπέδειξε η μάρτυρας ότι οι ουσιαστικές πληροφορίες για το ατύχημα προήλθαν από την κα Ταμένου, η οποία φαίνεται να ήταν η μόνη στο χώρο όταν έγινε τούτο, ως επίσης κάποιες αναφορές της προϊσταμένης της, μέσω της οποίας επιβεβαιωνόταν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας. Απορρίπτοντας την θέση ότι ο λόγος της παρουσίας της στη διαδικασία ήταν να υποστηρίξει την θέση της ενάγουσας, συμφώνησε πως παρά τις δικές της εισηγήσεις προς τούτο, δεν δόθηκαν τελικά οδηγίες από τον τότε προϊστάμενο της για λήψη μέτρων εναντίον της εναγομένης εταιρείας, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι οι αποφάσεις προς τούτο δεν λαμβάνονται μόνο με το κριτήριο της παράβασης ή όχι της σχετικής νομοθεσίας αλλά ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες. Καταθέτοντας η ενάγουσα για την υπόθεση της υπέδειξε ότι για 29 σχεδόν χρόνια εργαζόταν ως καμαριέρα. Είκοσι επτά
(27)από αυτά στο ξενοδοχείο Dome Hotel στην Αγ. Νάπα. Αναφερόμενη στις συνθήκες τραυματισμού της, υιοθέτησε από το εδώλιο του μάρτυρα κατάθεση της προς την επιθεωρήτρια του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας Λάρνακας, κα Αναστασία Γιωργαράκη, ημερ. 20.11.2009 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με αυτήν, στις 11.5.2009 εκτελώντας τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν από την υπεύθυνη οικονόμο (House Keeper) του ξενοδοχείου, γέμισε με τον ανάλογο εξοπλισμό ένα τρόλεϊ (καρότσι μεταφοράς) από αυτά που χρησιμοποιούν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, το οποίο οδήγησε προς τα ΄bungalows΄ με σκοπό να καθαρίσει τις σουίτες υπ' αριθμό 77 έως
  1. Ενόψει του γεγονότος ότι στο συγκεκριμένο συγκρότημα υπάρχει σκαλοπάτι, η ίδια έπρεπε να σηκώσει το καρότσι για να μπορέσει να μπει σε αυτό. Στην προσπάθεια της να σηκώσει προς τούτο το βαρύ καρότσι που χρησιμοποιούσε, γλίστρησε και έπεσε κάτω, χτυπώντας στο σκαλοπάτι. Πόνεσε και ένιωσε τα δάχτυλα του αριστερού της ποδιού που μούδιασαν. Σηκώθηκε όμως και συνέχισε, ολοκληρώνοντας την εργασία της. Μετά το πέρας της εργασίας της μετέβη στο γραφείο της υπεύθυνης οικονόμου Δέσπως Κωνσταντή όπου και της ανέφερε το γεγονός και τον τρόπο που κτύπησε, ζητώντας μάλιστα από την τελευταία να μην την επαναορίσει να εργαστεί στα συγκεκριμένα δωμάτια. Ταυτόχρονα έδεσε με γάζα το αριστερό της πόδι. Σημείωσε το γεγονός ότι η ίδια, σε προηγούμενο χρόνο, είχε ήδη αναφέρει στην υπεύθυνη οικονόμο ότι δεν μπορούσε να εργάζεται στα συγκεκριμένα δωμάτια αφού την δυσκόλευε πολύ το σκαλοπάτι. Το ατύχημα, υπέδειξε η μάρτυρας, έγινε μεταξύ 13:00 - 14:
  2. Εν τω μεταξύ ο πόνος άρχισε να γίνεται πιο έντονος και να προχωρά από το άκρο του ποδιού προς τα πάνω. Μέχρι να σχολάσει δυσκολευόταν να περπατήσει. Η μάρτυρας σχολιάζοντας και εξηγώντας τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 υπέδειξε μεταξύ άλλων την είσοδο στο συγκρότημα των δωματίων 77 έως 82 και το σκαλί πάνω στο οποίο η ίδια διατείνεται ότι γλίστρησε, έπεσε και κτύπησε με τον τρόπο που εξήγησε, ενώ αντιπαραβάλλοντας αυτές με τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8, οι οποίες λήφθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του ατυχήματος, ήτοι στις 28.11.10, υπέδειξε ότι στο ίδιο σημείο που επισυνέβη το ατύχημα, φαίνεται πλέον να έχει τοποθετηθεί ράμπα. Ξύλινη ράμπα, καθόλα λειτουργική που βοηθούσε τους εργαζόμενους να οδηγούν με ευκολία μέσα στο συγκεκριμένο συγκρότημα δωματίων τα καρότσια που μετέφεραν τα πράγματα και τον σχετικό εξοπλισμό, υπήρχε, υπέδειξε η ενάγουσα, όταν η ίδια, πριν τέσσερα με πέντε χρόνια ξαναδούλευε στα συγκεκριμένα δωμάτια. Όταν όμως αυτή χάλασε, η διεύθυνση την απομάκρυνε αναφέροντας τους ότι «ήταν ντροπή να την βλέπουν οι τουρίστες». Πάρα πολλές φορές οι εργαζόμενες καθαρίστριες διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη ράμπας πλην όμως κανένας δεν τους έδινε σημασία. Τούτο γνώριζε και η υπεύθυνη τους οικονόμος, η οποία όμως δεν έλεγε τίποτε αφού γνώριζε ότι δεν θα υπήρχε ανταπόκριση. Η ίδια, μόλις 2 μήνες πριν από το ατύχημα ορίστηκε να εργαστεί και πάλι στα συγκεκριμένα δωμάτια, εργασία την οποία διεκπεραίωνε με πάρα πολύ κόπο. Ήταν όμως αναγκασμένη να εργαστεί με αυτές τις συνθήκες αφού φοβόταν πως αν έλεγε ότι δεν μπορούσε, θα την έδιωχναν από την δουλειά. Την ίδια ημέρα που επισυνέβη το ατύχημα, αφού σχόλασε από την εργασία της, μετέβη σε φαρμακείο και έλαβε παυσίπονα με την ελπίδα ότι θα αντιμετώπιζε τον πόνο. Ο πόνος όμως χειροτέρευε, με αποτέλεσμα την επομένη να επισκεφθεί τον δρ. Κωνσταντίνου ιατρό στην περιοχή Παραλιμνίου. Φάρμακα και παυσίπονες ενέσεις οι οποίες της έγιναν δεν την βοήθησαν. Εξακολουθούσε να πονεί και ο εν λόγω ιατρός μετά από μερικές ημέρες την έστειλε για μαγνητική τομογραφία (MRI). Λαμβάνοντας τα αποτελέσματα αυτής της εξέτασης ο δρ. Κωνσταντίνου την έστειλε σε νευροχειρούργο. Ο δρ. Περδίος, στον οποίο την παρέπεμψε ο δρ. Κωνσταντίνου, την υπέβαλε σε εγχείρηση και της έδωσε φαρμακευτική αγωγή. Σε δέκα μέρες και ενώ η κατάσταση της δεν βελτιωνόταν υπεβλήθη σε δεύτερη εγχείρηση. Σε κάθε εγχείρηση έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική εξέλιξη και η ίδια αντιμετώπιζε τους ίδιους πόνους και προβλήματα, επισκέφθηκε τον δρ. Νεόφυτο Νεοφύτου, ο οποίος την υπέβαλε σε τρίτη εγχείρηση, δίδοντας της επίσης φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες για φυσιοθεραπεία που όπως της εξήγησε θα έπρεπε να ακολουθεί για όλη της την ζωή. Εξαιτίας της φαρμακευτικής αγωγή που της δόθηκε αντιμετώπισε άλλα προβλήματα υγείας στα οποία αναφέρθηκε ενώ λόγο οικονομικής στενότητας δεν μπόρεσε να ακολουθήσει πιστά το πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Μέχρι την 20.11.2009, ημέρα που έδωσε την κατάθεση της, (τεκμήριο 3) είχε ήδη κάνει τρεις εγχειρήσεις στον σπόνδυλο συνεχίζοντας να κινείται με δυσκολία και πόνο. Μετά το δυστύχημα και ενώ η ίδια ουδέποτε είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την μέση της, ήταν πλέον παντελώς ανίκανη να καθαρίσει το σπίτι της, να περπατήσει κανονικά στον έξω κόσμο, αισθανόμενη ότι δεν έχει ζωή πλέον. Ούτε ούτε καν μπάνιο δεν μπορούσε να κάνει μόνη της. Ταλαιπωρείται από πόνους που δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Αισθάνεται ότι είναι άχρηστη, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι πέρασε από ιατροσυμβούλιο το οποίο την έκρινε 75% ανίκανη για εργασία. (τεκμήριο 9) Η μάρτυρας απέρριψε τη θέση ότι έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης σε σχέση με τον τρόπο εργασίας, υποδεικνύοντας ότι η μόνη εκπαίδευση που έλαβε - δύο χρόνια πριν το ατύχημα - αφορούσε την πυρόσβεση και πως θα οδηγούν έξω τους πελάτες του ξενοδοχείου σε περίπτωση που ξεσπάσει πυρκαγιά. Το 1999, επίσης, όταν έτυχε κάποιας εκπαίδευσης σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να κτυπούν τις πόρτες πριν να μπουν σε κάποιο δωμάτιο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα υλικά που μεταφέρονται στο τρόλεϊ από τις καθαρίστριες, υποδεικνύοντας ότι το τρόλεϊ πρέπει να φορτώνεται πάντα κανονικά για την εξυπηρέτηση των δωματίων, σε περίπτωση δε που παραμείνουν υλικά ή άλλα ρούχα, τοποθετούνται σε άλλο τρόλεϊ για να είναι έτοιμο για την κοπέλα της βραδινής βάρδιας. Έτσι έπραξε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υποδεικνύοντας ότι το καρότσι που μετέφερε κατά τον χρόνο του τραυματισμού της ήταν παρόμοιο αλλά μεγαλύτερο από αυτό που απεικονίζεται στη φωτογραφία τεκμήριο 13, δήλωσε ότι στην κα Γιωργαράκη ανάφερε τι είχε τοποθετήσει σε αυτό, χωρίς όμως να είναι βέβαιη αν της ξέφυγε κάτι. Απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι η ίδια κατασκεύασε το υποτιθέμενο ατύχημα για να δημιουργήσει τη βάση διεκδίκησης αποζημίωσης από τον εργοδότη της. Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της ενημέρωσαν εκπροσώπους της συντεχνίας της για το ατύχημα, οι οποίοι έστειλαν επιστολή στους εργοδότες της, χωρίς όμως η ίδια να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο της. Ο συντεχνιακός την ενημέρωσε ότι οι εργοδότες της δεν αποδέχονταν ότι υπέστη ατύχημα στο χώρο της εργασίας της. Καταθέτοντας ο χειρούργος ορθοπεδικός Κώστας Κωνσταντίνου, υιοθέτησε ιατρικά πιστοποιητικά ημερ. 19.5.2009 (Τεκμήριο 16) και 15.6.2009 (Τεκμήριο 17) που ο ίδιος εξέδωσε σε σχέση με την ενάγουσα. Σύμφωνα με αυτά η ενάγουσα προσήλθε για πρώτη φορά στο ιατρείο του στις 12.5.2009 παρουσιάζοντας έντονο άλγος στην οσφυϊκή χώρα και αντανάκλαση αυτού στο αριστερό κάτω άκρο επί της πρόσθιας επιφάνειας του μηρού. Της δόθηκαν φαρμακευτικές οδηγίες, πλην όμως ενόψει του έντονου πόνου επανήλθε στην κλινική στις 15.5.2009 όπου λόγω της έντασης του πόνου και της μη ανταπόκρισης στην φαρμακευτική αγωγή αναγκάστηκε να παραμείνει στην κλινική. Στάλθηκε για εξέταση μαγνητικής τομογραφίας όπου διαπιστώθηκε πλάγια κοίλη Ο3 αριστερά. Κρίνοντας ότι η κατάσταση της ήταν χειρουργήσιμη την παρέπεμψε σε νευροχειρούργο. Ξαναείδε την ασθενή μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη, όταν η ίδια τον επισκέφθηκε ξανά, ενόψει έντονου πόνου που αισθανόταν. Έκρινε απαραίτητη την χορήγηση και ενέσιμων αναλγητικών στην ενάγουσα. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να υποστεί τους τραυματισμούς που εντοπίστηκαν από τον ίδιο από την πτώση της σε σκαλί κατά το στάδιο που επιχειρούσε να σηκώσει τρόλεϊ στην εργασία της. Απέρριψε παράλληλα την θέση ότι τα κλινικά ευρήματα του θα μπορούσαν να συνδυαστούν και να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το 1988, 23 δηλαδή χρόνια προηγουμένως, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η ενάγουσα φέρεται να έλαβε πενθήμερη άδεια λόγω ισχιαλγίας και ερεθισμού του ισχιακού νεύρου. Εξηγώντας το περιεχόμενο πιστοποιητικού του, (Τεκμήριο 18) όπου καταγράφεται ότι η ενάγουσα αντιμετωπίζει οξεία οσφυαλγία χωρίς νευρολογικά και στο οποίο ο ίδιος συνιστά στην ενάγουσα να απέχει από την εργασία της μέχρι τις 14.5.2009, εξήγησε ότι σε αυτό αποτυπώνεται η πρώτη εικόνα που είχε, αφού ήθελε να δει πως θα ανταποκρινόταν η ασθενής. Διευκρίνισε επίσης πως παρά το γεγονός ότι στο πρώτο πιστοποιητικό του, (Τεκμήριο 16) δεν ανέφερε ότι η ασθενής έπεσε κάτω όταν αποπειράθηκε να σηκώσει το τρόλεϊ, η ενάγουσα του ανέφερε τούτο, πλην όμως ο ίδιος εκ πρώτης όψεως αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα έπεσε κάτω από τον πόνο. Σε κάθε περίπτωση τούτο διευκρινίστηκε στο δεύτερο πιστοποιητικό του (Τεκμήριο 17). Ο νευροχειρούργος Αχιλλέας Περδίος (ΜΕ5) ήταν ο ιατρός στο οποίο παραπέμφθηκε η ενάγουσα από το δρ. Κωνσταντίνου για σκοπούς περαιτέρω αντιμετώπισης της περίπτωσης της και θεραπείας. Έχοντας υπόψη του την μαγνητική τομογραφία της ενάγουσας η οποία είχε προηγηθεί (Τεκμήριο 19) και τα αποτελέσματα της κλινικής εξέτασης της από τον ίδιο, διαπιστώνοντας την ύπαρξη κοίλης δίσκου μεταξύ 2ου και 3ου οσφυϊκού σπονδύλου, στις 22.5.2009 προέβη στην πρώτη χειρουργική επέμβαση, επιτυγχάνοντας οπισθοπλάγια πρόσβαση στην σπονδυλική στήλη και αφαιρώντας πλάγιο τμήμα του Ο2-3 μεσοσπονδύλιου δίσκου. Παρά την αρχική βελτίωση τις πρώτες μέρες, ο πόνος επανήλθε, με αποτέλεσμα, αφού προχώρησε σε νέα μαγνητική τομογραφία, (Τεκμήριο 31) στα πλαίσια της οποία διαπιστώθηκε στο εσωτερικό τμήμα του μεσοσπονδύλιου τρίμματος, (ενδοσπονδυλιακά) στο ίδιο επίπεδο, μικρή κοίλη δίσκου, να προχωρήσει στις 4.6.2009 σε δεύτερη επέμβαση για την αφαίρεση του κεντρικού τμήματος του δίσκου με οπίσθια προσπέλαση. Έχοντας υπόψη ότι δεν υπήρχε πλέον πίεση στο νεύρο, ο πόνος ο οποίος επέμενε θεωρήθηκε νευροπαθητικός, εξηγώντας ότι νευροπαθητικός είναι ο πόνος ο οποίος οφείλετε στο ίδιο το νεύρο και όχι από εξωτερική πίεση που δέχεται το νεύρο. Χορηγήθηκαν στην ασθενή διάφορα φάρμακα προς αντιμετώπιση της κατάστασης της, μεταξύ αυτών αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά, εξηγώντας ότι ένας ασθενής που πονά αλλάζει και η ψυχολογική του διάθεση. Παράλληλα, δόθηκαν οδηγίες στην ενάγουσα να ακολουθήσει μετεγχειρητική φυσιοθεραπεία. Παρουσίασε και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 29 και 30 αντίστοιχα, δικά του πιστοποιητικά ημερ. 11.6.2009 και 22.6.2009, το περιεχόμενο των οποίων και υιοθέτησε. Με δεδομένη τη θέση του ότι ο πόνος που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει η ενάγουσα ήταν νευροπαθητικός, υποστήριξε την άποψη ότι αυτός, εκτός από φάρμακα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τοπικές εγχύσεις κορτιζόνης οι οποίες βοηθούν στην αντιμετώπιση του πόνου, κάποτε δε και στην εξάλειψη του. Οι εγχύσεις αυτές, υποστήριξε, θα πρέπει να προηγηθούν της τοποθέτησης νευροδιεγέρτη, η οποία θα πρέπει να είναι η τελευταία λύση, συμφωνώντας παράλληλα με την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι πριν την τοποθέτηση του διεγέρτη συνιστάται ψυχιατρικός έλεγχος του ασθενή για να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα των παραπόνων του. Αποτέλεσε θέση του ιατρού Περδίου ότι ο τραυματισμός της ενάγουσας όπως αυτός αποτυπώνεται στις μαγνητικές τομογραφίες αλλά και ο ίδιος διαπίστωσε, τόσο κατά την κλινική εξέταση όσο και κατά την διάρκεια των χειρουργικών επεμβάσεων, θα μπορούσε να συμβεί κατά τον τρόπο που η ενάγουσα δήλωσε ότι εξελίχθηκαν τα γεγονότα του τραυματισμού της, απορρίπτοντας ταυτόχρονα την θέση ότι η κοίλη δίσκου και όλες οι συνέπειες που η ενάγουσα αντιμετώπιζε δεν είναι μετατραυματικής αιτιολογίας, αλλά δυνατόν να οφείλονται σε οσφυαλγία που η τελευταία αντιμετώπισε το 1988 και ΄
  3. Ο νευροχειρούργος δρ. Νεόφυτος Νεοφύτου, (ΜΕ4) ήταν ο ιατρός στον οποίο κατέφυγε η ενάγουσα μετά τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις που υπεβλήθη από τον δρ. Αχιλλέα Περδίο. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο ο ιατρός Νεοφύτου παρουσίασε και υιοθέτησε ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε στις 15.10.09, (Τεκμήριο 20). Σε αυτό καταγράφονται, μεταξύ άλλων, η διάγνωση και τα κλινικά ευρήματα του από την εξέταση της ενάγουσας. Λόγο του έντονου πόνου και της μη ικανοποιητικής θεραπευτικής προόδου μετά από δύο χειρουργικές επεμβάσεις που προηγήθηκαν, του γεγονότος ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να χρειάζεται δυνατά αναλγητικά χάπια, χωρίς ουσιαστική βοήθεια, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα νέας μαγνητικής τομογραφίας, σύμφωνα με τα οποία φαινόταν ότι το νεύρο εξακολουθούσε να είναι επηρεασμένο, παρά τους προβληματισμούς για το γεγονός ότι αυτή θα υποβαλλόταν σε τρίτη χειρουργική επέμβαση, αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της με σκοπό να αποσυμπιεστεί εκ νέου το νεύρο και στη συνέχεια να προχωρήσουν με τις κατάλληλες θεραπείες. Πράγματι, στις 8.9.2009 ο μάρτυρας διενήργησε τρίτη χειρουργική επέμβαση κοίλης δίσκου Ο2/3, τριμματοτομία Ο2/3, στα πλαίσια της οποίας αφαίρεσε εξ' ολοκλήρου τον δίσκο και από τις δύο πλευρές. Ο μάρτυρας αφού εξήγησε με λεπτομέρεια τις ενέργειες και τους χειρισμούς που έκανε κατά την τρίτη χειρουργική επέμβαση, υπέδειξε ότι δυστυχώς, παρά την απελευθέρωση του νεύρου στην οποία προέβη, όπως έπραξε προηγουμένως και ο συνάδελφος του Περδίος, δεν υπήρξε καλυτέρευση της κατάστασης της ασθενούς αφού ως εκ των υστέρων διαφάνηκε, λόγω του τραυματισμού είχαν νεκρωθεί περισσότερες ρίζες του νεύρου παρά ότι ελπίζετο. Αυτός είναι ο λόγος που άρχισαν να γίνονται οι σκέψεις για την τοποθέτηση ηλεκτροδιεγέρτη. Η ενάγουσα εξακολουθεί να λαμβάνει φάρμακα για τον νευροπαθητικό πόνο ενώ παράλληλα, ενόψει της δεινής κατάστασης στην οποία περιήλθε χρειάζεται να καλυφθεί και με διάφορα άλλα νευροψυχιατρικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την θέση ότι οι συνέπειες που αντιμετώπιζε η ενάγουσα δυνατόν να οφείλονται σε ισχιαλγία που αντιμετώπισε η τελευταία το 1988 - 1989, υποδεικνύοντας ότι ο τραυματισμός της ενάγουσας θα μπορούσε πράγματι να προκληθεί με τον τρόπο που η ίδια εισηγείται, πέφτοντας δηλαδή πάνω στο σκαλί στην προσπάθεια της να ανασηκώσει το τρόλεϊ, προκρίνοντας παράλληλα ότι τέτοιου είδους τραυματισμοί μπορούν να προκληθούν απλά και μόνο με την προσπάθεια κάποιου να σηκώσει ένα βαρύ καρότσι προς τα πάνω χωρίς καν να ακολουθήσει πτώση. Έχοντας με την σύμφωνο γνώμη των δύο πλευρών ολοκληρωθεί οι τροποποιήσεις των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, έγινε κατορθωτή σε μεταγενέστερο στάδιο η συνέχιση της μαρτυρίας του δρ. Νεοφύτου, ο οποίος παρουσίασε, ανέγνωσε και υιοθέτησε ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 10.1.13 (Τεκμήριο 21). Στα πλαίσια του εν λόγο πιστοποιητικού, αφού καταγράφεται το ιατρικό ιστορικό της ενάγουσας για ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν, υποδεικνύεται ότι καθ' ομολογία της παρουσίασε κάποια βελτίωση μετά την τρίτη χειρουργική επέμβαση και ότι για την αποκατάσταση της, της συστήθηκε κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, φυσιοθεραπείες ως επίσης αναρρωτική άδεια. Η ασθενής υποβαλλόταν σε προγραμματισμένο τακτικό μετεγχειρητικό έλεγχο. Η συμπτωματολογία της εξακολουθούσε, παρουσιάζοντας εξάρσεις και υφέσεις. Τα αποτελέσματα διαφόρων εξετάσεων εμφάνισαν δυστυχώς παγίωση χρόνιων βλαβών, δηλαδή ριζοπάθειες Ο2, Ο3 και Ο4 ρίζας αριστερού κάτω άκρου. Οι βλάβες στη σπονδυλική στήλη οδήγησαν σε ενδοσυμπτωματολογία, με αποτέλεσμα η ασθενής να χρειάζεται ισχυρότερα αναλγητικά φάρμακα. Ενόψει τούτου ήταν κατηγορητικός πως και αν ακόμα η ενάγουσα ακολουθούσε ανάλογες φυσιοθεραπείες, προσωπική εκγύμναση σε συνδυασμό με χαλαρωτικά μασάζ και πάλι η κατάσταση της υγείας της δεν θα βελτιωνόταν, υποδεικνύοντας ότι οι πόνοι δεν αντιμετωπίστηκαν παρά το γεγονός ότι ελάμβανε διάφορα ισχυρά φάρμακα στα οποία αναφέρθηκε. Η ασθενής υποδεικνύει ο μάρτυρας μετά βίας είναι ικανή να ικανοποιήσει τις απλές καθημερινές της ανάγκες ενώ η δραστηριότητα της περιορίζεται στην αυτοεξυπηρέτηση της και μόνο. Από νευρολογικής απόψεως, κρίνεται ανίκανη για εργασία. Με δεδομένο ότι μετεγχειρητικά η ακολουθούμενη συντηρητική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπείες δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, συναποφασίστηκε με την ασθενή η χειρουργική πλέον αντιμετώπιση της κατάστασης της. Στα πλαίσια της νέας χειρουργικής πρότασης θα επιχειρηθεί αποσυμπίεση των νευρικών στοιχείων, η αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομικής δομής της σπονδυλικής στήλης, ενώ ταυτόχρονα θα τοποθετηθούν ηλεκτρόδια διέγερσης των νεύρων (Spinal cord stimulator). Παρά το γεγονός ότι αναμένεται σημαντική βελτίωση των νευροπαθητικών πόνων και της νευρολογικής της σημειολογίας, η πιθανότητα η ασθενής να μην είναι σε θέση ακόμη και μετά την προτεινόμενη χειρουργική επέμβαση να επανέλθει στην προ του τραυματισμού της κλινική κατάσταση είναι σημαντική. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστηρίζει, η ύφεση του νευροπαθητικού πόνου θα είναι τέτοια ώστε αναμένεται ότι θα βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα της ζωής της. Υποδεικνύοντας ότι η μαγνητική τομογραφία και τα ηλεκτρομυογραφήματα αποτελούν απλά βοηθήματα και ότι το κυριότερο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η κλινική εικόνα του κάθε ασθενούς, υποστήριξε ότι η περίπτωση της κας Ταμένου, για τους λόγους που εξήγησε, ήταν κλασσική περίπτωση τοποθέτησης του νευροδιεγέρτη και γενικότερα της θεραπείας που ο ίδιος εισηγείται. Είναι απόλυτα ενδεδειγμένη η εφαρμογή της στη συγκεκριμένη ασθενή, υπέδειξε, αποτελώντας ουσιαστικά το τελευταίο «όπλο» που η ιατρική διαθέτει αφού όλα τα άλλα έχουν δοκιμαστεί. Ήταν υπόψη του εξάλλου ότι η ίδια επηρεάστηκε ψυχολογικά λόγω της δεινής κατάστασης στην οποία περιήλθε. Αυτός ήταν και λόγος που για αρκετά χρόνια παρακολουθείτο και από νευροψυχίατρο τον δρ. Παναγιώτου σε συνεργασία και με τον ίδιο. Επιμένοντας ότι ο πόνος που αντιμετωπίζει η ενάγουσα είναι νευροπαθητικός και όχι ψυχοσωματικός, εξήγησε ότι πέραν της τοποθέτησης του νευροδιεγέρτη, η κατάσταση θα βοηθηθεί με την ανατομική ανάταξη της σπονδυλικής στήλης μέσω της τοποθέτησης ειδικών κλωβών στο μεσοσπονδύλιο διάστημα, κατά τρόπο που να διατείνονται οι σπόνδυλοι μεταξύ τους, δίνοντας περισσότερο χρόνο στα τρίμματα. Η ενάγουσα, υποστήριξε, δεν πρόκειται να επανέλθει στην προ του τραυματισμού της κατάσταση. Στόχος, είναι να διατηρηθούν πολύ μεγαλύτερες περίοδοι με λιγότερο ή καθόλου πόνο για να μπορεί η ενάγουσα να έχει, όσο γίνεται, φυσιολογική ζωή. Αποκλείοντας το ενδεχόμενο να παραπλανήθηκε από την ενάγουσα όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της, υπέδειξε ότι η ιατρική του εμπειρία και διάφορα τεστ που μπορούν να γίνουν, του επιτρέπουν να τοποθετείται με βεβαιότητα για την κατάσταση της υγείας της. Εξήγησε πάντως ότι η κλινική εικόνα της ασθενούς σε σχέση με τον πόνο δεν είναι της ίδιας έντασης επί 24ώρου βάσεως. Πρόκειται για κατάσταση που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε έχει «σκαμπανεβάσματα». Απέρριψε επίσης κατηγορηματικά τη θέση ότι στόχος του ήταν να βοηθήσει την ενάγουσα να αυξήσει τις χρηματικές της απαιτήσεις υποδεικνύοντας ότι ο ίδιος δεν έχει κανένα συμφέρον να βοηθήσει χρηματικά την Ταμένου παρά μόνο ιατρικά. Ο δρ. Μάριος Ζαμπεθάνης, (ΜΕ8) νευροχειρούργος και μέλος της νευροχειρουργικής ομάδας του δρ. Νεόφυτου Νεοφύτου, συμμετέχει όπως εξήγησε ενεργά στις χειρουργικές επεμβάσεις που διενεργεί η εν λόγω ομάδα στην Κύπρο. Γνωρίζει την περίπτωση της ενάγουσας, στο ιατρικό ιστορικό της οποίας και αναφέρθηκε. Είναι σαφές, υπέδειξε, ότι η κα Ταμένου δεν μπορεί να επανέλθει όπως ήταν προηγουμένως. Μετά από συζήτηση με τον δρ. Νεοφύτου κατέληξαν ότι οριστική θεραπεία της ενάγουσας δεν θα μπορούσε παρά να είναι η τοποθέτηση επισκληρίδιου νευροδιεγέρτη. Ο νευροπαθητικός πόνος και η μυϊκή αδυναμία του αριστερού κάτω άκρου, σημείωσε, οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η κα Ταμένου δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Η δουλειά του νευροδιεγέρτη, εξήγησε, είναι να τροποποιεί το αίσθημα του πόνου κατά τρόπο που να μην προκαλεί δυσφορία. Το αλγεινό συναίσθημα του πόνου τροποποιείται σε κάτι ανεκτό αφού μετατρέπεται σε ένα «γλυκό μούδιασμα», που θα το αισθάνεται μεν η ενάγουσα χωρίς όμως να την περιορίζει. Με δεδομένο ότι οι άλλες χειρουργικές απόπειρες βελτίωσης της κατάστασης της υγείας της απέτυχαν, η τελευταία προσπάθεια στόχο είχε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής της, τροποποιώντας τουλάχιστον το νευροπαθητικό πόνο ο οποίος είναι απότοκο προηγούμενου χειρουργείου αλλά και μιας ανατομικά επιβεβαιωμένης, τόσο νευροαπεικονιστικά όσο και διεγχειρητικά, πίεσης του νεύρου. Αφού προηγήθηκαν διάφορες εξετάσεις, στις 4.4.2013, στο Απολλώνιο Νοσοκομείο έλαβε χώρα η πρώτη επέμβαση, στα πλαίσια της οποίας έγινε πεταλεκτομή του δεύτερου οσφυϊκού πετάλου, αμφοτριμματεκτομή στο Ο2/3 στο μεσοσπονδύλιο διάστημα της Οσφυϊκής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης (ΟΜΣΣ), έγινε δισκεκτομή στο ίδιο διάστημα της ΟΜΣΣ και δυναμική διασωματική σπονδυλοδεσία με τοποθέτηση αυτοστηριζόμενου και διατεινόμενου διασωματικού κλωβού. Παράλληλα, τοποθετήθηκε στην ενάγουσα δοκιμαστικός επισκληρίδιος νευροδιεγέρτης. Μετά την επέμβαση η ενάγουσα νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο για τρεις νύχτες. Επανήλθε στην κλινική μετά από 5 μέρες, όπου χρειάστηκε να νοσηλευθεί από τις 12 μέχρι και τις 15 του ίδιου μήνα, αφού παρουσίασε γαστρεντερικές ενοχλήσεις οι οποίες δεν μπορούν να αποκλειστούν ότι είναι αποτέλεσμα της φαρμακευτικής αγωγής στην οποία λάμβανε ενώ παράλληλα παρουσίαζε μυκητίαση στο στοματικό βλεννογόνο και φλεγμονή οισοφάγου, αποτέλεσμα των πολλαπλών επεισοδίου εμετού που είχε. Στις 18.4.2013 έγινε η δεύτερη χειρουργική επέμβαση στα πλαίσια της οποίας, έχοντας ήδη διαπιστωθεί η ωφέλεια που είχε η ασθενής από την τοποθέτηση του δοκιμαστικού επισκληρίδιου νευροδιεγέρτη, τοποθετήθηκε πλέον ο μόνιμος. Η ασθενής έλαβε εξιτήριο μόλις το προηγούμενο βράδυ που ο μάρτυρας έδιδε την μαρτυρία του. Η διάρκεια της εμφυτευμένης υποδόριας συσκευής στη δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα της ενάγουσας που μεταφέρει τις πληροφορίες της νευροδιέγερσης, είναι περίπου δέκα χρόνια, χρονικό διάστημα που η συσκευή θα πρέπει να ανανεωθεί. Στην ασθενή δόθηκαν οδηγίες κλινοστατισμού αλλά και οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή. Σχολιάζοντας το ενδεχόμενο έγχυσης κορτιζόνης για την αντιμετώπιση της κατάστασης της ενάγουσας, υπέδειξε πως παρά το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί στην βιβλιογραφία πως η έγχυση κορτιζόνης επιφέρει βελτίωση στο νευροπαθητικό άλγος, με δεδομένη την ύπαρξη ουλώδη ιστού, συμφώνησε ότι η έγχυση αυτή ενδεχόμενα να έχει πρόσκαιρη και προσωρινή βελτίωση κάποιων συμπτωμάτων, όχι όμως μόνιμη αντιμετώπιση τους. Εξήγησε γιατί κατά την άποψη του είναι εξαιρετικά απίθανο ασθενής που παρουσιάζει ισχιαλγία να παραμείνει σε πλήρη ύφεση συμπτωμάτων για είκοσι ένα και πλέον χρόνια, όπως η κα Ταμένου. Τα συμπτώματα που αντιμετώπιζε η ενάγουσα, υποστήριξε, ήταν φανερό ότι πυροδοτήθηκαν μετατραυματικά, αφού όντας ελεύθερη οποιωνδήποτε συμπτωμάτων, παρουσίασε μετά τον τραυματισμό της οξεία συμπτωματολογία. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι στην περίπτωση που δεν τοποθετείτο ο νευροδιεγέρτης στην ενάγουσα, αλλά περιοριζόταν μόνο στην αφαίρεση των περιοριστικών φαινομένων επί των νευρικών στοιχείων και στην αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής δομής της ανατομικής δομής της ΟΜΣΣ, με δεδομένο ότι ο πόνος ήταν νευροπαθητικός, την επόμενη μέρα της εγχείρησης, ο πόνος της κας Ταμένου θα ήταν «απαράλλακτος». Απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι η τοποθέτηση του νευροδιεγέρτη ήταν λανθασμένη και εντελώς πρόωρη. Η κα Ταμένου, υπέδειξε μεταξύ άλλων, χειρουργήθηκε αρκετές φορές χωρίς αποτέλεσμα για να έχει το δικαίωμα στην ποιότητα ζωής, απαλλαγμένη από το ανυπόφορο συναίσθημα του νευροπαθητικού πόνου. Ήταν η θέση του εξ' άλλου ότι η ενάγουσα δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε μείζονα ψυχιατρική ασθένεια την οποία ο ίδιος, ως νευροχειρούργος να μην μπορούσε να διαγνώσει. Μεταξύ της τοποθέτησης του δοκιμαστικού νευροδιεγέρτη και της τοποθέτησης του μόνιμου, αξιολογήθηκε η κατάσταση της ασθενούς και κρίθηκε ότι πράγματι αυτή επωφελήθηκε από την παρουσία του νευροδιεγέρτη. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσαν όχι μόνο οι θεράποντες ιατροί της αλλά και η ίδια η ασθενής. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο προσωρινός νευροδιεγέρτης παρέμεινε στο μέγιστο χρονικό όριο ασφάλειας των 14 ημερών, όπου προσδιορίζεται η πιθανότητα επιμόλυνσης από τον καθετήρα. Έγιναν εξάλλου ανάλογες δοκιμασίες στην ενάγουσα, στις οποίες αναφέρθηκε, για να διαπιστωθεί αν η τελευταία προσποιείτο και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε ο δρ. Ζαμπεθάνης, οι θεράποντες ιατροί της δεν είχαν καμία αντίρρηση να αξιολογηθεί η κατάσταση της από άλλο, τρίτο ιατρό και μετά την τοποθέτηση του μόνιμου νευροδιεγέρτη, προκαλώντας την πλευρά της εναγομένης, μέσω της συνηγόρου της τελευταίας, αν επιθυμεί να πράξει τούτο. Ο μάρτυρας αναφερόμενος στις χρεώσεις και σχετικά τιμολόγια που αφορούν τα δύο τελευταία χειρουργεία (Τεκμήριο 42), απέρριψε επίσης τη θέση ότι η τοποθέτηση νευροδιεγέρτη στην ενάγουσα έγινε χωρίς τούτο να είναι αναγκαίο, απλά και μόνο για σκοπούς οικονομικού οφέλους από την αγορά των αναγκαίων εξαρτημάτων μέσω της εταιρείας της συζύγου του δρ. Νεοφύτου, όπως απέρριψε και τη θέση ότι η ενάγουσα ουσιαστικά αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, απόρροια των οποίων είναι η προσπάθεια της να μεγεθύνει τις όποιες αποζημιώσεις αισθανόταν ότι δικαιούται συνεπεία υποτιθέμενου τραυματισμού της. Ο Ευάγγελος Ευαγγέλου, (ΜΕ6) επιθεωρητής Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την εναγομένη εταιρεία, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών της. Στις 21.11.2009 υπέδειξε, εφόσον η κα Ταμένου θα γινόταν 63 ετών και πληρούσε τις προϋποθέσεις, θα δικαιούτο να λάβει σύνταξη γήρατος. Ο Πέτρος Κουζάρης (ΜΕ7) επιθεωρητής της συντεχνίας ΠΕΟ στο κλάδο ξενοδοχοϋπαλλήλων γνωρίζει όπως δήλωσε την ενάγουσα αφού ήταν μέλος της συντεχνίας, εργαζόμενη στο ξενοδοχείο Dome Hotel. Λίγες μέρες μετά το περιστατικό του τραυματισμού της, ο ίδιος μετέβη στο ως άνω ξενοδοχείο επιζητώντας να μάθει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το περιστατικό. Συνάντησε την υπεύθυνη της ενάγουσας Δέσπω Κωνσταντίνου η οποία του υπέδειξε το χώρο που η ενάγουσα της δήλωσε ότι επισυνέβη το ατύχημα και ότι η τελευταία κτύπησε όταν προσπάθησε να σηκώσει ένα τρόλεϊ. Συνάντησε επίσης τον διευθυντή του ξενοδοχείου, κ. Ερωτοκρίτου, ο οποίος ενώ είχε ήδη ενημερωθεί για το συμβάν απέρριπτε το γεγονός ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε στην εργασία της, υποδεικνύοντας του ότι το ζήτημα χειριζόταν τα κεντρικά γραφεία. Ο μάρτυρας είχε μιλήσει τηλεφωνικά τόσο με την ενάγουσα όσο και με τον σύζυγο της. Και οι δύο όταν τους ρώτησε πως έγινε το περιστατικό του δήλωσαν ότι η ενάγουσα προσπάθησε να σηκώσει το τρόλεϊ φορτωμένο, «έγλιασε και έπεσε». Εκ μέρους της συντεχνίας, για το περιστατικό ειδοποιήθηκε το γραφείο ασφάλειας και υγείας του Υπουργείου Εργασίας. Ο ίδιος μεταξύ 1ης και 2ης χειρουργικής επέμβασης της ενάγουσας απέστειλε επιστολή προς την διεύθυνση του ξενοδοχείου (Τεκμήριο 15), με την οποία επιζητούσε ουσιαστικά την οικονομική στήριξη της ενάγουσας για την αντιμετώπιση ιατρικών εξόδων. Στην εν λόγω επιστολή, σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα, κατέγραψε αυτά που του ανέφερε η υπεύθυνη της ενάγουσας Δέσπω Κωνσταντίνου και όχι η ενάγουσα και ο σύζυγος της υποδεικνύοντας ότι για τον ίδιο, με δεδομένο ότι η ενάγουσα υπέστη ατύχημα, δεν είχε οποιαδήποτε διαφορά. Η Σοφία Κώστα (ΜΕ9) Διοικητικός Λειτουργός στο Τμήμα Επιδομάτων Ασθενών του Υπουργείου Υγείας, εξήγησε την διαδικασία μέσω της οποίας πολίτες απευθύνονται στην υπηρεσία της για κάλυψη εξόδων θεραπείας τους στον ιδιωτικό τομέα ή στο εξωτερικό. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τα τελευταία δύο χρόνια η υπηρεσία της έχει εγκρίνει την επιδότηση 5 ή 6 περιστατικών τοποθέτησης ηλεκτροδίων διέγερσης του νεύρου (Spinal Cord Stimulator). Στις πλείστες των περιπτώσεων, εξήγησε, ο πολίτης επιλέγει τον ιατρό στον οποίο θα απευθυνθεί για να υποβληθεί σε θεραπεία και το υπουργείο καλύπτει τα έξοδα, μέχρι τουλάχιστον του ποσού που έχει εγκριθεί η εκάστοτε επιδότηση. Η αίτηση για επιδότηση μπορεί να γίνει είτε πριν είτε μετά την επέμβαση, υποδεικνύοντας ότι η ενάγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει υποβάλει αίτημα για κάλυψη της θεραπείας τοποθέτησης νευροδιεγέρτη. Αντίθετα στο παρελθόν έπραξε τούτο αφού στις 21.6.2009 απευθύνθηκε στην υπηρεσία της για κάλυψη εξόδων χειρουργικής επέμβασης σπονδύλου στην οποία υποβλήθηκε από το δρ. Περδίο, αίτημα το οποίο όμως απορρίφθηκε αφού η θεραπεία στην οποία υπεβλήθη η αιτήτρια μπορούσε να παρασχεθεί σε κρατικά νοσηλευτήρια. Ο Ανδρέας Ζαχαρίου (ΜΕ10) Επαρχιακός Γραμματέας της Συντεχνίας ΠΕΟ, δηλώνοντας ενήμερος για το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 3.6.2009, (Τεκμήριο 15) υπέδειξε ότι προς απάντηση της εν λόγω επιστολής λήφθηκε στις 17.6.2009 επιστολή από τους δικηγόρους της εργοδότριας εταιρείας, (Τεκμήριο 43) μέσω της οποίας η εργοδότες προέβαλλαν την θέση ότι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για το ιατρικό πρόβλημα της κας Ταμένου το οποίο θα πρέπει να προϋπήρχε χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με την ασφάλεια του συστήματος εργασίας της. Ήταν φανερό, υποστήριξε, ότι η εργοδοτική πλευρά προσπαθούσε εξ' αρχής να καλύψει τα νώτα της. Ενόψει τούτου, δεν άξιζε τον κόπο να απαντηθεί η εν λόγω επιστολή. Ο Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου, ήταν ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης. Στις 11.5.2009, υπέδειξε, πρώτη μέρα που ο ίδιος μετακινήθηκε ως διευθυντής στο ξενοδοχείο Dome Hotel, η υπεύθυνη για την εργασία της ενάγουσας οικονόμος τον ενημέρωσε ότι η ενάγουσα, η οποία εργάστηκε κανονικά εκείνη την ημέρα, δεν θα προσερχόταν στην εργασία της την επόμενη γιατί ήταν αδιάθετη ενώ και ο σύζυγος της ενάγουσας επικοινώνησε μαζί του, για να τον παρακαλέσει να διαφοροποιηθούν οι ώρες εργασίας της, γεγονός για το οποίο ο μάρτυς τον παρέπεμψε στην υπεύθυνη οικονόμο. Η πρώτη φορά που ο ίδιος ενημερώθηκε ότι η ενάγουσα διατεινόταν ότι τραυματίστηκε στο χώρο του ξενοδοχείου και κατά την ώρα της εργασίας της, ήταν περί τα τέλη Μαΐου, όταν τον επισκέφθηκε συντεχνιακός ενημερώνοντας τον για το ζήτημα και εμμένοντας ότι θα έπρεπε να συμπληρώσει σχετικό έντυπο. Ενόψει της επιμονής ότι έγινε εργατικό ατύχημα, συζήτησε εκ νέου το ζήτημα με τη Δέσπω Κωνσταντή και τη βοηθό της η οποία απλώς τον ενημέρωσε ότι το μεσημέρι της 11.5.2009 η ενάγουσα ένιωθε πόνο στο χέρι. Ο ίδιος αναγκάστηκε να συμπληρώσει το σχετικό έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος μετά από επιμονή της Λειτουργού Επιθεώρησης Εργασίας κας Γιωργαράκη, η οποία στην παρουσία του επιθεώρησε το χώρο. Ο ίδιος δεν συζήτησε με την κα Γιωργαράκη αν η ενάγουσα έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης ούτε του ζητήθηκε να παρουσιάσει αρχείο εκπαίδευσης του προσωπικού. Ουδέποτε οι καμαριέρες είχαν πει ότι υπήρχε πρόβλημα στην μετακίνηση των τρόλεϊ, ο τρόπος δε λειτουργίας του ξενοδοχείου και εκτέλεσης των συγκεκριμένων εργασιών συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ίδιος μετακίνησε ξύλινη ράμπα που υπήρχε σε μια είσοδο στο ξενοδοχείο, κατασκευάζοντας άλλη από μπετόν, υποστήριξε όμως ότι δεν αντιλήφθηκε να είναι στην ίδια είσοδο που η ενάγουσα ισχυριζόταν πως τραυματίστηκε. Παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν έγινε ή όχι το ισχυριζόμενο εργατικό ατύχημα, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ήταν μόνη της καθ' ον χρόνο η τελευταία διατείνεται ότι τούτο επισυνέβη, υποστήριξε ωστόσο πως αν γινόταν ατύχημα στο ξενοδοχείο θα ακολουθείτο η συνήθης πρακτική, ήτοι θα τηλεφωνείτο ιατρός και θα παραπεμπόταν ο εργαζόμενος στην κλινική. Ο μάρτυρας, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του διευθυντή του συγκεκριμένου ξενοδοχείου για τρία χρόνια, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε σαν διευθυντής σε άλλο ξενοδοχείο του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου, απέρριψε τη θέση ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο σκοπό είχε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των εργοδοτών του. Επόμενη μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης εταιρείας ήταν η Τασούλα Τσόκκου, διευθύντρια της τελευταίας. Η πρώτη φορά δήλωσε που έμαθε για το ισχυριζόμενο ατύχημα ήταν τον Ιούνιο του 2009, μέσω επιστολής της συντεχνίας ΠΕΟ, η οποία ζητούσε από την εναγομένη εταιρεία βοήθεια για την κάλυψη εξόδων της ενάγουσας. Στη βάση ενημέρωσης στην οποία ζήτησε και έλαβε από το συγκεκριμένο ξενοδοχείο, διαπίστωσε ότι δεν ετείθετο ζήτημα εργατικού ατυχήματος. Η κα Ταμένου, υπέδειξε, ολοκλήρωσε το πρόγραμμα εργασίας της και αφού πήρε το τσάι της σχόλασε κανονικά, γύρω στις τέσσερεις η ώρα το απόγευμα. Παρόλα αυτά, μέσω κοινού γνωστού προσώπου με την ενάγουσα, την οποία και η ίδια γνώριζε εξ' όψεως, διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στην παρουσία και άλλων προσώπων στα πλαίσια της οποίας η μάρτυρας εξέφρασε την ετοιμότητα να καλυφθούν τα ιατρικά έξοδα του δρ. Περδίου. Δυστυχώς η ενάγουσα παρεκτράπηκε, άρχισε να διαπληκτίζεται με τους παριστάμενους και η συνάντηση τελείωσε χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Αναφερόμενη στα έξοδα που γνωστοποιήθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία σε σχέση με τις χρεώσεις του δρ. Νεοφύτου, χαρακτήρισε αυτά υπερβολικά, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε δημοσίευμα εφημερίδας (Τεκμήριο 45) υποστηρίζοντας ότι φαίνεται και από αυτό ότι είναι συνήθης πρακτική του συγκεκριμένου ιατρού να χρεώνει υπερβολικά ποσά. Ήταν η καταληκτική της θέση ότι η ενάγουσα, εντελώς αδικαιολόγητα «γύρισε όλους τους γιατρούς» υποδεικνύοντας επίσης ότι οι εγχειρήσεις της θα μπορούσαν να γίνουν στο κρατικό νοσοκομείο. Η δρ. Ελένη Ζαχαροπούλου (ΜΥ3), γενικός ιατρός στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία του αρχείου των Πρώτων Βοηθειών του εν λόγω νοσοκομείου επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά ότι η ενάγουσα σε διάφορες περιπτώσεις, μεταξύ της 14.5.2009 και 17.5.2009 επισκέφθηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του ως άνω νοσοκομείου. Έθεσε επίσης σημείωμα των εξωτερικών ιατρείων του ίδιου νοσοκομείου, ημερ. 18.5.2009, (τεκμήριο 47) όπου καταγράφεται η παραπομπή της για εξέταση σε νευροχειρούργο. Από τον ιατρικό φάκελο της ενάγουσας στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, τον οποίο εντόπισε, έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου ιατρική βεβαίωση σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε στην τελευταία αναρρωτική άδεια από 10.6.2008 μέχρι 30.6.2008, αποτέλεσμα κατάγματος που υπέστη στη φάλαγγα του πέμπτου δακτύλου του αριστερού ποδιού. Ο Ξενοφών Καλλής, κάτοχος άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών και ασφάλειας και παροχής υπηρεσιών έρευνας, εξήγησε ότι κατόπιν οδηγιών που του δόθηκαν προέβη σε ενέργειες για να διαπιστώσει κατά πόσο η κα Ταμένου εργαζόταν και γενικότερα τον τρόπο που αυτή εκινείτο. Στις 23.7.2012 εντόπισε την ενάγουσα στο μπαλκόνι του διαμερίσματος της. Στις 27.7.2012 γύρω στις 09:35 είδε την ενάγουσα να κατεβαίνει από τις σκάλες του πρώτου ορόφου, να κατευθύνεται προς τον κύριο δρόμο όπου βρισκόταν ο ίδιος και μέσω πλάγιου δρόμου να καταλήγει σε περίπτερο. Την ακολούθησε. Αφού αγόρασε τσιγάρα, ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο κατευθύνθηκε πίσω στο διαμέρισμα της. Η απόσταση την οποία κάλυψε για να πάει στο περίπτερο ήταν 500 - 600 μέτρα και ανάλογη απόσταση για να επιστρέψει. Η πορεία της κας Ταμένου προς το περίπτερο ήταν συνεχής χωρίς η ίδια να σταματήσει, ενώ καθ' ον χρόνο περπατούσε στο δρόμο εκινείτο φυσιολογικά. Την κα Ταμένου στις 23.7.2012 αποτύπωσε σε φωτογραφίες (Τεκμήριο 55) ενώ τις κινήσεις της κατά την 27.7.12 αποτύπωσε τόσο σε φωτογραφίες (Τεκμήριο 54) όσο και σε βίντεο το οποίο αναπαρήγαγε σε ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 56) ο οποίος προβλήθηκε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας με λεπτομέρεια εξήγησε. Ο δρ. Βαρνάβας Παπαναστασίου, (ΜΥ5) νευροχειρούργος επίσης, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι στις 20.8.2009 εξέτασε την ενάγουσα στο ιατρείο που διατηρεί στο Αρεταίιο Νοσοκομείο. Στα πλαίσια της εξέτασης, παρέπεμψε την ενάγουσα για μαγνητική τομογραφία, την σχετική έκθεση για την οποία αναγνώρισε στο τεκμήριο 25 στη διαδικασία. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν η ενάγουσα του ανέφερε ότι παρακολουθείται από οποιοδήποτε άλλο ιατρό ήταν όμως βέβαιος ότι η παραπομπή της ενάγουσας για την συγκεκριμένη εξέταση από τον ίδιο δεν έγινε κατόπιν οποιασδήποτε συνεννόησης με τον δρ. Νεοφύτου. Τούτο έγινε κατόπιν τηλεφωνήματος που δέχθηκε από συνάδελφο του, ουρολόγο, ενόψει του γεγονότος ότι είχαν περάσει τρείς μήνες περίπου από επέμβαση στην οποία η ενάγουσα υποβλήθηκε και αυτή εξακολουθούσε να πονά. Αποτέλεσμα της εξέτασης της ενάγουσας και του γεγονότος ότι η τελευταία περιέγραφε τον πόνο σαν κάψιμο-καυσαλγία, ανάμεσα στα φάρμακα που της χορήγησε ήταν και φάρμακα που προσφέρονται σε περιπτώσεις νευροπαθητικού πόνου. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της υπεράσπισης κλήθηκε ο νευροχειρούργος δρ.Μιχάλης Σπύρου. Κατά παράκληση της συνηγόρου της εναγομένης εταιρείας εξέτασε την ενάγουσα δύο ημέρες πριν από την παρουσίαση της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο, έχοντας παράλληλα τεθεί υπόψη του ηλεκτρομυογράφημα, διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά, πιστοποιητικά διαφόρων μαγνητικών τομογραφιών που αφορούσαν την ενάγουσα, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο του αποστάληκαν και οι ίδιες οι μαγνητικές τομογραφίες της ενάγουσας. Αφού αναφέρθηκε γενικότερα στην σπουδαιότητα και χρησιμότητα της μαγνητικής τομογραφίας στο τομέα της νευροχειρουργικής, υποστήριξε ότι στην περίπτωση της ενάγουσας οι μαγνητικές τομογραφίες της δεν καταδεικνύουν ότι η κοίλη στην οποία γίνεται αναφορά στην σπονδυλική στήλη της τελευταίας ήταν τραυματικής φύσης. Σχολιάζοντας διάφορες μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν πριν ή μετά τις διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα, ήταν κατηγορηματικός πως σε καμία των περιπτώσεων δεν φαίνεται να υπήρχε όχι μόνο τραυματικό αλλά και χειρουργικό αντικείμενο. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η περίπτωση της ενάγουσας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά, εξηγώντας ότι η συντηρητική αντιμετώπιση περιλαμβάνει τη συζήτηση με τον ασθενή «λόγια που μπορούν να θεραπεύσουν» χορήγηση διαφόρων τύπων και συνδυασμών φαρμακευτικής αγωγής π.χ. με αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη, στεροειδή, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, φυσιοθεραπείες και ξεκούραση. Ο ίδιος, με δεδομένο ότι δεν υπήρχε χειρουργικό αντικείμενο για την κα Ταμένου, δεν θα απέκλειε και το ενδεχόμενο να την αποστείλει σε ιατρό άλλης ειδικότητας όπως ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας, «στο χαμό του κόσμου», όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, θα ήταν διατεθειμένος να δεχθεί την πρώτη εγχείρηση στην οποία η ενάγουσα υπεβλήθη, εμμένοντας ότι δεν «επιτρεπόταν» τα περαιτέρω χειρουργεία και ότι θα έπρεπε να εξαντληθούν όλα τα άλλα μέσα εκτός της χειρουργικής επέμβασης. Συμφωνώντας γενικά ότι η τοποθέτηση του νευροδιεγέρτη είναι η τελευταία επιλογή για την αντιμετώπιση του προβλήματος πόνου που αντιμετωπίζει ένας ασθενής, ήταν επίσης κατηγορηματικός ότι δεν θα έπρεπε η τοποθέτηση αυτή να γίνει ταυτόχρονα με την σπονδυλοδεσία κατά τον τρόπο που αυτή έγινε στην ενάγουσα στα πλαίσια της 4ης χειρουργικής επέμβασης που η τελευταία υποβλήθηκε. Αμφισβητώντας εν πάση περιπτώσει την αναγκαιότητα της επιλογής της σπονδυλοδεσίας με τον τρόπο που αυτή έγινε στην ενάγουσα, υποστήριξε ότι πριν προχωρήσει κάποιος στην τοποθέτηση νευροδιεγέρτη θα έπρεπε τουλάχιστον να αναμένει τα αποτελέσματα της σπονδυλοδεσίας. Δεν επιτρέπεται, εισηγήθηκε, η ταυτόχρονη διενέργεια των δύο χειρουργικών επεμβάσεων. Εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι δεν αμφισβητεί τις ικανότητες των συναδέλφων του που εξέτασαν και χειρούργησαν την ενάγουσα ούτε βεβαίως αμφισβήτησε την αρτιότητα και την ορθότητα των ενεργειών των συναδέλφων του στο χειρουργείο. Η αμφισβήτηση και η διαφωνία του με αυτούς, εξήγησε, έγκειται στην αναγκαιότητα των χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν στην ενάγουσα, υποστηρίζοντας ότι τα ανεπιτυχή αποτελέσματα αυτών των χειρουργείων καταδεικνύουν από μόνα τους ότι η διενέργεια τους δεν ήταν σωστή. Γεγονός παραμένει πάντως ότι κατά το στάδιο που ο ίδιος είχε την ευκαιρία να εξετάσει την ενάγουσα, μετά την τοποθέτηση του νευροδιεγέρτη, η ίδια του ανέφερε ότι ήταν καλύτερα, παρόλο που εξακολουθούσε όπως του ανέφερε να πονά και να έχει και κάποια προβλήματα. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιων μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή, έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα τους καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη στις τοποθετήσεις τους υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων, το φυσικό ή υπερβολικό των αντιδράσεων τους καθ' όν χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν καθ' όν χρόνο προσέφεραν την μαρτυρία τους. Τα ως άνω βέβαια, έχοντας πάντα κατά νου το λόγο της υπόθεσης Νικολάου ν Παπαϊωάννου, Π.Ε.250/08, ημερ. 20.10.11, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει. (βλ. επίσης Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Αξιολογώντας την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει να εκτιμάται αποσυναρτημένα με το επίπεδο απόδειξης), το Δικαστήριο έχει επίσης κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Σε σχέση με τους ειδικούς-πραγματογνώμονες μάρτυρες, της επιθεωρήτριας Αναστασίας Γιωργαράκη, της οποίας η μαρτυρία κρίνεται ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα, στη βάση των ακαδημαϊκών της προσόντων αλλά και της προηγούμενης εμπειρίας και ενασχόλησης της με το αντικείμενο των εργατικών ατυχημάτων (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746), αλλά και των ιατρών που προσέφεραν την μαρτυρία τους στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, σε σχέση πάντα με ζητήματα που απασχολούν και άπτονται της ιατρικής τους εμπειρογνωμοσύνης, η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε επίσης στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Republic v Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 446 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1Γ ΑΑΔ 2298). Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα, αναμφίβολα η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι ως άνω μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους. (βλ. Μιτσιγιώργη και άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1Γ ΑΑΔ 1811). Σε σχέση ειδικότερα με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης ιατρικής μαρτυρίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Novichkova Daria v. Θέμη Βλαβή, Πολ. Έφ. 83/09, ημερ. 31.5.12: «Επί διιστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει τη μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Σημειώνεται πάντως το γεγονός ότι στην 13η έκδοση του συγγράμματος Phipson on Evidence, παράγρ. 27-95, εντοπίζεται πως πλανάται ακόμη και σήμερα η υποψία ότι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν. (βλ. Αναστασιάδης v Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 97). Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί η θετική αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας των ΜΕ6,7,9, και 10 αλλά και των ΜΥ3 και 4, που προσέφεραν τη μαρτυρία τους στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Καθ' ην έκταση οι μάρτυρες αυτοί αναφέρονταν σε γεγονότα και όχι σε έκφραση γνώμης ή προσωπικές εκτιμήσεις για τα διαδραματισθέντα, δεν έχω αμφιβολία ότι στο σύνολο τους προσήλθαν στο Δικαστήριο με ειλικρινή διάθεση να πουν την αλήθεια και όσα οι ίδιοι γνώριζαν για την υπόθεση, πράγμα που έπραξαν. Οι ως άνω αναφορές και τοποθετήσεις τους άλλωστε, στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν αμφισβητήθηκαν. Η ως άνω μαρτυρία και οι τοποθετήσεις τους γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Αντίθετα, εμφανής ήταν η πρόθεση του ΜΥ1 Ερωτόκριτου Ερωτοκρίτου καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα να εξυπηρετήσει την υπόθεση της εναγομένης εταιρείας. Το γεγονός ότι η τελευταία είναι και ο δικός του εργοδότης, ήταν φανερό δυστυχώς, ότι είχε την δική του σημασία στην ως άνω στάση του μάρτυρα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ενώ παραδέχτηκε πως ο ίδιος, σε κάποιο στάδιο μετά το περιστατικό μερίμνησε να κατασκευαστεί ράμπα σε μια είσοδο δωματίων στο ξενοδοχείο, προέβαλε τη θέση ότι αυτή κατασκευάστηκε σε άλλη είσοδο από αυτή που η ενάγουσα διατείνεται ότι τραυματίστηκε, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος ακόμα που η ενάγουσα διατείνεται ότι τραυματίστηκε. Πέραν του γεγονότος ότι για το ζήτημα διαψεύδεται από την ενάγουσα, οι θέσεις της οποίας για το ζήτημα έχουν γίνει αποδεκτές, η απλή παρατήρηση και σύγκριση των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 7 και 8, είναι φανερό πως όχι μόνο ότι δεν αφήνουν περιθώρια αποδοχής των πιο πάνω θέσεων του, αλλά και των προθέσεων του να βοηθήσει την υπόθεση της εναγομένης εταιρείας. Δεν έχω επίσης αμφιβολία ότι η ΜΥ2, διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας, Τασούλλα Τσόκκου, καταθέτοντας στο Δικαστήριο μετέφερε την πληροφόρηση που η ίδια έλαβε από τρίτους για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων, χωρίς εκ των πραγμάτων η ίδια να έχει πρωτογενή γνώση της εξέλιξης των γεγονότων, πλην εκείνων που η ίδια παρίστατο, για τα οποία δεν διατηρώ οποιαδήποτε επιφύλαξη ότι υπήρξε ειλικρινής. Ως πιο κάτω θα διαφανεί, το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν είναι διατεθειμένο να αποδεκτή τις γνώμες και απόψεις που η μάρτυρας εξέφρασε όσον αφορά τα κίνητρα της ενάγουσας ή πολύ περισσότερο, την απόδοση αλλότριων κινήτρων - οικονομικού χαρακτήρα - σε κάποιους τουλάχιστο από τους θεράποντες ιατρούς της ενάγουσας. Η προβολή εκ μέρους της των ως άνω θέσεων, χωρίς την παράθεση μαρτυρίας και στοιχείων ικανών να πείσουν και να οδηγήσουν στην υιοθέτηση τους, εκλαμβάνονται ως άσκοπη και πάντως ανεπιτυχείς προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων. Ειδικότερη αναφορά και σχολιασμός του συνόλου της τεθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας επιχειρείται στη συνέχεια, όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Ζήτημα Ευθύνης : Νομική πτυχή / Αξιολόγηση / Ευρήματα Η υποχρέωση επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του, αποτελεί ουσιαστικά καθήκον που πηγάζει από το κοινοδίκαιο. Οι εργοδότες έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια των προσώπων που εργοδοτούν (Wilsons & Glight Co Ltd v. English
(1938)A.C. 57 και In Foulder v. Canadian Pacific Steamships
(1969)1 All E.R. 283). Ως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο, (άρθρο 9) στο πλαίσιο της εξασφάλισης των θεμελιακών δικαιωμάτων του ανθρώπου, στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνεται και η ασφάλεια του στον τόπο της εργασίας του. Η ψήφιση του νόμου για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία (Ν.89(Ι)/96)έχει θεσμοθετήσει, ενσωματώνοντας ουσιαστικά στο συγκεκριμένο νομοθέτημα, τις αρχές του κοινοδικαίου που αφορούν το καθήκον του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο για την ασφάλεια του τελευταίου κατά το χρόνο της εργοδότησης του. Σημειώνεται παράλληλα πως ως έχει ήδη κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, καλύπτει και την υποχρέωση του εργοδότη να παράσχει στον εργοδοτούμενο του λογικά ασφαλείς συνθήκες εργασίας και να μην τον εκθέτει σε περιττούς κινδύνους. Όπως υποδεικνύεται στο 2ο τόμο του συγγράμματος των Αρτέμης και Ερωτοκρίτου "Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις", στη σελ. 12: «Ο εργοδότης υπέχει υποχρέωση επιμέλειας προς τους εργοδοτουμένους του να τους παρέχει ασφαλές σύστημα ασφαλείας, ασφαλή μηχανήματα και εξοπλισμό και ικανούς συνεργοδοτούμενους». Το γενικό καθήκον της επιμέλειας του εργοδότη προς εργοδοτούμενους του, σύμφωνα με τους συγγραφείς του ως άνω συγγράμματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει τέσσερις πτυχές: (α)την εργοδότηση ικανού προσωπικού, (β) την προμήθεια ασφαλούς εξοπλισμού και μηχανημάτων, (γ) την παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας που περιλαμβάνει και επαρκή επίβλεψη και (δ) την τήρηση ασφαλούς χώρου εργασίας. Το ως άνω καθήκον του εργοδότη απέναντι στους υπαλλήλους του είναι απόλυτο. Η φύση του καθήκοντος αυτού αναλύεται, μεταξύ άλλων και στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts 14η έκδοση, παρ. 965-971 σελ. 578 - 592. Πότε ένα σύστημα εργασίας είναι ασφαλές και γενικότερα πότε ο εργοδότης έχει εκπληρώσει το γενικό του καθήκον για εύλογη μέριμνα για την ασφάλεια των υπαλλήλων του, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Βλέπε Αλεξάνδρου ν. Θ. Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 506, Κωνσταντίνου ν. Pfassouri Plantations
(1992)1 Α.Α.Δ. 720, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 435, Metalco (Heaters) Ltd ν. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211 και Χριστοφή κ.α. v Θεοδούλου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Pfasouri Plantations, (ανωτέρω) αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχει απόλυτη υποχρέωση του εργοδότη να επινοήσει σύστημα εργασίας απαλλαγμένο απόλυτα από κινδύνους. Πρέπει δε να αποδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ τυχόν αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. (Βλέπε επίσης Μιχαηλ ν. Τουνιά κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 19). Ένα σύστημα ασφαλείας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και που μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα των οποίων η λύση είναι αφενός πρακτικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύουν να αποφύγουν. (Βλέπε Manthopoulos Plastics Ltd v. Χατζηιωσήφ
(1983)1 ΑΑΔ 291). Ως έχει τεθεί στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 304: «Το καθήκον τον εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ΄ ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα. (Δέστε General Cleaning Contractors Ltd n. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξ' υπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Εξετάζοντας περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, όπου αποδίδεται δηλαδή αμέλεια στον εναγόμενο και παράληψη νόμιμου καθήκοντος, συμπεριφορών συνεπεία των οποίων ο ενάγων υπέστη ζημιές που θα πρέπει να αποζημιωθούν, το Δικαστήριο, εφόσον τίθεται το ζήτημα, αφού εξετάσει και αποφασίσει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια και ευθύνη σε βάρος του εναγομένου, θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο ο ίδιος ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζοντας το ποσοστό ευθύνης μεταξύ εναγομένου και ενάγοντα μειώνει στο τέλος το ποσό των αποζημιώσεων, ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. (βλ. Μαυρίδη v Dharaghji
(1990)1Α.Α.Δ. 1013). Ως έχει επιβεβαιωθεί άλλωστε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/2008 ημερ. 17/1/2012: «Η συντρέχουσα αμέλεια, όπως λέχθηκε και στην Θεόδωρος Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Π.Ε. αρ. 76/08, ημερ. 14.7.2011, δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά στο καθήκον αυτοπροστασίας του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Το βάρος της απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας, το φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει εκ προοιμίου (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147,παρ. 3-11).» Το βάρος απόδειξης μετατίθεται, όταν η μαρτυρία του ενάγοντα εγείρει ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας (βλ. Ηρακλέους v Χήρα κ.α. 1996 1(Β) Α.Α.Δ. 1374). Κοινό μέτρο κρίσης σε κάθε περίπτωση της υπαιτιότητας του καθενός, αποτελεί το εύλογα προβλεπτό των συνεπειών από τις ενέργειες του καθενός από αυτούς. Ο καταμερισμός της ευθύνης γίνεται με κριτήρια την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια (βλ. Stavrou ν. Papadopoulos
(1969)1 CLR 172). Έντονα αμφισβητείται από την πλευρά της υπεράσπισης ότι το ισχυριζόμενο ατύχημα έγινε καθ' ον χρόνο η ενάγουσα εκτελούσε τα καθήκοντα της, εργαζόμενη στο ως άνω ξενοδοχείο. Εντοπίζοντας το γεγονός ότι η ενάγουσα, ως η ίδια ισχυρίζεται, ήταν μόνη της όταν εξελίχτηκαν τα γεγονότα, η συνήγορος της εναγομένης σχολιάζοντας γενικότερα την τεθείσα για το συγκεκριμένο ζήτημα μαρτυρία, έστρεψε επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου, όχι μόνο στη συμπεριφορά της ίδιας της ενάγουσας κατά την εξέλιξη των γεγονότων αλλά και στις συμπεριφορές και αναφορές άλλων μαρτύρων οι οποίοι περιέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα τους μετέφερε ότι επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα, υποστηρίζοντας στο τέλος της ημέρας ότι η ενάγουσα, όχι μόνο θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη μάρτυρας αλλά και ότι απέτυχε, ως είχε υποχρέωση, να αποδείξει την εκδοχή της για την εξέλιξη των γεγονότων. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι κατά τον χρόνο που η ενάγουσα προβάλλει ότι επισυνέβη το ατύχημα δεν υπήρχε άλλος αυτόπτης μάρτυρας, του οποίου μαρτυρία θα ήταν ικανή, άμεσα να φωτίσει την εξέλιξη των γεγονότων κατά τον χρόνο που ισχυρίζεται ότι επισυνέβη το ατύχημα που προβάλλεται από την πλευρά της. Τούτου δοθέντος, το ζήτημα προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή και διερευνητική διάθεση. Έχοντας μια συνολική θεώρηση της σχετικής με το ζήτημα μαρτυρίας, τόσο της ίδιας της ενάγουσας όσο και άλλων μαρτύρων, δεν θεωρώ ότι η τελική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της υπεράσπισης για το ζήτημα, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, μπορεί να υιοθετηθεί. Αντίθετα, κρίνεται ότι η εισήγηση αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας αποσπασματικής προσέγγισης της τεθείσας για το ζήτημα μαρτυρίας, κατά τρόπο που μονοδρομικά να ενισχύει τη γενικότερη θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα είναι αναξιόπιστη, λαμβάνοντας παράλληλα ως δεδομένο ότι, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, η υπόλοιπη και σχετική με το ζήτημα μαρτυρία έφθανε μέχρι του σημείου της συμπαιγνίας με την ενάγουσα. Έχοντας κατά νου την ζωντανή παρουσία της ενάγουσας και τη θετική σε γενικές γραμμές αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας της, χωρίς να γίνεται τούτη αποδεκτή στο σύνολο της, ως πιο κάτω θα διαφανεί, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι αναφορές της τελευταίας όσον αφορά τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα στις 11/5/2009 στο χώρο της εργασίας της και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ενάγουσα, με λόγο απλό και σταθερό, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν έχω αμφιβολία ότι καταθέτοντας στο Δικαστήριο για το συγκεκριμένο ζήτημα, ήταν ειλικρινής, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα Σπεύδω να σημειώσω πως το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση η «συνήθης πρακτική» όταν συμβαίνει κάποιο ατύχημα στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, όπως την εξήγησε ο διευθυντής του ξενοδοχείου αλλά και η διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας, από μόνο του, δεν αποκλείει την πρόκληση του ατυχήματος και την εξέλιξη των γεγονότων όπως τα παράθεσε η ενάγουσα. Ούτε η αποχώρηση της τελευταίας από την εργασία της μετά την συμπλήρωση του ωραρίου της και κατά τον τρόπο που εξήγησε, αποκλείει εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να επισυνέβη το ατύχημα κατά τον τρόπο που η ενάγουσα υποστηρίζει. Δεν μπορεί άλλωστε παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι η ενάγουσα πριν αποχωρήσει από την εργασία της είχε ήδη, διαμαρτυρόμενη, ενημερώσει την υπεύθυνη οικονόμο για το συμβάν, ενώ ο πόνος που αισθανόταν έβαινε ως εξήγησε, επιδεινούμενος προοδευτικά. Το γεγονός εξ' άλλου ότι οι αναφορές της ενάγουσας στο Δικαστήριο για τα αντικείμενα και γενικότερα για τον εξοπλισμό που μετέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο καρότσι που χειριζόταν και έσπρωχνε, δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτά που καταγράφονται στις σημειώσεις της εξετάστριας Γιωργαράκη, (Τεκμήριο 6), δεν αποτελεί στοιχείο, ικανό από μόνο του να κλονίσει την αξιοπιστία της. Τόσο η ίδια η ενάγουσα όσο και η μάρτυρας Γιωργαράκη άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο (λογικό ούτως ή άλλως) είτε να μην αναφέρθηκαν από την ενάγουσα όλα τα αντικείμενα και εξοπλισμός που μετέφερε, είτε η Γιωργαράκη στις πρόχειρες σημειώσεις που ελάμβανε να μην κατέγραψε όλα όσα η ενάγουσα της είχε αναφέρει. Είναι φανερό ότι μια τόσο μικροσκοπική προσέγγιση αυτής της πτυχής της μαρτυρίας, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την αξιοπιστία της ενάγουσας ως τα εισηγείται η πλευρά της υπεράσπισης. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου η σταθερή θέση του συντεχνιακού Πέτρου Κουζάρη, καθ' ον χρόνο κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο σύζυγός της περιέγραψαν στον ίδιο, μέρες μόλις μετά το συμβάν, τον τρόπο με τον οποίο έγινε το περιστατικό, ο οποίος συμπίπτει με τις αναφορές της ενάγουσας. Ο μάρτυς, στον οποίο αποδόθηκε από την υπεράσπιση το κίνητρο της εξυπηρέτησης της υπόθεσης της ενάγουσας, θέση που δεν γίνεται αποδεκτή, δεν δίστασε να αναφέρει ότι η υπεύθυνη οικονόμος, όταν σε μεταγενέστερο στάδιο ερωτήθηκε από τον ίδιο, του ανέφερε ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε στην προσπάθεια της να ανασηκώσει το καρότσι στο συγκεκριμένο σκαλί και ένιωσε ενοχλήσεις όχι μόνο στο πόδι αλλά και στο χέρι. Άλλωστε, με την επιστολή του ημερ. 3/6/2009, (τεκμήριο 15) επέλεξε να μεταφέρει τις αναφορές της οικονόμου για το ζήτημα, εξηγώντας στο Δικαστήριο, πειστικά, γιατί έπραξε τούτο. Για τον ίδιο, εξήγησε, την συγκεκριμένη στιγμή που προσπαθούσε να εξασφαλίσει οικονομική βοήθεια για την ενάγουσα από τους εργοδότες της, δεν είχε σημασία ο τρόπος που έγινε το ατύχημα αλλά το γεγονός ότι τούτο πράγματι είχε γίνει. Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί η αναφορά της εξετάστριας Γιωργαράκη ότι στην ίδια, όχι μόνο η ενάγουσα αλλά και η υπεύθυνη οικονόμος του ξενοδοχείου (η οποία ανάμεσα σε άλλα της επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα της γνωστοποίησε το περιστατικό που της συνέβη) της ανάφεραν πως ο τρόπος που έγινε το ατύχημα ήταν όταν η ενάγουσα έπεσε και κτύπησε στην είσοδο των συγκεκριμένων δωματίων, γεγονός που η μάρτυς κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σημείωσε και στις πρόχειρες σημειώσεις που τηρούσε (τεκμήριο 6). Ο ιατρός Κωνσταντίνου εξάλλου, εξήγησε προς το Δικαστήριο για το πώς ο ίδιος αρχικά αντιλήφθηκε τις αναφορές της ενάγουσας σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα και πως στη συνέχεια διευκρινίστηκε το ζήτημα, με αποτέλεσμα να περιλάβει τα ορθά περιστατικά στο δεύτερο πιστοποιητικό του (τεκμήριο 16). Σαφής ήταν άλλωστε η δήλωση του δρ. Περδίου ότι οι αναφορές του για το ζήτημα στο πιστοποιητικό του ημερ. 11/6/2009, (Τεκμήριο 29) στηρίχθηκαν στο πρώτο πιστοποιητικό του δρ. Κωνσταντίνου και στην ενημέρωση που έλαβε μέσω αυτού για τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα. Ήταν όμως κάθετος ότι η ενάγουσα του ανάφερε σε σχέση με τον τρόπο που επισυνέβη το ατύχημα αυτά που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό του ημερ. 22/6/2009 (τεκμήριο 30), ότι δηλαδή «κατά την ώρα της εργασίας της, ενώ έσκυψε για να σηκώσει βαρύ αντικείμενο, γλίστρησε στο πάτωμα και κτύπησε στην σπονδυλική στήλη». Με αυτό τον τρόπο άλλωστε, επιβεβαίωσε και ο Δρ. Νεοφύτου, ότι του ανάφερε η ενάγουσα πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα, όταν την εξέτασε για πρώτη φορά μετά που η ενάγουσα είχε υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την καθολική θέση όλων των ιατρών που κατέθεσαν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και οι οποίοι αναφέρθηκαν στο ζήτημα, οι τραυματισμοί που υπέστη η ενάγουσα αντικειμενικά φαίνεται να συνάδουν με τον τρόπο που η ενάγουσα προέταξε ότι εξελίχθησαν τα γεγονότα, ότι δηλαδή γλίστρησε, έπεσε και κτύπησε στο σκαλοπάτι. Σε κάθε περίπτωση, η εισήγηση πως το όλο περιστατικό ήταν ένα ψέμα εκ μέρους της ενάγουσας που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση αποζημιώσεων από τους εργοδότες της και ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν συνέβη οτιδήποτε από αυτά που η ενάγουσα ισχυρίζεται, με την τελευταία να αποχωρεί μετά την συμπλήρωση των ωρών εργασίας της χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, ούτως ή άλλως, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται να αντέχει στη βάσανο της λογικής. Με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας και χωρίς να έχει κλονιστεί η θέση της πλευράς της ενάγουσας ότι ήταν ελεύθερη σχετικών συμπτωμάτων πριν το περιστατικό, το Δικαστήριο, ακολουθώντας την εισήγηση της υπεράσπισης για το θέμα, ουσιαστικά καλείτε να υποθέσει ότι στο μεσοδιάστημα, μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από την εργασία της και μέχρι να επισκεφθεί τις πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου Αμμοχώστου και τον ιδιώτη ιατρό Δρ. Κωνσταντίνου, κάτι τυχαίο ή εσκεμμένο έγινε ή συνέβη στην ενάγουσα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η τελευταία να έχει τα συμπτώματα που η ίδια περιέγραψε στο Δικαστήριο ότι αντιμετώπιζε αμέσως μετά το ισχυριζόμενο από την ίδια ατύχημα, τα οποία συνάδουν με τραυματισμούς ως αποτέλεσμα ατυχήματος κατά τον τρόπο που η ίδια ισχυρίζεται ότι υπέστη. Ουσιαστικά δηλαδή ότι τυχαία ή πολύ περισσότερο εσκεμμένα, μεσολάβησε κάτι εκ των υστέρων για να υποστηρίξει και να συνάδει με το ψέμα που η ενάγουσα εκ των προτέρων είχε επινοήσει. Το ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδώσει αλλότρια κίνητρα στην ενάγουσα όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, ενισχύεται κατά την αντίληψη μου και από το γεγονός πως όταν ο σύζυγος της αμέσως μετά το ατύχημα πήρε τηλέφωνο στο ξενοδοχείο μιλώντας στον ίδιο τον διευθυντή, όπως ο τελευταίος δήλωσε στο Δικαστήριο, έπραξε τούτο, όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, για παράδειγμα να διαμαρτυρηθεί ή για να του γνωστοποιήσει το ατύχημα και τον τραυματισμό της ενάγουσας, παρά μόνο για να διαφοροποιηθούν απλώς οι βάρδιες εργασίας της ενάγουσας. Τόσο η ενάγουσα όσο και οι οικείοι της δεν επικαλέστηκαν οποιονδήποτε τραυματισμό της τελευταίας. Η ενάγουσα άλλωστε, παρά την πτώση και τον πόνο που αισθάνθηκε παρέμεινε στην εργασία της μέχρι να την ολοκληρώσει. Μόνο όταν ο προοδευτικά επιδεινούμενος πόνος, (το βράδυ της ίδιας μέρας) ήταν τέτοιος που με δυσκολία της επέτρεπε να περπατήσει, αναζήτησε ανακούφιση ζητώντας από μόνη της φαρμακευτική υποστήριξη από το φαρμακείο και στη συνέχεια επισκέφθηκε τόσο ιδιώτη ιατρό όσο και το τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου στο Παραλίμνι, στην προσπάθεια της να αντιμετωπίσει τον αφόρητο πλέον πόνο. Έκτοτε ξεκίνησε μια μακρά περίοδος ταλαιπωρίας και χειρουργικών επεμβάσεων για την ίδια που κατέληξαν στην τοποθέτηση νευροδιεγέρτη, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω ο τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα εξήγησε στο Δικαστήριο ότι εξελίχτηκαν τα γεγονότα την 11.5.2009, υιοθετούνται και καθίστανται εύρημα και του Δικαστηρίου. Γίνεται αποδεκτό ότι η ενάγουσα, ασκώντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, προσπαθώντας να ανυψώσει το καρότσι που μετέφερε, έσπρωχνε και χειριζόταν για να μπει στα συγκεκριμένα δωμάτια, φορτωμένο ήδη με τα χρειώδη που η ίδια εξήγησε στο Δικαστήριο για την εκτέλεση της εργασίας της, να καθαρίσει και να επιμεληθεί δηλαδή τα δωμάτια υπ΄ αριθμό 77- 82, γλίστρησε στο σκαλάκι ύψους 10 εκατοστών που βρίσκεται στην είσοδο των συγκεκριμένων δωματίων, έπεσε και κτύπησε. Παρά τον πόνο που αισθάνθηκε, αφού μεταξύ άλλων μούδιασαν και τα πόδια της, συνέχισε και ολοκλήρωσε την εργασία της, αποχωρώντας από τον χώρο της εργασίας της μετά την συμπλήρωση της βάρδιας της, έχοντας στο μεταξύ ενημερώσει για το συμβάν την υπεύθυνη οικονόμο και δένοντας το πόδι της με επίδεσμο, ενώ ο πόνος που αισθανόταν στο πόδι και την μέση έβαινε προοδευτικά επιδεινούμενος. Αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας αποτέλεσε επίσης το ζήτημα του τραυματισμού ή όχι της ενάγουσας ως συνέπεια του πιο πάνω ατυχήματος. Ο δρ. Σπύρου, ο οποίος κλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, αφού υποστήριξε ότι στην σχετική έκθεση τεκμήριο 19, γίνεται εκ μέρους του ακτινολόγου απλή αναφορά για υπόνοια κοίλης, επέμενε ότι η κοίλη που ο δρ. Περδίος αναφέρει ότι εντόπισε κατά το πρώτο χειρουργείο δεν ήταν μετατραυματική. Υπάρχουν ειδικές εξετάσεις υπέδειξε, που θα μπορούσαν να καταδείξουν και τον παραμικρό τραυματισμό. Εξάλλου, εισηγήθηκε, το γεγονός ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο του τραυματισμού της συνέχισε την εργασία της, είναι ενδεικτικό ότι η κοίλη δεν μπορεί να ήταν τραυματικής φύσης. Οι πιο πάνω θέσεις του Δρ. Σπύρου δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Πέραν του γεγονότος ότι ο δρ. Σπύρου, όπως ο ίδιος δήλωσε, δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο η ενάγουσα να τραυματίστηκε κατά την πτώση της στο έδαφος, το γεγονός ότι δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ειδικές εξετάσεις τις οποίες ο ίδιος επικαλέστηκε, οι οποίες είναι ικανές να καταδείξουν και τον πιο μικρό σε ένταση και είδος τραυματισμό, δεν αποκλείει από μόνο του, την πιθανότητα η πτώση της ενάγουσας να είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκληση της κοίλης, όπως αυτή εντοπίστηκε, όχι μόνο από την μαγνητική τομογραφία αλλά και από τον δρ. Περδίο κατά το στάδιο που χειρούργησε την ενάγουσα. Δεν θα πρέπει εξ' άλλου να διαλάθει της προσοχής η αναφορά του ιατρού Περδίου ότι η σπονδυλική στήλη της ενάγουσας, όπως αυτή περιγράφεται στο τεκμήριο 19, ήταν σε κατάσταση που εκ των πραγμάτων θα μπορούσε με μεγαλύτερη ευκολία να προκληθεί σε αυτή η συγκεκριμένη ζημιά, χωρίς να απαιτείται ένας ιδιαίτερα έντονος ή μεγάλος τραυματισμός. Εξηγήθηκε άλλωστε στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί ακόμα και με ένα απλό φτάρνισμα ή απότομη κίνηση να αντιμετωπίσει κάποιος προβλήματα όπως αυτά που η ενάγουσα αντιμετώπισε, ενώ το σύνολο των ιατρών που κατέθεσαν σε αυτή την διαδικασία και αναφέρθηκαν στο ζήτημα, συμφώνησαν ότι οι συγκεκριμένες κακώσεις μπορούν να προκληθούν ακόμη και με την απλή προσπάθεια κάποιου να ανυψώσει - ανασηκώσει ένα βαρύ αντικείμενο. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ιατρική μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, και η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, αποσυνδέει το πρόβλημα κοίλης που εντοπίστηκε από την μαγνητική τομογραφία (Τεκμήριο 19) στο σπόνδυλο της ενάγουσας, με το πρόβλημα ισχιαλγίας που η τελευταία φαίνεται να αντιμετώπιζε 23 ολόκληρα χρόνια προηγουμένως. Ούτε το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα μετά την πτώση της παρέμεινε στην εργασία της είναι δυνατό να αποκλείσει το ενδεχόμενο η κοίλη να ήταν τραυματικής αιτιολογίας. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, ο πόνος της ενάγουσας επιδεινωνόταν σιγά σιγά και με το πέρασμα του χρόνου, γινόμενος στο τέλος της ημέρας ανυπόφορος σε βαθμό που αναγκάστηκε να ζητήσει πέραν από την φαρμακευτική και ιατρική βοήθεια. Αποτελεί κοινό τόπο για τους ιατρούς που αναφέρθηκαν στο ζήτημα, του δρ. Σπύρου προεξάρχοντος, ότι πλείστοι άνθρωποι είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα κοίλης στη σπονδυλική τους στήλη χωρίς τούτο, απαραίτητα, να τους εμποδίζει να λειτουργήσουν. Οι τυχόν επιπτώσεις από αυτό, όντας ζήτημα πραγματικό, διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση όπως διαφέρει και η ενδεδειγμένη κατά περίπτωση θεραπεία όπως ο ίδιος ιατρός εισηγήθηκε. Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι τις αναφορές της ενάγουσας για το αποτέλεσμα και τις συνέπειες της πτώσης της, αμέσως μετά από αυτήν, τα προβλήματα πόνου, τη δυσκολία στην κίνηση και την γενικότερη ταλαιπωρία που αντιμετώπιζε, επιβεβαίωσαν τόσο ο δρ. Κωνσταντίνου όσο και ο δρ. Περδίος κατά το στάδιο που είχαν την ευκαιρία να την εξετάσουν κλινικά σύντομα μετά το περιστατικό, ο πρώτος δε πριν η τελευταία υποβληθεί σε εξέταση μαγνητικής τομογραφίας στις 15.5.2009. Ως έχει ήδη γίνει αποδεκτό, τα κλινικά - ιατρικά τους ευρήματα συνάδουν με τραυματισμό της ενάγουσας κατά τον τρόπο που η τελευταία εξήγησε ότι εξελίχθηκαν τα γεγονότα.Τα αποτελέσματα άλλωστε της μαγνητικής τομογραφίας στην οποία η ενάγουσα υπεβλήθει στις 15.5.2009, (κοίλη Ο2-3 μεσοσπονδύλιου δίσκου προκαλούσα πίεση επί της αριστερής Ο2 νωτιαίας ρίζας) επιβεβαιώθηκαν κατά το στάδιο που η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στις 22.5.2009, όπου για την αντιμετώπιση της κατάστασης της, με οπισθοπλάγια πρόσβαση αφαιρέθηκε το πλάγιο τμήμα του Ο2-3 μεσοσπονδύλιου δίσκου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι γενεσιουργός αιτία των συμπτωμάτων πόνου και ταλαιπωρίας που η ενάγουσα αντιμετώπιζε, όπως η ίδια τα περιέγραψε και επιβεβαιώθηκαν εν πολλοίς από τις ιατρικές εξετάσεις αλλά και το χειρουργείο που ακολούθησε, ήταν η πτώση και ο τραυματισμός της κατά τον τρόπο που η ίδια εισηγήθηκε και έγινε αποδεκτός από το δικαστήριο. Αποτέλεσμα του τραυματισμού της ήταν να δημιουργηθεί η κοίλη που εντοπίστηκε στη σπονδυλική στήλη της ενάγουσας στα πλαίσια της μαγνητικής τομογραφίας (τεκμήριο 19) και η συνακόλουθη πίεση στην αριστερή Ο2 νωτιαία ρίζα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως και αν ακόμα το Δικαστήριο υιοθετούσε τη θέση του Δρ. Σπύρου, ότι δηλαδή δεν μπορεί με ασφάλεια να αποδοθεί η ως άνω κοίλη στην σπονδυλική στήλη της ενάγουσας στο ατύχημα που έγινε στις 11.5.2009, η κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά τον πόνο και τις ταλαιπωρίες που αυτή υπέστη, ως αποτέλεσμα τραυματισμού της συνεπεία του υπό συζήτηση ατυχήματος της κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα μέχρι την ημέρα του ατυχήματος ήταν ελεύθερη οποιονδήποτε συμπτωμάτων. Ως έχει ήδη σημειωθεί, το σύνολο ουσιαστικά της ιατρικής μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου φαίνεται να αποσυνδέει το πρόβλημα κοίλης που εντοπίστηκε από την μαγνητική τομογραφία (τεκμήριο19) με το πρόβλημα ισχιαλγίας που η ενάγουσα αντιμετώπισε πριν 23 ολόκληρα χρόνια. Ούτε τα κλινικά ευρήματα των ιατρών που την εξέτασαν αμέσως μετά το ατύχημα διασυνδέονται με οποιαδήποτε άλλη, προγενέστερη πάθηση της. Αποσυνδέεται επίσης με οποιοδήποτε άλλο ιατρικό πρόβλημα φέρετε να αντιμετώπισε στο παρελθόν, όπως αυτά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω του ιατρικού της φακέλου από την ιατρό Ζαχαροπούλου (ΜΥ3). Η φυσική της κατάσταση ήταν τέτοια που εκτελούσε τα καθήκοντα της με ιδιαίτερο ζήλο και άνεση, εργαζόμενη πολλές φορές διπλές βάρδιες. Είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, γενεσιουργός αιτία των συμπτωμάτων πόνου και ταλαιπωρίας της ενάγουσας ήταν ο τραυματισμός που υπέστη από την πτώση της κατά τον τρόπο που έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι η ευθύνη της εναγομένης εταιρείας έντονα αμφισβητείται στις δικογραφημένες θέσεις της τελευταίας, στο πλαίσιο των οποίων προτάσσεται και ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας της ενάγουσας, μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιων του Δικαστηρίου, το ζήτημα, πέραν της αμφισβήτησης της εξέλιξης των γεγονότων όπως τα προέβαλλε η ενάγουσα, δεν απασχόλησε την πλευρά της υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων της. Ορθά κατά την αντίληψη μου. Ως γίνεται αποδεκτό, στο σημείο που επισυνέβη το ατύχημα, στην είσοδο δηλαδή των δωματίων 77-82 για τα οποία υπεύθυνη να τα καθαρίσει και επιμεληθεί ήταν η ενάγουσα, υπήρχε σκαλοπάτι ύψους 10εκ. στο οποίο κατέληγε ο διάδρομος επί του οποίου η τελευταία έσπρωχνε το φορτωμένο της καρότσι. Η προσπάθεια ενός εργαζομένου, ως η ενάγουσα, να ανασηκώσει καρότσι του είδους που η τελευταία χειριζόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο (βαρύ ως επιβεβαίωσε και η εξετάστρια Γιωργαράκη, όντας φορτωμένο με τα χρειώδη για την εκτέλεση της εργασίας της) για να το ανεβάσει στο σκαλοπάτι και στη συνέχεια να μπορέσει σπρώχνοντας ή τραβώντας το να το οδηγήσει στα συγκεκριμένα δωμάτια, αναμφίβολα εμπερικλείει κινδύνους για την ασφάλεια και την σωματική ακεραιότητα του. Ανάμεσα σε αυτούς και ο κίνδυνος πρόκλησης μυοσκελετικών παθήσεων, όπως επιβεβαιώθηκε τούτο και από την τεθείσα ενώπιων του Δικαστηρίου ιατρική μαρτυρία. Ήταν συνακόλουθα αναγκαία η λήψη όλων εκείνων των μέτρων από την πλευρά του εργοδότη για την εξεύρεση και εγκαθίδρυση ενός συστήματος εργασίας που θα μείωνε αν δεν θα εξαφάνιζε παντελώς οποιουσδήποτε προβλεπτούς κινδύνους, επιτρέποντας έτσι στους εργοδοτούμενους του να εργάζονται κάτω από ένα ασφαλές για αυτούς σύστημα εργασίας. Είναι προφανές ότι η εργοδοτική πλευρά, αυτούς τους κινδύνους είχε υπόψη της και ήθελε να αποφύγει ή έστω να περιορίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό, όταν στο παρελθόν προχώρησε στην τοποθέτηση ξύλινης ράμπας στο συγκεκριμένο σημείο για να διευκολύνει την πρόσβαση των εργαζομένων όπως η ενάγουσα στο χώρο, και την εκτέλεση της εργασίας τους. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα και γίνονται αποδεκτά, όταν η υπάρχουσα στο σημείο ξύλινη ράμπα φθάρηκε, αυτή αφαιρέθηκε-απομακρύνθηκε, χωρίς όμως να αντικατασταθεί, παρά τον διαπιστωμένο κίνδυνο, τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εργαζόμενοι όπως η ενάγουσα στην διεκπεραίωση της εργασίας τους, για τα οποία μάλιστα φαίνεται ότι προέβαιναν σε παράπονα στην υπεύθυνη οικονόμο. Δυστυχώς, η εναγομένη εταιρεία, δεν μερίμνησε για την άμεση αντικατάσταση της ξύλινης ράμπας που είχε την προνοητικότητα ευθύς εξ' αρχής να τοποθετήσει στο συγκεκριμένο σημείο, αφήνοντας έτσι τους εργαζομένους όπως η ενάγουσα εκτεθειμένους σε διάφορους κινδύνους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Έπραξε τούτο, όπως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο και αποτυπώνεται επιβεβαιωτικά στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 (οι οποίες λήφθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα) και του Τεκμηρίου 8 (οι οποίες λήφθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτές του Τεκμηρίου 7) μόνο μετά το υπό συζήτηση ατύχημα της ενάγουσας, κατασκευάζοντας στο συγκεκριμένο σημείο μόνιμη πλέον ράμπα, η οποία καλύφθηκε με χαλί, επιτρέποντας πλέον την εκτέλεση εργασιών όπως αυτές που η ενάγουσα εκτελούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, με μεγαλύτερη ασφάλεια. Η γενική και αόριστη θέση που επιχειρήθηκε να προβληθεί από τον διευθυντή του ξενοδοχείου κ. Ερωτοκρίτου, ότι δηλαδή η ενάγουσα σε κάθε περίπτωση έτυχε εκπαίδευσης σε σχέση με την μεταφορά και άρση βαριών αντικειμένων, μετέωρη ως παρέμεινε δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Όπως ο ίδιος δήλωσε, η πρώτη μέρα εργασίας του στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο ήταν η μέρα που επισυνέβη το υπό συζήτηση ατύχημα. Εκ των πραγμάτων, ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση για οποιαδήποτε εκπαίδευση της ενάγουσας για το ως άνω ζήτημα. Δεν τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός ή θέση. Όπως υπέδειξε δε η εξετάστρια του ατυχήματος, θέση που γίνεται αποδεκτή, όταν στα πλαίσια των εξετάσεων της αναζητήθηκε από την τελευταία αρχείο εκπαίδευσης του προσωπικού, οι εργοδότες της ενάγουσας δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσουν οποιοδήποτε αρχείο. Ούτε κατά την εξέλιξη της διαδικασίας τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε σχετικό με το ζήτημα. Παρέμεινε ακλόνητη η κατηγορηματική θέση της ενάγουσας πως οι όποιες εκπαιδεύσεις έτυχε, στις οποίες και αναφέρθηκε, καμία σχέση δεν φαίνεται να είχαν με το συγκεκριμένο τρόπο εκτέλεσης της εργασίας της. Ως έχει τεθεί άλλωστε υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, στην κάθε καθαρίστρια, όπως η ενάγουσα, ανατίθετο συγκεκριμένα δωμάτια για να επιμεληθεί και να καθαρίσει για τα οποία είχε την αποκλειστική ευθύνη. Δεν είχε στη διάθεση της οποιαδήποτε βοήθεια για την διεκπεραίωση των εργασιών που της είχαν ανατεθεί. Ούτε καν ως ισχυρισμός δεν προκρίθηκε ότι είχαν δοθεί σχετικές οδηγίες προς την ενάγουσα για αναζήτηση βοήθειας από οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο στην διεκπεραίωση τους. Λίγο πριν την εγκατάλειψη του ζητήματος της ευθύνης και της ευρύτερης προβληματικής του Δικαστηρίου επί τούτου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως το γεγονός ότι δεν δρομολογήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εργοδότη για το υπό συζήτηση περιστατικό, δεν έχει ασφαλώς οποιαδήποτε σημασία για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι δεν ακολουθήθηκε η εισήγηση της εξετάστριας για το ζήτημα. Εντύπωση ωστόσο προκάλεσε η δήλωση της τελευταίας, σε συνδυασμό με την εντύπωση που άφηνε η ζωντανή της παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα, καθ' ον χρόνο επιβεβαίωνε το γεγονός ότι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας της δεν υιοθέτησε την εισήγηση της για ποινική δίωξη του εργοδότη, ότι δηλαδή σε σχέση με την προώθηση ή όχι ποινικής δίωξης από την υπηρεσία της: « ..οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται μόνο αν υπάρχει παράβαση του νόμου αλλά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες». Δυστυχώς, το ζήτημα δεν επιχειρήθηκε να φωτιστεί περαιτέρω από τους παράγοντες της διαδικασίας, αφήνοντας το Δικαστήριο να διερωτάται ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι παράγοντες, πέραν των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, που η καθ' ύλην αρμόδια υπηρεσία λαμβάνει υπόψη της κατά την λήψη απόφασης ως η πιο πάνω. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είναι πιστεύω αυτόδηλη η ευθύνη της εναγομένης εταιρείας η οποία παρέλειψε να εξασφαλίσει στην ενάγουσα εργοδοτούμενη της ένα ασφαλές σύστημα διεξαγωγής της εργασίας που της ανέθεσε, οργανώνοντας την εκτέλεση αυτής της εργασίας και λαμβάνοντας τα αναγκαία και αναμενόμενα υπό τις περιστάσεις μέτρα, κατά τρόπο που να παρέχει εύλογη προστασία στην ως άνω εργοδοτούμενη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο κίνδυνος που υπήρχε, όχι μόνο μπορούσε λογικά να προβλεφθεί αλλά φαίνεται ότι στο παρελθόν έχοντας ήδη εντοπισθεί, είχαν ληφθεί μέτρα προς αντιμετώπιση του, τα οποία όμως αδικαιολόγητα φαίνεται να εγκαταλείφθηκαν παρά τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων προς τούτο. Η παράλειψη αυτή της εργοδοτικής πλευράς οδήγησε στον τραυματισμό της ενάγουσας όταν η τελευταία, μετερχόμενη ουσιαστικά τον μοναδικό τρόπο που είχε στη διάθεση της για να εκτελέσει τα καθήκοντα της, (τον οποίο γνώριζε η εργοδοτική πλευρά χωρίς να την απασχολεί περαιτέρω το ζήτημα, αφού δεν ανταποκρίθηκε ούτε αντέδρασε στα σχετικά παράπονα των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της ενάγουσας), επιχείρησε να ανασηκώσει το βαρύ καρότσι που χρησιμοποιούσε με αποτέλεσμα να γλιστρήσει, να πέσει και να τραυματιστεί. Έκδηλη ήταν η ανησυχία της ενάγουσας για τους κίνδυνους και τη δυσκολία που αντιμετώπιζε στην εκτέλεση της εργασίας που της ανατέθηκε ενόψει της μη ύπαρξης της ράμπας, όπως αυτή υπήρχε σε παλαιότερο χρόνο όταν της είχαν και πάλι ανατεθεί τα συγκεκριμένα δωμάτια. Τις επιφυλάξεις και τα παράπονα της άλλωστε για το ζήτημα, γνωστοποίησε στην υπεύθυνη οικονόμο χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση. Ήταν δεδομένη η περιορισμένη επιλογή της ενάγουσας ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να εκτελέσει την εργασία που της ανατέθηκαν. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση SWIPE Ltd v Αναστασίας Σταυρινού (Στυλλή)
(1998)1 ΑΑΔ 2375), κατά το στάδιο που εξετάζεται το ενδεχόμενο απόδοσης συντρέχουσας αμέλειας σε ένα εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι λόγω της επιθυμίας του τελευταίου να ανταποκριθεί στις οδηγίες του εργοδότη του, μπορεί να οδηγηθεί ακόμη και σε παρακινδυνευμένες πράξεις. Η επιλογή εξάλλου της ενάγουσας να μην εκτελέσει τις εντολές που της δόθηκαν, επικαλούμενη για πολλοστή φορά την δυσκολία που αντιμετώπιζε προς τούτο μετά την απομάκρυνση της ράμπας στην είσοδο των δωματίων, εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να αποτελούσε επιλογή που θα μπορούσε με ευκολία να ακολουθήσει, έχοντας δηλώσει ότι για την ίδια ήταν ορατός ο κίνδυνος να χάσει την εργασία της σε μια τέτοια εξέλιξη. (βλ. United Brick Works Ltd v Ευαγγέλου
(1992)1 AAΔ123). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει γίνει αποδεκτό ότι εξελίχθηκαν, συνολικά θεωρούμενα, δεν επιτρέπουν κατά την αντίληψη μου την απόδοση μεριδίου ευθύνης στην ενάγουσα. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ Στα πλαίσια της πολυεπίπεδης υπερασπιστικής της γραμμής, η πλευρά της εναγομένης εταιρείας, πέραν της αμφισβήτησης του γεγονότος ότι η ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη, πόνο και ταλαιπωρία, αμφισβητεί παράλληλα την αναγκαιότητα η τελευταία να υποβληθεί σε οποιαδήποτε από τις χειρουργικές επεμβάσεις που τελικά αυτή - ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί - υπεβλήθη. Είναι γεγονός ότι καταθέτοντας η ενάγουσα από το εδώλιο του μάρτυρα μετέφερε μια δραματική κατάσταση στην οποία περιήλθε όσον αφορά τους πόνους και την ταλαιπωρία που αντιμετώπισε, αποτέλεσμα του υπό συζήτηση ατυχήματος. Ο πόνος ήταν συνεχής και αδιάλειπτος, έντονος και βασανιστικός, επηρεάζοντας καταλυτικά το επίπεδο και την ποιότητα της ζωής της, χωρίς να της επιτρέπει να εξυπηρετεί βασικές της ανάγκες ενώ ήταν αδύνατο να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία. Δεν ήταν λίγες οι φορές, υπέδειξε, που οδηγήθηκε στα όρια της, δηλώνοντας ότι δεν ήθελε τέτοια ζωή. Τη θέση της ενάγουσας για ισχυρή συμπτωματολογία πόνου και δυσφορίας, επιβεβαιώνουν, ανάμεσα σε άλλα και ο δρ. Κωνσταντίνου που την εξέτασε για πρώτη φορά αλλά και οι ιατροί Περδίος, Νεοφύτου, Παπαναστασίου και Ζαμπεθάνης. Οι εν λόγο ιατροί, οι τοποθετήσεις των οποίων για το ζήτημα γίνονται αποδεκτές, στα πλαίσια της ιατρικής εξέτασης και των θεραπειών που της προσέφεραν, ήταν και η παροχή διαφόρων ισχυρότατων αναλγητικών και παυσίπονων φαρμάκων, για σκοπούς αντιμετώπισης και διαχείρισης του πόνου, που εξελίχθηκε σε νευροπαθητικό. Της χορηγούσαν ακόμα και αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή αφού ως εξηγήθηκε από την ιατρική μαρτυρία και γίνεται αποδεκτό, σε περιπτώσεις πόνου, έντασης και διάρκειας όπως αυτού που η ενάγουσα αντιμετώπιζε, δεν είναι ασύνηθες να επηρεάζεται και η ψυχολογική κατάσταση του ασθενή. Την ως άνω δραματική εικόνα που η ενάγουσα επιχείρησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο, τουλάχιστο όσον αφορά το αδιάλειπτο και την διάρκεια της, αναμφίβολα διαφοροποιεί η κατάθεση του μάρτυρα Καλλή (ΜΥ4) και τα στοιχεία που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του εκ των πραγμάτων και καθ' ην έκταση επιβεβαιώνεται από το οπτικό υλικό που παρουσίασε, (τεκμήρια 54 έως 56) η αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται αποδεκτή. Η ενάγουσα, σε ανύποπτο χρόνο, τον Ιούλιο του 2012, χρονικό διάστημα που η ίδια διατείνεται ότι αντιμετώπιζε σε μόνιμη βάση τα πιο πάνω συμπτώματα, παρουσιάζεται να κατεβαίνει σκάλες της πολυκατοικίας που βρίσκεται το διαμέρισμα της χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, ενώ παράλληλα να περπατά κατά τον ίδιο τρόπο, καλύπτοντας πεζή και χωρίς οποιαδήποτε εμφανή τουλάχιστον δυσκολία, μια μεγάλη απόσταση 500 με 600 μέτρων, κατευθυνόμενη σε περίπτερο της γειτονιάς όπου διαμένει και ακολούθως, επίσης πεζή και κατά τον ίδιο τρόπο να επιστρέφει στο σπίτι της. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η διευκρίνιση που δόθηκε από τον δρ. Νεοφύτου για το ζήτημα, ότι δηλαδή η ισχυρή συμπτωματολογία πόνου και δυσφορίας που αντιμετώπιζε η ενάγουσα είχε «σκαμπανεβάσματα», περιόδους δηλαδή ύφεσης και υποτροπής, πραγματικότητα που θα μπορούσε βάσιμα να θεωρήσει κάποιος ότι δικαιολογούν την συμπεριφορά και αντίδραση της ενάγουσας κατά το χρόνο που εντοπίστηκε να κινείται και να λειτουργεί με τον πιο πάνω τρόπο από το μάρτυρα Καλλή. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, οι ως άνω απόλυτες τοποθετήσεις της ενάγουσας για το ζήτημα καταδεικνύουν κατά την αντίληψη μου μια διάθεση εκ μέρους της να δραματοποιήσει στον υπέρτατο βαθμό την δύσκολη κατάσταση που ομολογουμένως περιήλθε και αντιμετώπιζε. Κατά τον ίδιο τρόπο, κρίνεται ότι θα πρέπει να απομονωθεί και να αγνοηθεί το στοιχείο της υπερβολής που εμφανώς επέτρεψε να παρεισφρήσει στη μαρτυρία της για το συγκεκριμένο ζήτημα, όταν κάθε φορά προσερχόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου σχεδόν «συρόμενη». Έχοντας υπόψη το σύνολο της τεθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου για το ζήτημα μαρτυρίας, δεν έχω αμφιβολία ότι αποτέλεσμα του τραυματισμού της και των χειρουργικών επεμβάσεων που ακολούθησαν, ήταν η ενάγουσα να ταλαιπωρηθεί σοβαρά, αντιμετωπίζοντας το αλγεινό αίσθημα του πόνου και της δυσφορίας, που καθιστούσαν την καθημερινή της ζωή δύσκολη και επηρέαζαν τούτη. Ανάμεσα στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, ήταν να επηρεαστεί σε κάποιο βαθμό η κινητικότητα της, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις με δυσκολία αυτοεξυπηρετείτο. Κρίθηκε άλλωστε από ιατροσυμβούλιο ως ανίκανη για εργασία σε ποσοστό 75%. Για την αντιμετώπιση της σοβαρής κατάστασης στην οποία περιήλθε, η οποία την επηρέασε ως αναμενόταν και ψυχολογικά, αναγκάστηκε να λαμβάνει ισχυρή φαρμακευτική αγωγή, περιλαμβανομένων και ψυχιατρικών σκευασμάτων, χωρίς όμως να μπορεί να απαλλαγεί από τα συμπτώματα του πόνου, που εξελίχθηκε σε νευροπαθητικό. Η συγκατάνευση της να υποβληθεί σε τέσσερεις συνολικά χειρουργικές επεμβάσεις, μέχρι να τοποθετηθεί στα πλαίσια πέμπτης ο μόνιμος νευροδιεγέρτης, καταδεικνύουν την δύσκολη πραγματικά κατάσταση στην οποία περιήλθε και την προσπάθεια της να την αντιμετωπίσει και να απαλλαγεί από αυτήν. Η θέση ότι η ίδια υποβλήθηκε στην ταλαιπωρία των επαναλαμβανόμενων χειρουργικών επεμβάσεων με μοναδικό στόχο και σκοπό να αυξήσει της αποζημιώσεις που διεκδικούσε ή πολύ περισσότερο, ότι οι θεράποντες ιατροί της προέβαιναν σε αυτές τις επεμβάσεις για να κερδίζουν οι ίδιοι ή συγγενικά τους πρόσωπα και συνδεδεμένες με αυτά εταιρείες, χρήματα, αποτελούν με κάθε σεβασμό αυθαίρετα συμπεράσματα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο. Το σύνολο της τεθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας, συνολικά θεωρούμενης, δεν δικαιολογεί την πιο πάνω κατάληξη. Κανένα στοιχείο η μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τούτο συνέβαινε. Ομοίως, θέσεις που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση, ότι δηλαδή εκείνο που ώθησε την ενάγουσα να υποβάλλεται σε επαναλαμβανόμενες χειρουργικές επεμβάσεις ήταν μια αποκλίνουσα, προβληματική ουσιαστικά ψυχολογική κατάσταση και συμπεριφορά της τελευταίας, στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ικανής να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την πιο πάνω θέση, ικανής μάλιστα να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα και την βασιμότητα της, δεν μπορεί να απασχολήσει σοβαρά στα πλαίσια της παρούσας. Μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε στην παρουσίαση ιατρικής μαρτυράς, απόρροια του γεγονότος ότι έντονα αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας το ζήτημα της αναγκαιότητας των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα. Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο δρ. Σπύρου που κλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, ήταν κάθετος και κατηγορηματικός, τουλάχιστον στην αρχική του τοποθέτηση, ότι δεν υπήρχε καν χειρουργικό αντικείμενο στην περίπτωση της ενάγουσας και ότι η κατάσταση της θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά κατά τον τρόπο που εξήγησε. Αντίθετα, οι νευροχειρούργοι Περδίος, Νεοφύτου και Ζαμπεθάνης, υπεραμύνθηκαν των αποφάσεων τους να προβούν ο κάθε ένας στις χειρουργικές επεμβάσεις που διενήργησαν. Στο σύγγραμμα Kemp & Kemp The Quantum of Damages, Vol.1, Chapter 14 κάτω από τον τίτλο Medical Expenses, αφού διακηρύσσεται η βασική αρχή η οποία αναγνωρίζει την δυνατότητα ανάκτησης των ζημιών που προκλήθηκαν σε ένα θύμα τραυματισμού, υποδεικνύοντας ότι σε αυτά περιλαμβάνονται και τα ιατρικά έξοδα που προκλήθηκαν ή θα προκληθούν στο μέλλον, στην παράγραφο 14-005, υπό τον τίτλο REASONABLENESS, σημειώνεται ότι: «The touchstone for the recovery of medical expenses is reasonableness. Thus, the claimant can recover expenses reasonably incurred for medical treatment even though it transpires that the expert advice upon which he acted was mistaken and the treatment was in fact unnecessary. Στη συνέχεια, αφού παραπέμπει στο λόγο του λόρδου Patrick στα πλαίσια της απόφασης στην υπόθεση Rubens v Walker
(1946)S.C. 215, για το ζήτημα, καταλήγει ότι: «In general, the test for whether medical expenses were reasonably incurred is whether the treatment or therapy in question had been recommended by a medical practitioner whose advice the Claimant had reasonably followed. » Ο Λόρδος Patrick, στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του, έθεσε το ζήτημα ως εξής: « In a former and very similar case - Buntine v. Caledonia Stevedoring Co., June 1 1944, unreported - I followed the dictum of Lord Collins in Clippens Oil Co., 1907 SC (HL) 9 at 14, where he said: 'The wrongdoer is not entitled to criticise the course honestly taken by the injured person on the advice of this experts, even though it should appear by the light of after events that another course might have saved loss. The loss he has to pay for is that which has actually followed under such circumstances upon his wrong.' See also per Lord Dunedin in S.S. Baron Vernon, 1928 SC (HL) 21 at 28, I said then, and see no reason to modify the statement, that his passage must surely apply where a pursuer is reduced by a defender's fault to a state in which medical diagnosis of his condition is difficult and fraught with the chance of error. The pursuer is entitled to act on the advice of his experts, and the defender must pay the costs of that acting. In my opinion it is a reasonable and probable consequence of a wrongdoer's breach of duty that a person hurt will incur expense in following the treatment prescribed by reputable experts employed by him to cure him. Each case must be decided on its own merits. The result might be very different if the injured person acted on the advice of a quack, or if, considering all the advice he had received, no reasonable person would have taken the course he did» Η κυπριακή νομολογία προσφέρει επίσης σαφή καθοδήγηση για το ζήτημα. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Κακουλλή κ.α.
(1992)1Α ΑΑΔ 674, αφού γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Λόρδου Patrick στην υπόθεση Rubens v Walker (ανωτέρω) διακηρύσσεται η αρχή σύμφωνα με την οποία το θύμα της αμέλειας μπορεί να ανακτήσει όλα τα έξοδα που λογικά υπέστη για την αποθεραπεία του, υπό την προϋπόθεση βέβαια να μην ενεργήσει χωρίς ιατρική συμβουλή. Σύμφωνα άλλωστε με την απόφαση του σεβαστού πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, στην υπόθεση Φιλίππου κ.α ν. Παναγή κ.α
(2000)1Β ΑΑΔ 1275, όπου ουσιαστικά επαναλήφθηκε ο λόγος της υπόθεσης Μιχαηλίδης (ανωτέρω) για το συγκεκριμένο ζήτημα, υποδεικνύεται μεταξύ άλλων ότι «η γνώμη των ιατρών του θύματος του αστικού αδικήματος για την αποθεράπευσή του άπτεται άμεσα του ευλόγου της δαπάνης η οποία καταβάλλεται». (βλ. επίσης Α. Panagides Contr. Ltd v Χαραλάμπους
(2004)1 AAΔ 416). Αποτελεί ήδη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αποτέλεσμα της πτώσης της ενάγουσας ήταν να τραυματιστεί, πυροδοτώντας τούτο μια κατάσταση πραγμάτων που οδήγησε την τελευταία να αναζητήσει ιατρική βοήθεια και συμβουλή για να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς πόνους, την δυσκολία στην κίνηση και εν γένει την ταλαιπωρία που η τελευταία αντιμετώπιζε. Η δύσκολη κατάσταση στην οποία περιήλθε επιβεβαιώθηκε άλλωστε και από τις διάφορες ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη. Αποτέλεσμα των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη και των ιατρικών συμβουλών που έλαβε ήταν να υποβληθεί, καθ' υπόδειξη και ιατρική συμβουλή, σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων. Η ίδια, μη έχοντας ειδική αντίληψη και γνώσεις για το αντικείμενο, επιζητώντας και επιδιώκοντας να απαλλαγεί από την πολύ δυσάρεστη και ανυπόφορη κατάσταση στην οποία περιήλθε, ακολούθησε ως αναμενόταν, καθ' όλα εύλογα και δικαιολογημένα, τις ιατρικές συμβουλές και οδηγίες που έλαβε από τους ιατρούς στους οποίους κατέφυγε. Επρόκειτο άλλωστε για καλά γνωστούς και έγκριτους ειδικούς ιατρούς που ασκούν το λειτούργημα τους επί σειρά ετών, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, έχοντας αντιμετωπίσει πληθώρα περιστατικών. Η πραγματικότητα αυτή, στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, δεν αφήνει κατά την αντίληψη μου σοβαρά περιθώρια συζήτησης του ζητήματος αν και στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα δικαιούται την κάλυψη αυτών των ιατρικών εξόδων. Απασχόλησε το Δικαστήριο και προσεγγίστηκε το όλο ζήτημα κάτω και από το πρίσμα της νομικής αρχής της επέλευσης μιας νέας πράξης, (novus actus Interveniens) ικανής να διακόψει την ευθύνη του αρχικώς αδικοπραγούντα. Στο σύγγραμμα McGREGOR on DAMAGES, 18η έκδοση, σελ 133 κ.ε. όπου εξετάζονται οι συνέπειες της επέλευσης μιας νέας πράξης σε σχέση με τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις εκ μέρους ενός ζημιωθέντα, αφού γίνεται μια ιστορική αναδρομή της εξέλιξης της Αγγλικής νομολογίας για το ζήτημα, ειδικότερα σε σχέση με ιατρική περίθαλψη ενός τραυματισθέντα η οποία, λόγο ιατρικής αμέλειας, έχει προκαλέσει επιπρόσθετο τραυματισμό ή έχει μεγιστοποιήσει ένα τραυματισμό, επισημαίνεται στη σελ 135 του ως άνω συγγράμματος, ότι παραμένει πάντα ζήτημα πραγματικό να διαπιστωθεί κατά πόσο τυχόν μεταγενέστερη αμέλεια ενός ιατρού, αποτελεί νέα πράξη (novus actus) η οποία διαρρηγνύει την αλυσίδα της συνέχειας της ευθύνης ενός εργοδότη για τις σωματικές βλάβες που υπέστη ένας εργοδοτούμενος του. Υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Rahman v Arearose Ltd
(2001)Q.B.351, για το διφορούμενο όπως χαρακτηρίζεται αυτό ζήτημα, αναφέρθηκε πως « ...was quite clear that the subsequent negligence of a doctor was not a novus actus breaking the chain of causation and thereby absolving the original tortfeasor from further liability». Ως υπέδειξε ο Laws L.J στην εν λόγο απόφαση: «It does not seem to be established as a rule of law that later negligence always extinguishes the causative potency of an earlier tort.» Στην ίδια σελίδα εξάλλου του ως άνω συγγράμματος, υποδεικνύεται πως: « The Court of Appeal has also held in Webb v Barclays Bank plc, in the context of contribution proceedings between an injured claimant's employer and her medical adviser, that negligence in the administration of treatment by the medical adviser did not relieve the employer, the tortfeasor earlier in time, of liability for the claimant's subsequent condition. The chain of causation would only be broken if the medical treatment were grossly negligent.» Στην ίδια έκδοση εξάλλου του αμέσως πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος, (McGREGOR on DAMAGES) στις σελίδες 284 κ.ε., στο στάδιο που συζητείται η δυνατότητα και η υποχρέωση ενός ενάγοντα να μετριάσει τις ζημιές του - αν και σημειώνεται ότι το ζήτημα των ιατρικών εξόδων σε υποθέσεις σωματικών βλαβών αποτέλεσμα τραυματισμού δεν συνηθίζεται να προσεγγίζεται κάτω από αυτή την οπτική γωνιά - αφού υποδεικνύεται ότι και τα ιατρικά έξοδα που προκύπτουν για την αντιμετώπιση σωματικών βλαβών του ενάγοντα που προκλήθηκαν με υπαιτιότητα του εναγομένου, μπορούν με επιτυχία να διεκδικηθούν, εντασσόμενα στην προσπάθεια κάποιου να περιορίσει την ζημιά του, τονίζεται ότι τούτο μπορεί να γίνει, ανεξάρτητα αν η ζημιά που προκλήθηκε με την ανάληψη αυτής της προσπάθειας είναι μεγαλύτερη παρά αν δεν γινόταν η απόπειρα. Ειδικότερα, στην παράγραφο 7-091 του ως άνω συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο THE COROLLARY: RECOVERY FOR LOSS INCURRED IN ATTEMPTS TO MITIGATE THE DAMAGE, σημειώνεται ότι: «The claimant, during his efforts to mitigate the damage, may incur further loss, which will often be a loss which is not in addition to, but in place of and less than, the loss which he is attempting to mitigate. This is particularly so in the case of expenses. The expenses incurred by the claimant as the result of the tort or breach of contract for which recovery is allowed in the cases are generally expenses incurred to avoid or minimise a loss. This is so where .. .. .. ... .. ... .. ; where medical expenses are incurred to ameliorate the claimant's physical injury caused by the defendant; .. ... ... ... ... .. . These various examples may be considered as examples of steps taken in mitigation of damage, but some of them are so common, such as medical expenses in personal injury cases, that they tend not to be thought of specifically from this angle. Whether regarded specifically as mitigation or not, the rule allowing recovery for such expenses is at base the corollary of the rule refusing recovery for loss that could reasonably have been mitigated. Indeed the corollary goes further, and allows recovery for losses and expenses reasonably incurred in mitigation even though the resulting damage is in the event greater than it would have been had the mitigating steps not been taken.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ενώ στις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης εταιρείας προβάλλεται ζήτημα ιατρικής αμέλειας εκ μέρους των ιατρών της ενάγουσας, πέραν του γεγονότος ότι δεν αναλήφθηκαν οποιεσδήποτε δικονομικές πρωτοβουλίες σε σχέση με τον επιμερισμό τυχόν ευθύνης οποιουδήποτε τρίτου, η ουσιαστική μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης για το ζήτημα, (δρ. Σπύρου), από μόνη της αφαιρεί οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο στήριξης αυτής της θέσης. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο ως άνω ιατρός ήταν κατηγορηματικός ότι δεν αμφισβητούσε την ορθότητα, την αρτιότητα και την επάρκεια των ενεργειών των συναδέλφων του θεραπόντων ιατρών της ενάγουσας, καθ' ων χρόνο οι τελευταίοι διενεργούσαν τις χειρουργικές επεμβάσεις που ο κάθε ένας από αυτούς προέβη με τον τρόπο που εξήγησαν. Ούτε αποδίδει σε αυτούς οποιαδήποτε πλημμέλεια ή αμέλεια κατά την διενέργεια αυτών των επεμβάσεων. Η επιφύλαξη του μάρτυρα αφορούσε ουσιαστικά την επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου που ακολουθήθηκε στην περίπτωση της τελευταίας και όχι στην ορθότητα και αρτιότητα στη διεκπεραίωση και την εφαρμογή της μεθόδου που ακολουθήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς της ενάγουσας, υποδεικνύοντας ότι κατά τον ίδιο αυτή θα έπρεπε να είναι διαφορετική, δηλαδή να ακολουθηθεί η συντηρητική μέθοδος - όπως ο ίδιος την εξήγησε - και όχι η χειρουργική. Πέραν του γεγονός ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο συγκεκριμένος μάρτυρας δέχθηκε ότι θα ήταν έτοιμος να αποδεχθεί την μέθοδο που ακολουθήθηκε από τους υπόλοιπους συναδέλφους του, δηλαδή την χειρουργική, διευκρινίζοντας έστω ότι η «υποχώρηση» του αυτή αφορούσε μόνο την πρώτη χειρουργική επέμβαση, (σε αντίθεση με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών εισηγήσεων της όπου υπέδειξε ότι κατ' εξαίρεση θα μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένες μόνο οι δύο πρώτες επεμβάσεις), γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει την αβεβαιότητα ακόμη και του ίδιου του μάρτυρα για την ορθότητα της θεραπευτικής επιλογής που ο ίδιος αρχικά σθεναρά προέτασσε ως της πλέον ενδεδειγμένης, τούτο, από μόνο του δεν θα μπορούσε να αποδώσει αμέλεια στις επιλογές και τις ενέργειες των υπολοίπων ιατρών, οι οποίοι δεν θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής ότι σε αντίθεση με τον δρ. Σπύρου, είχαν την ευκαιρία, όχι μόνο να συμβουλευθούν τα αποτελέσματα διαφόρων εξετάσεων αλλά κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και κατά την εξέλιξη των γεγονότων να εξετάσουν κλινικά την ενάγουσα, να την παρακολουθήσουν και άμεσα να εκτιμήσουν την κατάσταση της. Το γεγονός και μόνο ότι οι υπόλοιποι ιατροί αποφάσισαν να ακολουθήσουν άλλη θεραπευτική μέθοδο από αυτήν που ο ίδιος εκ των υστέρων εισηγήθηκε, έστω και αν ήταν έτοιμος σε κάποιο βαθμό να την εγκαταλείψει, μέθοδο που εν πάση περιπτώσει είναι αναγνωρισμένη από την ιατρική επιστήμη ως μια από τις πολλές που μπορούν να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν σε ασθενή ως η ενάγουσα, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί ιατρική αμέλεια. Ούτε βέβαια οι ενέργειες τους, υπό το φως όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί για το ζήτημα, μπορούν να θεωρηθούν νέα πράξη «actus novus» δυνάμενες να αποσυνδέσουν την ευθύνη της εναγομένης για τις ζημίες που υπέστη η ενάγουσα και για τις οποίες ζητά αποκατάσταση. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν και την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η διεκδίκηση εκ μέρους της ενάγουσας των ιατρικών εξόδων που κατέβαλε και επωμίστηκε για την αντιμετώπιση της κατάστασης που η τελευταία αντιμετώπιζε και την αποθεραπεία της, είναι απόλυτα δικαιολογημένη και επιτρεπτή και στην περίπτωση της. Ανεξάρτητα από την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία εκ των πραγμάτων σφραγίζει την επιτυχία της διεκδίκησης των ιατρικών εξόδων της ενάγουσας, η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της τελευταίας ως αυτή τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση δικαιολογούσε τις χειρουργικές προσπάθειες που αναλήφθηκαν από τους θεράποντες ιατρούς της κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αντιμετώπιση της δύσκολης κατάστασης στην οποία αυτή προοδευτικά περιήλθε. Ως έχει ήδη αναφερθεί και ο δρ. Σπύρου, παρά την αρχική κάθετη τοποθέτηση του για την μη αναγκαιότητα οποιασδήποτε χειρουργικής επέμβασης στην ενάγουσα, στη εξέλιξη της μαρτυρίας του δέχθηκε ότι η πρώτη επέμβαση που διενεργήθηκε στην τελευταία στις 22.5.2009, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η αναγκαιότητα της. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση των ιατρών Κωνσταντίνου, Περδίου, Νεοφύτου και Ζαμπεθάνη σύμφωνα με την οποία η μαγνητική τομογραφία ημερ. 15.5.2009 καταδείκνυε σαφώς την ύπαρξη της κοίλης και την πίεση που ασκούσε στο νεύρο της ενάγουσας, γεγονός άλλωστε που όχι μόνο καταδεικνυόταν-ενισχυόταν από την κλινική εξέταση της ενάγουσας από τους Κωνσταντίνου και Περδίο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αλλά επιβεβαιώθηκε κατά τον χρόνο που ο δρ. Περδίος χειρούργησε για πρώτη φορά την ενάγουσα, επιχειρώντας κατά τον τρόπο που εξήγησε να διορθώσει την κατάσταση και να αποσυμφορήσει το νεύρο. Σε σχέση με την δεύτερη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη η ενάγουσα στις 4.6.09, οι θέσεις του κ. Περδίου για την αναγκαιότητα αυτής και την ορθότητα του εγχειρήματος, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο. Ενόψει του πόνου που επανήλθε παρά την αρχική βελτίωση μετά την πρώτη επέμβαση, διενεργήθηκε νέα μαγνητική τομογραφία μέσω της οποίας διαπιστώθηκε στο εσωτερικό τμήμα του μεσοσπονδύλιου τρίμματος, (ενδοσπονδυλιακά) στο ίδιο επίπεδο, μικρή κοίλη δίσκου. Ως εξήγησε ο συγκεκριμένος μάρτυρας, χωρίς καμία ουσιαστική αμφισβήτηση, είναι γνωστό και αποδεκτό ιατρικώς ότι τούτο αποτελεί εξέλιξη που μπορεί να παρουσιαστεί σε ένα δίσκο που χειρουργείται και επί του οποίου προκαλείται ιατρογενές τραύμα, με αποτέλεσμα με μια απότομη κίνηση ή ακόμη με ένα φτάρνισμα να υπάρξει μετακίνηση του δίσκου σε άλλο σημείο. Τυχόν τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε αμέλεια του χειρουργού ιατρού, τέτοιας μάλιστα έκτασης που θα μπορούσε, σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, να ενεργοποιήσει τις αρχές του actus novus interveniens. Ως έχει ήδη σημειωθεί άλλωστε, καμία μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που να υπονοεί έστω αμέλεια του ιατρού κατά την διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης. Στόχος και των δύο αυτών επεμβάσεων, όπως με λεπτομέρεια και πειστικά εξηγήθηκε στο Δικαστήριο και από τον δρ. Νεοφύτου, ήταν να αποσυμφορηθεί το νεύρο. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει και πάλι να σημειωθεί ότι η ύπαρξη αυτής της μικρής κοίλης του δίσκου, ενδοσπονδυλιακά, επιβεβαιώθηκε επίσης από τον δρ. Περδίο κατά το στάδιο που προέβηκε στη δεύτερη επέμβαση στην προσπάθεια να αποκαταστήσει την βλάβη. Σε σχέση με την τρίτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη η ενάγουσα στις 8.9.09 από τον δρ. Νεοφύτου, εξηγήθηκε από τον εν λόγω ιατρό κάτω από ποιες περιστάσεις και έντονο προβληματισμό οδηγήθηκε ο συγκεκριμένος ιατρός εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση, αποσκοπώντας στην απαλλαγή της ενάγουσας από τους πόνους. Δεν ενήργησε επιπόλαια ούτε βεβιασμένα. Παρακολούθησε και εξέτασε την ενάγουσα, προβαίνοντας σε κλινικά ευρήματα και εκτίμηση της κατάστασης της. Στηρίχθηκε παράλληλα στα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας ημερ. 20.8.09, σύμφωνα με την οποία, ως υπέδειξε και γίνεται αποδεκτό, καταδεικνυόταν ότι το νεύρο εξακολουθούσε ακόμη να είναι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.