← Κύπρος

Julie Bibbs ν. P.P.Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ.αγωγής 232/2008, 11/4/2014

Julie Bibbs ν. P.P.Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Αρ.αγωγής 232/2008, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 232/2008 Μεταξύ: Julie Bibbs Eνάγουσας και P.P.Dolphin Boat Safari Ltd Eναγομένου Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 13.5.2011 Μεταξύ: Julie Bibbs Eνάγουσας και

  1. P.P.Dolphin Boat Safari Ltd
  2. Θεόκλητου Παναγή Εναγομένων 11.4.2014 Για την Ενάγουσα: κ.Μ.Κυριακίδης για Μάριος Ι.Κυριακίδης και Δρ Καίτη Αλεξάνδρου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ.Α.Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ.Πετρίδης & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα, Γενικά Οπισθογραφημένο, την 23.4.
  3. Η απαίτηση της Ενάγουσας στρεφόταν εναντίον της Εναγομένης 1 Εταιρείας μόνο. Την 13.5.2011 με Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου επιτράπηκε η προσθήκη του Εναγόμενου
  4. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε την 21.11.2011, η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλειες που η Ενάγουσα υπέστηκε κατά τη διάρκεια θαλάσσιας περιήγησης στον κόλπο της Αμμοχώστου. Η Ενάγουσα είχε συμβληθεί για την περιήγηση με την Εταιρεία και η περιήγηση πραγματοποιήθηκε την 9.5.2006 με σκάφος της Εταιρείας το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, διευθυντής, υπάλληλος ή και αντιπρόσωπος της. Καταλογίζεται στον Εναγόμενο 2 αμέλεια και παράβαση νομίμου καθήκοντος κατά την πλοήγηση ή/και διακυβέρνηση του σκάφους (παρ.12 της Εκθεσης Απαίτησης). Η Εταιρεία φέρεται εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του και περαιτέρω της καταλογίζεται αντισυμβατική συμπεριφορά. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης την 19.10.
  5. Με αυτή εγείρονταν ζητήματα που περιγράφονταν ως προδικαστικές ενστάσεις. Απάντηση καταχωρίστηκε την 15.11.
  6. Με Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.2.2014 διατάχτηκε όπως τα πιο κάτω ζητήματα εκδικαστούν και αποφασιστούν πριν την ακρόαση της αγωγής: - Ότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα μπορούσε να εναχθεί ή να συμπεριληφθεί ως συνεναγόμενος γιατί έχει παρέλθει και ως εκ τούτου υφίσταται θέμα παραγραφής της αξίωσης της Ενάγουσας εναντίον του, και - Ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας καθότι οι απαιτήσεις της Ενάγουσας για αποζημιώσεις στηρίζονται σε ατύχημα στη θάλασσα κατά την πλεύση και εκ της διαχείρισης σκάφους για τα οποία αποκλειστική καθ΄ ύλη αρμοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως προειπώθηκε, ο Εναγόμενος 2 προστέθηκε ως τέτοιος κατόπιν Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα του κατά πόσο η εναντίον του αξίωση είχε παραγραφεί, είχε καθηκόντως εξεταστεί από το Δικαστήριο αφού το γεγονός της παραγραφής είναι παράγοντας σχετικός με το κατά πόσο θα επιτραπεί η προσθήκη εναγόμενου (βλ. P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited κ.α. (Αρ.1)

(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, 311-312). Το Δικαστήριο είχε στην Ενδιάμεση του Απόφαση καταλήξει πως αιτία αγωγής εναντίον του προτιθέμενου Εναγόμενου 2 στη βάση αμέλειας είχε παραγραφεί εν όψει των προνοιών του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και δεν επέτρεψε την προσθήκη του Εναγόμενου 2 ώστε να του καταλογιστεί αμέλεια παρά μόνο αντισυμβατική συμπεριφορά και παράβαση θέσμιου καθήκοντος που ήταν οι άλλες αιτίες αγωγής που η Ενάγουσα επικαλείτο. Αναφέρεται στη σελ.13 της Απόφασης ότι: «... δίδεται άδεια για προσθήκη του Θεόκλητου Παναγή ως εναγόμενου στην αγωγή για τις δύο αιτίες που αναφέρονται πιο πάνω πλην της αιτίας για αμέλεια...». Η καταχώρηση στη συνέχεια Εκθεσης Απαίτησης επεκτάθηκε εκτός των πλαισίων της διαταγής του Δικαστηρίου και περιλαμβάνει αξιώσεις εναντίον του Εναγόμενου 2 στη βάση ότι αυτός υπήρξε και αμελής. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας διατείνονται ότι η εναντίον του Εναγόμενου 2 αξίωση εδράζεται σε παράβαση νομίμου καθήκοντος δηλαδή το καθήκον που επιβάλλεται στον πλοηγό σκάφους με τον περί Ακτοπλοϊκών και Αλλων Επιβατηγών Σκαφών Κανονισμούς του 2002 (Κ.Δ.Π.342/02), Κανονισμός 11, και όχι αμέλεια. Η δικογραφία δεν είναι έτσι περιορισμένη. Η Εκθεση Απαίτησης δεν καταλογίζει αμέλεια στον Εναγόμενο 2 μόνο για να καταστήσει την Εταιρεία εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του αλλά και για να στοιχειοθετήσει και την εναντίον του υπόθεση (βλ. παρα.21 (Α)). Με δεδομένη τη στήριξη της υπόθεσης εναντίον του Εναγόμενου 2 στη βάση αμέλειας, η ορθή διαδικασία θα ήταν ο Εναγόμενος 2 να αποταθεί στο Δικαστήριο για τη διαγραφή της Εκθεσης Απαίτησης στην έκταση που του καταλογίζει αμέλεια ως αιτία αγωγής εναντίον του ιδίου, αφού κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν από την Απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας προστέθηκε ως εναγόμενος. Το ζήτημα της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου είχε επίσης συζητηθεί στο στάδιο εκείνο, αφού εάν όντως το επίδικο ζήτημα αφορά ναυτική υπόθεση, εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η οποιαδήποτε προσθήκη εναγόμενου θα ήταν μάταια. Αναφέρθηκε το Δικαστήριο στις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα για να καταλήξει πως στην απουσία έκθεσης απαίτησης ήταν πρόωρο να εξεταστεί το ζήτημα. Κρίθηκε πως δεν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι λεπτομέρειες εκείνες που θα καθόριζαν κατά πόσο επρόκειτο για ναυτική υπόθεση ή όχι. Στη γενική οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος αναφερόταν πως η αξίωση ήταν για σωματικές βλάβες και ζημιές που η Ενάγουσα υπέστηκε συνεπεία ατυχήματος στη θαλάσσια περιοχή της Αγίας Νάπας ενώ ήταν επιβάτιδα επί του σκάφους Shark και κατά την οδήγηση ή και πλοήγηση ή και έλεγχο του σκάφους στη θάλασσα. Προνοείται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, άρθρο 19(α) ότι «Το Ανώτατο Δικαστήριο ... θα έχει αποκλειστικήν πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ως Ναυτοδικείον περιβεβλημένον και ασκούν τας εξουσίας διά των οποίων περιεβάλλετο και τας οποίας ήσκει το Ανώτατον Δικαστήριον της Δικαιοσύνης εν Αγγλία εν τη επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσία αυτού ευθύς αμέσως προ της ημέρας της Ανεξαρτησίας». Σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)(α) «Το Ανώτατον Δικαστήριον εν τη ασκήσει της δικαιοδοσίας δι΄ ης περιβέβληται δυνάμει της παραγράφου (α) του άρθρου 19 θα εφαρμόζει ... το υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης εν Αγγλία, εν τη ασκήσει επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσίας αυτού εφαρμοζόμενον κατά την προ της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν δίκαιον ....». Σύμφωνα με το Administration of Justice Act 1956, της Αγγλίας, άρθρο 1
(1)«Τhe Admiralty jurisdiction of the High Court shall be as follows, that is to say, jurisdiction to hear and determine any of the following questions or claims . (f) any claim for loss of life or personal injury sustained in consequence of any defect in a ship or in her apparel or equipment, or of the wrongful act, neglect or default of the owners, charterers or persons in possession or control of a ship or of the master or crew thereof or of any other person for whose wrongful acts, neglects or defaults the owners, charterers or persons in possession or control of a ship are responsible, being an act, neglect or default in the navigation or management of the ship, in the loading, carriage or discharge of goods on, in or from the ship or in the embarkation, carriage or disembarkation of persons on, in or from the ship;». Η βασική θέση της Ενάγουσας, όπως προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της, είναι ότι στην παρούσα υπόθεση δεν εμπλέκεται «πλοίο» («ship») εν τη εννοία του νόμου. Στην Πέτρου κ.α. ν. Του πλεούμενου Submet (Αρ.1)
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 609, 614-616 αναφέρεται ότι: «Ο νομοθετικός μας ορισμός είναι ευρύς. "Πλοίον" περιλαμβάνει "παν είδος σκάφους χρησιμοποιούμενον εν τη ναυσιπλοΐα, εφ' όσον δεν είναι κωπήλατον". Την ίδια ακριβώς έννοια αποδίδει στη λέξη "ship" το άρθρο 742 του "Merchant Shipping Act 1894". ""Ship" includes every description of vessel used in navigation not propelled by oars". Η έμφαση είναι του γράφοντος. Η φράση "used in navigation" συνεπάγεται κατά τον Meeson [Νigel Meeson 'Admiralty Jurisdiction and Practice"
(1993)σελ. 20-22]: " ... ... ... the consideration of two matters: the vessel herself, and the waters on which she is used. Thus the vessel must be capable of being used in navigation and the waters upon which she is actually used must be navigable waters." Ο δικαστής Sheen στην Steedman ν. Scofield, [
(1992)2 Lloyd's Rep. 163], ερμηνεύει τον όρο "navigation" (ναυσιπλοΐα) ως εξής (σελ. 166): "Navigation is the nautical art or science of conducting a ship from one place to another. The navigator must be able
(1)to determine the ship's position and
(2)to determine the future course or courses to be steered to reach the intended destination ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... "Navigation" is not synonymous with movement on water. Navigation is planned or ordered movement from one place to another." Έχω την άποψη ότι η λέξη "πλοίο" στο νομοθετικό μας ορισμό εισάγει την έννοια του κοίλου σώματος, χωρίς να προσδιορίζεται το σχήμα. Έτσι δεν μπορεί να θεωρείται πλοίο ό,τι επιπλέει. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι πλοίο η σανίδα ή σχεδία από κορμούς δένδρων. Έτσι στη Steedman v. Scofield, ανωτέρω, το Jet-ski (βενζινοκίνητη λέμβος στην οποία μπορεί να επιβιβασθεί ένα μόνο άτομο), κρίθηκε, ότι δεν ανταποκρίνεται στο νομοθετικό ορισμό του άρθρ. 742. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την παράγραφο 2 από τη σύνοψη: "
(2)to come within the definition of "ship" as used in the Merchant Shipping Acts the jet ski had to be a vessel used in navigation; a vessel was usually a hollow receptacle for carrying people and the word "vessel" was used to refer to craft larger than rowing boats and it included every description of watercraft used or capable of being used as a means of transportation on water; a jet ski was not a vessel." Η παράγραφος 3 της σύνοψης διευκρινίζει τη φράση "used in navigation" (χρησιμοποιούμενο στη ναυσιπλοΐα): "
(3)the phrase "used in navigation" conveyed the concept of transporting persons or property to an intended destination; navigation was not synonymous with movement on water but was planned or ordered movement from one place to another; a jet ski was capable of movement on water at very high speed but its purpose was not to go from one place to another; it might be possible to navigate a jet ski but it was not a vessel used in navigation." Θα επιστρέψω τώρα στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα αρ. 1. Στην παράγραφο 2 έχουμε κάποια περιγραφή του σκάφους. Είναι μήκους 12 μέτρων και πλάτους 7 μέτρων. Συμπληρώνει δε την περιγραφή του ο ομνύσας αναφέροντας ότι τούτο είναι "ειδικής κατασκευής για να μεταφέρει επιπλέον και ρυμουλκούμενο μεγάλου βάρους φορτίο ...". Το μόνο στοιχείο που αφορά την ταυτότητα του είναι το όνομα SUBMET που αναγράφεται σ' αυτό. Με αυτά τα δεδομένα αποκλίνω υπέρ της απόψεως ότι το επίδικο σκάφος μπορεί να θεωρηθεί "πλοίο" κατά την έννοια του νόμου και, συνεπώς, το ναυτοδικείο έχει δικαιοδοσία. Το σκάφος αυτό δε φαίνεται να διαθέτει αυτοδύναμη κίνηση. Όμως η αυτοδύναμη πλοϊμότητα δεν προκύπτει από τον ορισμό να τίθεται ως προϋπόθεση sine qua non. To σημείο αυτό υποστηρίξει η Καναδική υπόθεση R. ν. St. John Shipbuilding & Dry Dock [1981] 126 D.L.R.
(3d)353, που αναφέρει και σχολιάζει ο Meeson στη σελ. 21 του πιο πάνω συγγράμματος του "Admiralty Jurisdiction and Practice": "In a Canadian case a floating crane consisting of a heavy crane on a barge which is capable of carrying cargo but is primarily used to discharge cargo from ships and which is not self-propelled but moved by tugboats was held to be a ship on the ground that it was built to do something on water, requiring movement from place to place." Αναφορά επί του ιδίου θέματος γίνεται και στις υποθέσεις The "Mac" [1882] 6 P.O. 126 (C.A.), The "Mudlark" [1911] P. 116, The "Harlow" [1922] P. 175 και The "Champion" [1934]P.1, στις οποίες αποφασίστηκε ότι φορτηγίδες χωρίς αυτοδύναμη κίνηση, που τις ρυμουλκούσαν από τόπο σε τόπο, είναι πλοία κατά τη νομοθετική έννοια. Όπως πάλιν αναφέρει ο Meeson στη σελ. 19, η λέξη "includes" ("περιλαμβάνει" στον κυπριακό ορισμό): "predicates an "extensive", rather than an "exclusive" or "exhaustive" definition.." Όμοιο ορισμό παρέχουν οι ερμηνευτικές διατάξεις του Καν. 1 του περί Κυπριακού Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1893, όπως τροποποιήθηκε: "Ship" shall include every description of vessel used in navigation not propelled by oars only".» Οι δικηγόροι της Ενάγουσας έχουν παρερμηνεύσει τη νομολογία και κατέληξαν σε παράδοξο αποτέλεσμα. Υποστηρίζουν πως το σκάφος μέσα στο οποίο βρισκόταν η Ενάγουσα δεν ήταν «πλοίο» γιατί δεν χρησιμοποιείτο σε ναυσιπλοϊα, κινούμενο από ένα μέρος σε άλλο, γιατί ξεκίνησε από το λιμανάκι της Αγίας Νάπας και επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Επ΄ αυτού περιορίστηκε η επιχειρηματολογία τους. Το κατά πόσο ένα θαλάσσιο σκάφος είναι «πλοίο» εν τη εννοία του νόμου, δεν έχει σχέση με το κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ταξιδεύει από ένα καθορισμένο μέρος σε άλλο, ούτε καν αν ταξιδεύει. Εάν ακολουθείτο η λογική που προτάσσει η πλευρά της Ενάγουσας τότε το ίδιο και αυτό σκάφος θα ήταν «πλοίο» κατά τη διάρκεια ταξιδιού του από το λιμανάκι της Αγίας Νάπας προς τη Μαρίνα Λάρνακας, αλλά δεν θα ήταν «πλοίο» κατά τους χρόνους που θα βρισκόταν αγκυροβολημένο στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας. Είναι τα χαρακτηριστικά του σκάφους που έχουν σημασία και ότι είναι ικανό να χρησιμοποιηθεί σε ναυσιπλοϊα. Αλλωστε, και στην Πέτρου το επίδικο σκάφος που το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε πως ήταν «πλοίο» έπλεε κατά τους ουσιώδεις χρόνους ανεξέλεγκτο χωρίς οποιοδήποτε πρόσωπο σε αυτό. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εκπηγάζει από το νόμο κάτω από τον οποίο εγκαθιδρύθηκε. Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθορίζεται από τα άρθρα 21 - 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960. Οι διάδικοι δεν μπορούν να προσδώσουν στο Δικαστήριο δικαιοδοσία με τη συναίνεση τους εκεί που δεν έχει. (Βλ.Μichaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Αναφέρεται στην Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 E A.A.Δ. 729, 732 πως τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Θα πρέπει μέσα από την Εκθεση Απαίτησης να διαπιστώσω κατά πόσο το σκάφος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας μέσα στο οποίο βρισκόταν η Ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο ήταν «πλοίο». Εάν καταλήξω πως δεν ήταν «πλοίο» ή δεν μπορώ με βάση τους ισχυρισμούς της αξίωσης να καταλήξω θετικά πως ήταν «πλοίο», η αγωγή θα πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει και το ζήτημα να επανεξεταστεί, ίσως, σε μεταγενέστερο στάδιο τη πρωτοβουλία των Εναγομένων ή και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αν διαφανεί πως ήταν «πλοίο». Στην Εκθεση Απαίτησης το επίδικο σκάφος περιγράφεται ως περιηγητικό επιβατικό σκάφος ή/και επίπεδων υφάλων σκάφος με την ονομασία «Shark» και αριθμό LL
  1. Προφανώς είναι ο αριθμός που έχει λάβει στο νηολόγιο αλλά κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με βεβαιότητα από την Εκθεση Απαίτησης. Πρόσωπα έκαναν κρατήσεις για υπηρεσίες περιήγησης με το επίδικο σκάφος (παράγρ.8). Κράτηση έκανε και η Ενάγουσα για περιήγηση από το λιμανάκι της Αγίας Νάπας προς Αμμόχωστο, μετά προς την περιοχή Nissi Beach και επιστροφή στο λιμανάκι της Αγίας Νάπας. Συνεπώς, το σκάφος χρησιμοποιείτο ώστε ενδιαφερόμενα πρόσωπα να μεταφέρονται επ΄ αμοιβή από το λιμανάκι της Αγίας Νάπας σε διάφορα σημεία για σκοπούς θέασης, φυσικών αντιλαμβάνομαι ωραιοτήτων, ίσως και άλλων σημείων ενδιαφέροντος και γενικότερα αναψυχής. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως κατά τους ουσιώδεις χρόνους εντός του επίδικου σκάφους βρισκόταν η ίδια, ο σύζυγος της, τα δύο τους παιδιά και ο Εναγόμενος
  2. Συνεπώς το σκάφος ήταν τέτοιου μεγέθους που χωρούσε τουλάχιστον πέντε άτομα. Ενδεχομένως να υπήρχαν και άλλοι επιβαίνοντες όπως αφήνεται να νοηθεί (παραγρ. 12). Προκύπτει ακόμα πως το σκάφος είχε ξύλινα καθίσματα για τους επιβαίνοντες. Η Ενάγουσα επικαλείται αμέλεια και παράβαση νόμιμου καθήκοντος κατά τον έλεγχο, χειρισμό, πλοήγηση και διακυβέρνηση του σκάφους επομένως ήταν, κατά τη θέση της, σκάφος που επιδεχόταν κατά την κίνηση του έλεγχο, χειρισμό, πλοήγηση και διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η θέση της Ενάγουσας είναι ότι το σκάφος είχε αυτοδύναμη πλοϊμότητα αφού αποδίδεται στον Εναγόμενο 2 ότι το πλοήγησε και οδήγησε με υπερβολική ταχύτητα τόση ώστε η Ενάγουσα να εκτινάσσεται από το κάθισμα της (Λεπτομέρειες (θ)). Είναι αναπόδραστο το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 2 δεν κωπηλατούσε. Δεν μπορεί ένα σκάφος με τουλάχιστον πέντε άτομα να κινείται με ένα κωπηλάτη αντίθετα των κυμάτων και να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα (Λεπτομέρειες (ιβ)). Ούτε και αποδίδεται με την Εκθεση Απαίτησης τέτοια δραστηριότητα στον Εναγόμενο
  3. Καταλήγω πως το επίδικο σκάφος μέσα στο οποίο βρισκόταν η Ενάγουσα ήταν «πλοίο» εν τη εννοία του νόμου και η αξίωση της για σωματικές βλάβες εμπίπτει εντός των προνοιών του Administration of Justice Act 1956, της Αγγλίας, άρθρο 1
(1)(f) όπως εφαρμόζεται στην Κύπρο. Επομένως η αξίωση της Ενάγουσας εμπίπτει στην αποκλειστική πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του περί Δικαστηρίων Νόμου του
  1. Εφόσον η απαίτηση για τις σωματικές βλάβες εμπίπτει εντός των πιο πάνω προνοιών δεν έχει σημασία εάν αυτές προκλήθηκαν συνεπεία αμέλειας, παράβασης θέσμιου καθήκοντος ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου. (Βλ. Sevegep Ltd σελ.734). Η αιτία της αγωγής μπορεί να είναι η οποιαδήποτε. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή να διαταχθεί η αναστολή της. Στην Sevegep Ltd όπου το Ε.Δ. Λεμεσού είχε αποφασίσει ότι δεν είχε καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την ενώπιον του αγωγή γιατί επρόκειτο για ναυτική υπόθεση για την οποία είχε αποκλειστική δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίθηκε ότι ορθά απέρριψε την αγωγή. Στη Μichaelides όπου το ζήτημα αφορούσε έλλειψη κατά τόπο αρμοδιότητας του Ε.Δ. Λάρνακας αφού η ακίνητη περιουσία που η αγωγή αφορούσε ήταν στη Λεμεσό, αποφασίστηκε πως η αγωγή δεν έπρεπε να απορριφθεί αλλά να ανασταλεί δυνάμει της Δ.33 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να χρησιμοποιηθούν οι μηχανισμοί του περί Δικαστηρίων Νόμου του
  2. Η Δ.33 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως όταν κατά τη δίκη οιασδήποτε αγωγής φαίνεται στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή εκδικάζεται ότι αυτή θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί σε άλλο Δικαστήριο, το εκδικάζον Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την απορρίψει αλλά να αναστείλει τις διαδικασίες σε αυτή και να διατάξει τον ενάγοντα να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου. Η Michaelides εξετάστηκε και σχολιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 87, όπου αποφασίστηκε (απόφαση πλειοψηφίας Ολομέλειας Ανωτάτου Δικαστηρίου) ότι δεν τίθεται θέμα παραπομπής υπόθεσης από αναρμόδιο Δικαστήριο σε αρμόδιο. Η ίδια αρχή επαναβεβαιώθηκε στην Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168, 178, όπου αναφέρεται ότι μόνο σε περιπτώσεις συντρέχουσας δικαιοδοσίας παρέχεται η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας ενώπιον ενός Δικαστηρίου και παραπομπή του θέματος για εκδίκαση από άλλο Δικαστήριο. Ο όρος «Δικαστήριο» στο πλαίσιο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, περιορίζεται σε αρμόδιο Δικαστήριο. Εφόσον Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί διαφοράς, στερείται δικαιοδοσίας να προβεί στην έκδοση οποιασδήποτε διαταγής σε σχέση με αυτή. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)....................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.