Παναγιώτης Κωνσταντίνου ν. Χριστόδουλος (Τάκης) Παπαγεωργίου (Α.Δ.Τ. 761838) υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Παπαγεωργίου, Αρ. Αγωγής: 318/13, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 318/13 Μεταξύ: Παναγιώτης Κωνσταντίνου, εκ Λεωφ. Ευαγόρου 40, διαμ. 1, 1097 - Λευκωσία Ενάγοντα και Χριστόδουλος (Τάκης) Παπαγεωργίου (Α.Δ.Τ. 761838) υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Παπαγεωργίου, τέως εξ΄ Αυγόρου Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 18.10.2013 για συνοπτική Απόφαση ------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: Ο κ. Γιάννης Αργυρίδης (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κατσιάρης) Για τον Εναγομένο - Καθ΄ ου η Αίτηση: Οι κ.κ. Μουαϊμης και Μουαϊμης (Για να ακούσει απόφαση η κα Αντωνίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2. Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο ενάγοντας αξιοί από τον εναγόμενο, (ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Παπαγεωργίου), τις ακόλουθες θεραπείες: Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ειδική Εκτέλεση του Πωλητήριου Εγγράφου ημερομηνίας 3.9.1975, βάσει του οποίου ο Γεώργιος Χρ. Παπαγεωργίου, πώλησε στον ενάγοντα το κτήμα με αριθμό εγγραφής 2735 τεμάχιο 101, Φ./ΣΧ. ΧΧΧΙΙΙ/49, μερίδιο το όλο, στο χωριό Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου. Το Πωλητήριο Έγγραφο είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου (ΠΩΕ 518/11). Β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος όπως προβεί εντός δύο
(2)μηνών από την ημερομηνία επίδοσης σ΄ αυτόν του προαναφερόμενου διατάγματος, στην εγγραφή του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι του ενάγοντα. Γ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος όπως προβεί σ΄ όλα τα αναγκαία διαβήματα προς εξασφάλιση των απαιτούμενων πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων ώστε να καταστεί δυνατή η εγγραφή του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι του εναγομένου, εντός της προαναφερόμενης περιόδου των δύο
(2)μηνών. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω αξιώσεων, ο ενάγοντας αξιοί: Δ) €1.025,16 ως αποζημίωση και/ή ως χρήματα πληρωθέντα για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε και/ή ως αποκατάσταση και/ή ως χρήματα εισπραχθέντα και αναληφθέντα ("money had and received") και/ή στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ("unjust enrichment"). Ε) Νόμιμο Τόκο επί του ποσού €1.025,16 από 03/09/1975 και/ή από οποιαδήποτε ημερομηνία ήθελε ορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο, μέχρι πλήρους εξόφλησης. ΣΤ) €98.975,00 πλέον νόμιμο τόκο και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε αποφασίσει και/ή ορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως αποζημίωση και/ή ως διαφορά αξίας και/ή απολεσθέν κέρδος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ο Γεώργιος Παπαγεωργίου (νυμφευμένος με την αδελφή του ενάγοντα) ήταν ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Στη βάση Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 3.09.1975, ο Γεώργιος Παπαγεωργίου πώλησε στον ενάγοντα το επίδικο κτήμα αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ.600= (€1.025=). Με την υπογραφή του Πωλητηρίου Εγγράφου πληρώθηκε το τίμημα και ο ενάγοντας έλαβε κατοχή του κτήματος το οποίο χρησιμοποιεί και/ή κατέχει αδιάλειπτα μέχρι σήμερα. Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η μεταβίβαση του κτήματος επ΄ ονόματι του ενάγοντα, θα γινόταν όταν θα επαναλειτουργούσε το Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το οποίο έπαυσε την λειτουργία του το 1974 ένεκα της τουρκικής εισβολής. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που το Πωλητήριο Έγγραφο δεν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Στις 14.9.2011, κατόπιν σχετικής τροποποίησης του Νόμου, ο ενάγοντας αποτέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και κατέθεσε το Πωλητήριο Έγγραφο (ΠΩΕ 518/11) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου απεβίωσε στις 16.12.1992 χωρίς να αφήσει διαθήκη και διαχειριστής της περιουσίας του διορίστηκε η σύζυγος του Φλουρέντζα Γ. Παπαγεωργίου (αδελφή του ενάγοντα), στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 9/94. Στις 24.2.2010 απεβίωσε και η Φλουρέντζα Γ. Παπαγεωργίου, και νέος διαχειριστής της περιουσίας του Γεώργιου Χρ. Παπαγεωργίου διορίστηκε ο εναγόμενος. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα προς τον εναγόμενο για να προβεί στην μεταβίβαση του κτήματος επ΄ ονόματι του, ο τελευταίος αρνείται να το πράξει. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος δικαιούται δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου, στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τόσο ο εναγόμενος υπό την ιδιότητα υπό την οποίαν ενάγεται, όσο και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Γεώργιου Χρ. Παπαγεωργίου κωλύονται (are stopped) και/ή έχουν απωλέσει και/ή παραιτηθεί (waived) του δικαιώματος τους να προσβάλουν το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 3.9.1975 και/ή την εγκυρότητα του, αφού για τα τελευταία 38 χρόνια το κτήμα κατεχόταν αδιάκοπτα και αδιάλειπτα από τον ενάγοντα, χωρίς οποτεδήποτε είτε οι διαχειριστές της περιουσίας του Γεώργιου Χ. Παπαγεωργίου είτε οι κληρονόμοι του, να διαμαρτυρηθούν και/ή να αιτηθούν όπως ανακτήσουν την κατοχή του. Παρόλο που ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στην αγωγή μαζί με Ανταπαίτηση, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου ισχυριζόμενος την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους του. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 θ.1,2,7,8 και 9 και Δ.48 θ.1,2,3,4,6,7,9,10,11 και 12, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα ο οποίος υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους σ΄ αυτήν ισχυρισμούς του. Προσθέτει ότι για τα τελευταία 38 χρόνια έχει αδιάλειπτη κατοχή του επίδικου κτήματος χωρίς οποιαδήποτε όχληση ή αξίωση από τους κληρονόμους του εναγομένου. Το 1987 προέβηκε σε δενδροφύτευση του κτήματος με 100 περίπου ελαιόδεντρα και άλλα οπωροφόρα δέντρα, τα οποία καλλιεργεί και καρπούται μέχρι σήμερα. Τα εν λόγω δέντρα αρδεύονται από νερό το οποίο του παραχωρείται από τον Νότιο Αγωγό το οποίο αποπληρώνει ο ίδιος. Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση και ότι καταχώρησε Εμφάνιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην Ένορκη Δήλωση επισυνάπτονται διάφορα Τεκμήρια, μεταξύ αυτών, φωτοαντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 3.9.1975 (Τεκμήριο Α), Βεβαίωση του Κοινοτάρχη Αυγόρου ημερομηνίας 11.10.2013, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο κατέχεται από τον ενάγοντα από το 1975 μέχρι σήμερα (Τεκμήριο Θ), Δέσμη Εγγράφων του Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών αναφορικά με την λήψη από τον ενάγοντα εκταρικής επιδότησης για το επίδικο ακίνητο (Τεκμήριο Ι) και Δέσμη αποδείξεων του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων σε σχέση με την πληρωμή από τον ενάγοντα του νερού που παρέχεται για την άρδευση του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο Κ). Ο εναγόμενος καταχώρησε Ένσταση, στην βάση του ιδίου θεσμικού πλαισίου, βασιζόμενη επίσης και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαικής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής:
- Αποδυνάμωση δικαιώματος ένεκα καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης. Επεξηγείται ότι ενώ ο εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 22.4.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση στις 18.10.2013 και αφού ο εναγόμενος καταχώρησε εν τω μεταξύ στις 3.6.2013, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.
- Ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής. Ο εναγόμενος αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας ημερομηνίας 3.9.1975, ως «εικονικής ή/και ως άκυρης ή/και ως ανενεργούς δυνάμει ακυρωτικού συμβολαίου», μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων.
- Ύπαρξη γεγονότων που συνηγορούν προς το δικαίωμα υπεράσπισης. Επαναλαμβάνεται η προαναφερόμενη θέση.
- Γενικότητα ή/και αοριστία ή/και ανεπάρκεια των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα - αιτητή. Υποστηρίζεται ότι τα εν λόγω Τεκμήρια είναι «γενικά ή/και αόριστα ή/και απρόσφορα» να αποδείξουν τις αξιώσεις που εγείρει ο ενάγοντας καθότι δεν αίρουν τις αμφιβολίες που δημιουργούνται από τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος τόσο στην Υπεράσπιση του όσο και στην Ένσταση του. Η Ένσταση συνοδεύεται από τις Ένορκες Δηλώσεις του εναγομένου και κάπου Αδάμου Γεωργίου. Ο εναγόμενος καταχώρησε μια πολυσέλιδη Ένορκη Δήλωση. Αρνείται κατ΄ αρχήν όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Αποδίδει σ΄ αυτόν κακοπιστία καθότι ο ίδιος έχει διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Παπαγεωργίου, κατόπιν αίτησης του ιδίου του ενάγοντα και μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες του τελευταίου να διορίσει διαχειριστή «πρόσωπο άλλο εκ των συγγενών του αποθανόντος». Τούτο καταδεικνύει, σύμφωνα με τον εναγόμενο, το «μη καθαρό των χεριών» του ενάγοντα αναφορικά με τις αξιώσεις του. Επί της ουσίας της υπόθεσης, αναφέρει ότι πράγματι στις 3.9.1975 υπεγράφη η επίδικη συμφωνία πώλησης του ακινήτου μεταξύ του ενάγοντα και του αποβιώσαντος Γεώργιου Παπαγεωργίου. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία αυτή ήταν εικονική και κατά συνέπεια άκυρη, καθότι τα μέρη δεν είχαν πρόθεση να δεσμευτούν νομικά. Σκοπός της κατάρτισης της, ήταν η εξασφάλιση από τον ενάγοντα διαφόρων ωφελημάτων που χορηγούσαν τότε οι κυβερνητικές υπηρεσίες σε πρόσφυγες.» Πρόθεση του ενάγοντα ήταν να ασκήσει «επιχείρηση ορνιθοτροφείου» στο ακίνητο. Το τίμημα των Λ.Κ. 600= ουδέποτε κατεβλήθη (ο εναγόμενος σχολιάζει και το γεγονός ότι ο ενάγοντας ενώ παρουσίασε το συμβόλαιο, δεν παρουσίασε απόδειξη πληρωμής των Λ.Κ. 600=). Μετά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, ακολούθησε η υπογραφή «ακυρωτικού συμβολαίου» μεταξύ των συμβαλλομένων, λόγω «της εικονικότητας της αρχικής σύμβασης και προς περαιτέρω κατοχύρωση του πωλητή». Ο ενάγοντας έκτισε στο επίδικο ακίνητο δύο «παράγκες-ορνιθοτροφεία» και κατείχε το ακίνητο για δέκα
(10)έτη από της υπογραφής του επίδικου συμβολαίου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την άσκηση της εν λόγω επιχείρησης και την κατοχή του ακινήτου την ανέλαβε και πάλι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Γεώργιος Παπαγεωργίου ο οποίος την διατήρησε μέχρι και τον θάνατο του, φυτεύοντας ελαιόδεντρα και καρπούμενος την σοδειά τους, χωρίς καμμιά όχληση από τον ενάγοντα. Μετά τον θάνατο του Παπαγεωργίου, κατοχή του κτήματος απέκτησε η σύζυγος του και αδελφή του ενάγοντα, Φλουρέντζα Γ. Παπαγεωργίου μέχρι και τον θάνατο της, καρπούμενη και την συγκομιδή από τα ελαιόδεντρα. Μετά τον θάνατο της Φλουρέντζας, ο ενάγοντας απέκτησε ξανά την κατοχή του κτήματος συμπεριλαμβανομένων και των ελαιόδεντρων. Ο εναγόμενος αναφέρει περαιτέρω ότι το πρωτότυπο του επίδικου συμβολαίου που ήταν και το μοναδικό, καθώς επίσης και το «ακυρωτικό συμβόλαιο», τα φύλασσε ο Γεώργιος Παπαγεωργίου στο ερμάρι της οικίας του. Ο ενάγοντας τα «αφαίρεσε» με παράνομο τρόπο, μαζί με άλλα έγγραφα (περιλαμβανομένου και του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου κτήματος), αμέσως μετά τον θάνατο του Παπαγεωργίου. Είναι η θέση του εναγομένου ότι ο ενάγοντας γνωρίζοντας ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου, δεν προχώρησε ποτέ στην διεκδίκηση της κυριότητας του, ούτε φαίνεται να όχλησε είτε τον Γεώργιο Παπαγεωργίου είτε την Φλουρέντζα Παπαγεωργίου ώστε να του μεταβιβάσουν το κτήμα. Μόνο μετά τον θάνατο τόσο του Γεώργιου όσο και της Φλουρέντζας Παπαγεωργίου, επιχειρεί με την παρούσα αγωγή την διεκδίκηση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι του. Ο εναγόμενος υποστηρίζει επίσης ότι ο ενάγοντας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την νομοθεσία (σε σχέση με την κατάθεση του επίδικου συμβολαίου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης) ως εκ της θέσεως του ως «Διευθυντής Εταιρείας Αγοραπωλησίας Κτημάτων και Εταιρείας Ανάπτυξης Γης». Τέλος αναφέρει ότι τα όσα περιλαμβάνονται στην Ένορκη του Δήλωση αναδεικνύουν «συζητήσιμα θέματα προς εκδίκαση, νομικά και πραγματικά, η απόδειξη των οποίων καθιστά μετέωρη ή/και αβέβαιη την υπόθεση του ενάγοντα ή/και την έκβαση της αγωγής ή/και αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς του ή/και δημιουργούν εύλογη αμφιβολία στην αλήθεια τους» και γι΄ αυτό τον λόγο θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Ο Αδάμος Γεωργίου, υιός του αποβιώσαντος Γεώργιου Παπαγεωργίου, στην δική του Ένορκη Δήλωση, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του εναγομένου. Αναφέρει επίσης ότι λίγες μέρες μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο ενάγοντας «αφαίρεσε» παράνομα διάφορα έγγραφα από το ερμάρι του αποβιώσαντος, μεταξύ αυτών, το μοναδικό πρωτότυπο έγγραφο της επίδικης συμφωνίας, το ακυρωτικό συμβόλαιο που ακολούθως υπεγράφη μεταξύ του πατέρα του και του ενάγοντα καθώς και τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου κτήματος. Τέλος αναφέρει ότι στην παρουσία του, αρκετές φορές η μητέρα του (Φλουρέντζα Παπαγεωργίου) ζήτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή των εν λόγω εγγράφων και ο τελευταίος υποσχόταν ότι θα τα επέστρεφε. Ο ίδιος δε είχε ακούσει πολλές φορές την μητέρα του να αναφέρει στον ενάγοντα ότι αυτός δεν ήταν ο δικαιούχος του επίδικου ακινήτου, αλλά δικαιούχοι ήσαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Γεώργιου Παπαγεωργίου, δηλαδή τα παιδιά του. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο ενάγων δεν ικανοποίησε πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί δεν εξετάζεται. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α) υπάρχουν τρείς προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.
(1)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
(3)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchoudi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CYEMS CO Ltd v. The Central Co-Operative Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 879, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ΄΄Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτου Ανδρέου κ.α., 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 40 και Χριστάκης Αυγουστή κ.α. ν. Γεώργιου Πίριλλου, 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 5). Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6 και ο εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 22.4.
- Κατά συνέπεια, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση πληροί τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία της λήψης συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός της χαρακτήρας (Ανδρέας Θεμιστοκλέους &Υιοί Λτδ ν. Arizona Trading Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 9728/22.10.1997, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 9670, ημερ, 10.7.
- Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος υιοθετεί, επιβεβαιώνει και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Διαλαλεί ότι ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες τις υπόθεσης και ότι καθ΄ όλο τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και μέχρι σήμερα, είχε στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του όλα τα σχετικά έγγραφα. Δέχομαι ότι ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση και είναι πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω ικανοποιηθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση πληροί και τις τρείς προαναφερόμενες προϋποθέσεις. Συνεπώς ο εναγόμενος έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ή να αποκαλύψει ή παραθέσει τέτοια γεγονότα ή ισχυρισμούς που συνιστούν καλή υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, στις σελ. 243 - 244, αναφέρεται ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων του εναγομένου και του Αδάμου Γεωργίου που συνοδεύουν την Ένσταση, από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατόν να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπισθεί την υπόθεση έστω και εάν η υπεράσπιση αυτή μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε «τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co
(1901)85 LB 262 και Krapp-Fisher v Grish
(1963)2 All E.R. 500). Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και εφόσον το βάρος μετατοπισθεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί [Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω)]. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει Υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους:
(1)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του για να τα εξετάσει με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, και
(2)Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στην νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω και το γεγονός ότι ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι η καταχώρηση γραπτής Έκθεσης Υπεράσπισης δεν αποτελεί κώλυμα για την υποβολή αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην ετήσια δικονομική πρακτική του 1958, Annual Practice 1958, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής: «By delivering Defence - The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O. 14 by putting in what may by only a sham defence at or soon after the date of his appearance.» Η πιο πάνω αρχή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Melita Manufactures Ltd v. Chriss Ioannou Ltd.
(1996)1 (B) ΑΑΔ,
- Ως εκ τούτου κρίνω ότι η καταχώρηση γραπτής Έκθεσης Υπεράσπισης δεν συνιστά εμπόδιο στο να αποταθεί διάδικος με αίτημα για συνοπτική απόφαση. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία της 3.9.1975 είναι εικονική και συνεπώς άκυρη επειδή οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν πρόθεση να δεσμευθούν νομικά. Σύμφωνα με τις θέσεις του, η συμφωνία καταρτίστηκε αποκλειστικά και μόνο για να βοηθηθεί ο ενάγοντας να ασκήσει «επιχείρηση ορνιθοτροφείου» στο επίδικο ακίνητο, λαμβάνοντας προς τούτο χορηγία που έδινε η Κυπριακή Κυβέρνηση για δραστηριοποίηση των προσφύγων, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή του
- Διατείνεται επίσης ότι το αναφερόμενο ως τίμημα (ΛΚ600) ουδέποτε πληρώθηκε στον πωλητή, Γεώργιου Παπαγεωργίου. Ισχυρίζεται ότι μεταξύ του τελευταίου και του ενάγοντα υπεγράφη «ακυρωτικό συμβόλαιο» το οποίο ο ενάγοντας «αφαίρεσε» από το ερμάρι του σπιτιού του αποβιώσαντος Παπαγεωργίου, με τον τρόπο που καταγράφεται στην Ένορκη του Δήλωση. Προβάλλει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε με καθυστέρηση 38 χρόνων και μόνο μετά τον θάνατο του Γεώργιου Παπαγεωργίου και της συζύγου του Φλουρέντζας, χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση. Ισχυρίζεται ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας γνώριζε ότι δεν είχε νομικό δικαίωμα να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο. Ο εναγόμενος με ό,τι προβάλλει, δεν παραμένει μόνο στην διατύπωση ισχυρισμών αλλά παραθέτει λεπτομέρειες και στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Τα όσα παραθέτει τεκμηριώνουν κατά την κρίση μου, την ύπαρξη υπεράσπισης. Βάσει των όσων έχω προαναφέρει, κρίνω ότι ο εναγόμενος έχει αποκαλύψει στοιχεία καλόπιστης υπεράσπισης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να μην του επιτραπεί να προβάλλει την υπεράσπιση του. Εάν στο τέλος της ημέρας αποδειχθεί ότι η επίδικη συμφωνία της 3.9.1975 ήταν εικονική, τότε η αγωγή του ενάγοντα δεν θα μπορεί να επιτύχει. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και σε βάρος του ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.:) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο