← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. NAHABOO YOUSOUF ALI κ.α., Αγωγή Αρ. 490/11, 24/7/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. NAHABOO YOUSOUF ALI κ.α., Αγωγή Αρ. 490/11, 24/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 490/11 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσα -και- 1. NAHABOO YOUSOUF ALI 2. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων ---------------------------------------------------------------- Και σύμφωνα με ειδοποίηση ημερομηνίας 27/5/13 δυνάμει του άρθρου 28

(1)του Νόμου 17
(1)/13 Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Αγωγή Αρ. 490/11 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα -και-
  1. NAHABOO YOUSOUF ALI
  2. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Ιουλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Μ. Κυριακίδης για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε., για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Αναγνώστου Για Εναγόμενη 2: κ. Α. Λάντος, για να ακούσει απόφαση η κα Β. Λάντου ΑΠΟΦΑΣΗ Την εποχή της οργιώδους ανάπτυξης της οικοδομικής βιομηχανίας, ανθούσαν τα χαμόγελα στα πρόσωπα αυτών που αντιπροσώπευαν τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες ανάπτυξης γης, όπως ενός ρομαντικού και ονειροπόλου νεαρού ζευγαριού που ανταλλάσσει υποσχέσεις αιώνιας αγάπης και πίστης, χωρίς να μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ποιου από τους δύο η ενθάρρυνση του μεταξύ τους φλερτ στην απληστία, συνέτεινε και εξελίχθηκε στον έρωτα τους, που μερίδιο της θέλησε να αποκομίσει ο κάθε ένας με κάποια οικονομική επιφάνεια στην πραγματοποίηση του ονείρου του να έχει μια δική του κατοικία είτε ως στέγη του είτε ως επένδυση. Τα πράγματα άλλαξαν και από εραστές κατέληξαν εχθροί να βρίσκονται αντιμαχόμενοι στα έδρανα του Δικαστηρίου. Από τη μια τα τραπεζικά ιδρύματα να αξιώνουν τα χρήματα που δάνεισαν και από την άλλη οι εταιρείες ανάπτυξης γης να επιρρίπτουν την ευθύνη για την κατάντια τους σ' αυτά και να επιστρατεύουν κάθε νομικό όπλο στη φαρέτρα τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη καταστροφή τους και να επέλθει η σωτηρία τους, που σε κάποιες περιπτώσεις πέραν της απαλλαγής τους από το οικονομικό βάρος αξιώνουν και αποζημιώσεις, ενώ ο ελπίζων σε δική του κατοικία στις περισσότερες υποθέσεις να είναι εξαφανισμένος και να μην ανευρίσκεται ή όταν εντοπίζεται να μην ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η υπό εξέταση υπόθεση για την οποία καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της κάθε πλευράς και των θέσεων που προώθησαν σύμφωνα με αυτές κατά την ακροαματική διαδικασία και εισηγήσεων των συνηγόρων τους στις αγορεύσεις τους όπως καταγράφονται κατωτέρω. Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €203.976,58 πλέον τόκο 14% από 1/10/10 με κεφαλαιοποίηση κάθε 1 Ιανουαρίου και 1 Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, δηλώσεις και διατάγματα δυνάμει σύμβασης δανείου και σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων με τον Εναγόμενο 1 και σύμβασης εγγύησης με την Εναγόμενη
  3. Εναντίον του Εναγομένου 1 εκδόθηκε απόφαση ενώ η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 προχώρησε σε ακρόαση. Η Εναγόμενη 2 στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι: (Α) με βάση τη σύμβαση εκχώρησης, για την οποία έλαβε γνώση και συγκατατέθηκε,
(1)η Ενάγουσα είναι η απόλυτος νόμιμος δικαιούχος και/ή κάτοχος αυτής (υποθέτω ότι εννοείται της κατοικίας),
(2)όφειλε να εξοφλήσει το δάνειο του Εναγομένου 1 και να απαιτήσει από την Εναγομένη 2 την εφαρμογή του όρου του πωλητηρίου εγγράφου για έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και/ή να πωλήσει τούτη σε οιονδήποτε τρίτο,
(3)έχει δικαίωμα να απαιτήσει την ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου αλλά τούτο είναι πρόωρο πριν την έκδοση χωριστού τίτλου και
(4)να καταβάλει το ποσό των €43.858,71 πλέον τόκους που οφείλει ο Εναγόμενος 1 στην Εναγόμενη 2 για να την εξοφλήσει και να παραμείνει το πωλητήριο έγγραφο σε ισχύ για να μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (Β) Η Εναγόμενη 2 παραχώρησε στην Ενάγουσα εγγύηση για έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για την κατοικία που αγόρασε από αυτή ο Εναγόμενος 1 και όχι εξόφληση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα, δυνάμει παράλληλης συμφωνίας που άλλοτε ήταν γραπτή και άλλοτε προφορική. (Γ) ΄Εστω και αν αποδειχθεί ότι η Εναγομένη 2 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ως την ερμηνεύει η Ενάγουσα, τούτη πρέπει να κυρηχθεί άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι
(1)η Ενάγουσα με τις πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων της δεν εκτέλεσε ορθά τα καθήκοντα της
(2)και/ή παραβίασαν τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας για παραχώρηση στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπούς
(3)και/ή παρέλειψε να εξετάσει την οικονομική φερεγγυότητα και/ή την οικονομική ικανότητα (πόρους, εισοδήματα κλπ) του Εναγομένου 1 να εξοφλήσει το δάνειο
(4)και/ή παρέλειψε να προστατεύσει την Εναγόμενη 2, εφόσον ήταν πελάτιδα της, παραβιάζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και αξιολόγησε και παραχώρησε το δάνειο με μόνο κριτήριο την φερεγγυότητα της Εναγομένης 2. (Δ) Από τη σύμβαση εγγύησης δεν προκύπτουν σαφώς ούτε υποδηλώνονται οι πραγματικές προθέσεις των μερών και/ή είναι μια ειδική εγγύηση. (Ε) Δυνάμει παράλληλης συμφωνίας η εγγύηση θα τερματιζόταν με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας και/ή μεταβίβασης της στον Εναγόμενο 1 με ταυτόχρονη υποθήκευση του προς όφελος της Ενάγουσας. (Στ) Στη σύμβαση εγγύησης
(1)δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου η Εναγόμενη 2 υποχρεούται να εκδώσει χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας στον Εναγόμενο 1 έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση σ' αυτόν και η ταυτόχρονη υποθήκευση προς όφελος της Ενάγουσας, γεγονός που οδηγεί στη θέση ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταστήσει το χρόνο αυτό ουσιώδη πριν καταχωρήσει την αγωγή και ως εκ τούτου η αγωγή καθίσταται πρόωρη.
(2)Επίσης η σύμβαση εγγύησης τελούσε υπό την αίρεση μελλοντικού γεγονότος για την τέλεση του οποίου η Ενάγουσα παρέλειψε να δώσει στην Εναγόμενη 2 εύλογο χρονικό περιθώριο.
(3)Δεν καθοριζόταν με σαφή τρόπο η χρονική διάρκεια της καθότι παρέπεμπε σε χρόνο που το Κτηματολόγιο θα εξέδιδε χωριστό τίτλο. (Ζ) Η Ενάγουσα κωλύεται εξ' υποσχέσεως και/ή συμπεριφοράς της ή/και με βάση τις αρχές της επιείκειας να εγείρει την παρούσα αγωγή. (Η) Οιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός γραπτός ή προφορικός με την από μέρους της υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης έχει εξασφαλισθεί από την Ενάγουσα με πλάνη ή/και απάτη ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και δόλο και δεν ανταποκρίνεται στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία αφού σκοπός της εγγύησης ήταν μόνο η υποχρέωση έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου και όχι η παραχωρηθείσα εγγύηση από μέρους της όπως αυτή καταγράφεται στη σύμβαση εγγύησης. Οι λεπτομέρειες στις οποίες παραπέμπει για τα πιο πάνω είναι (α) η γνώση της Ενάγουσας ή ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η υποχρέωση της Εναγομένης 2 με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης περιοριζόταν μόνο στην έκδοση χωριστού τίτλου, (β) συμπεριέλαβαν πρόνοιες στη σύμβαση εγγύησης, την οποία η ίδιοι συνέταξαν, για εγγύηση οφειλής του Εναγομένου 1, ενώ υπήρχε συναντίληψη ή γνώριζε ότι η εγγύηση ήταν μόνο για την έκδοση χωριστού τίτλου της κατοικίας και (γ) η σύμβαση εγγύησης συνήφθη κατά παράβαση του Περί Συμβάσεων Νόμου ή/και των Γενικών Αρχών αυτού ή/και των προνοιών της νομοθεσίας αναφορικά με τους εγγυητές. (Θ) Σε σχέση με τις αξιώσεις της Ενάγουσας που καταγράφονται στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης η Εναγομένη 2 αγνοεί και αρνείται τις παρ. 13Α και Β, φέρει ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων 13Γ και Στ, εκτός αν διαγραφεί η λέξη ακύρωση, ενώ δεν φέρει ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων 13Δ, Ε, Ζ και Η υπό την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα θα καταβάλει στην Εναγομένη 2 το ποσό των €43.858,71 πλέον τόκους το οποίο παραμένει απλήρωτο από τον Εναγόμενο 1 σε αυτή. Όσον αφορά τις παραγράφους 3, 4, 5, 8 , 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης η Εναγόμενη 2 δεν τοποθετείται καθότι αναφέρονται σε γεγονότα που αφορούν τον Εναγόμενο 1 και την Ενάγουσα. Επιφυλάσσει όμως το δικαίωμα της να αναφερθεί κατά την δικάσιμο (εννοείται προφανώς κατά την ακρόαση της αγωγής) σε γεγονότα και/ή να προβεί σε τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, τα οποία όμως φαίνεται να θέτει στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης ή κάποια από αυτά. Ζητείται δε η απόρριψη της αγωγή ως πρόωρης με έξοδα υπέρ της. Η ανταπαίτηση αποσύρθηκε και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να γίνει καμιά αναφορά γι' αυτή ή κάποιων ισχυρισμών που σχετίζονται μόνο και άμεσα με αυτή. Με την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, άσχετα αν η ανταπαίτηση αποσύρθηκε, η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2, εκτός αυτών που ειδικά παραδέχεται, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης της και ισχυρίζεται ως προς τα υπόλοιπα ότι η Ενάγουσα δυνάμει της σύμβασης εκχώρησης ανέλαβε μόνο δικαιώματα του Εναγομένου 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ του και της Εναγομένης 2 και όχι υποχρεώσεις και ως εκ τούτου καμία οφειλή και καμία υποχρέωση δεν έχει έναντι της Εναγομένης
  1. Η σύμβαση εγγύησης, που είναι συνεχής, δόθηκε από την Εναγομένη 2 προς εξασφάλιση της οιασδήποτε οφειλής του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα και όχι μόνο για την έκδοση χωριστού τίτλου της κατοικίας που αγόρασε ο Εναγόμενος 1 από την Εναγομένη
  2. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 για μη τήρηση των κανονισμών ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εκ μέρους της, τις δήθεν παραλείψεις ή ενέργειες κατά παράβαση των καθηκόντων της από μέρους των υπαλλήλων της και τους ισχυρισμούς περί πλάνης, απάτης, δόλο και ψευδείς παραστάσεις, καμία υπόσχεση και καμία συμπεριφορά εκ μέρους της δεν έγινε που να κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή και ούτε βέβαια η οποιαδήποτε αξίωση ή ίδια αγωγή είναι πρόωρη αφού τόσο η σύμβαση εγγύησης όσο και η σύμβαση εκχώρησης είναι ισχυρές, έγκυρες, και νόμιμες. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες. Την Κατερίνα Λίλλη Παυλίδου, ΜΕ1, η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία της, μέρος της οποίας αποτέλεσε δήλωση - κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είναι γνώστης της υπόθεσης από το 2010 με την ανάληψη του φακέλου μετά τον τερματισμό του δανείου του Εναγομένου 1, ένεκα της θέσης της προϊσταμένης σήμερα του τμήματος είσπραξης χρεών Λάρνακας - Αμμοχώστου, στην Ενάγουσα. Αναφέρθηκε τόσο στην ανάληψη των εργασιών της Marfin από την Τράπεζα Κύπρου όσο και στη σύμβαση δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 και στην σύμβαση εκχώρησης μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Ενάγουσας και στη σύμβαση εγγύησης της Εναγομένης 2 προς την Ενάγουσα καθώς και υπό ποιες περιστάσεις έγιναν και υπογράφησαν, σύμφωνα με τον φάκελο, στη πρακτική της τράπεζας για παρόμοιες περιπτώσεις και την ερμηνεία που δίδει η ίδια στα πιο πάνω έγγραφα. Περαιτέρω έκανε αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατάθεσε αριθμό εγγράφων ως Τεκμήρια, μνεία των οποίων θα γίνει παρακάτω σε άλλο μέρος της απόφασης. Η μαρτυρία της χαρακτηρίστηκε, κατά την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης 2, χωρίς μεγάλη σημασία για τα επίδικα γεγονότα. Δεν εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, όπως άλλωστε δεν έκανε ούτε για τους άλλους δύο μάρτυρες, ότι είπαν ψέματα στο Δικαστήριο, αφού βασίσθηκε στη μαρτυρία τους (ΜΕ2 και 3) και δεν έφερε ο ίδιος μαρτυρία, ως αναφέρει στην αγόρευση του, αλλά, συνέχισε, η αξιολόγηση γίνεται από το Δικαστήριο και μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά από αυτόν. Την Δέσπω Χρυσοστόμου Πογιατζή ως ΜΕ2, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως λειτουργός πωλήσεων στο υποκατάστημα στην Αγία Νάπα της Marfin. Συμφώνησε πλήρως με όσα ανάφερε η ΜΕ1 και ανάφερε περαιτέρω ότι αφού λήφθησαν οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τον Εναγόμενο 1 που υπέβαλε αίτηση για στεγαστικό δάνειο, ετοίμασε η ίδια ηλεκτρονική αίτηση την οποία απέστειλε στο αρμόδιο τμήμα και μετά την έγκριση της απ' αυτό στο τμήμα χορηγήσεων όπου ετοιμάστηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία υπογράφηκαν στο υποκατάστημα της Αγίας Νάπας από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1, Άντρο Πελεκάνο. Από την υπογραφή της σύμβασης δανείου χειριζόταν η ίδια το επίδικο δάνειο και λογαριασμό. Ακόμα ανάφερε ότι την σύμβαση εγγύησης την υπέγραψε με ελεύθερη βούληση η Εναγόμενη 2 η οποία αποτελεί εγγύηση των συμβατικών υποχρεώσεων και οφειλών του Εναγόμενου
  3. Επίσης αφού ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε το 10% του τιμήματος πώλησης της κατοικίας, πριν την εκταμίευση του αναφερθέντος ποσού, σύμφωνα με τον όρο 8.2 της σύμβασης δανείου και κατάθεσε σχετική απόδειξη ως τεκμήριο, ακολούθως είπε ότι εκταμιεύτηκε το ποσό των €153.505,48 σύμφωνα με βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού (προφανώς της Εναγομένης 2) ενώ το υπόλοιπο ποσό δεν εκταμιεύτηκε αφού δεν καταβλήθηκε η δεύτερη δόση του 10% από τον Εναγόμενο 1 η οποία θα καταβαλλόταν κατά την παράδοση της κατοικίας δυνάμει της σύμβασης πώλησης πράγμα που δεν έγινε από την Εναγομένη
  4. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε και εξήγησε αρκετά σημεία γύρω από την σύναψη και υπογραφή διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια καθώς και τη διαδικασία γύρω από το δάνειο και τη σύμβαση εγγύησης για την οποία είπε ότι η τακτική της τράπεζας ήταν να λαμβάνεται η εγγύηση του developer μέχρι την έκδοση των τίτλων. Τον Βάσο Πασχάλη, ως ΜΕ3, ο οποίος ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ίδια τράπεζα με την ΜΕ2 ως λειτουργός πωλήσεων και έλαβε μέρος στην διαδικασία της σύμβασης δανείου. Αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτή, Τεκμήριο 1, όπως και στη σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2 και στο Τεκμήριο
  5. Την ευθύνη για το δάνειο μετά την ΜΕ2 ανέλαβε αυτός το έτος 2010 και όταν πλησίαζε να ολοκληρωθεί η κατοικία επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 τον Ιανουάριο του 2010 ο οποίος του ανάφερε ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για την κατοικία. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι εξήγησε στο πρόσωπο που υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης για την Εναγομένη 2 τι είναι η σύμβαση εγγύησης και επίσης διευκρίνισε και άλλα σημεία σχετικά με την διαδικασία του δανείου. Αξίζει όμως να καταγραφεί το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρα γιατί αναφέρθηκε στην αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης 2 ότι είπε ότι η εγγύηση της Εναγομένης 2 ήταν μέχρι την έκδοση του τίτλου. «Ε. Όταν ήρθε εκεί να υπογράψει το εγγυητήριο εσύ έβαλες του μπροστά του το εγγυητήριο να υπογράψει ή εξήγησες του για πιο σκοπό υπέγραφε το συγκεκριμένο εγγυητήριο; Α. Εξηγούσαμεν του. Είναι η τακτική μας και σήμερα. Εξηγούμεν του ότι τούτο είναι το εγγυητήριο που εξασφαλίζει τούτη την διευκόλυνση που αγοράζει το σπίτι και για το ποσό τούτο και είναι η ευθύνη σου γιατί σε περίπτωση που έχει πρόβλημα ότι ευθύνεσαι εσύ ως εγγυητής και εντάξει επειδή εδώ δεν είχε τίτλο λέγαμεν τους ότι η εγγύηση ισχύει μέχρι την έκδοση τίτλου. Με την έκδοση τίτλου θα αποσυρθεί η εγγύηση και πρόσφατα εγώ έκαμα έτσι περίπτωση. ΄Εκδωσε τίτλο ο developer, αποσύραμεν την εγγύηση, έπιασεν την πίσω, άλλη περίπτωση, ο developer και υποθηκεύσαμε το ακίνητο.» Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην μακροσκελή αγόρευση του πρόβαλε με επιχειρήματα, με αναφορά τόσο στις μαρτυρίες όσο και στα τεκμήρια, ότι οι θέσεις της υπεράσπισης είναι πραγματικά αστήρικτες και νομικά αβάσιμες, με ανάλογες παραπομπές για το τελευταίο σε νομολογία. Από την άλλη ο συνήγορος της Εναγομένης 2 στην πολυσέλιδη αγόρευση του προέβη ουσιαστικά στην επανάληψη των όσων αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης με περισσότερες λεπτομέρειες, και επεσήμανε, πέραν κάποιων άλλων συγκεκριμένων αναφορών, κύρια και με έμφαση ένα σημείο από την μαρτυρία του κάθε ενός από τους ΜΕ2 και 3, απομονωμένο από την υπόλοιπη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, εννοείται και τα τεκμήρια, που συνίστατο στην αναφορά τους ότι η εγγύηση της Εναγομένης 2 ήταν μέχρι την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας, γεγονός που κατά τον συνήγορο, συνέτεινε στην μη κλήτευση μαρτύρων για την υπεράσπιση, διαβλέποντας ότι δεν ήταν αναγκαία πλέον άλλη μαρτυρία για την υπεράσπιση, την οποία το Δικαστήριο, όπως και τις άλλες θέσεις της υπεράσπισης, θα σχολιάσει και θα αναπτύξει σε κατοπινό στάδιο. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε αυθεντίες επί των θεμάτων που έθιξε. Όλοι οι μάρτυρες ήταν ειλικρινείς, ευθείς και πειστικοί, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και υπήρχε ειρμός και συνάφεια στις απαντήσεις τους. ΄Αλλωστε δεν υποδείχθηκε κανένα σημείο από το συνήγορο της Εναγομένης 2 ότι είπαν ψέματα. Όσον αφορά όμως την αναφορά των ΜΕ2 και 3 για την σύμβαση εγγύησης και ειδικότερα για το τι έλεγαν στους εγγυητές ή την πρακτική της τράπεζας, αυτή πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με όσα καταγράφονται στη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 2 και στο Τεκμήριο 5 που σαφώς δεν οδηγεί στην ερμηνεία που αποδίδει ο δικηγόρος της Εναγομένης 2 στα λεγόμενα επί τούτου των ΜΕ2 και 3, θέμα με το οποίο το Δικαστήριο θα καταπιαστεί πιο κάτω. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, των παραδεκτών γεγονότων και των δηλώσεων των δικηγόρων των διαδίκων, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι πιστωτικό ίδρυμα και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και υποκατέστησε δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, 17
(1)/13 την Marfin Popular Bank Public Co Ltd η οποία είχε μετονομαστεί δυνάμει σχετικού ψηφίσματος ημερ. 5/4/2012 σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, της οποίας δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/13, Τεκμήριο 11, όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στα πλαίσια των εργασιών της δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερ. 24/6/2008, Τεκμήριο 1, παρείχε δάνειο ύψους €175.434,00 προς τον Εναγόμενο 1 για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς εκ μέρους του από την Εναγόμενη 2 μίας οικίας με αριθμό 14 στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/5604, Τμήμα 980, Φ.Σχ. 33/52W1, στο χωριό Φρέναρος, επαρχίας Αμμοχώστου, αφού προηγουμένως υποβλήθηκε σχετική αίτηση ηλεκτρονικά από την ΜΕ2 για στεγαστικό δάνειο ύψους €175.434,00, Τεκμήριο 12 και αίτησης από τον Εναγόμενο 1 Τεκμήριο 14, στην οποία δηλώνεται ουσιαστικά η περιουσιακή κατάσταση του Εναγομένου 1 και παρουσιάστηκε το μισθολόγιο και καταστάσεις λογαριασμού σε τράπεζα, Τεκμήριο 15, του Εναγομένου
  1. Ο Εναγόμενος 1, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17/5/08, Τεκμήριο 13, υπέγραψε σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων του ημερ. 10/7/2008, Τεκμήριο 6, στην Ενάγουσα που πηγάζουν από τη σύμβαση πώλησης ημερ. 7/7/2008, Τεκμήριο 6Α και συμπληρωματική σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 6Β. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η Εναγόμενη 2, κατόπιν σχετικής απόφασης της ημερομηνίας 28/5/08, Τεκμήριο 3, υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερ. 10/7/2008, Τεκμήριο 2, για την οποία η Ενάγουσα έδωσε σχετική επιστολή στην Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 5, στην οποία αναφερόταν πότε τερματιζόταν αυτή, και αφού αμέσως πριν, την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 10/7/2008, ο υπογράψας για λογαριασμό της Εναγόμενης 2 βεβαίωνε ότι κατέχει την αγγλική γλώσσα, Τεκμήριο 4, και έχει αντιληφθεί τη φύση και τη σημασία των εγγράφων τα οποία υπέγραψε αναφορικά με την προτεινόμενη τραπεζική διευκόλυνση που παρεχόταν και τα πρακτικά αποτελέσματα τους, δηλώνοντας ότι της είχε δοθεί η ευκαιρία από την Ενάγουσα να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής της αλλά επέλεξε να μην τον συμβουλευθεί, Τεκμήριο
  2. Ακολούθως η Ενάγουσα αφού έλαβε σχετική βεβαίωση, Τεκμήριο 17, από τον πολιτικό μηχανικό της Εναγόμενης 2 και αφού ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε το αντίστοιχο ποσό του 10% του τιμήματος πώλησης της οικίας, Τεκμήριο 16, εκταμίευσε το ποσό των €153.505,48, Τεκμήριο 18, το οποίο καταβλήθηκε στην Εναγόμενη
  3. Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλλε τις δόσεις του η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερ. 30/9/2010, Τεκμήριο 7, σε αυτόν καθώς και στην Εναγόμενη 2, με την οποία απαιτούσε την εξόφληση του δανείου και αναφερόταν ότι το επιτόκιο θα αυξάνετο σε 14% με κεφαλαιοποίηση κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Ακολούθως επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν εξόφλησε το δάνειο του η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία του ως άνω δανείου και λογαριασμού με επιστολές της ημερ. 19/11/2010, Τεκμήριο 8, προς τους Εναγόμενους 1 και 2, απαιτώντας την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου πλέον τόκους, πλην όμως παρέλειψαν να πράξουν τούτο μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του δανείου, Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελείται από μία κατάσταση για το έτος 2008, μια για το έτος 2009 και μια για τα έτη 2010 έως 30/9/13, το ύψος του οφειλομένου ποσού του δανείου στις 31/12/08 ήταν €181.144,15, στις 31/12/2009 ανήλθε στο ποσό των €193.753,32, στις 30/9/2010 στο ποσό των €203.976,58, το οποίο, πλέον τόκοι, από 1/10/2010 μέχρι εξόφλησης αξιώνεται με την αγωγή, ενώ στις 30/9/13 ανήλθε στο ποσό των €308.361,
  4. Σχετική κατάσταση λογαριασμού προειδοποίησης για την πληρωμή του ποσού των €153.505,48 στην Εναγόμενη 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα και δη ο ΜΕ3 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 τον Ιανουάριο το 2010 για να του αναφέρει ότι το διαμέρισμα είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και θα έπρεπε να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό των €43.858,71 στην Εναγόμενη 2 αλλά ο Εναγόμενος 1 ανάφερε ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για την οικία. Τέλος να αναφερθεί δυνάμει του παραδεκτού γεγονότος, ότι δεν εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας μέχρι και σήμερα. Σε σχέση δε με τον Εναγόμενο 1, ως αναφέρθηκε και στην αρχή, εκδόθηκε απόφαση στις 4/5/2012, Τεκμήριο
  6. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων που αποτέλεσαν την κύρια διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών και δη της ερμηνείας της σύμβασης εγγύησης, Τεκμήριο 2, και της σχετικής με αυτή επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 10/7/08, Τεκμήριο 5, της σύμβασης εκχώρησης, Τεκμήριο 6 και τις συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες παραχωρήθηκε το δάνειο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
  7. Όσον αφορά τη παραχώρηση δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 1 και τα παράπονα της Εναγομένης 2 ότι παράλειψε η Ενάγουσα να δώσει όλες τις πληροφορίες σε αυτή αναφορικά με την αξιολόγηση της οικονομικής δυνατότητας του Εναγομένου 1 για το δάνειο και ότι παρέλειψε να εξασφαλίσει την Εναγόμενη 2 η οποία ήταν πελάτιδα της και η σχέση τους περιβάλλετο από σχέση εμπιστοσύνης, και αξιολόγησε και παραχώρησε το δάνειο με βάση το αξιόχρεο της Εναγομένης 2 και όχι με βάση την οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου 1 να εξοφλήσει το δάνειο, παραβιάζοντας έτσι η Ενάγουσα τα πιο πάνω καθήκοντα της, παρατηρώ ότι στη συμπληρωματική συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 16/7/08, Τεκμήριο 6(Β) στην παράγραφο Ε η Εναγόμενη 2 κάλεσε την Ενάγουσα να δανείσει τον Εναγόμενο 1 με το αναφερθέν ποσό και ως εκ τούτου δεν μπορεί εκ των υστέρων να επικαλείται ότι η Ενάγουσα δεν αξιολόγησε σωστά την οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου 1 για εξόφληση του δανείου που του παραχωρήθηκε. Πέραν τούτου, η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης και ικανότητας του Εναγομένου 1 όπως το είδος της εργασίας του, τον μηνιαίο μισθό του και καταστάσεις λογαριασμού από τράπεζα, Τεκμήριο 15, στις οποίες καταδεικνύεται ότι ήταν μικρό το ποσό που ήταν μείον, ενώ ο μισθός του αρκετά υψηλός, και αφού τον έκρινε ικανό να αποπληρώσει το δάνειο τότε παραχώρησε το δάνειο σε αυτό. Ως εκ τούτου, η σχετική θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό της ότι η Ενάγουσα παραβίασε τις εγκυκλίους και κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει και να τεκμηριώνει τέτοιο ισχυρισμό. Εάν εννοείται για την υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου ποσοστού από ίδια κεφάλαια του Εναγομένου 1 προς την Εναγομένη 2, τούτο υλοποιήθηκε με την καταβολή του 10% του τιμήματος πώλησης της κατοικίας από τον Εναγόμενο 1 στην Εναγόμενη 2 και το υπόλοιπο 10% θα καταβάλλετο πριν την εκταμίευση του υπόλοιπου ποσού του δανείου αλλά δεν υλοποιήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. Σύμφωνα δε με τη νομολογία και να υπήρχε τέτοια παραβίαση, που δεν υπάρχει, δεν θα καθιστούσε τη σύμβαση δανείου παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη. Επομένως, απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση. Σε σχέση με τη σύμβαση εκχώρησης μπορεί να λεχθεί ότι είναι μια σύμβαση μεταξύ μόνο του εκχωρητή και του εκδοχέα, στη συγκεκριμένη περίπτωση του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας και κανενός άλλου από την οποία δεν θα μπορούσε να έλκει δικαιώματα η Εναγόμενη 2 από τρίτο, ήτοι τον Εναγόμενο 1 με βάση την αρχή της συμβατικής σχέσης (Privity of Contract) βλ. Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Το ότι έλαβε γνώση της σύμβασης εκχώρησης ο πωλητής της κατοικίας, δηλαδή η Εναγόμενη 2, δεν την καθιστά συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή καθ' αυτή τη σύμβαση εκχώρησης. Η αναγνώριση της από την Εναγόμενη 2 και η δήλωση και διαβεβαίωση της ότι θα κοινοποιήσει στην Ενάγουσα αμέσως το χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται δυνατή η μεταβίβαση της κατοικίας και/ή ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας γι' αυτή και θα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για πραγμάτωση των πιο πάνω και/ή θα μεταβιβάσει την κατοικία στο πρόσωπο που θα του υποδείξει η Ενάγουσα, μόνο επιπρόσθετο βάρος σε αυτή προς όφελος της Ενάγουσας μπορεί να χαρακτηρισθεί που δεν εκφεύγει από το χρονικό όριο παράδοσης της κατοικίας τον Ιανουάριο του 2010 ως προνοείται στον όρο 3(ε) της σύμβασης πώλησης Τεκμήριο 6 και της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2014 ως προβλέπεται στον όρο 12(α) και (β) της σύμβασης πώλησης, Τεκμήριο
  2. Πρέπει να σημειωθεί και να τονιστεί ότι στον όρο 11 της σύμβασης πώλησης, Τεκμήριο 6, προβλέπεται ότι: «
  3. The Purchaser shall have the right to assign to any person or persons the whole or part of these rights or obligations under this agreement without the previous written consent of the Vendors. Should the Purchaser assign prior to the transfer and registration upon his name of the house, the transfer and registration shall be in the name of the person or persons who shall be the assignees under such assignment. Moreover from the date of such assignment the term «Purchaser» where it appears in this agreement shall include the persons who are the assignees. Provided, however, that not withstanding any such assignment the Purchaser shall remain, until any sum payable by the Purchaser hereunder shall have been paid in full, responsible, with the persons who are the assignees under such assignment, for the performance of all their obligations under this agreement.» Και στην ελληνική ως η μετάφραση που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου: «
  4. Ο Αγοραστής θα έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα το σύνολο ή μέρος των δικαιωμάτων του ή των υποχρεώσεων του δυνάμει της παρούσας συμφωνίας χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των Πωλητών. Εάν ο Αγοραστής εκχωρήσει, πριν τη μεταβίβαση και εγγραφή της οικίας στο όνομα του, η μεταβίβαση και εγγραφή θα είναι επ' ονόματι του προσώπου ή των προσώπων που θα είναι οι εκδοχείς με βάση τέτοια εκχώρηση. Περαιτέρω από την ημερομηνία τέτοιας εκχώρησης ο όρος «Αγοραστής» όπου αναφέρεται στην παρούσα συμφωνία θα περιλαμβάνει τα πρόσωπα που είναι οι εκδοχείς. Νοείται, ωστόσο, ότι ανεξαρτήτως οποιασδήποτε τέτοιας εκχώρησης ο Αγοραστής θα παραμένει υπεύθυνος, μέχρι οποιοδήποτε ποσό πληρωτέο από τον Αγοραστή θα έχει πληρωθεί στο ακέραιο, μαζί με τα πρόσωπα που είναι εκδοχείς δυνάμει της όποιας εκχώρησης, για την εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων τους με βάση την παρούσα συμφωνία.» Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο, δηλαδή της επιφύλαξης για τις υποχρεώσεις του εκδοχέα, που η Ενάγουσα προνόησε με ξεκάθαρο τρόπο στη σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 6, την παραχώρηση σε αυτή μόνο των δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 6(Α). Η ερμηνεία όρου ή όρων μίας σύμβασης, αποτελεί νομικό θέμα το οποίο υπόκειται σε καλά θεμελιωμένους ερμηνευτικούς κανόνες και το οποίο καλείται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια η οποία στοχεύει στην εξεύρεση της πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών η οποία εξάγεται με οδηγό την γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε, κρινόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της σύμβασης όπως αποκαλύπτονται από το σύνολο της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διάφορων όρων που περιλαμβάνονται σε μια σύμβαση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα. Ότι η σύμβαση εκχώρησης, Τεκμήριο 6, φέρει τίτλο «Συμφωνία εκχώρησης πωλητηρίου εγγράφου από τον αγοραστή» δεν υποδηλεί, εάν αυτή είναι μια από τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, ότι είναι εκχώρηση και υποχρεώσεων και όχι μόνο δικαιωμάτων όπως εισηγείται η Ενάγουσα, αφού καθοριστική σημασία έχουν οι πρόνοιες και το περιεχόμενο της σύμβασης εκχώρησης, Τεκμήριο 6, που με σαφήνεια αναφέρεται στον όρο 2 ότι «ο εκχωρητής προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη στη τράπεζα ............ με αυτό το έγγραφο εκχωρεί προς όφελος της τράπεζας όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης και ειδικότερα το δικαίωμα του για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης και εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του και σε περίπτωση που η συμφωνία πώλησης δεν έχει κατατεθεί στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης το δικαίωμα του για αγωγή λόγω παράβασης της συμφωνίας πώλησης και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Νοείται ότι η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κινήσει δικαστικές ή άλλες διαδικασίες χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του εκχωρητή ο οποίος με την παρούσα .....», που οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε μόνο δικαιώματα στην Ενάγουσα. Δεν είναι όμως μόνο στον όρο αυτό που καταδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε μόνο δικαιώματα στην Ενάγουσα αλλά είναι διάχυτο τούτο και στους υπόλοιπους όρους 3-7(α), (β) και (γ). Συμφωνώ με την θέση του κ. Λάντου ότι δεν είναι τυχαίος ο διαχωρισμός που γίνεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 και τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 11 του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος 81(Ι)/11 που η ισχύς του έλαβε σάρκα και οστά τρεις μήνες μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του δυνάμει του άρθρου 17 αλλά ακριβώς με βάση τις πιο πάνω διατάξεις καταφαίνεται με τον πιο ισχυρό τρόπο η ορθότητα ερμηνείας της ως άνω σύμβασης εκχώρησης ότι πρόκειται για σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης επειδή αναφέρεται σε δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση πώλησης, Τεκμήριο 6(Α), για σκοπούς εξασφάλισης χρηματικής υποχρέωσης αφού ο Εναγόμενος 1 ουδεμία άλλη εξασφάλιση έδωσε στην Ενάγουσα. Διαφωνώ όμως με τη συλλογιστική, που ανέπτυξε βασιζόμενος στους όρους 3, 5, 6 και 7 της σύμβασης εκχώρησης ότι ένεκα τούτου η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να απαιτεί την έκδοση διαταγμάτων ως η αξίωση 13Γ, Δ, Ε, Στ, Ζ και Η, αφού μόνο, εκτός από την εγγύηση της Εναγομένης 2, με την έκδοση αυτών των διαταγμάτων θα καταστεί δυνατή η υλοποίηση της εξασφάλισης της χρηματικής υποχρέωσης και της ειδικής εκτέλεσης μετά την μη εξόφληση του δανείου που παραχώρησε στον Εναγόμενο 1, όταν αυτά καθίστανται εφικτά να εκτελεστούν. Άλλωστε είναι γι' αυτό το λόγο, προφανώς, που το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, κατά την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου 1 εξέδωσε μόνο το διάταγμα της αξίωσης 13Γ, έτσι ώστε να ακούσει και την Εναγομένη 2 πριν αποφασίσει το Δικαστήριο για την έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων. Να ειπωθεί ότι η συγκατάθεση της Εναγομένης 2 στην έκδοση των διαταγμάτων της παρ. 13Δ, Ε, Ζ, και Η υπό την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα θα καταβάλει σε αυτή το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €43.858,71 από τον Εναγόμενο 1 στην Εναγόμενη 2 και όσον αφορά τα διατάγματα 13Γ και Στ ότι συμφωνεί στην έκδοση τους εφόσον διαγραφεί η λέξη ακύρωση, ισοδυναμεί με συγκατάθεση της Εναγομένης 2 σε περίπτωση που δεν ευσταθίσουν οι λόγοι για τους οποίους προβάλλει ως προϋπόθεση για την έκδοση τους. Έπεται ότι οι θέσεις που ανέπτυξε ο συνήγορος της Εναγομένης 2 γύρω από τη σύμβαση εκχώρησης δεν μπορούν να ευσταθίσουν και απορρίπτονται. Εξετάζοντας τώρα την εισήγηση της υπεράσπισης, ότι η σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 2, που δεν αμφισβητείται η υπογραφή της από την Εναγόμενη 2, υπό το φως βέβαια και της επιστολής Τεκμήριο 5, με την οποία η Ενάγουσα διασαφήνιζε ή διευκρίνιζε πότε απαλλασσόταν από τη σύμβαση εγγύησης η Εναγομένη 2, ότι είναι εγγύηση τίτλου και όχι εξασφάλισης του χρέους και από την άλλη τη θέση της Ενάγουσας ότι πρόκειται για συνεχή σύμβαση που καλύπτει όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά σε αυτή, που υπηρετεί τη σύμβαση δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η σύμβαση εγγύησης, Τεκμήριο 2, καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας ΚΕΦ. 149 όπως άλλωστε παραδέχεται στην αγόρευση του ο συνήγορος της Εναγόμενης
  5. Διερωτάται όμως μήπως η νομιμότητα τους θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96 σχετίζοντας το ερώτημα αυτό με το Τεκμήριο 4, στο κατά πόσο δηλαδή πράγματι ο Ανδρέας Χαχολής γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, αναγνωρίζοντας όμως ότι δεν μπορεί να προβληθεί και να επιτύχει τέτοια θέση αφού δεν προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία, το οποίο υπέγραψε στην ανάγκη να προβεί σε πώληση. Και να υπήρχε τέτοια μαρτυρία δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη 2 να καταφύγει και να επικαλεσθεί τις πρόνοιες του Νόμου 93(Ι)/96 αφού ο Νόμος προστατεύει μόνο φυσικό πρόσωπο που είναι καταναλωτής όπως ορίζεται στο Νόμο αυτό και η Εναγόμενη 2 δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ας λεχθεί εδώ ότι και ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197(Ι)/2003 προστατεύει μόνο φυσικό πρόσωπο. Με αναφορά στο Τεκμήριο 5 στο οποίο αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 απαλλάσσεται της εγγύησης στην περίπτωση μεταβίβασης της κατοικίας στον Εναγόμενο 1 και ταυτόχρονης πρώτης υποθήκης τούτης προς όφελος της Ενάγουσας και στη σύμβαση πώλησης Τεκμήριο 6(Α) και δη στον όρο 12 που προβλέπει την υποχρέωση της Εναγομένης 2 να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για την κατοικία μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του 2014, η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού δεν κλήθηκε η Εναγόμενη 2 να συμμορφωθεί με τον όρο 12 και έτσι ταυτόχρονα επηρεάσθηκαν τα δικαιώματα της που πηγάζουν από το Τεκμήριο 5, αφού η ευθύνη της ως εγγυήτρια μορφώνεται από τους συμφωνηθέντες όρους των δύο ως άνω τεκμηρίων και ανεξάρτητα από την οφειλή του Εναγομένου 1 και έπρεπε η Ενάγουσα να περιμένει μέχρι την παρέλευση του τέλους Ιανουαρίου 2014 και αφού δεν εκδίδετο ξεχωριστός τίτλος τότε να στραφεί εναντίον της Εναγομένης
  6. Έρεισμα των πιο πάνω εισηγήσεων είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η εγγύηση που δόθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 είναι εγγύηση τίτλου, γεγονός που επιβεβαίωσαν, οι ΜΕ2 και 3 με τη μαρτυρία τους, ως είναι η άποψη και όπως την ερμηνεύει η υπεράσπιση, ότι η τράπεζα απάλλασσε τον Developer με την έκδοση του τίτλου. Η εισήγηση όμως αυτή έστω και αν προέρχεται από μάρτυρες της Ενάγουσας παραπέμπει σε εξωγενή μαρτυρία για άλλη προφορική υπάλληλη συμφωνία όπως είναι σχετικός ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης της. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Στην υπόθεση Πολυκάρπου v. Πολυκάρπου
(1982)1 C.L.R. 182, 196 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο νόμο της απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές." Ο κανόνας αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι άκαμπτος γιατί τότε θα οδηγούσε σε αδικίες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίζει (α) την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και (β) την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Πολυκάρπου ανωτέρω, Χρ. Σολομωνίδης και αδελφοί Λτδ v Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 355, Victor Onega A.G, v 1) Του πλοίου Μ/V Girvas
(2000)1 AAΔ 16 και Belcy Company Ltd v Ζένιου Λουκά
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 871, 881). Οι εξαιρέσεις, αν και δύσκολο να καθοριστούν, μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτές που αναφέρονται, (α) στην εγκυρότητα της συμφωνίας (β) στην πραγματική φύση της συναλλαγής (γ) στην ιδιότητα των συμβαλλομένων (δ) σε συνακόλουθη υποχρέωση και (ε) σε ερμηνεία ενός εγγράφου. Κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η πιο πάνω εισήγηση παραγνωρίζει το σκοπό της σύμβασης εγγύησης. Ο κύριος βασικός και σημαντικότερος σκοπός της υπό εξέταση σύμβασης εγγύησης και του Τεκμήριου 5 είναι η εκπλήρωση της υποχρέωσης του Εναγόμενου 1 που έχει ο τελευταίος δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, την οποία υπηρετεί η σύμβαση εγγύησης. Η απαλλαγή της Εναγόμενης 2 σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 που μπορούσε να επέλθει, εκτός από την εξόφληση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα και με την συντέλεση της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου και μεταβίβασης στον Εναγόμενο 1 και ταυτόχρονης πρώτης υποθήκης του προς όφελος της Ενάγουσας, δεν είναι τυχαία αφού ο Εναγόμενος 1 λάμβανε δάνειο χωρίς να παραχωρήσει καμία εξασφάλιση στην Ενάγουσα, ενώ τα χρήματα από το δάνειο κατέληγαν στην Εναγόμενη 2 άμεσα με την εκταμίευση τους από την Ενάγουσα. Η υποθήκη της κατοικίας που συμπεριλήφθηκε στο Τεκμήριο 5 προς όφελος της Ενάγουσας ήταν το αντιστάθμισμα στην ανύπαρκτη εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 1 του δανείου που λάμβανε από την Ενάγουσα για να μη δύναται από τη μια η Εναγομένη 2 να το μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 και η Ενάγουσα να παρέμενε χωρίς καμία εξασφάλιση και από την άλλη η μη υλοποίηση των προνοούμενων στο Τεκμήριο 5 να καθιστά υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο την Εναγομένη 2, που σε τελική ανάλυση αυτή βοηθείτο από την Ενάγουσα για την πώληση της κατοικίας στον Εναγόμενο 1 ο οποίος τίποτε δεν πρόσφερε στην Ενάγουσα για εξασφάλιση όταν λάμβανε το δάνειο. Άλλωστε πιο νόημα θα είχε η εγγύηση για την Ενάγουσα αν η εγγύηση της Εναγομένης 2 ήταν μόνο για την έκδοση του τίτλου της κατοικίας, όπως, εισηγείται η υπεράσπιση, αφού από μόνη της η έκδοση του τίτλου δεν θα είχε να προσφέρει τίποτε στην Ενάγουσα. Μόνο με την υλοποίηση των τριών πιο πάνω γεγονότων και δη της υποθήκευσης του ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας αποκτούσε σημασία το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 για την Ενάγουσα, αφού έτσι θα μπορούσε να το πωλήσει και να ικανοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της οφειλής προς αυτή. Οι σχετικές αναφορές των μαρτύρων ΜΕ2 και 3 ότι η τράπεζα απάλλασσε τον Developer με την έκδοση του τίτλου είναι η απλοϊκή έκφραση των πιο πάνω που δεν πρέπει να αντικρυστούν μεμονωμένα αλλά στο σύνολο τόσο της μαρτυρίας τους, που στην περίπτωση του ΜΕ3 αναφέρεται σε «εξασφάλιση τούτης της διευκόλυνσης που αγόραζες το σπίτι και για το ποσό τούτο ..» και σε απαλλαγή μετά την υποθήκευση, όσο και της υπόλοιπης μαρτυρίας, και που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα με σαφήνεια και ρητό τρόπο αναφερόμενα στο Τεκμήριο 5 με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω για την εξωγενή μαρτυρία αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για άλλη παράλληλη προφορική συμφωνία περί τούτου. Ακόμα ένα ισχυρό στοιχείο για την πιο πάνω ερμηνεία της σύμβασης εγγύησης, ότι δηλαδή πρόκειται για σύμβαση εξασφάλισης χρηματικής υποχρέωσης, είναι η απόφαση της Εναγομένης 2, Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρεται ότι αποφασίζει ομόφωνα όπως «η εταιρεία παραχωρήσει την εταιρική σύμβαση για €175.434,00 .. πλέον τόκους προς την Τράπεζα ως εξασφάλιση των προαναφερόμενων διευκολύνσεων που έχουν παραχωρηθεί .. από την Τράπεζα». Επίσης άμεσα σχετική είναι και η παράγραφος 3 του Τεκμηρίου
  1. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Επίσης η εισήγηση ότι θα έπρεπε η Ενάγουσα να καλέσει την Εναγόμενη 2 να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για την κατοικία μέχρι τον Ιανουάριο του 2014, όπως προβλεπόταν στον όρο 12 της σύμβασης πώλησης, Τεκμήριο 6(Α), και αφού δεν εξέδιδε τίτλο τότε μόνο να προχωρούσε με αγωγή εναντίον της, παραγνωρίζει πρώτον ότι η Ενάγουσα δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης πώλησης και οι οποίες πρόνοιες της αφορούν αποκλειστικά και μόνο την Εναγομένη 2 και τον Εναγόμενο 1 και δεύτερο ότι η σύμβαση εγγύησης ως σύμβαση που υπηρετεί τη σύμβαση δανείου και παραχωρήθηκε για εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού, ο οποίος κοινοποιήθηκε και σε αυτή και την έθετε προ των ευθυνών της που εκπηγάζουν από τη σύμβαση εγγύησης, αυτόματα καθίστατο υπόλογη στις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που ανέλαβε με την σύμβαση εγγύησης. Έπεται ότι η σχετική κύρια εισήγηση όπως και οι άλλες παρεμφερείς εισηγήσεις της Εναγομένης 2 για την σύμβαση εγγύησης δεν μπορούν να βρουν έρεισμα και απορρίπτονται. Τέλος, σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν προϊόν δόλου, πλάνης, απάτης ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 2 αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει τέτοια εισήγηση. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση. Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου της Εναγομένης 1 ότι δεν αποδείχθηκε η οφειλή γιατί η μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα δια μέσου της ΜΕ1 για απόδειξη του ποσού της αξίωσης δεν συνάδει ή δεν είναι σύμμορφη με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9 πρέπει πρώτα να επισημανθεί ότι δεν είναι ορθό ότι στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμήριο 9, περιλαμβάνονται πράξεις μόνο από 31/10/10 μέχρι 30/9/
  2. Η πραγματικότητα είναι ότι στη τελευταία από τις τρεις καταστάσεις περιέχονται πράξεις για την πιο πάνω περίοδο. Το Τεκμήριο 9, περιλαμβάνει άλλες δύο ξεχωριστές καταστάσεις λογαριασμού, μια για το έτος 2008 στην οποία όμως φαίνεται ότι επιβλήθηκαν τόκοι επί του ποσού των €175.434,00 αντί επί του ποσού των €153.505,48 που πραγματικά εκταμιεύθηκε και μια για το έτος
  3. Το λάθος αυτό οδηγεί κατ' επέκταση και σε λανθασμένο ύψος του οφειλόμενου ποσού. Μετά παρατηρώ ότι πράγματι η ΜΕ1 δεν ανάφερε στη δήλωση - κατάθεση της ότι προέβη σε σύγκριση της αρχικής καταχώρησης με τα αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμών και διαπίστωσε ότι είναι ορθά ή ανάφερε ότι έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώρηση. Όμως δεν χρειάζεται να λεχθούν ακριβώς οι πιο πάνω συγκεκριμένες φράσεις για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έγινε τέτοια σύγκριση και τέτοιος έλεγχος. Είναι αρκετό αν συνάγεται από τα συμφραζόμενα στη μαρτυρία της μάρτυρας ότι αυτό έγινε, όπως στην περίπτωση μας, που εξάγεται τούτο από τον συνδυασμό αυτών που αναφέρει η ΜΕ1 στις παρ. 10 και 29 της δήλωσης-κατάθεσης της, αφού στην παρ. 10 αναφέρεται σε παρακολούθηση των καταστάσεων λογαριασμών που παραπέμπει σε έλεγχο και σύγκριση των καταστάσεων που σύμφωνα με την παρ. 29 εκτυπώθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας. Πέραν τούτου όμως, έχει αποδειχθεί, και ουσιαστικά έχει γίνει παραδεκτό, από τη γραμμή αντεξέτασης, ότι εκταμιεύθηκε το ποσό των €153.505,48 και καταβλήθηκε στην Εναγομένη
  4. Όσον αφορά την αύξηση του επιτοκίου, αν και ένεκα της πιο πάνω διαπίστωσης ότι ο τόκος επιβάλλετο επί του ποσού των €175.434,00 είναι χωρίς σημασία πλέον, ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 7, αυτή έγινε δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 και σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου και βέβαια με αντανάκλαση στη σύμβαση εγγύησης η οποία υπηρετεί τη σύμβαση δανείου εκτός αν στη σύμβαση εγγύησης προνοείτο διαφορετικά. Ως εκ των πιο πάνω θα συμφωνήσω με τον κ. Λάντο ότι η απόφαση για το ύψος του ποσού θα πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των €153.505,48, το οποίο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι πραγματικά εκταμιεύθηκε. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επί του ποσού αυτού είναι ο νόμιμος τόκος από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής ήτοι από 3/5/11, ως ήταν η άλλη εισήγηση του κ. Λάντου. Με την απόρριψη των λόγων για την αποδοχή υπό προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων της παρ. 13 της αξίωσης που έθετε η υπεράσπιση, ελλείπει και οιοσδήποτε λόγος γιατί να μην εκδοθούν. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €153.505,48 με νόμιμο τόκο από 3/5/11 καθώς επίσης και των διαταγμάτων που αξιώνει στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 για το ποσό των €153.505,48 πλέον νόμιμο τόκο από τις 13/5/11 μέχρι εξόφλησης καθώς και διατάγματα ως η παρ. 13Γ - 13Η της αξίωσης πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκεί που τα έξοδα είναι κοινά με την ανταπαίτηση, τα οποία ήδη επιβαρύνθηκε η Εναγόμενη 2 όταν ζήτησε να την αποσύρει άνευ βλάβης, θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.