KATALYMATA ESTATES LTD ν. Αντώνη Χρίστου Γέριμου εξ Αγίας Νάπας ως Διαχειριστή της περιουσίας της Φλουρέντζας Παναγιώτου κ.α., Αρ.αγωγής: 437/2006, 9/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A68 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 437/2006 Μεταξύ: KATALYMATA ESTATES LTD Eναγόντων και
- Φλουρέντζα Αντώνη
- Μαρία Νικόλα (Μαρία Αντώνη Παυλή, σύζυγος Νικόλα Μελή Καλλένου)
- Νικόλας Αντώνη Τσόκκος
- Ανδριανή Χαμπή, (Ανδριανή Αντώνη Παυλή σύζυγος Xαράλαμπου Γεωργίου Γέριμου)
- Λουκία Σπύρου (Λουκία Γεωργίου Παυλή, σύζυγος Σπύρου Χ"Χριστοδούλου)
- Χριστόδουλον Θ. Πιτσιρήν ως Διαχειριστήν της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου
- Τσόκκου Παύλου Ελλάδα, σύζυγος Χριστόδουλου Πιτσίρη (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού, σύζυγος Αντώνη Zάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος 10.Μαρίας Φλουρή (Μαρία Βασίλη Πετρή, σύζυγος Νικόλα Φλουρή) 11.Βαρβάρα Νικόλα Φλουρή, σύζυγος Θεόδωρου Περικλέους (θυγατέρα της Μαρίας Φουρή) Εναγομένων ------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.12.2010 Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Συνεδριάζοντος στη Λάρνακα) Μεταξύ: KATALYMATA ESTATES LTD Eναγόντων και
- Φλουρέντζα Αντώνη (Φλουρέντζα Γεωργίου Βασίλη, σύζυγος Αντώνη Ανδρέα Παναγιώτη)
- Μαρία Νικόλα (Μαρία Αντώνη Παυλή, σύζυγος Νικόλα Μελή Καλλένου)
- Νικόλας Αντώνη Τσόκκος
- Ανδριανή Χαμπή (Ανδριανή Αντώνη Παυλή, σύζυγος Χαράλαμπου Γεωργίου Γέριμου)
- Λουκία Σπύρου (Λουκία Γεωργίου Παυλή, σύζυγος Σπύρου Χ"Χριστοδούλου)
- Χριστόδουλον Θ. Πιτσιρήν ως Διαχειριστήν της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου
- Τσόκκου Παύλου Ελλάδα,σύζυγος Χριστόδουλου Πιτσίρη (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού, σύζυγος Αντώνη Ζάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος 10.Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως Διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή (Μαρίας Βασίλη Πετρή συζύγου Νικόλα Φλουρή) 11.Βαρβάρα Νικόλα Φλουρή Εναγομένων -------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 6.5.2011 Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Συνεδριάζοντος στη Λάρνακα) Μεταξύ: KATALYMATA ESTATES LTD Eναγόντων και
- Φλουρέντζα Αντώνη (Φλουρέντζα Γεωργίου Βασίλη, σύζυγος Αντώνη Ανδρέα Παναγιώτη)
- Μαρία Νικόλα (Μαρία Αντώνη Παυλή, σύζυγος Νικόλα Μελή Καλλένου)
- Νικόλας Αντώνη Τσόκκος
- Ανδριανή Χαμπή (Ανδριανή Αντώνη Παυλή, σύζυγος Χαράλαμπου Γεωργίου Γέριμου)
- Λουκία Σπύρου (Λουκία Γεωργίου Παυλή, σύζυγος Σπύρου Χ"Χριστοδούλου)
- Χριστόδουλον Θ. Πιτσιρήν ως Διαχειριστήν της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου
- Τσόκκου Παύλου Ελλάδα,σύζυγος Χριστόδουλου Πιτσίρη (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού,σύζυγος Αντώνη Ζάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος 10.Βαρβάρα Θ. Περικλέους ως Διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή (Μαρίας Βασίλη Πετρή συζύγου Νικόλα Φλουρή) 11.Βαρβάρα Νικόλα Φλουρή, σύζυγος Θεόδωρου Περικλέους (θυγατέρα της Μαρίας Φλουρή) Εναγομένων --------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 6.2.2012 Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Συνεδριάζοντος στη Λάρνακα) Μεταξύ: KATALYMATA ESTATES LTD Eναγόντων και
- Αντώνη Χρίστου Γέριμου εξ Αγίας Νάπας ως Διαχειριστή της περιουσίας της Φλουρέντζας Παναγιώτου
- Μαρία Νικόλα (Μαρία Αντώνη Παυλή, σύζυγος Νικόλα Μελή Καλλένου)
- Νικόλας Αντώνη Τσόκκος
- Ανδριανή Χαμπή (Ανδριανή Αντώνη Παυλή, σύζυγος Χαράλαμπου Γεωργίου Γέριμου)
- Λουκία Σπύρου (Λουκία Γεωργίου Παυλή, σύζυγος Σπύρου Χ"Χριστοδούλου)
- Χριστόδουλον Θ. Πιτσιρήν ως Διαχειριστήν της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου
- Τσόκκου Παύλου Ελλάδα,σύζυγος Χριστόδουλου Πιτσίρη (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού,σύζυγος Αντώνη Ζάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος 10.Βαρβάρα Θ. Περικλέους ως Διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή (Μαρίας Βασίλη Πετρή συζύγου Νικόλα Φλουρή) 11.Βαρβάρα Νικόλα Φλουρή, σύζυγος Θεόδωρου Περικλέους (θυγατέρα της Μαρίας Φλουρή) Εναγομένων ----------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 7.11.2013 Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Συνεδριάζοντος στη Λάρνακα) Μεταξύ: KATALYMATA ESTATES LTD Eναγόντων και
- Αντώνη Χρίστου Γέριμου εξ Αγίας Νάπας ως Διαχειριστή της περιουσίας της Φλουρέντζας Παναγιώτου
- Μαρία Νικόλα (Μαρία Αντώνη Παυλή, σύζυγος Νικόλα Μελή Καλλένου)
- Αδάμος Λάντος ως διαχειριστής της περιουσίας του Νικόλα Αντώνη Τσόκκου
- Ανδριανή Χαμπή (Ανδριανή Αντώνη Παυλή, σύζυγος Χαράλαμπου Γεωργίου Γέριμου)
- Λουκία Σπύρου (Λουκία Γεωργίου Παυλή, σύζυγος Σπύρου Χ"Χριστοδούλου)
- Χριστόδουλον Θ. Πιτσιρήν ως Διαχειριστήν της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου
- Τσόκκου Παύλου Ελλάδα,σύζυγος Χριστόδουλου Πιτσίρη (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού,σύζυγος Αντώνη Ζάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου)
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος
- Βαρβάρα Θ. Περικλέους ως Διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή (Μαρίας Βασίλη Πετρή συζύγου Νικόλα Φλουρή)
- Βαρβάρα Νικόλα Φλουρή, σύζυγος Θεόδωρου Περικλέους (θυγατέρα της Μαρίας Φλουρή) Εναγομένων ----------------------- Ημερ.: 9.9.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: Κ.Χατζηιωάννου για Α.Κ.Χατζηιωάννου & Υιοί Για τον Εναγόμενο 1: Χ.Κυριακίδης με Α.Αλέξη (κα) για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2 - 8, 10 και 11: Μ.Χατζηκωνσταντή (κα) για Γ.Φ.Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 9: Α.Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα γενικά οπισθογραφημένο την 19.7.
- Η Ενάγουσα Εταιρεία αξίωνε την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση κτήματος στην Αγ.Νάπα που, κατά τη θέση της, αγόρασε το 1979 από τους αρχικούς Εναγόμενους 1 - 5, 9 και 10 και τον Παύλο Αντώνη Τσόκκο συνιδιοκτήτες του και διαζευκτικά αποζημιώσεις . Ο Παύλος Αντώνη Τσόκκος είχε ήδη αποβιώσει από 15.2.1988 και ενάγεται ο διαχειριστής της περιουσίας του, Εναγόμενος
- Οι Εναγόμενες 7 και 8 είναι οι θυγατέρες του αποβιώσαντος επ΄ ονόματι των οποίων μεταβιβάστηκε την 19.8.1998 το μερίδιο του αποβιώσαντος μετά το θάνατο του. Η Εναγόμενη 11 ενάγεται γιατί σε αυτήν είχε η αρχική Εναγόμενη 10 από το 1992 μεταβιβάσει το μερίδιο της. Αυθημερόν με την καταχώριση της αγωγής καταχωρίστηκε αίτηση για συντηρητικό διάταγμα που εξεδόθηκε την επομένη και που απαγόρευε στους Εναγόμενους 1 - 5, 9 και 11 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τα μερίδια τους. Εναντίον των Εναγομένων 6 - 8 και 10 η αίτηση αποσύρθηκε την ίδια ημέρα. Την 15.9.2006 το διάταγμα κατέστηκε απόλυτο για τους Εναγόμενους 2 - 5 και 11 και αποσύρθηκε για τον Εναγόμενο 9, ενώ την 27.9.2006 κατέστηκε απόλυτο και για την τότε Εναγόμενη
- Εκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε πέραν των δύο χρόνων μετά, την 29.10.2008, με τη δικογραφία να συμπληρώνεται στις 2.11.
- Η αρχική Εναγόμενη 10 είχε όμως ήδη αποβιώσει από το 2004, πριν την καταχώριση της αγωγής, οπόταν υφίστατο ανάγκη για τις σχετικές τροποποιήσεις τόσο στον τίτλο όσο και στο σώμα της αγωγής. Την 21.12.2010 εγκρίθηκε τροποποίηση ώστε να ενάγεται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστής της και την 6.5.2011 νέα τροποποίηση με την οποία να ενάγεται ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης η Εναγόμενη
- Είχε και η αρχική Εναγόμενη 1 ήδη αποβιώσει από το
- Προδήλως αυτό κατέστηκε μεταγενέστερα των άλλων αιτήσεων γνωστό στην Ενάγουσα, που την 19.1.2012 καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης και το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε την 6.2.
- Το Σεπτέμβριο του 2012 απεβίωσε και ο αρχικός Εναγόμενος
- Αίτηση για σχετική τροποποίηση καταχωρίστηκε την 23.10.2013 και εγκρίθηκε την 7.11.
- Κατά καιρούς μετά τις τροποποιήσεις καταχωρούνταν διάφορα δικόγραφα. Η δικογραφία στη βάση της οποίας διεξάχθηκε η δίκη είναι: - Εκθεση Απαίτησης ημερ. 3.12.2013 - Εκθεση Υπεράσπισης Εναγόμενου 1 ημερ. 10.12.2013 - Εκθεση Υπεράσπισης Εναγομένων 2 - 8, 10 και 11 ημερ. 11.5.2011 (δεν καταχωρίστηκε έκτοτε άλλη) - Εκθεση Υπεράσπισης Εναγόμενου 9 ημερ. 11.12.2013 Με τα πιο πάνω δεδομένα δεν πρέπει να προκαλεί αίσθηση γιατί η δίκη άρχισε την 11.2.2014, 7½ χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής. Το επίδικο κτήμα είναι το τεμάχιο 133 με χωρομετρική αναφορά 2 - 292 - 373/8/133, τοποθεσία Παλαιόν Χωρκόν στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου (παλαιά εγγραφή τεμάχιο 107, Φ/Σχ 4223). Είναι η θέση της Ενάγουσας πως το αγόρασε με γραπτή συμφωνία ημερ. 25.11.1979 (Τεκμήριο 4) από τους τότε ιδιοκτήτες του, αρχικούς Εναγόμενους 1 - 5, 9 και 10 και τον Παύλο Αντώνη Τσόκκο. Ακόμα και με την τελευταία Εκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα αξίωνε πέρα από αποζημιώσεις και την επ΄ ονόματι της εγγραφή του κτήματος. Εγκατέλειψε, όμως, αυτή τη θεραπεία, περιοριζόμενη σε αποζημιώσεις, με δήλωση των δικηγόρων της κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας την 11.2.
- Είναι η θέση της Ενάγουσας πως μέχρι τον Ιούνιο του 1981 είχε εξοφλήσει τους πωλητές, όμως, ουδέποτε το κτήμα μεταβιβάστηκε στο όνομα της και παρά το ότι οι ιδιοκτήτες υπόγραψαν ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο για να διενεργηθεί η μεταβίβαση, αυτή δεν κατέστηκε εφικτή γιατί οι ιδιοκτήτες δεν εξασφάλιζαν τις αναγκαίες φοροαπαλλαγές. Την 2.9.2005 η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της κάλεσε τους πωλητές να ορίσουν ημέρα μεταβίβασης του κτήματος και με νέα επιστολή της ημερ. 28.3.2006 τους κάλεσε στο Κτηματολόγιο για να της το μεταβιβάσουν. Ακολούθησε δεύτερη επί τούτου επιστολή της ημερ. 30.5.2006, επίσης χωρίς ανταπόκριση. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η εκ μέρους των πωλητών διάρρηξη της συμφωνίας έγινε τον Απρίλιο - Ιούνιο του 2006 όταν η αξία του κτήματος ήταν £287.
- Εφόσον το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε αξιώνεται ολόκληρο το πιο πάνω ποσό. Δικογραφείται ακόμα πως η «σημερινή αξία είναι πέραν των £500.000», ποσό που διεκδικείται μάλλον διαζευκτικά. Καταλογίζεται στον Εναγόμενο 6 ότι ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Αντώνη Τσόκκου μεταβίβασε το μερίδιο του στο επίδικο κτήμα στις δύο θυγατέρες του αποβιώσαντα, Εναγόμενες 7 και 8, γνωρίζοντας για την ύπαρξη της επίδικης πώλησης. Όμως, δεν υπάρχει ισχυρισμός για δόλο ή απάτη εκ μέρους του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Εναγόμενης 11, η οποία αποδέχθηκε το 1992 την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση του μεριδίου της μητέρας της αρχικής Εναγόμενης
- Στις Εναγόμενες 7 και 8 δεν καταλογίζεται ότι αποδεχόμενες τις επ΄ ονόματι τους μεταβιβάσεις ενήργησαν δόλια, ούτε καν ότι γνώριζαν για την επίδικη πώληση. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι η αρχική Εναγόμενη 1 Φλουρέντζα Αντώνη ή Παναγιώτου πώλησε στην Ενάγουσα το μερίδιο της ή ότι εισέπραξε από αυτή οιοδήποτε ποσό ή ότι υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο. Οι Εναγόμενοι 2 - 8, 10 και 11 διαφωνούν με το περιεχόμενο της παραγρ.2 της Εκθεσης Απαίτησης όπου δικογραφείται ο καταρτισμός της συμφωνίας και η εξόφληση του τιμήματος πώλησης, όμως από το περιεχόμενο των παραγράφων 11 - 13 της Εκθεσης Υπεράσπισης τους, προκύπτει ότι αποδέχονται την αγοραπωλησία η οποία, όμως, «είχε ματαιωθεί για όλους προ του 1988 γιατί οι Ενάγοντες δεν είχαν εξοφλήσει το τίμημα, επέδειξαν αδιαφορία και εθεώρησαν τη συναλλαγή ματαιωθείσα». Δικογραφείται ακόμα πως η συναλλαγή «ματαιώθηκε περί το 1988 ή και το 1991 ή και 1992». Ο Εναγόμενος 9 αποδέχεται την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και το συμφωνηθέν τίμημα, όμως αγνοεί και αρνείται ότι αυτό εξοφλήθηκε. Παραδέχεται ακόμα την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου. Αρνείται ότι είναι υπαίτιος για τη μη μεταβίβαση του κτήματος στην Ενάγουσα προς την οποία επιρρίπτει γενικά την ευθύνη. Φαίνεται να αποδέχεται την προς αυτόν επίδοση της επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 2.9.2005, όχι όμως τις επιστολές ημερ. 28.3.2006 και 30.5.
- Ως αποτέλεσμα της δικογραφίας και του περιορισμού των αξιώσεων της Ενάγουσας τα κεφαλαιώδη επίδικα ζητήματα καθορίζονται ως ακολούθως: - Κατά πόσο η Φλουρέντζα Aντώνη ή Παναγιώτου (αποβιώσασα, αρχική Εναγόμενη 1) υπόγραψε και συμβλήθηκε με την Ενάγουσα με τη συμφωνία της 25.11.
- - Κατά πόσο υπήρξε διάρρηξη της συμφωνίας από τους πωλητές ή οποιοδήποτε από αυτούς. - Εάν ναι, πότε έγινε η διάρρηξη της συμφωνίας, και - Ποια ήταν η αξία του κτήματος κατά το χρόνο της διάρρηξης. Ο Κυριάκος (Κίκης) Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμήριο 1), διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου από τα πρώτα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή. Ο ίδιος, εκπροσωπώντας την Ενάγουσα, κατέληξε σε συμφωνία με μεσάζοντες εκ μέρους των πωλητών για την αγορά του κτήματος. Όπως ανέφερε, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από τους πωλητές. Το αγοραπωλητήριο (φωτοαντίγραφο του - Τεκμήριο 4) του προσκομίστηκε από τους δικηγόρους του υπογραμμένο από τους πωλητές. Ολες οι πληρωμές προς τους πωλητές έγιναν από τους δικηγόρους του εκτός από τις πληρωμές για την πωλήτρια Μαρία Φλουρή (αποβιώσασα, αρχική Εναγόμενη 10). Τα ποσά που της αναλογούσαν πλήρωσε ο Κωνσταντίνου στην θυγατέρα της, Εναγόμενη 11, κατόπιν δικής της παράκλησης αφού είχε επικαλεστεί οικονομική ανάγκη της οικογένειας της. Μάλιστα την πρώτη δόση εισέπραξε προκαταβολικά. Η Εναγόμενη 11 ήταν τότε Γραμματέας του Συμβουλίου Βελτιώσεως της Αγίας Νάπας όπου ο Κωνσταντίνου δραστηριοποιείτο και προφανώς δεν ήθελε να τη δυσαρεστήσει. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ο Κωνσταντίνου σε προσπάθειες της Εναγόμενης 11 να του προσφέρει εκδούλευση σε σχέση με το επίδικο κτήμα που θα αγόραζε. Ο Αντώνης Καράς (Μ.Ε.2) ήταν ο δικηγόρος της Ενάγουσας από της συστάσεως της το 1979 μέχρι και το 1984 - 1985 που ανέλαβε ο δικηγόρος Στέλιος Δρυμιώτης (Μ.Ε.4). Το αγοραπωλητήριο έγγραφο συντάχθηκε στο γραφείο του κατόπιν οδηγιών του Κωνσταντίνου. Η υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από τους πωλητές έλαβε χώρα στην Αγία Νάπα, στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου Nissi Beach, συμφερόντων του Κωνσταντίνου, στην παρουσία του Καρά που υπόγραψε και ως επιβεβαιωτής - μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων. Ο άλλος επιβεβαιωτής - μάρτυρας ήταν κάποιος Χρ.Ασσιώτης. Επιβεβαίωσε ο Καράς πως ο Κωνσταντίνου δεν ήταν παρών. Είχε προηγουμένως, την ίδια ημέρα, υπογράψει το έγγραφο, παραδίδοντας το στον Καρά στον οποίο ανέθεσε να εξασφαλίσει τις υπογραφές των πωλητών και να πληρώσει στον καθένα την προκαταβολή. Ο Καράς αντεξετάστηκε από το δικηγόρο του Εναγόμενου 1 αναφορικά με το κατά πόσο η Φλουρέντζα υπόγραψε το αγοραπωλητήριο. Μεταφέρω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τα πρακτικά: «E. Την Εναγόμενη 1, Φλουρέντζα Αντώνη, τη θυμάστε; A. Ναι. E. Της δώσατε εσείς προσωπικά, είστε βέβαιος για αυτό, χρήματα για αυτή τη δοσοληψία; A. Ναι, είμαι βέβαιος. E. Και στις τρεις περιπτώσεις που λέτε; A. Και στις τρεις περιπτώσεις. E. Είστε βέβαιος; A. Είμαι βέβαιος κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Η Φλουρέντζα ήρθε. Πρέπει να έχει το μεγαλύτερο μερίδιο.» Και «A. Που τζιαμέ μου έδωσαν την εντύπωση ότι μεταξύ τους, εν πάση περιπτώσει θέμα δικό τους, αλλά εμένα μου έδωσαν την εντύπωση ότι δεν περνούσαν καλά μεταξύ τους. Εάν όταν φώναξα Φλουρέντζα Αντώνη ήρθε κάποια άλλη και είπε είναι η Φλουρέντζα Αντώνη και υπέγραψε, αυτό είναι θέμα, δεν έπιασα την ταυτότητα της να το κοιτάξω, αλλά η Φλουρέντζα Αντώνη όταν την κάλεσα να υπογράψει, υπέγραψε ενώπιον μου. Όπως όλες οι υπογραφές και όλα τα χέρια τους έμπαιναν στην παρουσία μου. E. Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά στη ζωή σας που είδατε κάποια που σας είπε είναι η Φλουρέντζα Αντώνη; A. Κοίταξε, στα χωριά η Φλωρεντία λέγεται Φλουρεντζού, η Αννεζού και ούτω καθ' εξής. Δηλαδή το προσωπικό της όνομα ολόκληρο ένα είναι έτσι, έτσι τη φώναξα. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Ναι, αλλά όταν σηκώστηκε μια γυναίκα και ήρθε, εσείς ξέρατε ότι‑‑ A. Και εγώ ήξερα ότι αυτή είναι η Φλουρέντζα και οι διπλανοί ήξεραν ότι είναι η Φλουρέντζα. Κανένας δεν είπε ή να χαμογελάσει και να δείξει ότι αυτή η γυναίκα δεν είναι έτσι. Αυτή η γυναίκα που φώναξα και ήξερα Φλουρέντζα, ήρθε και υπόγραψε. Υπόγραψε στην παρουσία μου, όπως όλοι υπόγραψαν στην παρουσία μου. Άλλοι υπέγραψαν, άλλοι έβαλαν τα δάκτυλα τους. Ο κ. Κυριακίδης συνεχίζει: E. Η ερώτηση μου ήταν όμως εάν τη συναντήσατε προηγουμένως και ξέρατε. A. Ναι κύριε. E. Άρα γιατί αμφισβητείτε αφού την ξέρατε; A. Λέω εάν σηκώστηκε κάποιος άλλος εάν ήρθε κάποια άλλη που της έμοιαζε, εάν θέλεις να μου πεις κάτι τέτοιο κτλ. Αλλά αυτή η γυναίκα την οποία ήξερα Φλουρεντζού εν πάση περιπτώσει ήρθε και υπόγραψε. E. Εγώ σας λέω δεν τη γνωρίζατε αυτή τη γυναίκα, ποτέ δεν την είχατε συναντήσει, ποτέ σας. A. Η Αγία Νάπα τότε ήταν 300 κάτοικοι. Δίπλα που το Παραλίμνι, δηλαδή δεν υπήρχε περίπτωση να μην ξέρεις τον Α, τον Β, τον Γ.» Αμφισβητήθηκαν κατ΄ ακολουθία και οι πληρωμές προς την Φλουρέντζα, με τον Καρά να εκφράζει βεβαιότητα ότι έγιναν όλες οι πληρωμές σε αυτή, όπως προνοείτο στο αγοραπωλητήριο. Η Ενάγουσα δεν κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Όπως ανέφερε ο Καράς, βασίστηκε στην καλοπιστία των πωλητών. Είναι η θέση του Καρά πως, σύντομα μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου και αφού είχε αρχίσει η ανάπτυξη στην περιοχή, οι πωλητές άρχισαν τα μουρμουρητά προβάλλοντας ότι άλλα κτήματα πωλήθησαν σε μεγαλύτερη τιμή και χωρίς να είναι αρνητικοί στο να ολοκληρωθεί η δικαιοπραξία με τη μεταβίβαση του κτήματος διεκδικούσαν περισσότερα χρήματα. Οι πωλητές προσέγγιζαν τόσο τον Καρά όσο και τον Κωνσταντίνου και οι τελευταίοι τους παρέπεμπαν ο ένας στον άλλο. Προέτρεπαν τον Καρά να πείσει τον Κωνσταντίνου να τους δώσει κάτι παραπάνω για να μεταβιβάσουν το κτήμα. Η επί του προκειμένου μαρτυρία δεν αναφέρεται σε κάποιο ή κάποιους από τους πωλητές συγκεκριμένα. Ούτε αναφέρθηκε τι επ΄ ακριβώς (ποιό περαιτέρω ποσό) ζητούσε ο οποιοσδήποτε. Ο Καράς σύντομα μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου σχημάτισε την εντύπωση ότι η υπόθεση θα έπαιρνε άσχημη πορεία. Ιδιαίτερα, στο στάδιο που οι πωλητές δεν ανταποκρίνονταν στο να εισπράξουν την τελευταία δόση. Ο Καράς αισθανόταν εκτεθειμένος αφού δεν είχε καταθέσει το αγοραπωλητήριο στο Κτηματολόγιο, και διατηρούσε μια αμυντική θέση προσπαθώντας να καλοπιάσει τους πωλητές. Οι ελπίδες του για αίσια κατάληξη αναπτερώθηκαν μετά την υπογραφή σχετικού πληρεξουσίου από τους συνιδιοκτήτες. Είναι η θέση του Καρά πως σε όλες τις περιπτώσεις που πλήρωνε τους πωλητές λάμβανε ξεχωριστή από τον κάθε ένα απόδειξη. Τόσο κατά την πληρωμή της πρώτης δόσης κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου, όσο και κατά την πληρωμή της ενδιάμεσης και της τελευταίας δόσης. Ολες οι πληρωμές έγιναν από τον ίδιο. Οι αποδείξεις φυλάττονταν στο φάκελο της υπόθεσης που διατηρούσε στο γραφείο του. Όταν ο Κωνσταντίνου ανάθεσε τις υποθέσεις του περιλαμβανομένης και της επίδικης σε άλλο δικηγόρο, όλοι οι σχετικοί φάκελοι τοποθετήθηκαν σε κιβώτια και παραλήφθηκαν από απεσταλμένο του Κωνσταντίνου. Αυτό έγινε γύρω στο 1984 με
- Ο Καράς κράτησε αντίγραφα των αποδείξεων. Κατά πόσο τα αντίγραφα απωλέσθηκαν ή ευρίσκονται κάπου στην αποθήκη του γραφείου του δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει. Κανένας δεν τα ζήτησε από τον ίδιο. Ο Καράς μαρτύρησε πως είχε θετική θύμηση ότι πληρώθηκαν από τον ίδιο στους πωλητές όλα τα ποσά που προνοούσε η συμφωνία, εκτός της περίπτωσης της μητέρας της Εναγόμενης 11, για την οποία οι πληρωμές έγιναν από τον Κωνσταντίνου. Παρουσιάστηκε φωτοαντίγραφο πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 13.6.1981 (Τεκμήριο 6), με το οποίο οι πωλητές και κάποια Παρασκευού Αβραάμ Λευτέρη (σύνολο εννέα πρόσωπα) διόριζαν και αποκαθιστούσαν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους τον δικηγόρο Αγάπιο Σταύρου συνεργάτη του Καρά για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει το επίδικο κτήμα στο όνομα της Ενάγουσας. Στο πληρεξούσιο εμπεριέχεται δήλωση των προσυπογράφοντων ότι είχαν πωλήσει το επίδικο κτήμα και είχαν εξοφληθεί πλήρως από την Ενάγουσα. Τις υπογραφές τους επί του πληρεξουσίου βεβαίωνε με δήλωση του ο πρόεδρος της κοινότητας της Αγίας Νάπας Σταύρος Τσόκκος που ήταν και ο ίδιος εκ των πωλητών και ο Εναγόμενος 9 στην παρούσα αγωγή. Ο Τσόκκος δεν κατέθεσε ως μάρτυρας ώστε να επιβεβαιώσει την δική του υπογραφή επί του πληρεξουσίου και ότι οι άλλοι πωλητές υπόγραψαν στην παρουσία του. Δεν πρέπει ωστόσο να διαλάθει της προσοχής ότι ο Τσόκκος είναι Εναγόμενος. Με την Εκθεση Υπεράσπισης του αποδέχεται την υπογραφή του πληρεξουσίου, όμως, με το δικογράφημα του δεν δεσμεύει τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Εάν κατέθετε στη βάση της δικογραφίας του, τότε η μαρτυρία του θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και εναντίον των λοιπών Εναγομένων. Καθίσταται σημαντικό το τι προηγήθηκε της υπογραφής του παρουσιασθέντος πληρεξουσίου. Όπως μαρτύρησε ο Καράς, παρά τις τηλεφωνικές του ειδοποιήσεις και σχετική επιστολή ημερομηνίας 15.11.1980 (Τεκμήριο 5), οι πωλητές κωλυσιεργούσαν στο να επισκεφθούν το γραφείο του για να εισπράξουν την τρίτη και τελευταία δόση του τιμήματος πώλησης, οπόταν ο ίδιος επισκέφθηκε την Αγία Νάπα και το σπίτι του καθενός ξεχωριστά καταβάλλοντας τους την τελευταία δόση προς εξόφληση. Στην Μαρία Φλουρή δεν πληρώθηκε κάποιο ποσό αφού για την περίπτωση της υπήρχε άλλη διευθέτηση με τον Κωνσταντίνου. Ο κάθε πωλητής υπόγραφε σχετική απόδειξη και επίσης πληρεξούσιο πανομοιότυπο αυτού που παρουσιάστηκε, με τη διαφορά πως σε εκείνο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος κατονομαζόταν ο Καράς. Όταν εξοφλήθηκαν όλοι οι πωλητές και το πληρεξούσιο ήταν συμπληρωμένο με τις υπογραφές όλων, ο Καράς το παρουσίασε στον Σταύρο Τσόκκο ζητώντας του να πιστοποιήσει τις υπογραφές. Όπως περιγράφει ο Καράς, ο Τσόκκος ανάφερε πως δεν θα μπορούσε να κάμει κάτι τέτοιο αφού οι προσυπογράφοντες δεν είχαν θέσει τις υπογραφές τους στο πληρεξούσιο στην παρουσία του. Εισηγήθηκε στον Καρά να ετοιμάσει άλλο πληρεξούσιο έγγραφο και ο ίδιος θα αναλάμβανε να εξασφαλίσει τις υπογραφές των πωλητών ξανά. Το Τεκμήριο 6 είναι το πληρεξούσιο έγγραφο που ο Τσόκκος παρέδωσε στον Καρά. Σε αυτό κατονομάζεται ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ο Σταύρου, που, όπως προειπώθηκε, ήταν συνεργάτης του Καρά, αφού ο τελευταίος είχε κουραστεί με την υπόθεση και δεν ήθελε να ασχοληθεί περισσότερο. Αμέσως μετά, το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6) παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα, όμως, η μεταβίβαση δεν κατέστηκε εφικτή. Όπως ο Καράς θυμάται το πρόβλημα δεν αφορούσε στην παράλειψη υποβολής κάποιου εγγράφου. Το πρόβλημα αναφέρθηκε και στον Κωνσταντίνου. Είναι η θέση του Καρά πως οι πωλητές εξακολουθούσαν να υπόσχονται ότι θα μεταβίβαζαν το κτήμα και ότι θα διευθετούσαν τα προβλήματα που εμπόδιζαν τη μεταβίβαση. Μετά το 1981 ο Καράς δεν έκαμε άλλη ενέργεια για τη μεταβίβαση του κτήματος. Για λόγους δομής της απόφασης καταγράφω σε αυτό το στάδιο την αποδοχή της μαρτυρίας Καρά, στην οποία κατέληξα λαμβάνοντας υπόψη όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Ο Καράς μου έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και είμαι πεπεισμένος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Αναφορικά με το επί μέρους ζήτημα της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου από τη Φλουρέντζα και των πληρωμών προς αυτή, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Καράς γνώριζε τη Φλουρέντζα και η μαρτυρία του είναι θετική στο ότι το πρόσωπο που υπόγραψε το αγοραπωλητήριο και εισέπραξε το αντίτιμο ήταν η Φλουρέντζα. Η μαρτυρία του Καρά, ότι πανομοιότυπο πληρεξούσιο υπογράφτηκε από τους πωλητές στη δική του παρουσία, είναι άμεση και ουσιώδης. Η μαρτυρία αυτή εξαλείφει τις όποιες αμφιβολίες θα μπορούσαν να υπάρχουν ως εκ του γεγονότος ότι τα περιστατικά που περιγράφονται χρονολογούνται στο
- Εφόσον η ορθότητα της θύμησης του Καρά επιβεβαιώνεται με αναφορά στο γεγονός ότι οι πωλητές υπόγραψαν το πρώτο πληρεξούσιο, τούτο σε συνδυασμό με την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του μάρτυρα οδηγεί σε ασφαλές εύρημα ότι όλοι οι πωλητές είχαν εξοφληθεί. Υπό τις περιστάσεις, η μη παρουσίαση των εκδοθέντων αποδείξεων πληρωμής δεν έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την υπόθεση της Ενάγουσας. Η γραπτή δήλωση του Κωνσταντίνου εμπεριέχει στοιχεία που δεν αντανακλώνται στη διά ζώσης μαρτυρία του και που φαίνεται να εισάχθηκαν για να εξυπηρετήσουν την υπόθεση ή να αποδώσουν μια πιο πλήρη εικόνα, χωρίς να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σχολίασε ο Κωνσταντίνου πως πρόκειται για έγγραφο που συντάχθηκε από τους δικηγόρους του, πλην όμως, ήταν δική του ευθύνη να ελέγξει το περιεχόμενο του και να μην το υιοθετήσει ενόρκως εφόσον δεν ανταποκρινόταν επ΄ ακριβώς στα όσα ο ίδιος γνώριζε και για τα οποία μπορούσε να μαρτυρήσει. Οι δικηγόροι των Εναγομένων έδωσαν, κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, υπέρμετρη βαρύτητα σε επί μέρους αναφορές του Κωνσταντίνου που δεν είναι ρυθμιστικές των επίδικων ζητημάτων και επομένως δεν θα μπορούσαν αφ΄ εαυτών να κρίνουν το ζήτημα της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Προκύπτει αβίαστα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι ο Κωνσταντίνου, ως ο επιχειρηματίας, έκλεισε την πράξη και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, είναι όμως γεγονός πως είχε ξεκάθαρα αναφέρει πως δεν είχε παραστεί στις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ακόμα, προκύπτει από τη μαρτυρία του Καρά πως ο Κωνσταντίνου υπόγραψε πριν από τους πωλητές το αγοραπωλητήριο. Επομένως η αναφορά του Κωνσταντίνου πως οι δικηγόροι του, του το έφεραν υπογραμμένο, στην έκταση που υπονοεί ότι αυτός το υπόγραψε εκ των υστέρων, είναι λανθασμένη. Όμως, καμιά απολύτως σημασία μπορεί να έχει στην έκβαση της αγωγής. Καταγράφει στη γραπτή του δήλωση ο Κωνσταντίνου, αναφερόμενος στην περίοδο μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου, ότι οι Εναγόμενοι ανάβαλλαν τη μεταβίβαση και, όπως έλεγαν, αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες φοροαπαλλαγές. Ακόμα πως ισχυρίζονταν ότι οι συνιδιοκτήτες είχαν μεταξύ τους διαφορές που προτίθεντο να διευθετήσουν. Ότι ακόμα τον παρακαλούσαν προσωπικά να αναμένει, υποσχόμενοι ότι θα μεταβίβαζαν το κτήμα μόλις διευθετούνταν οι εκκρεμότητες. Δηλώνει, ακόμα, ότι οι Εναγόμενοι 6, 7 και 8 του έδιδαν συνεχώς διαβεβαιώσεις και προσωπικά του υπόσχονταν και τον διαβεβαίωναν ότι θα μεταβίβαζαν το μερίδιο του Παύλου Τσόκκου στην Ενάγουσα. Οι θέσεις αυτές δεν υποβλήθηκαν καν στους Εναγόμενους 6, 7 και 8 όταν αυτοί ευρίσκονταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Ούτε και ο Κωνσταντίνου στη διά ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε σε οιαδήποτε συγκεκριμένη επαφή του με οποιοδήποτε πωλητή, κληρονόμο ή αντιπρόσωπο του. Όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής το 1989 μετά την επιστολή της 21.6.1989, επικαλέστηκε την ανοχή και υπομονή τους και το σεβασμό προς τους πωλητές. Απορρίπτω την καταγραμμένη στη δήλωση Κωνσταντίνου θέση (που υιοθετήθηκε ενόρκως) ότι οιοσδήποτε των Εναγομένων 6, 7 ή 8 του έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση ή διαβεβαίωση. Η σαφής εικόνα που απεκόμισα είναι αυτή που περιγράφηκε από τον Καρά. Ότι δηλαδή, σύντομα μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου, οι πωλητές, λόγω της αύξησης της αξίας της γης στην περιοχή συνεπεία της ραγδαίας ανάπτυξης, είχαν μετανοιώσει για την πώληση του κτήματος και απαιτούσαν να πληρωθούν κάτι περισσότερο. Ο Στέλιος Δρυμιώτης (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμήριο 19) είναι, όπως προειπώθηκε, ο δικηγόρος που ανέλαβε τις υποθέσεις του Κωνσταντίνου, περιλαμβανομένης και της επίδικης, σε αντικατάσταση του Καρά. Ο σχετικός φάκελος ήταν ανάμεσα σε σωρεία άλλων που του παραδόθηκαν το 1986 - 87 και εμπεριείχε φωτοαντίγραφα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, του πληρεξουσίου και της επιστολής Καρά της 15.11.
- Με την περίπτωση ασχολήθηκε το 1989 όταν κατ΄ εντολή του Κωνσταντίνου απέστειλε προς εννέα πρόσωπα, τους πωλητές (ο ένας από αυτούς, ο Παύλος Τσόκκος, είχε ήδη αποβιώσει) και την προαναφερθείσα Παρασκευού Αβραάμ Λευτέρη, επιστολή ημερ. 21.6.1989 (Τεκμήριο 7), καλώντας τους παραλήπτες να εμφανιστούν στις 20.7.1989 στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του κτήματος. Προειδοποιούνταν οι παραλήπτες ότι αν αρνούνταν ή αμελούσαν να συμμορφωθούν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Η επιστολή στάληκε προς όλους συστημένη και καμιά δεν επεστράφηκε. Είναι η θέση του Δρυμιώτη πως έλαβε στη συνέχεια ένα τηλεφώνημα εκ μέρους του διαχειριστή του Παύλου Τσόκκου με το οποίο του ζητήθηκε να περιμένει γιατί είχαν κάποιο πρόβλημα. Ο Δρυμιώτης δεν επισκέφθηκε ποτέ το Κτηματολόγιο γι΄ αυτή την υπόθεση, ούτε το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος. Στη γραπτή του δήλωση ο Δρυμιώτης ανέφερε πως είχε πληροφορηθεί ότι η μεταβίβαση δεν μπορούσε να προχωρήσει λόγω εκκρεμότητας στη διαχείριση του Παύλου Τσόκκου και πως τους είχε ζητηθεί να αναμένουν μέχρι ο διαχειριστής του να εξασφαλίσει τις απαλλαγές από το Φόρο. Είναι η περαιτέρω θέση του Δρυμιώτη πως ο Κωνσταντίνου αποδέχθηκε την αναβολή. Ανάφερε διά ζώσης πως ήταν τότε που παραδόθηκε στα γραφεία του Κωνσταντίνου, διά χειρός, το διοριστήριο διαχειριστή του Παύλου Τσόκκου (Τεκμήριο 3) που στη συνέχεια του διαβιβάστηκε. Στη γραπτή του δήλωση περιοριζόταν πως πιθανότατα ήταν τότε που τους είχε δοθεί. Ο Δρυμιώτης επανήλθε με επιστολή ημερομηνίας 2.9.2005 (Τεκμήριο 8), την οποία παρέδωσε με ιδιώτη επιδότη σε κάποιους πωλητές, διαχειριστές ή νέους συνιδιοκτήτες. Παρουσιάστηκε ακόμα επιστολή του Δρυμιώτη ημερομηνίας 27.12.2005 (Τεκμήριο 9) προς τη Μαρία Αντώνη Παυλή - Νικόλα (Εναγόμενη 2). Ο Δρυμιώτης της απέστειλε ονομαστικό πληρεξούσιο για να υπογράψει. Ο Κωνσταντίνου είχε αναφέρει στη μαρτυρία του πως η ρηθείσα είχε τηλεφωνικά ανταποκριθεί στην επιστολή ημερομηνίας 2.9.2005 και γι΄ αυτό της είχε αποσταλεί το ονομαστικό πληρεξούσιο. Νέα επιστολή του Δρυμιώτη ημερομηνίας 28.3.2006 (Τεκμήριο 10) παραδόθηκε και πάλιν με ιδιώτη επιδότη. Με αυτή ζητείτο από τους παραλήπτες να παρουσιαστούν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα στις 27.4.2006 για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Η μόνη απάντηση που λήφθηκε ήταν εκ μέρους της Φλουρέντζας, που με επιστολή των τότε δικηγόρων της ημερομηνίας 14.4.2006 (Τεκμήριο 11), απέρριπτε τις θέσεις της Ενάγουσας αναφέροντας ότι ουδεμία υποχρέωση είχε να μεταβιβάσει το κτήμα, το οποίο ουδέποτε πώλησε στην Ενάγουσα. Ο Δρυμιώτης απάντησε με επιστολή του ημερομηνίας 17.4.2006 (Τεκμήριο 12), προειδοποιώντας με αγωγή. Με νέα επιστολή ημερομηνίας 30.5.2006 (Τεκμήριο 13) ζητείτο για ακόμα μια φορά από τους παραλήπτες να παρουσιαστούν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα στις 28.6.2006 για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Ο Δρυμιώτης μετέβηκε στο Κτηματολόγιο αναμένοντας χωρίς όμως οποιοσδήποτε να εμφανιστεί (Τεκμήριο 14). ΄Οσοι συγγενείς αποβιωσάντων πωλητών παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, υποστήριξαν πως δεν γνώριζαν και ουδέποτε είχαν πληροφορηθεί για την πώληση του επίδικου κτήματος ή την είσπραξη οιουδήποτε ποσού αναφορικά με τέτοια πώληση. Ο Αντώνης Χρίστου Γέριμος, Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμήριο 21), είναι εγγονός και ο διαχειριστής (γράμματα διαχείρισης - Τεκμήριο 23) της Φλουρέντζας που απεβίωσε στις 7.8.2010 (Πιστοποιητικό θανάτου - Τεκμήριο 22). Μαρτύρησε ότι δεν είχε καμιά γνώση για την ύπαρξη της υπόθεσης αυτής. O Aντώνης Καλλένος (Μ.Υ.3), γιος της Μαρίας Αντώνη Παυλή Εναγόμενης 2, μαρτύρησε πως δεν γνωρίζει οτιδήποτε για πώληση του επίδικου κτήματος από τη μητέρα του. Ο Νικόλας Θεοδούλου (Μ.Υ.4), εγγονός του Νικόλα Αντωνίου Τσόκκου (πρώην Εναγόμενου 3), δεν είχε υπόψη του την επίδικη πώληση, ούτε ο παππούς του τού είχε αναφέρει οτιδήποτε. Το μερίδιο του παππού του στο επίδικο κτήμα μεταβιβάστηκε από μισό στον ίδιο και στον αδερφό του Παναγιώτη Θεοδούλου την 12.5.2010, έτσι ώστε σήμερα αυτοί να είναι οι κατά 1/60 ο καθένας ιδιοκτήτες του επίδικου κτήματος (Πιστοποιητικά Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τεκμήρια 28 και 29). Η Ελένη Κρητικού (Μ.Υ.11) είναι η θυγατέρα της Αντριανής Χαμπή, Εναγόμενης 4, σήμερα ηλικίας 86 ετών (Τεκμήριο 36) με προβλήματα υγείας και κινητικότητας. Η Κρητικού μίλησε με τη μητέρα της για το επίδικο ζήτημα και η μητέρα της τής ανέφερε πως δεν θυμόταν τίποτε. Η Γεωργία Σπύρου (Μ.Υ.7), θυγατέρα της Εναγόμενης 5, έχει ρωτήσει σχετικά τη μητέρα της που, επίσης, δεν θυμάται τίποτε. Η Ελλάδα Τσόκκου (Μ.Υ.5) και η Παναγιώτα Τσόκκου Ζάκου (Μ.Υ.6), θυγατέρες του Παύλου Αντώνη Τσόκκου, ισχυρίστηκαν ότι έμαθαν για το ζήτημα μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής. Ο Χριστόδουλος Πιτσιρής (Μ.Υ.2), σύζυγος της Ελλάδας, είναι ο διαχειριστής του Παύλου Αντώνη Τσόκκου. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διαχειριστής αποτάθηκε την 3.6.1988 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου και εξασφάλισε Πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο 24) για τα κτήματα που ήταν καταχωρημένα στο όνομα του πεθερού του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το μερίδιο του αποβιώσαντα στο επίδικο κτήμα. Την 19.7.1990 ζήτησε και έλαβε πιστοποιητικό (Τεκμήριο 25) αναφορικά με τα κτήματα που ο αποβιώσας αγόρασε ή πώλησε την περίοδο μετά την τουρκική εισβολή και μέχρι το θάνατο του το
- Το μερίδιο του αποβιώσαντα στο επίδικο κτήμα μεταβιβάστηκε εξ ημισίας στις προαναφερθείσες θυγατέρες του την ίδια ημέρα που όλη η ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα μεταβιβάστηκε στους κληρονόμους του. Ο Πιτσιρής έμαθε για πρώτη φορά για την επίδικη πώληση το 2005 με 2006 μέσω των επιστολών του δικηγόρου Δρυμιώτη. Θα ήταν αναμενόμενο πως ο Πιτσιρής θα είχε ενημερώσει τη σύζυγο και την κουνιάδα του όταν λήφθηκαν οι επιστολές, επομένως η θέση τους πως πρωτοέμαθαν για το ζήτημα με την επίδοση της αγωγής ενδεχομένως να είναι ανακριβής. Όμως, το ζήτημα είναι δευτερευούσης σημασίας. Ενδέχεται ακόμα οι δύο γυναίκες να μιλούν για το ίδιο με τον Πιτσιρή συμβάν περιγράφοντας το λανθασμένα. Υποβλήθηκε στον Πιτσιρή ότι το πιστοποιητικό Τεκμήριο 25 ζήτησε από το Κτηματολόγιο για να βεβαιωθεί ότι το επίδικο πωλητήριο δεν είχε κατατεθεί ώστε να μπορέσει να μεταβιβάσει το μερίδιο του αποβιώσαντα στους κληρονόμους του. Ο Πιτσιρής αποδέχθηκε τον σκοπό της έρευνας, όχι όμως ότι ενήργησε κακόπιστα και μετά που παρέλαβε την επιστολή του Δρυμιώτη ημερομηνίας 21.6.
- Αυτή ήταν η ουσία της απάντησης του. Η έρευνα έγινε ένα χρόνο μετά, ενώ δεν τεκμηριώθηκε θετικά πως ο Πιτσιρής ή άλλος συγγενής του Τσόκκου παρέλαβε την επιστολή του Δρυμιώτη που είχε σταλεί στο σπίτι του αποβιώσαντα όπου πλέον δεν διέμενε κανένας. Επί του ουσιαστικότερου ζητήματος, ο Πιτσιρής αρνείται ότι τηλεφώνησε οποτεδήποτε στο Δρυμιώτη ή ότι παρέδωσε στον Κωνσταντίνου ή στον Δρυμιώτη το Τεκμήριο
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Πιτσιρή. Η διασύνδεση της επιστολής Δρυμιώτη με την έρευνα στο Κτηματολόγιο ένα και πλέον έτος μετά δεν έχει τεκμηριωθεί, ούτε αντικειμενικά φαίνεται να συνδέεται. Αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι ζήτησε το πιστοποιητικό κατόπιν νομικής συμβουλής ώστε να έχει πλήρη εικόνα της περιουσίας. Αποδέχομαι ακόμα τη θέση του μάρτυρα ότι ουδέποτε τηλεφώνησε στον Δρυμιώτη ή παρέδωσε ποτέ το Τεκμήριο 3 στο Δρυμιώτη ή τον Κωνσταντίνου. Η Βαρβάρα Περικλέους, Εναγόμενη 11 (Μ.Υ.8), είναι η θυγατέρα και η διαχειρίστρια της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή, που πέθανε το 2004 (διάταγμα διορισμού της - Τεκμήριο 31). Υποστήριξε πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για πώληση του επίδικου κτήματος μέχρι και την επίδοση της παρούσας αγωγής. Το μερίδιο της μητέρας της στο επίδικο κτήμα, όπως και άλλα μερίδια που είχε, της τα μεταβίβασε εν ζωή το 1992 με δωρεά (Τεκμήριο 30). Η Περικλέους αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον Κωνσταντίνου σε σχέση με το επίδικο κτήμα. Αρνήθηκε ότι η πώληση του επίδικου κτήματος έγινε με δική της πρωτοβουλία ή ότι εισέπραξε οιοδήποτε ποσό από τον Κωνσταντίνου. Μαρτύρησε πως τον γνώρισε προσωπικά σε μια σύναξη ξενοδόχων το
- Οι συναντήσεις που είχε μαζί του αφορούσαν αποκλειστικά τις υποχρεώσεις του ξενοδοχείου του Κωνσταντίνου προς το Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγίας Νάπας, του οποίου η ίδια ήταν η Γραμματέας. Η Περικλέους μου έκαμε την χείριστη των εντυπώσεων ως μάρτυρας της αλήθειας. Είμαι πεπεισμένος ότι απέκρυψε τα πραγματικά γεγονότα για να προασπίσει τα οικονομικά της συμφέροντα. Τις επαφές της Εναγόμενης 11 με τον Κωνσταντίνου επιβεβαίωσε και ο Καράς που αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη εκδούλευση της Εναγόμενης 11 σε σχέση με υπερβολική χρέωση νερού στο ξενοδοχείο του Κωνσταντίνου. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1 ηγέρθηκε ζήτημα αποδεικτικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9: «Αξίωση επί κληρονομιάς, που στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς δεν γίνεται δεκτή με μη ενισχυμένη μαρτυρία προσώπου που αξιώνει, εκτός αν φαίνονται ή αποδεικνύονται περιστατικά που καθιστούν την αξίωση εκ των προτέρων πιθανή, ή που μεταθέτουν το βάρος της αναίρεσης αυτής στους αντιπροσώπους του αποθανόντα». Η μαρτυρία που υποστηρίζει μια απαίτηση εναντίον της περιουσίας αποθανόντος πρέπει, ως θέμα αναγκαίας προφύλαξης, να υπόκειται σε εξονυχιστικό έλεγχο και να εξετάζεται με ύποπτο μάτι. Ο σκοπός του νόμου είναι σωτήριος και αποσκοπεί στην αποθάρρυνση πλασματικών απαιτήσεων εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος, που εγείρονται με την ελπίδα της εκμετάλλευσης της μόνιμης απουσίας του αποθανόντος και με αυτό τον τρόπο για να δοθεί η ευκαιρία σε κάποιον να απαιτήσει περιουσία πάνω στην οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα. (Βλ. Milliotis v. Emphietzis and Another
(1974)5 J.S.C. 645, ΧατζηΦιλίππου και άλλος ν. Weinstock
(1990)1 Α.Α.Δ. 203, 206 και Σωκράτους κ.α. ν. Σιακατίδη
(2004)1 (....) Α.Α.Δ. 1390). Είμαι της άποψης πως ο ουσιώδης χρόνος είναι η ακροαματική διαδικασία και όχι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, αν και το γεγονός πως η αγωγή καταχωρίστηκε καθ΄ όν χρόνο ο εναγόμενος βρισκόταν στη ζωή καταδεικνύει πως δεν υπήρχε το υπόβαθρο εκμετάλλευσης έναντι του οποίου ο νόμος παρέχει προστασία. Επομένως, το γεγονός πως κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής η Φλουρέντζα βρισκόταν στη ζωή, δεν διαφοροποιεί την προσέγγιση που πρέπει να έχει το Δικαστήριο. Η νομοθετική πρόνοια δεν αφορά σε κάθε απαίτηση αλλά μόνο αξίωση «... που στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς ...». Η αξίωση εναντίον της περιουσίας της Φλουρέντζας δεν στηρίζεται σε ισχυρισμό χρέους ή δωρεάς. Επομένως η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ανεξαρτήτως τούτου βρίσκω ότι υπάρχει μαρτυρία από δύο ανεξάρτητες πηγές ότι η Φλουρέντζα συμβλήθηκε με την Ενάγουσα. Κατά πρώτο λόγο υπάρχει η μαρτυρία του Καρά ότι η Φλουρέντζα υπόγραψε στην παρουσία του το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Κατά δεύτερο λόγο, υπάρχει η εξ ακοής μαρτυρία του Σταύρου Τσόκκου, όπως εξάγεται από το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 6), ότι η Φλουρέντζα υπόγραψε στην παρουσία του ότι εξοφλήθηκε από την Ενάγουσα σε σχέση με το επίδικο κτήμα και πληρεξουσιοδοτούσε τη μεταβίβαση του στην τελευταία. Αυτή η μαρτυρία ενισχύει καταλυτικά τη μαρτυρία Καρά γιατί η Φλουρέντζα δεν θα υπέγραφε το πληρεξούσιο εάν δεν ήταν συμβατικά δεσμευμένη με την Ενάγουσα και είχε εξοφληθεί. Αλλωστε, φέρεται να δηλώνει στο ίδιο το πληρεξούσιο ότι είχε πωλήσει και είχε εξοφληθεί πλήρως από την Ενάγουσα και ουδεμία απαίτηση είχε. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 δεν ζήτησε την παρουσία του Σταύρου Τσόκκου στο εδώλιο του μάρτυρα για να τον αντεξετάσει αναφορικά με την πιστοποίηση του στο Τεκμήριο 6, όπως είχε δικαίωμα να πράξει (βλ. Αρθρο 26 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9). Καταλήγω ότι έχει, σύμφωνα με το αποδεικτικό δίκαιο, αποδειχθεί ότι το επίδικο αγοραπωλητήριο υπογράφηκε και από τη Φλουρέντζα που δεσμεύτηκε συμβατικά, όπως και οι λοιποί αρχικοί Εναγόμενοι 2 - 5, 9 και 10 και ο Παύλος Αντώνη Τσόκκος, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που οι πωλητές ανέλαβαν. Η Φλώρα Γεωργίου (Μ.Υ.9), υπεύθυνη στον τομέα μητρώου εγγραφής και υποθηκών και μισθώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, παρουσίασε αντίγραφο του παλαιού τίτλου του κτήματος (Τεκμήριο 33), όπου ακολουθώντας τις κατά καιρούς εγγραφές μπορεί κάποιος να διαπιστώσει τις αλλαγές στις ιδιοκτησίες των μεριδίων. (Τα Τεκμήρια 32 και 34 είναι πιστοποιητικά έρευνας αναφορικά με το επίδικο κτήμα, όπου καταγράφονται οι ιδιοκτήτες μεριδίων του επίδικου κτήματος κατά τη 19.2.2014). Οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου κτήματος κατά το χρόνο σύναψης του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ήταν δέκα:
- Φλουρέντζα Γεωργίου Βασίλη (1/2 μερίδιο). Αυτή είναι η περιγραφόμενη στο πωλητήριο ως Φλουρέντζα Αντωνή.
- Μαρία Βασίλη Πετρή (1/6 μερίδιο). Αυτή είναι η περιγραφόμενη στο πωλητήριο ως Μαρία Φλουρή.
- Ελένη Σταυρή Πασχάλη (1/36 μερίδιο). Αυτή δεν αναφέρεται ως συμβαλλόμενη στο πωλητήριο.
- Νικόλας Αντώνη Τσόκκος (1/36 μερίδιο).
- Σταύρος Αντώνη Τσόκκος (1/36 μερίδιο).
- Παύλος Αντώνη Τσόκκος (1/36 μερίδιο). Αυτοί οι τρεις περιγράφονται στο πωλητήριο με τα ίδια ονόματα.
- Μαρία Αντώνη Παυλή (1/36 μερίδιο) Αυτή είναι η περιγραφόμενη στο πωλητήριο ως Μαρία Νικόλα.
- Ανδριανή Αντώνη Παυλή (1/36 μερίδιο). Αυτή είναι η περιγραφόμενη στο πωλητήριο ως Ανδριανή Χαμπή.
- Λουκία Γεωργίου Παυλή (5/36 μερίδια). Αυτή είναι η περιγραφόμενη στο πωλητήριο ως Λουκία Σπύρου, και
- Παρασκευού Αβραάμ Λευτέρη (1/36 μερίδιο). Αυτή δεν αναφέρεται ως συμβαλλόμενη στο πωλητήριο. Προκύπτει ότι δύο συνιδιοκτήτες του επίδικου κτήματος, που μαζί κατείχαν 2/36 μερίδια, δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στο επίδικο πωλητήριο έγγραφο. Οι πωλητές πώλησαν ολόκληρο το επίδικο κτήμα (βλ. παράγρ. 3 του Τεκμηρίου 4, «ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΗΜΑΤΟΣ, Πωλούμενον: ολόκληρον»). Δηλαδή πώλησαν στην Ενάγουσα και κάτι που δεν ήταν δικό τους, τα 2/36 μερίδια που ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα. Αναφέρει ο δικηγόρος της Ενάγουσας στη σελ. 8 της αγόρευσης του, ότι τα παιδιά της Παρασκευούς και της Ελένης πώλησαν και τα μερίδια των μητέρων τους που θεωρούσαν ότι τους ανήκαν, αλλά, δεν προέκυψε εξαπάτηση μεταξύ των διαδίκων, ούτε αμφισβήτηση της πώλησης του όλου μεριδίου από οποιοδήποτε. Σημειώνεται ωστόσο πως η επίδικη συμφωνία δεν υπογράφηκε από τα παιδιά είτε της Παρασκευούς είτε της Ελένης εξ ονόματος και για λογαριασμό των τελευταίων. Δεν στοιχειοθετείται περίπτωση αντιπροσώπευσης. Ως αποτέλεσμα, οι πωλητές ευρίσκονταν εξ υπαρχής σε νομική αδυναμία να εκπληρώσουν τη συμβατική τους υποχρέωση να μεταβιβάσουν ολόκληρο το κτήμα στο όνομα της Ενάγουσας ως είχαν υποχρέωση να πράξουν οποτεδήποτε η Ενάγουσα το ζητούσε (όρος 6 (β) του αγοραπωλητηρίου). Περαιτέρω, δεν θα μπορούσαν να παραδώσουν την ελεύθερη νομή και κατοχή του κτήματος (όρος 6 (α) του αγοραπωλητηρίου) χωρίς να παρακάμψουν τα δικαιώματα των άλλων δύο συνιδιοκτητριών. Κατά πόσο οι πωλητές ευρίσκονταν και σε πραγματική αδυναμία να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, εξαρτάται από τυχόν διευθετήσεις που είχαν με τις δύο συνιδιοκτήτριες που δεν ήταν μέρη στην επίδικη σύμβαση και ενδεχομένως την καλή τους διάθεση. Το δεδομένο είναι πως το αγοραπωλητήριο, ακόμα και αν γινόταν αποδεκτό και κατατίθετο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην Ενάγουσα ότι ολόκληρο το κτήμα θα επιβαρύνετο με την καταχώρηση και ότι θα μπορούσε ποτέ να διαταχθεί να μεταβιβαστεί ολόκληρο στο όνομα της. Δύο συνιδιοκτήτες ουδέποτε συμφώνησαν να πωλήσουν τα μερίδια τους, ενώ θα εγειρόταν και ζήτημα αναφορικά με το πρώτο τους δικαίωμα για απόκτηση των μεριδίων των συγκυρίων που συμβλήθηκαν για να τα πωλήσουν. Η Ενάγουσα, έχοντας στα χέρια της, το αγοραπωλητήριο δεν μπορούσε να επιβάλει την εφαρμογή του, όση επιμέλεια και αν επεδείκνυε, και δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ότι θα καθίστατο η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος. Η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τερματίσει την επίδικη συμφωνία για τον πιο πάνω λόγο. Είναι δε πρόδηλο πως πριν τη σύνταξη του πληρεξουσίου εγγράφου έλαβε γνώση, αν δεν το γνώριζε εξ υπαρχής, γι΄ αυτό και οι δικηγόροι της περιέλαβαν στο πληρεξούσιο έγγραφο το όνομα της Παρασκευούς Αβραάμ Λευτέρη. (Αυτή εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια μέχρι την 11.5.1985, ενώ η Ελένη Σταυρή Πασχάλη είχε μεταβιβάσει το μερίδιο της στα παιδιά της, που ήταν ήδη συνιδιοκτήτες, την 25.2.1981). Ότι η Παρασκευού ήταν συνιδιοκτήτρια, οι δικηγόροι της Ενάγουσας το γνώριζαν από τουλάχιστον τον Νοέμβριο του 1980, αφού η επιστολή ημερομηνίας 15.11.1980 απευθύνθηκε τόσο προς τους πωλητές όσο και την Παρασκευού. Η Ενάγουσα δεν τερμάτισε τη συμφωνία. Προδήλως έκρινε πως οι πωλητές θα μπορούσαν να διευθετήσουν την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση του κτήματος. Και πράγματι, με τη συνδρομή των πωλητών ή άλλως, εξασφαλίστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο όλοι οι τότε εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες πληρεξουσιοδοτούσαν τον Σταύρου να προβεί στη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της Ενάγουσας. Αυτό θα υλοποιούσε τη συμφωνία. Στο αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν καταγράφονται τα μερίδια του κάθε πωλητή. Ούτε αναφέρεται τι ποσό θα εισέπραττε ο κάθε ένας από το συνολικό τίμημα πώλησης των £22.
- Η καταρτισθείσα σύμβαση δεν ήταν μεταξύ της Ενάγουσας και του κάθε πωλητή ξεχωριστά. Η συμφωνία ήταν μεταξύ του συνόλου των πωλητών «αφ΄ ενός» και της Ενάγουσας «αφ΄ ετέρου». Αυτή ήταν η υπόσταση της συμφωνίας, παρά το ότι, αναμφίβολα, ο κάθε πωλητής γνώριζε το μερίδιο του και ποιο ποσό του αναλογούσε να εισπράξει. Η Ενάγουσα αγόρασε ολόκληρο το κτήμα από τους πωλητές, ήταν δε η συλλογική τους υποχρέωση να το μεταβιβάσουν στην Ενάγουσα, όπως καταγράφεται στον όρο 6 (β), και όχι να μεταβιβάσει ο καθένας το δικό του μερίδιο, αν και στην πραγματικότητα αυτό θα συνέβαινε. Τούτο σημαίνει πως άρνηση οποιουδήποτε πωλητή να μεταβιβάσει το μερίδιο του στην Ενάγουσα, συνιστούσε παράβαση της συμφωνίας που έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα σε αποζημιώσεις. Δεν είναι το αντίθετο που συμβαίνει, δηλαδή η προθυμία ενός πωλητή να σημαίνει πως η συμφωνία δεν είχε διαρρηχθεί. Ούτε θα μπορούσε κάποιος πωλητής να απαλλαγεί ευθύνης απλά γιατί ο ίδιος ήταν πάντα πρόθυμος να μεταβιβάσει το μερίδιο του στην Ενάγουσα. Δεν ήταν αυτή η υποχρέωση που ανέλαβε. Δεσμεύτηκε συμβατικά όπως μαζί με τους άλλους συνιδιοκτήτες πωλητές μεταβιβάσουν ολόκληρο το κτήμα στην Ενάγουσα. Εάν οποιοσδήποτε πωλητής ήθελε να διαχωρίσει την ευθύνη του, δεν θα έπρεπε να προσχωρήσει στην επίδικη συμφωνία, αλλά να συνάψει από μόνος του συμφωνία με την Ενάγουσα για την πώληση του δικού του μεριδίου. Η συμφωνία ήταν μια και το αντικείμενο της ένα. Δεν θα ήταν δυνατό να διαρρηχθεί από ένα πωλητή και να παραμείνει σε ισχύ για άλλο. Επομένως, η όποια άρνηση οποιουδήποτε πωλητή να εκπληρώσει τη συμφωνία ή συμπεριφορά του με την οποία καταδεικνύετο ότι αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να την εκπληρώσει, θα συνιστούσε διάρρηξη της συμφωνίας, ανεξάρτητα εάν άλλοι πωλητές ή το σύνολο των υπολοίπων πωλητών ήταν πρόθυμοι να την εφαρμόσουν. Ευρίσκω πως σύντομα μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου, οι πωλητές, λόγω της αύξησης της αξίας της γης στην περιοχή συνεπεία της ραγδαίας ανάπτυξης, είχαν μετανοιώσει για την πώληση του κτήματος και απαιτούσαν να πληρωθούν κάτι περισσότερο. Οι πωλητές, όποια και αν ήταν η πραγματική τους διάθεση, δεν φαίνεται να είχαν θέσει τελεσιγραφικά το ζήτημα. Ισως, και γιατί είχαν να λαμβάνουν την τελευταία δόση. Τούτο σε συνδυασμό με το γεγονός της μεταγενέστερης υπογραφής του πληρεξουσίου, με οδηγεί στο ότι δεν υπήρξε στο χρονικό εκείνο στάδιο διάρρηξη της συμφωνίας. Ο δικηγόρος του Εναγόμενου 9 εγείρει στη γραπτή του αγόρευση ερωτηματικό κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας όταν οι πωλητές δεν ανταποκρίθηκαν στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 15.11.
- Με αυτή, υπενθυμίζω, καλούνταν οι πωλητές να παρουσιαστούν στο γραφείο των δικηγόρων προκειμένου να εξοφληθούν με την προϋπόθεση ότι όλοι θα υπόγραφαν τη μεταβίβαση του κτήματος. Η μεταβίβαση του κτήματος δεν ετίθετο επιτακτικά παρά μόνο ως προϋπόθεση για να ξοφλήσουν οι δικηγόροι τους πωλητές. Επομένως, το γεγονός ότι οι πωλητές δεν ανταποκρίθηκαν δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να τεκμηριώσει διάρρηξη της συμφωνίας. Ο επόμενος σταθμός στο ζήτημα είναι ο χρόνος παρουσίασης του πληρεξουσίου στο Κτηματολόγιο και η αποτυχία μεταβίβασης του κτήματος επ΄ ονόματι της Ενάγουσας. Η μαρτυρία για τους λόγους που δεν επιτεύχθηκε η μεταβίβαση είναι ασαφής. Η μαρτυρία αυτή προέρχεται μόνο από την πλευρά της Ενάγουσας και δεν αποκαλύπτει οιοδήποτε στοιχείο που θα καταδείκνυε πρόθεση των πωλητών να μην εκπληρώσουν τη συμφωνία. Ο Καράς αναφέρθηκε σε ζήτημα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενώ ο Κωνσταντίνου, του οποίου η πληροφόρηση ήταν από τους δικηγόρους του, επικεντρώθηκε σε κώλυμα φορολογικό. Αλλού στη μαρτυρία του ανέφερε πως τα φορολογικά ήταν ζητήματα που προβάλλονταν από τους πωλητές ως δικαιολογία για τη μη μεταβίβαση του κτήματος. Επιχειρηματολογείται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι η διαφορά μεταξύ του αγοραπωλητηρίου και του πληρεξουσίου ως προς τα πρόσωπα που αναφέρονταν ως πωλητές και πληρεξουσιοδοτούντες, ήταν ο λόγος που το Κτηματολόγιο δεν αποδέχθηκε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση δυνάμει του πληρεξουσίου. Ακόμα πως «με τη διαφοροποίηση της ημερομηνίας πώλησης θα προέκυπτε ενδεχόμενα φόρος κεφαλαιουχικών κερδών και ή φόρος ακινήτου». Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων της Ενάγουσας εδράζεται σε εικασίες. Δεν έχει αναφερθεί κατά τη μαρτυρία ότι παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο και το αγοραπωλητήριο έγγραφο, αλλά ούτε ότι ετέθηκε από το Κτηματολόγιο ζήτημα καταβολής φόρου ή τελών, λόγω διαφοράς μεταξύ της ημερομηνίας των δύο εγγράφων, για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Κατά το χρόνο που το πληρεξούσιο παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο και παρά την άρνηση του Κτηματολογίου να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, όποιος και αν ήταν ο λόγος, δεν σηματοδοτείται οριστική πρόθεση οιουδήποτε των πωλητών για διάρρηξη της συμφωνίας. Η Ενάγουσα, έχοντας υπόψη τη διά της υπογραφής του πληρεξουσίου εκδήλωση προθυμίας των πωλητών να μεταβιβάσουν το επίδικο κτήμα, είχε τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι τα οποιαδήποτε εμπόδια θα μπορούσαν να υπερπηδηθούν και ότι το κτήμα θα μεταβιβαζόταν στο όνομα της σε μελλοντικό χρόνο. Στη Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026, 1037 - 8, αναφέρεται ότι : «Ο καθορισμός της αποζημίωσης κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας αποτελεί τον κανόνα εφόσον οριστικοποιείται η σχέση των μερών και η ζημιά του ενάγοντος αποκρυσταλλώνεται δηλαδή υφίστανται όλα τα στοιχεία για τον καθορισμό της. Όταν όμως συντρέχουν βάσιμοι λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την προσδοκία ότι η σύμβαση θα εκτελεσθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και η σημειωθείσα διάρρηξη δεν υποδηλώνει οριστική αποκήρυξη της συμφωνίας από τον εναγόμενο, ο χρόνος καθορισμού της αποζημίωσης μπορεί να μετατοπισθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, σε χρόνο κατά τον οποίο οριστικοποιείται η πρόθεση του συμβαλλόμενου για διάρρηξη της συμφωνίας.» Το 1985 η Παρασκευού μεταβίβασε το μερίδιο της στη θυγατέρα της Λουκία Γεωργίου Παυλή (Εναγόμενη 5). Η Λουκία ήταν μια εκ των πωλητών, επομένως η μεταβίβαση θα μπορούσε και να θεωρηθεί ως ενέργεια προς διευκόλυνση της υλοποίησης της επίδικης συμφωνίας. Ο επόμενος σταθμός είναι η επιστολή ημερομηνίας 21.6.1989, με την οποία ο νέος δικηγόρος της Ενάγουσας, ο Δρυμιώτης, κάλεσε τους παραλήπτες να εμφανιστούν στις 20.7.1989 στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του κτήματος. Προειδοποιούνταν οι παραλήπτες ότι αν αρνούνταν ή αμελούσαν να συμμορφωθούν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Όπως προειπώθηκε, η επιστολή αποστάληκε προς οκτώ από τους πωλητές, αφού ο Παύλος Τσόκκος ο έννατος πωλητής προς τον οποίο επίσης απευθυνόταν, είχε αποβιώσει. Αναφέρουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας στη γραπτή τους αγόρευση ότι η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι δεν παρέλαβαν την επιστολή της 21.6.1989 και στη βάση αυτή επιχειρηματολογούν ότι αν δεν την παράλαβαν δεν μπορεί να υπήρξε παράβαση της συμφωνίας στη βάση της μη συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της επιστολής. Δεν είναι ορθό ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν τέτοια εκδοχή. Το γεγονός της αποστολής της επιστολής δεν δικογραφείται στην Εκθεση Απαίτησης και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δικογραφημένη τοποθέτηση στις Υπερασπίσεις, από δε τη μαρτυρία της υπεράσπισης ό,τι συνάγεται είναι άγνοια των μαρτύρων κατά πόσο τα πρόσωπα προς τα οποία η επιστολή απευθύνετο την παρέλαβαν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία Δρυμιώτη αναφορικά με την αποστολή πρωτότυπων της επιστολής, αντίγραφο της οποίας παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 7. Αποδέχομαι, ακόμα, τη μαρτυρία Δρυμιώτη ότι καμιά επιστολή δεν επιστράφηκε στο γραφείο του που ήταν ο αποστολέας τους. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479, 491, αποφασίστηκε ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη παράδοσης της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Η μη ανταπόκριση των πωλητών σηματοδοτεί την εκ μέρους τους διάρρηξη της επίδικης συμφωνίας. Εχω ήδη απορρίψει τις θέσεις Κωνσταντίνου για υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις από τους πωλητές ή εκ μέρους τους και ειδικά από τους Εναγόμενους 6, 7 και
- Ούτε μπορώ να βασιστώ στη γενική αναφορά του Δρυμιώτη, ότι κάποιος εκ μέρους του αποβιώσαντος Παύλου Τσόκκου, ενός εκ των πωλητών, τηλεφώνησε και ζήτησε παράταση χρόνου. Αλλωστε, όπως εξηγήθηκε, παράλειψη ή άρνηση έστω ενός εκ των πωλητών να προχωρήσει στη μεταβίβαση, στοιχειοθετεί τη διάρρηξη της συμφωνίας. Οι πολύ μεταγενέστερες, 16 χρόνια μετά, επιστολές με τις οποίες ζητείτο εκ νέου η παρουσία στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης, δεν διαφοροποιούν τα τετελεσμένα. Η επίδικη συμφωνία είχε προ πολλού, από τις 20.7.1989 διαρρηχθεί και η κλήση για εκ νέου παρουσία στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει διάρρηξη στο χρονικό εκείνο στάδιο. Είναι η κατάληξη μου ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίσθηκε μεταξύ της Ενάγουσας εταιρείας και όλων των προσώπων που καταγράφονται σε αυτή ως πωλητές, περιλαμβανομένης της Φλουρέντζας Αντώνη ή Παναγιώτου (αρχικής Εναγόμενης 1). Συνιστά περαιτέρω εύρημα μου ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το τίμημα πώλησης, εξοφλώντας πλήρως το σύνολο των πωλητών. Οι πωλητές διέρρηξαν τη συμφωνία, όταν την 20.7.1989 παρέλειψαν να παρουσιαστούν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στη Λάρνακα για να πραγματοποιήσουν τη μεταβίβαση του κτήματος επ΄ ονόματι της Ενάγουσας, ως η συμβατική τους υποχρέωση. Σημειώνεται πως στην Εκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται το γεγονός της αποστολής της επιστολής ημερομηνίας 21.6.1989 προς τους πωλητές. Ούτε και προβάλλεται ισχυρισμός αναφορικά με την αξία του επίδικου κτήματος κατά το
- Εντούτοις, προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία για την Ενάγουσα τόσο από τον Κωνσταντίνου με οδηγίες του οποίου στάληκε η επιστολή, όσο και από το Δρυμιώτη, το δικηγόρο που τη συνέταξε και απέστειλε. Περαιτέρω, ο Πανταζής μαρτύρησε για την αγοραία αξία του επίδικου κτήματος και κατά το
- Δεν έχει διαφανεί κατά πόσο η Ενάγουσα απλά παρέλειψε ή σκόπιμα απόκρυψε από τη δικογραφία της πως το 1989 οι πωλητές κλήθηκαν να προβούν στη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος. ΄Η ακόμα μπορεί να έκρινε ορθό να μην δικογραφήσει το γεγονός ως σχετικό ενόψει της θέσης της πως δεν σηματοδότησε τη διάρρηξη της συμφωνίας. Όμως, η απουσία αναφοράς στην Εκθεση Απαίτησης δεν επιτρέπει να αγνοηθούν τα γεγονότα του
- Η πραγματικότητα είναι ότι η συμφωνία διαρρήχθηκε το
- Αυτό συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου. Εφόσον η συμφωνία διαρρήχθηκε το 1989 δεν θα ήταν δυνατόν να διαρρηχθεί εκ νέου σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο. Ούτε το 2005 ούτε το 2006, όπως δικογραφείται στην Εκθεση Απαίτησης, όταν οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί κατακόρυφα, οπόταν και οι αποζημιώσεις της Ενάγουσας θα ήταν στο πολλαπλάσιο. Δεν θα ήταν ορθό να διαταχθεί η Ενάγουσα να τροποποιήσει την αξίωση της ώστε να προσθέσει ισχυρισμό ότι η συμφωνία διαρρήχθηκε το 1989 αφού αρνείται τέτοια εξέλιξη. Είναι, όμως, αρκετό να γίνει αναφορά στο γεγονός της αποστολής της επιστολής προς τους πωλητές. Το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί την επιδίκαση αποζημιώσεων στο αναίτιο μέρος που υφίσταται ζημιά ή απώλεια συνεπεία παράβασης σύμβασης από το υπαίτιο μέρος, η οποία ζημιά ή απώλεια προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνάπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε συνεπεία της παράβασης της σύμβασης. Στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867, αναφέρεται ότι το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο, η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Το επόμενο ζήτημα αφορά στην αξία του κτήματος κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας δηλαδή κατά την 20.7.
- Αυτή είναι η ζημιά που η Ενάγουσα υπέστηκε ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας με υπαιτιότητα των πωλητών. Ο Αντρέας Πανταζής (Μ.Ε.3) είναι προσοντούχος εκτιμητής ακινήτων με πολυετή πείρα (Τεκμήριο 16). Εχει ετοιμάσει έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 17) αναφορικά με την αγοραία αξία του επίδικου κτήματος σε διάφορες χρονολογίες. Ο Πανταζής με σημείο εκκίνησης την τιμή πώλησης των £22.000 κατά την ημερομηνία του αγοραπωλητηρίου, δηλαδή τον Νοέμβριο του 1979, πρόσθετε κάθε χρόνο ποσοστιαία αύξηση 10% σύνθετο τόκο. Με αυτή τη μεθοδολογία καταλήγει ότι η αγοραία αξία του επίδικου κτήματος τον Ιούνιο του 1989 ήταν £55.
- Αναφορά στο 1989 έκαμε μόνο στη διά ζώσης μαρτυρία του. Στην έκθεση που παρουσίασε αναφερόταν σε πέντε άλλα χρονικά σημεία. Προδήλως, γιατί το χρονικό σημείο του 1989 που δεν αναφερόταν στην Εκθεση Απαίτησης δεν ήταν στις οδηγίες του. Χρησιμοποίησε, ακόμα, συγκριτικές πωλήσεις στην περιοχή που οδηγούσαν σε ετήσια αύξηση 10,4 - 10,8%, οπόταν επιβεβαίωσε πως το 10% που χρησιμοποίησε ήταν ορθό. Ακόμα, χρησιμοποίησε τις συγκριτικές πωλήσεις για να επιβεβαιώσει ότι οι αξίες του επίδικου κτήματος στις οποίες κατέληξε για διάφορα χρονικά σημεία ήταν ορθές. Ο Πανταζής αντεξετάστηκε έντονα αναφορικά και με τους δύο πυλώνες της εκτίμησης του. Σε σχέση με τη μέθοδο της ετήσιας αύξησης μόνο με αναφορά στο ποσό εκκίνησης, αφού η άλλη παράμετρος, δηλαδή η ποσοστιαία αύξηση 10% σύνθετου τόκου, ήταν αποδεκτή και από τον εκτιμητή της υπεράσπισης (για τα έτη από το 1979 μέχρι το 2002). Ήταν η θέση της υπεράσπισης πως η τιμή πώλησης δεν ήταν αντιπροσωπευτική αλλά υψηλότερη της αγοραίας αξίας του επίδικου κτήματος το
- Και τούτο γιατί και το Κτηματολόγιο είχε καθορίσει την αγοραία του αξία σε τιμές 1.1.1980 σε £15.000 (€25.629,02). Ο Πανταζής υπεραμύνθηκε της θέσης ότι η τιμή στην οποία τα μέρη είχαν συμφωνήσει, θεωρείται ως η αγοραία αξία και πως για τον εκτιμητή μετρά περισσότερο από την εκτιμημένη αξία που καθόρισε το Κτηματολόγιο. Ο Καράς μαρτύρησε πως κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου οι πωλητές ήταν χαρούμενοι γιατί ο Κωνσταντίνου πήρε το κτήμα για £22.000, αναφέροντας πως ήταν το πρώτο που πωλείτο για τέτοια τιμή. ΄Αφησε σαφώς να νοηθεί πως η Ενάγουσα πλήρωσε περισσότερα από την αγοραία αξία του κτήματος. Σύντομα μετά την υπογραφή, πριν το χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου, οι πωλητές είχαν ήδη εκφράσει παράπονα στη βάση ότι η αξία του είχε υπερβεί το τίμημα πώλησης. Η εντύπωση των πωλητών δεν είναι γνωστό πόσο βάσιμη ήταν, ούτε κατά πόσο ήταν ειλικρινής ή υποκινούμενη από τάσεις εκμετάλλευσης και κερδοσκοπίας. Ό,τι παραμένει ως σταθερή βάση από τη μαρτυρία Καρά είναι πως η συμφωνηθείσα τιμή ήταν μεγαλύτερη από την αγοραία αξία του κτήματος. Ο Φώτης Ιωάννου (Μ.Υ.10) είναι προσοντούχος εκτιμητής ακινήτων με 10ετή πείρα. Ετοίμασε έκθεση εκτίμησης αναφορικά με το επίδικο κτήμα (Τεκμήριο 35). Ο Ιωάννου συμφωνεί στη χρήση ποσοστιαίας αύξησης 10% σύνθετου τόκου ετησίως, θεωρεί όμως λανθασμένη την επιλογή Πανταζή να χρησιμοποιήσει ως τιμή εκκίνησης του Νοεμβρίου του 1979 τις £22.
- Κατά τη θέση του η τιμή δεν ανταποκρίνεται στην αγοραία αξία του ακινήτου το 1979 και ο εκτιμητής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη γενικότερη εικόνα που δείχνουν τα συγκριτικά και όχι μια μεμονωμένη πώληση. Σημειώνω πως και ο Ιωάννου δεν αναφέρει στην εκτίμηση του τιμή για το 1989, προδήλως, ακολουθώντας τα πέντε χρονικά σημεία που επέλεξε ο Πανταζής. Όμως, εάν υπολογίσουμε με βάση τις τιμές που δίδει για τη έτη 1986 και 1994, για το 1989 θα έδιδε £36.
- Υπέδειξε ο Ιωάννου πως 1/6 μερίδιο του ιδίου του επιδίκου κτήματος είχε πωληθεί τον Μάρτιο του 1979 για £1.833 (Ιωάννου - Σ5) , που σημαίνει £10.998 το όλο. Η τιμή αυτή είναι πολύ πιο χαμηλή και από την εκτιμημένη αξία και προδήλως έγκειται στο ότι αφορούσε πώληση μεριδίου. Δεν την αποδέχομαι προς καθοδήγηση. Αισθάνομαι πως θα πρέπει να ανατρέξω στις συγκριτικές πωλήσεις που αναφέρονται στις εκθέσεις των εκτιμητών ώστε να διαμορφώσω ασφαλέστερη άποψη για την αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου κατά τον Ιούλιο του
- Κάποια αντικειμενικά δεδομένα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και που συνιστούν κοινό έδαφος είναι ότι το κόστος του δικαιώματος διόδου θα ήταν μικρό καθότι το επίδικο κτήμα ήταν αρκετά κοντά στο δημόσιο δρόμο. Ότι άλλο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι πως όταν θα αποκτούσε δίοδο δεν θα είχε τα ίδια δικαιώματα όπως εάν εφαπτόταν δρόμου. Εάν εφαπτόταν δρόμου θα μπορούσαν να κτιστούν μέχρι και τέσσερις κατοικίες ενώ με την δίοδο δύο. Κάτι περαιτέρω που θα βοηθήσει στην αξιολόγηση των συγκριτικών είναι πως όταν το κτήμα εφάπτεται στενού χωματόδρομου δεν έχει πλήρη δικαιώματα όπως στην περίπτωση που εφάπτεται δημοσίου δρόμου. Το τεμάχιο 132 (Ιωάννου - Σ1 και Πανταζής - Σ4) εφάπτεται στη νότια πλευρά του επιδίκου, είναι δηλαδή μεταξύ του επιδίκου και της θάλασσας. Εφαπτόταν κατά το μισό περίπου της πρόσοψης του στη λεωφόρο προς την οποία το επίδικο αναζητούσε διέξοδο. Το μέγεθος του είναι ελαφρώς μεγαλύτερο του επιδίκου. Το τεμάχιο 132 υπερέχει καταφανώς του επιδίκου. Αυτό πωλήθηκε τον Ιούνιο του 2002 προς £38,58 το τ.μ. . Με αυτό το δεδομένο η αγοραία αξία του επιδίκου τον Ιούνιο του 2002 θα έπρεπε να ήταν αρκετά πιο κάτω από £38 το τ.μ και συνεπώς, αναμφίβολα, τον Ιούνιο του 2000 δεν θα μπορούσε να έφτανε τις £39 το τ.μ. που εισηγείται ο Πανταζής. £39 το τ.μ. το 2000 σημαίνει για το 2002 £47,
- Εάν το επίδικο ήταν ισάξιο με το τεμάχιο 132 η τιμή του τον Ιούνιο του 2002 θα ήταν £38,58 και όχι £47,19 που εισηγείται ο Πανταζής. Η εκτίμηση του Πανταζή είναι ανεβασμένη κατά 22% περίπου. Το τεμάχιο 132 σε τιμές Ιουνίου - Ιουλίου 1989 ήταν £11,18 το τ.μ. . Σε αυτή την κατά τ.μ. αξία, το επίδικο, αγνοώντας προς το παρόν ότι είναι υποδεέστερο, θα άξιζε £44.049 (3940 τ.μ. x £11,18 το τ.μ.). Ο συλλογισμός αυτός θέτει ένα ανώτατο όριο το οποίο όχι μόνο δεν πρέπει να φτάσουμε αλλά η αξία του επιδίκου να καθοριστεί πιο χαμηλά. Το τεμάχιο 205 (Ιωάννου - Σ2, Πανταζής - Σ5) είναι περίκλειστο χωράφι με εμβαδόν 1338 μέτρα. Εμπίπτει στην ίδια πολεοδομική ζώνη με το επίδικο. Πωλήθηκε την 6.7.2001 προς £29,90 το τ.μ.. Αυτό το συγκριτικό υστερεί του επιδίκου γιατί δεν βρισκόταν πλησίον της ανεπτυγμένης περιοχής αλλά και γιατί είχε μεγάλη απόσταση από τον πλησιέστερο δημόσιο δρόμο προς τον οποίο θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση. Η τιμή του τεμαχίου 205 τον Ιούλιο του 1989 θα ήταν £9,52 το τ.μ. και σε αυτή την τιμή το επίδικο θα άξιζε £37.
- Ο συλλογισμός αυτός θέτει ένα κατώτατο όριο το οποίο θα πρέπει να ξεπεράσουμε. Το τεμάχιο 429 (Ιωάννου - Σ3, Πανταζής - Σ8) είναι χωράφι με εμβαδόν ελάχιστα μεγαλύτερο του επίδικου που εμπίπτει στην ίδια πολεοδομική ζώνη και βρίσκεται περί τα 200 μέτρα νοτιοανατολικά του επίδικου προς τη θάλασσα. Εφάπτεται στενού χωματόδρομου από τη μια πλευρά ενώ από την άλλη εφάπτεται της ζώνης προστασίας της παραλίας. Για τους δύο αυτούς λόγους υπερέχει καταφανώς του επιδίκου. Αυτό πωλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1985 προς £11,21 το τ.μ.. Με βάση αυτό η τιμή των £10,50 το τ.μ. για το επίδικο για το 1986 που καθορίζει ο Πανταζής είναι και πάλι ψηλή. Το τεμάχιο 463 (Ιωάννου - Σ4, Πανταζής - Σ10) είναι χωράφι εμβαδού 2305 τ.μ περί το ένα χιλιόμετρο ανατολικά του επιδίκου. Εφάπτεται δημοσίου χωματόδρομου. Κατά το χρόνο της πώλησης του την 6.8.1986 ενέπιπτε στην ίδια πολεοδομική ζώνη με το επίδικο. Πωλήθηκε προς £8,68 το τ.μ.. Τον Ιούλιο του 1989 η τιμή του θα ήταν £11,55 το τ.μ.. Σε αυτή την κατά τ.μ. αξία το επίδικο θα άξιζε £45.
- Το τεμάχιο 463 έχει το πλεονέκτημα ότι εφάπτεται στενού χωματόδρομου αλλά είναι πιο απομακρυσμένο από την ανεπτυγμένη περιοχή. Το τεμάχιο 444 (Ιωάννου - Σ6) πωλήθηκε το
- Η πώληση του απέχει 17 χρόνια από τον ουσιώδη χρόνο και υπό τας περιστάσεις, δηλαδή το γεγονός πως υπάρχουν άλλες πωλήσεις που δεν απέχουν μεγάλο χρονικό διάστημα από τον ουσιώδη χρόνο, δεν θα πρέπει να προτιμηθεί ως καθοδήγηση, ακολουθώντας την εισήγηση του Ιωάννου. Περαιτέρω διαφάνηκε ότι αυτό το τεμάχιο ήταν σε άλλη πολεοδομική ζώνη από το επίδικο. Ο Πανταζής έλαβε υπόψη του και άλλες πωλήσεις που δεν αναφέρονται στην Έκθεση Ιωάννου. Τις έχω εξετάσει. Είμαι της άποψης πως οι συγκριτικές πωλήσεις 1,2,6 και 7 δεν θα πρέπει να προσμετρήσουν ουσιωδώς γιατί έχουν διάφορες επιμέρους διαφορές από το επίδικο και απέχουν πολύ περισσότερο από την θάλασσα. Το τεμάχιο 430 (Πανταζής - Σ9) είναι οικόπεδο 1077 τ.μ. που πωλήθηκε την 29.1.1990 προς £28,78 το τ.μ. Αυτό υπερέχει καταφανώς του επιδίκου αφού είχε τεράστιο πρόσωπο προς το δημόσιο χωματόδρομο. Το τεμάχιο 197 (Πανταζής - Σ3) είναι χωράφι εκτάσεως 1621 τ.μ. που εφάπτεται δημοσίου δρόμου. Αυτό δηλώθηκε ότι πωλήθηκε το Μάιο του 2003 ₤43,18 το τ.μ. αλλά το κτηματολόγιο το αποδέχθηκε για ₤61,69 το τ.μ. Ο Ιωάννου θεωρεί ότι αυτό το τεμάχιο υπερτερεί κατά 40% του επιδίκου γιατί μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως ενώ στο επίδικο μετά την απόκτηση διόδου θα μπορούν να κτιστούν μόνο δύο κατοικίες. Το τεμάχιο 131 (Πανταζής - Σδ στο συμπληρωματικό πίνακα) είναι χωράφι έκτασης 4716 τ.μ. περίκλειστο που πωλήθηκε το Σεπτέμβρη του 2007 προς ₤123 το τ.μ. και έγινε αποδεκτό από το κτηματολόγιο για ₤205,68 το τ.μ.. Βρίσκεται νοτιότερα του επιδίκου πιο κοντά στη θάλασσα και έχει καλύτερο σχήμα από το επίδικο του οποίου συνεπώς υπερτερεί. Η πώληση απέχει χρονικά 18 χρόνια από του ουσιαστικό χρόνο και έγινε σε μια περίοδο που σύμφωνα με τον Ιωάννου υπήρχαν ραγδαίες αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων στην περιοχή. Περαιτέρω ο Ιωάννου εξέφρασε αμφιβολία κατά πόσο είναι πράγματι περίκλειστο. Τουλάχιστον επί του χάρτου φαίνεται περίκλειστο με την απόσταση από το δημόσιο δρόμο να είναι περίπου η ίδια όπως και το επίδικο. Διαπιστώνω ότι οι πωλήσεις που μπορούν να παράσχουν την ασφαλέστερη καθοδήγηση για την αξία του επιδίκου κτήματος εντοπίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από αμφότερους τους εκτιμητές. Η διαφορά έγκειται στην αντιπαραβολή των προτερημάτων και μειονεκτημάτων του επιδίκου σε σχέση με κάθε συγκριτική πώληση. Η προσέγγιση του Ιωάννου είναι πιο αντικειμενική και κατ΄ επέκταση ορθή. Ο Πανταζής μου έδωσε την σαφή εικόνα της προσπάθειας υποτίμησης των μειονεκτημάτων του επιδίκου και των πλεονεκτημάτων των συγκριτικών. Η σαφής εντύπωση που δημιούργησα ήταν πως εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι η τιμή πώλησης ήταν ψηλή, διαμόρφωσε την εκτίμηση του με αναπροσαρμογή της χρονικά και αναφέροντας συγκριτικές πωλήσεις προσπάθησε να τις παρουσιάσει ως επιβεβαιωτικές της κατάληξης του παρά να τις χρησιμοποιήσει για να καταλήξει σε ορθό αποτέλεσμα. Με δεδομένη την κατάληξη ότι το επίδικο κτήμα πωλήθηκε σε τιμή πιο ψηλή από την αγοραία αξία του η εκτίμηση με βάση αυτή είναι λανθασμένη. Αποδέχθηκε ο Ιωάννου πως η τιμή της πραγματοποιηθείσας πώλησης λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο ο ίδιος δεν την έλαβε υπόψη αφού η πώληση δεν είχε καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο και δεν την γνώριζε. Ανέφερε πως αν έβλεπε το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν θα διαφοροποιούσε την θέση του γιατί η εκτίμηση του δεν βασίστηκε πάνω μόνο σε ένα συγκριτικό αλλά σε έξι συγκριτικά καθώς και την γενικότερη εικόνα της αγοράς. Στην ουσία τα συγκριτικά που λήφθηκαν υπόψη για την εξεύρεση της αγοραίας αξίας την περίοδο που ενδιαφέρει ήταν λιγότερα και τα περί γενικότερης εικόνας δεν θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πραγματική πώληση του ιδίου του κτήματος. Ανέφερε ο Ιωάννου πως η τιμή πώλησης έχει σημασία δεδομένου ότι ο πωλητής και ο αγοραστής είχαν όλα τα στοιχεία και πληροφορίες για να αποφασίσουν σε μια ανεξάρτητη πράξη. Αποδέχεται πως εφόσον λαμβάνετο υπόψη θα είχε επίδραση στο αποτέλεσμα της εκτίμησης του. Είδαμε ότι από πλευράς αγοραστή την απόφαση έλαβε επιχειρηματίας που δραστηριοποιείτο στη περιοχή που αγόραζε κτήματα στην περιοχή και αναμφίβολα είχε γνώση της κτηματαγοράς. Η Ενάγουσα πλήρωσε περισσότερα από την αγοραία αξία. 'Ισως και ο Κωνσταντίνου σε γνώση του να αποδέχτηκε ψηλότερη τιμή από την αγοραία αξία για να ικανοποιήσει τους πωλητές ή γιατί είχε τη διορατικότητα να εκτιμήσει την ανάπτυξη που θα είχε η ευρύτερη περιοχή. Όμως, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ότι θα πλήρωνε ₤22.000 εάν το κτήμα άξιζε μόνο ₤15.
- Ο Ιωάννου δεν έλαβε υπόψη την επίδικη πώληση που ήταν μια πραγματικότητα. Όπως ο ίδιος εξήγησε δεν ήταν σωστό να υιοθετηθεί στον απόλυτο βαθμό αλλά ούτε και να αγνοηθεί. Μαζί με τις άλλες συγκριτικές πωλήσεις έπρεπε να συνεκτιμηθεί και να επιδράσει στην διαδικασία εξεύρεσης της πραγματικής αγοραίας αξίας. H αναφορά των δικηγόρων της Ενάγουσας στη γραπτή τους αγόρευση, ότι οι Εναγόμενοι 2 - 8, 10 και 11 με την παράγραφο 12 της Υπεράσπισης τους συμφωνούν ουσιαστικά με την εκτίμηση Πανταζή για το 1989, δεν είναι ορθή. Ό,τι δικογραφούν είναι ότι το 1988 ή 1991 ή 1992 η αξία του επιδίκου ήταν κατώτερη των £100.
- Αυτό δεν συνιστά αποδοχή της εκτίμησης Πανταζή ο οποίος για το 1989 υπολογίζει την αξία του επιδίκου στις £55.
- Είναι η κατάληξη μου πως η αγοραία αξία του επίδικου κτήματος κατά τον Ιούλιο του 1989 δηλαδή το χρόνο διάρρηξης της επίδικης συμφωνίας, ήταν £42.000 (€72.601,26). Ο Γέριμος ήγειρε κατά τη μαρτυρία του ζήτημα αδυναμίας υπεράσπισης της υπόθεσης της αποβιωσάσης Φλουρέντζας Παναγιώτου για την επίδικη αγοραπωλησία που κατ΄ ισχυρισμό πραγματοποιήθηκε το
- Επισημαίνει τον θάνατο των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στα γεγονότα της υπόθεσης και υποστηρίζει πως υφίσταται αδυναμία δίκαιας δίκης λόγω της καθυστέρησης της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Μέχρι τη δίκη οι πέντε από τους οκτώ πωλητές είχαν ήδη αποβιώσει. Στην Φράγκου ν. Στυλιανίδης
(2007)1 Α.Α.Δ. 73, η αγωγή για παράβαση συμφωνίας πώλησης ακινήτου που υπογράφηκε το 1974 καταχωρίστηκε το 2003 από το διαχειριστή του αγοραστή εναντίον του διαχειριστή του πωλητή. Τα πρόσωπα που έκαναν τη συμφωνία είχαν προ πολλού αποβιώσει οι δε διαχειριστές τους δεν είχαν ιδία γνώση της συναλλαγής. Η αγωγή απορρίφθηκε για λόγους ουσίας. Κατ΄ έφεση αποφασίστηκε πως η αξίωση θα ήταν απορριπτέα και λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος - διαχειριστής της περιουσίας του πωλητή να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατόν να υπήρχαν, να μην μπορούν υπό τις περιστάσεις να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο δικαστήριο. Στην Ιερείδης κ.α. ν. Παναγιώτου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 498, αποφασίστηκε ότι η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Η ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της το 1996, διεκδικώντας περιουσία που, σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, υποσχέθηκε πως θα της μεταβίβαζε όταν παντρευόταν. Ο γάμος της έγινε το 1971. Το ζήτημα της καθυστέρησης ηγέρθηκε μόνο κατ΄ έφεση. Αναφέρεται στη σελ. 508 ότι: «΄Εχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαια δίκη.» Στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, Π.Ε. 260/2009, ημερ. 22.1.2013, αναφέρεται πως σύμφωνα με την αρχή του δικαίου της επιείκειας της ολιγωρίας (laches), καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διαδίκου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Oταν δεν επιδιώκεται χορήγηση θεραπείας με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής. Αναφέρεται ότι (σελ.5): «Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας.» Γίνεται παραπομπή στην Fisher v. Brooker
(2009)1 W.L.R. 1764, 4 All E.R. 789, όπου σημειώνεται ότι το όφελος που μπορεί να προκύπτει από την καθυστέρηση μπορεί να εξισορροπεί το όποιο δυσμενή επηρεασμό. Εχω την ισχυρή άποψη ότι θα ήταν άδικο και λανθασμένο να απορριφθεί η παρούσα αγωγή λόγω καθυστέρησης, όπως εισηγείται ο Εναγόμενος
- Οι πωλητές ενήργησαν από κοινού και η υπόθεση της Ενάγουσας ήταν τέτοια που ο Εναγόμενος 1, παρά το θάνατο της Φλουρέντζας, είχε τα εφόδια για να υπερασπιστεί τη δικογραφημένη εκδοχή του εάν αυτή ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 9 είναι στη ζωή. Περαιτέρω, και σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι πωλητές εισέπραξαν το συμφωνηθέν ποσό της πώλησης από την Ενάγουσα και δεν συμμορφώθηκαν με τη συμβατική τους δέσμευση να της μεταβιβάσουν το επίδικο κτήμα, ώστε να ήταν άδικο να τους επιτραπεί να μην την αποζημιώσουν. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 εγείρουν περαιτέρω ζήτημα ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται λόγω κωλύματος εκ συμπεριφοράς (Estoppel by Conduct), γιατί από το 1981 που έλαβε και είχε στα χέρια της το πληρεξούσιο, απέτυχε να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση και δεν προέβαλε καμιά απαίτηση προς τους πωλητές, αδρανώντας για οκτώ χρόνια μέχρι και το
- Ο ορισμός του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς διατυπώθηκε στην Hadjiyiannis v. The Attorney General
(1970)1 C.L.R. 32: «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή.» Για να είναι το κώλυμα αποτελεσματικό πρέπει η συμπεριφορά να είναι ξεκάθαρη και μη διφορούμενη, ενώ θα πρέπει και η άλλη πλευρά να έχει, βασιζόμενη σε αυτή, μεταβάλει τη θέση της ή τουλάχιστον ενεργήσει στη βάση της (βλ.Chitty on Contracts, Tόμος 1, 27η έκδοση, παρα.22-040). Στην προκειμένη περίπτωση καμιά από τις πιο πάνω προϋποθέσεις δεν ισχύουν. Καταλήγω πως δεν εγείρεται ζήτημα κωλύματος όπως ετέθη από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1. Εναντίον των Εναγομένων 7 και 8 η Εκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και συνεπώς η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 6 προβάλλεται στην αγόρευση των δικηγόρων του ότι τίποτα το μεμπτό δεν προέκυψε για το διαχειριστή, και τούτο επιβεβαιώνεται από το εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν είχε υπόψη του την επίδικη συμφωνία. Όμως, ο Χριστόδουλος Πιτσιρής δεν ενάγεται υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Τσόκκου. Η απόφαση βαραίνει την περιουσία και αναμφίβολα υπό τις περιστάσεις όχι το διαχειριστή προσωπικά. Η Εναγόμενη 11 συνενώθηκε ως διάδικος μετά την από μέρους της αποδοχή της επ΄ ονόματι της μεταβίβασης του μεριδίου της μητέρας της, στη βάση ότι είχε ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας και, κατ΄ επέκταση, δόλια. Μετά την απόσυρση της αξίωσης για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, και τον περιορισμό των απαιτήσεων σε χρηματικές αποζημιώσεις, γεννάται το ερώτημα σε ποιο βαθμό η Εναγόμενη 11 (δηλαδή η Βαρβάρα Φλουρή προσωπικά και όχι ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Μαρίας Φλουρή) είναι υπόλογη να πληρώσει στην Ενάγουσα. Η ουσία της εναντίον της υπόθεσης περιορίζεται στο ότι με την δόλια της ενέργεια αποστέρησε την περιουσία της Μαρίας Φλουρή από το μερίδιο της στο επίδικο κτήμα, που θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο μέτρων εκτέλεσης της εναντίον της απόφασης και δεν θα μπορούσε να αφορά πέραν τούτου υποχρέωση για όλο το ποσό της απόφασης ανεξάρτητα από την αξία του μεριδίου που απόκτησε. Στην Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1(....) Α.Α.Δ. 1523, αναφέρεται με παραπομπή στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 18, σελ.189, ότι η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. Η Ενάγουσα έχει το βάρος να αποδείξει αυστηρά τις προβαλλόμενες Λεπτομέρειες Δόλου (βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547). Η μαρτυρία πάνω στην οποία εδράζεται ο ισχυρισμός για δόλο είναι το γεγονός ότι η Εναγόμενη 11 γνώριζε για την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας, και η μόνη σχετική λεπτομέρεια από τις «Λεπτομέρειες Δόλου Εναγομένης 11» που αναφέρονται στην Εκθεση Απαίτησης είναι η (α) όπου αναφέρεται πως ενώ γνώριζε ότι το μερίδιο της Μαρίας Φλουρή είχε πωληθεί στην Ενάγουσα, αποδέχθηκε την επ΄ ονόματι της μεταβίβαση του δολίως και με σκοπό την καταδολίευση των Εναγόντων. Πώς, δεν εξειδικεύεται, με δεδομένη δε την απόσυρση της αξίωσης για ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου, η καταδολίευση δεν μπορεί να αφορά στην παρεμπόδιση της Ενάγουσας να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του μεριδίου. Κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 11 δεν της υποβλήθηκε ότι είχε ενεργήσει δόλια αποδεχόμενη τη μεταβίβαση και δεν δόθηκε η ευκαιρία στο Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή ενήργησε δόλια ή αμελώς ή έχοντας άλλη εντύπωση ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Η αξίωση εναντίον της δεν τεκμηριώθηκε. Στο Πιστοποιητικό Σύστασης της Ενάγουσας (Τεκμήριο 15) το όνομα της αναφέρεται ως «KATALIMATA ESTATES LIMITED». Ακριβώς κατ΄ αυτό τον τρόπο αναφέρεται το όνομα σε πιστοποιητικό του Εφόρου ημερομηνίας 12.2.2014 (Τεκμήριο 20). Στον τίτλο της αγωγής η Ενάγουσα αναφέρεται ως KATALΥMATA ESTATES LTD. Είναι πρόδηλο πως πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους. Οι πωλητές συμβλήθηκαν με την εταιρεία KATALIMATA ESTATES LIMITED και στα περιστατικά της υπόθεσης καμιά άλλη εταιρεία δεν εμπλέκεται. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι υφίσταται άλλη εταιρεία με την ονομασία KATALΥMATA ESTATES LTD. Το ακριβές όνομα της εταιρείας μπορεί να εισαχθεί στον τίτλο της αγωγής με τροποποίηση που είναι ορθό και δίκαιο να διαταχθεί (βλ. Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805, 1810). Αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Εναγόμενης 8 ότι υπάρχει λάθος αναφορικά με το όνομα της. Ότι αναφέρεται ως «Τσόκκου Παύλου Παναγιώτου». Η πραγματικότητα είναι ότι αναφέρεται ως «Τσόκκου Παύλου Παναγιωτού, σύζυγος Αντώνη Ζάκου (θυγατέρα Παύλου Αντώνη Τσόκκου». Πρόκειται για την Μ.Υ.6 που κατά την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα ανέφερε ότι ονομάζεται Παναγιώτα Τσόκκου Ζάκου. Ότι είναι η θυγατέρα του Παύλου Αντώνη Τσόκκου και σύζυγος του Αντώνη Ζάκου. Βρίσκω ότι η περιγραφή της στον τίτλο της αγωγής είναι πλήρως ικανοποιητική ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα ποιο πρόσωπο βρίσκεται ως Εναγόμενος 8 ενώπιον του Δικαστηρίου. Η χρήση του λαϊκού «Παναγιωτού» αντί «Παναγιώτα» δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. O Καλλένος, ο γιος της Εναγόμενης 2, ανάφερε πως η μητέρα του απεβίωσε την 9.7.2007 (Πιστοποιητικό θανάτου - Τεκμήριο 26). Δεν διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας σημείωσαν ότι για πρώτη φορά άκουαν ότι είχαν αποβιώσει η Εναγόμενη
- Ανάφεραν ότι θα ελάμβαναν μέτρα για διορισμό διαχειριστή με περιορισμένο διοριστήριο για την περιουσία της Εναγόμενης 2, αλλά ουδέν έπραξαν. Η «αποκάλυψη» του Καλλένου έγινε κατά τη δικάσιμο της 24.2.
- Ηταν η προτελευταία δικάσιμος αφού οι τελευταίοι μάρτυρες στην υπόθεση κατέθεσαν στις 28.2.
- Διερχόμενος τα πρακτικά, διαπιστώνω ότι κατά την αντεξέταση του Κωνσταντίνου (που ήταν ο πρώτος μάρτυρας στην υπόθεση) από την κα Χατζηκωνσταντή υποβλήθηκε ερώτηση εάν ο μάρτυρας γνώριζε κατά πόσο η Εναγόμενη 2 Μαρία Νικόλα είχε αποβιώσει. Ο Κωνσταντίνου απάντησε πως δεν γνώριζε. Αντί η δικηγόρος να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 2 είχε αποβιώσει από το 2007, προχώρησε σε ερωτήσεις επί άλλων θεμάτων. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, άλλως η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη (βλ. Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1210, 1215). Η παρούσα αγωγή είχε ως αντικείμενο και ακίνητη ιδιοκτησία, αφού αξιωνόταν η εγγραφή του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι της Ενάγουσας. Όμως, αφότου η θεραπεία αυτή εγκαταλείφθηκε, η αξίωση περιορίστηκε σε χρηματικές αποζημιώσεις και παρά το ότι αυτές εκπηγάζουν από σύμβαση για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν έχουν ως αντικείμενο την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία. Ισχύει, επομένως, η γενική προσέγγιση της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ότι καμιά αιτία αγωγής δεν αποτυγχάνει λόγω της κακής συνένωσης ή μη συνένωσης διαδίκων, και το Δικαστήριο δύναται σε κάθε υπόθεση να ενασχοληθεί με το επίδικο ζήτημα στην έκταση που αφορά στα δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων που πράγματι βρίσκονται ενώπιον του. Παρέχεται, βέβαια, από τον ίδιο θεσμό εξουσία στο Δικαστήριο, ακόμα και χωρίς αίτημα από οιοδήποτε, να διατάξει την προσθήκη διαδίκων που θα έπρεπε να προστεθούν, ώστε να μπορέσει πλήρως και αποτελεσματικά να αποφασίσει επί όλων των ζητημάτων που εγείρονται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένο ότι δεν υφίσταται διαχειριστής της περιουσίας της Εναγόμενης 2, δεν θα μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο η προσθήκη ως εναγομένου οιουδήποτε προσώπου που να αντιπροσωπεύει την περιουσία της. Θα έπρεπε να προηγηθούν διαδικασίες διορισμού διαχειριστή, όπως η πλευρά της Ενάγουσας ανάφερε ότι θα έπρεπε να κάμει. Δεν είναι έργο του εκδικάζοντος μια αγωγή Δικαστηρίου να υποβάλει αίτηση για να παραχωρηθούν γράμματα διαχείρισης σε οιοδήποτε με σκοπό να τον καταστήσει διάδικο. (Η Αναστασία Κώστα Αλεξάνδρου ν. Alexander Keith Edward, Π.Ε. 240/2008, ημερ. 22.11.2013, διακρίνεται). Ως αποτέλεσμα, η αγωγή παραμένει να στρέφεται και εναντίον μιας αποβιωσάσης. Αποβιώσας δεν μπορεί να είναι διάδικος σε αγωγή, ούτε απόφαση μπορεί να εκδοθεί εναντίον του. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 θα πρέπει να απορριφθεί. 'Εχοντας υπόψη ότι οι δικηγόροι της Εναγόμενης 2 συνέχισαν να εμφανίζονται στην αγωγή ακόμα και μετά το θάνατο της πελάτισσας τους με αποτέλεσμα την σπατάλη περαιτέρω εξόδων, κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω έξοδα μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2. Παραμένει το ζήτημα του τόκου. Στην Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 496, αναφέρεται πως στο ζήτημα του επιδικασμού του τόκου είναι δυνατόν να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα. Για τους ίδιους λόγους και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής θα πρέπει να έχει τις ίδιες συνέπειες όπως και η καθυστέρηση στην προώθηση της. Στην Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 893, αναφέρεται πως σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση, ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης, όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών. Από τη διάρρηξη της συμφωνίας μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Ενάγουσα παρέμεινε σε πλήρη αδράνεια. Δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο για το χρονικό αυτό διάστημα να επιβραβευθεί με την απόδοση τόκου. Συνεπώς ο τόκος θα λογίζεται από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 3, 4, 5, 6, 9 κα 10 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €72.601,26 με νόμιμο τόκο από 19.7.2006 πλέον έξοδα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2, 7, 8 και 11 απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. Αυτοί είχαν τους ίδιους δικηγόρους και είχαν καταχωρήσει κοινή Εκθεση Υπεράσπισης με τους Εναγόμενους 3 - 6 και 10. Η απόφαση να μη συνταχθεί προτού η Ενάγουσα καταχωρήσει τροποποιημένο Κλητήριο Ενταλμα στον τίτλο του οποίου να αναφέρεται ως Ενάγουσα η KATALIMATA ESTATES LIMITED και τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης με την προσθήκη παραγράφου 8 Α μετά την παράγραφο 8 που να αναφέρει ότι: «Η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 21.6.1989 προς τους πωλητές και κάποια Παρασκευού Αβραάμ Λευτέρη κάλεσε τους παραλήπτες να εμφανιστούν στις 20.7.1989 στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του κτήματος. Η επιστολή στάληκε προς όλους συστημένη και καμιά δεν επιστράφηκε.» (Υπ.)................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ.. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο