Ανδρέας Παναγιώτου ν. Φλουρής Φλουρκάς Επιχειρήσεις Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1336/12, 24/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1336/12 Μεταξύ: Ανδρέας Παναγιώτου Ενάγοντα και
- Φλουρής Φλουρκάς Επιχειρήσεις Λτδ
- Φλουρής Φλουρκά
- Παντελίτσα Φλουρκά Εναγομένων ------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.7.2013 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: Ο κ. Νίκος Ανδρέου (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κατσιάρης) Για τον Ενάγοντα- Καθ΄ ου η Αίτηση: Ο κ. Μιχάλης Φλωρίδης για Μιχαήλ Γ. Φλωρίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Σκορδής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εκδόθηκε στις 7.2.2013, ερήμην των εναγομένων, απόφαση εναντίον τους, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €4711.46 πλέον τόκους και έξοδα, αντιπροσωπεύον οφειλόμενα ενοίκια. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγοντας είναι από τις 18/112009 ιδιοκτήτης ακινήτου, (κατάστημα αρ. 10) το οποίο ευρίσκεται στον Πρωταρά (περιοχή FIG TREE BAY). Το ακίνητο μέχρι τις 17.11.2009 ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της Ανδριανής Παναγιώτου, συζύγου του ενάγοντος. Δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 29.6.2006, η Ανδριανή Παναγιώτου ενοικίασε το εν λόγω κατάστημα στους εναγομένους αρ. 1 για περίοδο 6 χρόνων, αρχής γενομένης την 1.1.2006 μέχρι 31.12.
- Στην βάση του εν λόγω Ενοικιαστηρίου Εγγράφου οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των εναγομένων
- Βάσει των όρων του εν λόγω Συμβολαίου, το ενοίκιο θα πληρωνόταν ετήσια και θα καταβαλλόταν σε τέσσερεις ίσες τριμηνιαίες δόσεις, κάθε δε καθυστερημένο ενοίκιο θα επιβαρύνετο με τόκο 8.5% από την ημέρα που ήταν πληρωτέο μέχρι την εξόφληση του. Ο ενάγοντας από την στιγμή που είχε καταστεί ιδιοκτήτης του ακινήτου, το γνωστοποίησε στους εναγομένους οι οποίοι αναγνωρίζοντας τα δικαιώματα του, συνέχισαν να καταβάλουν σ΄ αυτόν τα ενοίκια. Οι εναγόμενοι, κατά την διάρκεια της ενοικίασης, παρέλειψαν να καταβάλουν μέρος του ενοικίου της περιόδου από 1.10.2012 μέχρι 31.12.2012, συμποσούμενα στο ποσό των €4711.
- Ο ενάγοντας με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 23.11.2012, απαίτησε την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.12.2012 και επιδόθηκε στους εναγομένους στις 3.1.
- Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης, το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη για τους εναγομένους 2 και 3, στον Βαγγέλη Φλουρκά ενήλικα γιο και συγκάτοικο των εναγομένων 2 και 3, και στον ίδιο ως αρμόδιο υπάλληλο παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Στις 21.1.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση δυνάμει της Διαταγής Δ.17, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 7.2.2013 προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης του και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω. Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 19.7.2013, οι εναγόμενοι, αιτούνται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1,2,8, 9(h), στην Δ.17 θ.10, στη Δ.26 θ.14, στην Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 άρθρο 10, παρ. 2 [ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 102
(1)/95] και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 2, Φλουρή Φλουρκά. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται ότι η εναγομένη 1 εταιρεία είναι η ενοικιάστρια ενός καταστήματος, κειμένου στη Λεωφ. Πρωταρά αρ. 69, στην περιοχή FIG TREE BAY και οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγυητές των υποχρεώσεων της. Η αρχική ενοικίαση στη βάση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 5/11/1998, άρχιζε την 1.1.1999 (με ετήσιο ενοίκιο Λ.Κ.3.000=) και έληγε την 31.12.
- Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι με την λήξη της πρώτης ενοικίασης, η εναγομένη 1 εταιρεία έχει καταστεί θέσμια ενοικιάστρια του ακινήτου αφού εξακολουθεί να το κατέχει, δεδομένου του ότι το ακίνητο ανηγέρθη προ της 31.12.1999 και ευρίσκεται εντός «ελεγχόμενης περιοχής που υπάγεται στο Ενοικιοστάσιο». Στη συνέχεια υπογράφτηκε την 29.6.2006, νέο Ενοικιαστήριο Συμβόλαιο με χρονική διάρκεια από 1.6.2006 μέχρι 31.12.2012 και με αύξηση του ενοικίου, πέραν του 14% εν αντιθέσει με τις πρόνοιες της παραγράφου 10, του άρθρου 2, του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου αρ. 23/
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα τα «καθ΄ υπέρβαση καταβληθέντα ποσά, δικαιούνται οι εναγόμενοι να τα αξιώσουν με Ανταπαίτηση στην αγωγή, διεκδικώντας ποσό πέραν των €50.000=, πλέον τόκους και έξοδα. Είναι η θέση του ότι από την στιγμή που η εναγομένη 1 εταιρεία είχε καταστεί θέσμια ενοικιάστρια του ακινήτου, αρμόδιο Δικαστήριο για την επίλυση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών είναι «αποκλειστικά» το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Υποστηρίζει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ήταν αναρμόδιο να επιληφθεί της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και να εκδώσει απόφαση για καθυστερημένα ενοίκια. Πέραν τούτου αναφέρει ότι «ο ιδιοκτήτης του ακινήτου παράνομα εισέπραξε ενοίκια με ποσοστό αύξησης πέραν του επιτρεπόμενου, από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, αρχικά 14% και μεταγενέστερα πέραν του 8%». Τούτο, κατά τον ενόρκως δηλούντα, αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι - αιτητές, παρουσιάζουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Διατείνεται τέλος ότι οι εναγόμενοι - αιτητές παρουσίασαν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης. Ο ενάγοντας - καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.3, όπως και επί των Γενικών και Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής: «
- Η αίτηση των εναγομένων είναι άνευ αντικειμένου αφού έχουν ήδη εξοφλήσει την απόφαση της οποίας επιδιώκουν τον παραμερισμό.
- Η αίτηση των αιτητών - Εναγομένων είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.
- Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης δεν ευσταθούν.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν άμεσα μόλις πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της αγωγής και/ή της απόφασης.
- Ουδεμίαν υπεράσπιση έχουν εις την απαίτηση του Ενάγοντα και ουδένα αποδεικτικό στοιχείο των ισχυρισμών τους έχουν προσκομίσει.
- Οι αιτητές δεν έχουν αιτιολογήσει την απραξία τους και ούτε έδειξαν καλή πίστη ώστε να τύχουν των ευεργετημάτων που παρέχει η νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησης.
- Η αίτηση των αιτητών - εναγομένων είναι καταχρηστική και/ή αντιμάχεται τον σκοπό της ταχείας διαδικασίας στην απονομή της δικαιοσύνης και/ή των σχετικών δικονομικών και/ή διαδικαστικών θεσμών.
- Οι αιτητές - εναγόμενοι είναι ένοχοι ασύγγνωστης αμέλειας και καθυστέρησης της αίτησης.
- Οι αιτητές - εναγόμενοι δεν προσέρχονται εις το δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Οι αιτητές δεν έχουν δικαιολογήσει την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση.» Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα Ανδρέα Παναγιώτου, ο οποίος αφού κάμνει αναφορά στο ιστορικό έκδοσης της απόφασης, αναφέρει τα εξής. Περί τον Δεκέμβριο του 2012 και προτού τερματισθεί η συμφωνηθείσα περίοδος ενοικίασης, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την επίτευξη νέας συμφωνίας ενοικίασης με χαμηλότερο ενοίκιο, αφού οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το κατάστημα για τα οφειλόμενα ενοίκια του οποίου εξεδόθη η επίδικη απόφαση. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν μέχρι και τις αρχές Απριλίου
- Παρά το γεγονός ότι κατέληξαν σε συμφωνία τόσον όσον αφορά τα οφειλόμενα ενοίκια όσο και για την νέα ενοικίαση, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να υπογράψουν την νέα συμφωνία η οποία ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του. Κατόπιν τούτων, την 23.4.2013, ο δικηγόρος του για σκοπούς εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης, καταχώρησε Ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των εναγομένων. Οι τελευταίοι την ίδια ημέρα που καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση, καταχώρησαν και μονομερή Αίτηση με την οποία αιτούντο την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών. Στην ρηθείσα Αίτηση εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του Εντάλματος Κινητών, το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο την 1.8.
- Την 1.8.2013 το εν λόγω Διάταγμα διαφοροποιήθηκε, αφού οι εναγομένοι συμφώνησαν να παράσχουν, εντός 15 ημερών από την έκδοση του, τραπεζική εγγύηση για το ποσό της απόφασης και να καταβάλλουν και όλα τα έξοδα, άλλως το Διάταγμα θα ήταν άμεσα εκτελεστό. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το διάταγμα ημερομηνίας 1.8.2013 και έτσι προχώρησε η διαδικασία εκτέλεσης του Εντάλματος κινητών. Οι εναγομένοι στις 27.9.2013 προέβησαν ανεπιφύλακτα, στην εξόφληση τόσο της απαίτησης όσον και των εξόδων της αγωγής. Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι οι εναγόμενοι δυνάμει της Συμφωνίας Ενοικίασης ημερομηνίας 29.6.2006, ήσαν συμβατικοί ενοικιαστές του μέχρι και την 31.12.2012, ημερομηνία κατά την οποίαν εγκατέλειψαν το υποστατικό, χωρίς ποτέ να καταστούν θέσμιοι ενοικιαστές. Κατ΄ ακολουθίαν δικαιοδοσία για την επίλυση της μεταξύ των διαφοράς, σε σχέση με καθυστερημένα ενοίκια προ της 31.12.2012, είχε μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και όχι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Είναι τέλος η θέση του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες μιας καλή τη πίστη συζητήσιμης υπεράσπισης, ώστε να ακυρωθεί η εκδοθείσα απόφαση. Επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν δίνουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη καταχώρηση Εμφάνισης στην αγωγή και ότι η εν γένει συμπεριφορά τους, είναι σκανδαλώδης και περιφρονητική προς το Δικαστήριο και την δικαστική διαδικασία. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης. "Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just". Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 - 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ. 31: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγομένος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 2004.] To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Εν προκειμένω οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την επίδοση της αγωγής ούτε και ισχυρίζονται ότι η επίδοση είναι κακή. Συνεπώς το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι - αιτητές έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτουν στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι έχουν καλή Υπεράσπιση. Υπενθυμίζω ότι το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 1 εταιρεία είχε καταστεί θέσμια ενοικιάστρια του ακινήτου εφόσον με την λήξη της πρώτης ενοικίασης (5.11.98 - 31.12.2005) εξακολουθούσαν να κατέχουν το υποστατικό το οποίο ανηγέρθη προ της 31.12.1999 και ευρίσκεται σε «ελεγχόμενη» περιοχή που υπάγεται στο Ενοικιοστάσιο. Σύμφωνα με τον συλλογισμό τους, εφόσον συνέβαινε τούτο, ο ενάγοντας δεν εδικαιούτο στις αυξήσεις του ενοικίου που συμφωνήθηκαν λόγω του ότι υπερέβαιναν τα ποσοστά αύξησης του ενοικίου που επιτρέπει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος στις περιπτώσεις των θέσμιων ενοικιαστών. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με υπόβαθρο τα πιο πάνω, αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί των διαφορών των διαδίκων (πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων) είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Είναι επίσης η θέση τους ότι τα ποσά που υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα ποσοστά αύξησης του ενοικίου, δικαιούνται να τα αξιώσουν από τον ενάγοντα ανταπαιτητικώς. Παρενθετικά σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο ενάγοντας απορρίπτει την θέση των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι οι τελευταίοι ήσαν συμβατικοί ενοικιαστές μέχρι και την 31.12.2012, ημερομηνία κατά την οποία εγκατέλειψαν το υποστατικό, χωρίς ποτέ να καταστούν θέσμιοι ενοικιαστές. Οι Εναγόμενοι δεν αρνούνται την υπογραφή του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 29.6.
- Επί της ουσίας της διαφοράς, οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο όφειλαν στον ενάγοντα τα ενοίκια, η μη πληρωμή των οποίων οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής. Ο πυρήνας της ένστασης τους είναι ότι οι ίδιοι ως θέσμιοι ενοικιαστές δεν θα πρέπει να καταβάλουν τις αυξήσεις του ενοικίου που συμφωνήθηκαν. Δεν υποστηρίζουν όμως ότι η συμφωνία Ενοικίασης που κατήρτισαν με τον ενάγοντα είναι άκυρη ή ότι οι πρόνοιες της δεν είναι δεσμευτικές γι΄ αυτούς. Με πραγματικό υπόβαθρο την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και την οφειλή των ενοικίων, τα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι δεν συνιστούν, κατά την κρίση μου, εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στην αγωγή. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης», δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής. Ο ισχυρισμός των εναγομένων έτσι όπως προβλήθηκε, δεν παρουσιάζει υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχει καταστήσει τρωτή την θέση τους με μοιραία αποτελέσματα ως προς την αίτηση τους. Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση και των δύο άλλων παραμέτρων που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα. Της επιμέλειας την οποία επέδειξαν οι εναγόμενοι και της ταχύτητας με την οποία έδρασαν μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους. Με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν ικανοποιούνται ούτε και οι δύο αυτοί παράμετροι. Οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν οτιδήποτε που να δικαιολογεί την παράλειψη τους να εμφανιστούν στην αγωγή. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι στις 14.6.2013, έλαβαν για πρώτη φορά μέτρα τόσο για παραμερισμό της απόφασης, καταχωρώντας σχετική Αίτηση η οποία στο τέλος της ημέρας απεσύρθη, όσο και για αναστολή εκτέλεσης του Εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας (Sherif no 213/13) ημερομηνίας 19.4.
- Στις 19.7.2013 καταχώρησαν για δεύτερη φορά την υπό κρίση Αίτηση. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στο μαρτυρικό υλικό που συνοδεύει όλες τους τις αιτήσεις, για το πότε πληροφορήθηκαν το γεγονός της έκδοσης της εναντίον τους απόφασης. Ο ενάγοντα από την πλευρά του υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση του γεγονότος τούτου, εντός Δεκεμβρίου 2012, από τον ίδιο. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι εγίνοντο διαπραγματεύσεις μεταξύ τους για τον καταρτισμό νέας συμφωνίας ενοικίασης μέχρι και τον Απρίλιο του 2013, οπόταν οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την υπογραφή της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν. Παρά ταύτα δεν προχώρησαν σε μέτρα για παραμερισμό της απόφασης παρά μόνο όταν ο δικαστικός επιδότης «τους ενόχλησε για εκτέλεση του εντάλματος κινητών». Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι το Ένταλμα Κατάσχεσης κινητής περιουσίας, καταχωρήθηκε στις 23.4.
- Οι εναγόμενοι δεν αντέταξαν οποιαδήποτε αντίθετη θέση, ούτε και αντεξέτασαν τον ενάγοντα επί των ισχυρισμών του. Έτσι τα όσα κατέθεσε ο τελευταίος παρέμειναν αναντίλεκτα. Δεν θα χαρακτήριζα την συμπεριφορά των εναγομένων σκανδαλώδη και περιφρονητική προς το Δικαστήριο, όπως διατείνεται ο ενάγοντας, σίγουρα όμως οι εναγομένοι επέδειξαν αδιαφορία ως προς τις δικαστικές διαδικασίες. Ένα τελευταίο σχόλιο. Δεδομένων των προαναφερόμενων, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το γεγονός ότι προ της ακρόασης της Αίτησης, οι εναγόμενοι εξόφλησαν τόσο το εξ΄ αποφάσεως χρέος όσο και τα έξοδα. Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, κρίνω ότι η αίτηση των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος τους. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων - αιτητών και υπέρ του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.:)................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη,Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο