← Κύπρος

Zakhar Kirilenko ν. Χρυσόστομου Χρυσοστόμου, Αρ. Αγωγής: 1080/13, 30/6/2014

Zakhar Kirilenko ν. Χρυσόστομου Χρυσοστόμου, Αρ. Αγωγής: 1080/13, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1080/13 Μεταξύ: Zakhar Kirilenko, από την Ρωσσία και τώρα στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού (Ευαγόρα Παλλικαρίδη 6) Ενάγοντα και Χρυσόστομου Χρυσοστόμου, από την Αγία Νάπα (οδός Σπύρου Κυπριανού 45) Εναγομένου Αίτηση Ημερομηνίας 25.9.2013 για Προσωρινό Απαγορευτικό Διάταγμα ------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: Ο κ.κ. Χρήστος Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ού η Αίτηση: Η κα Α. Γρηγορίου για Ρίκκος Μαππούρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο που καταχωρήθηκε στις 17.7.2013, ο ενάγοντας αξιοί από τον εναγόμενο την ακόλουθη θεραπεία: «Α. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραύματα, απώλειες και ζημιές που υπέστη από παράνομη επίθεση του εναγομένου κατά ή περί την 9.5.2012 στην Αγία Νάπα. Β. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη και απρόκλητη επίθεση που έγινε από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα στην Αγία Νάπα στις 9.5.2012. Γ. Νόμιμο τόκο και έξοδα». Με την υπό κρίση Αίτηση, ο ενάγοντας αξιώνει τα ακόλουθα: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον εναγόμενο από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του που περιγράφεται κατωτέρω μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Β) Τα έξοδα. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Α) Αρ. Εγγραφής 0/1022, Φ/Σχ 2-285-373, Τεμ. 30, Μοίρα 1/18 στην τοποθεσία Ποταμός Σκαλιά του Δήμου Αγίας Νάπας. Β) Αρ. Εγγραφής 4/27, Φ/Σχ 1-2910-3730, Τεμ. 27, Μοίρα 1/3 στην τοποθεσία Μιξούδι του Δήμου Αγίας Νάπας.» Η Νομική βάση της Αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος άρθρα 4, 5 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, άρθρο 32, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 καν. 1 - 3 και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Μόνικας Κρασίδου, υπαλλήλου του ενάγοντα και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν όπως προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα αφού ο ενάγοντας δεν μιλά ελληνικά και ως υπάλληλος του, χειρίζεται η ίδια τις υποθέσεις του. Η μαρτυρία της συνοψίζεται ως εξής. Ο ενάγοντας στις 9.5.2012 στην Αγία Νάπα, δέχθηκε παράνομη επίθεση από τον εναγόμενο. Από την επίθεση υπέστη ρήξη τυμπάνου. Επηρεάστηκε η ακοή του και θα χρειαστεί εγχείρηση για την αποκατάσταση της. Ο ενάγοντας κατήγγειλε το συμβάν στην αστυνομία και εναντίον του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη (η ποινική υπόθεση με αριθμό 7912/12, Ε.Δ. Αμμοχώστου). Και ο εναγόμενος κατήγγειλε τον ενάγοντα στην αστυνομία, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος του επιτέθηκε. Εναντίον του ενάγοντα ασκήθηκε επίσης ποινική δίωξη (η ποινική υπόθεση με αριθμό 1914/12 του Ε.Δ. Αμμοχώστου). Η υπόθεση εκδικάστηκε και ο ενάγοντας απηλλάγη των κατηγοριών από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Τόσο ο εναγόμενος όσο και ο γιος του κρίθησαν από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστοι. Ο ενάγοντας έλαβε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του ότι έχει καλή υπόθεση εναντίον του εναγομένου. Ο τελευταίος είναι ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας που περιγράφεται στο επισυνημμένο στην Ένορκη Δήλωση Έγγραφο του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 3). Κάποια από τα ακίνητα βαρύνονται με επιβαρύνσεις. Με την Αίτηση ζητείται η δέσμευση δύο μόνο ακινήτων. Σύμφωνα με την αγοραία αξία τους κατά την 1.1.1980, προσφέρουν ικανοποιητική κάλυψη στον ενάγοντα σε περίπτωση που αυτός πετύχει στην αγωγή του. Είναι η θέση της, ότι μετά τις ψευδείς και κατασκευασμένες καταγγελίες του εναγομένου εναντίον του ενάγοντα, υπάρχει κίνδυνος ο εναγόμενος να επιχειρήσει να αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του ώστε να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Το Δικαστήριο έκρινε από το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την Αίτηση ότι δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί. Ο εναγόμενος μετά την επίδοση της Αίτησης καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στο άρθρο 5 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1 -4, στην διακριτική ευχέρεια, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δέκα

(10)λόγοι Ένστασης οι οποίοι μπορεί να συνοψιστούν ως εξής. Ο ενάγοντας δεν έχει καλή βάση αγωγής με την έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Κανένα ιατρικό πιστοποιητικό δεν προσκομίστηκε, από το οποίο να προκύπτει η ύπαρξη της σωματικής βλάβης (ρήξη τυμπάνου) που περιγράφεται στην αγωγή, βάσει της οποίας αξιώνονται οι αποζημιώσεις. Ο ενάγοντας παρέλειψε να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, την φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας, την δέσμευση της οποίας επιζητεί. Τα εισοδήματα του εναγομένου από την εργασία του είναι επαρκή για να καλύψουν οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση επιδικαστεί σε βάρος του. Η αγοραία αξία του μεριδίου που κατέχει ο εναγόμενος στο ένα εκ των δύο ακινήτων των οποίων επιζητείται η δέσμευση και συγκεκριμένα στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4/27, στην τοποθεσία «Μιξούδι» του Δήμου Αγίας Νάπας, ανέρχεται σε €1.283.000.00 και είναι πολλαπλάσια της αξιούμενης με την αγωγή απαίτηση, η οποία κατά μέγιστο βαθμό (με βάση την κλίμακα της αγωγής) ανέρχεται σε €100.000=. Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν πληρείται. Εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση του ενάγοντα περί της πρόθεσης του εναγομένου να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει τα επίδικα ακίνητα, το θέμα δεν μπορεί να καταστεί κατεπείγον. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου, η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως εξής. Εργάζεται ως υπάλληλος στην ιδιωτική εταιρεία Marks Krys Ltd με δηλωμένο εισόδημα €2000= τον μήνα για έξη
(6)μήνες. Λαμβάνει επίσης το ποσό των €1850= μηνιαίως από την ενοικίαση ιδιόκτητου καταστήματος. Με βάση την φορολογική του δήλωση για το έτος 2012, το ολικό μικτό ακαθάριστο εισόδημα του είναι €46.537, ποσό επαρκές για να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση επιδικαστεί σε βάρος του. Κατά τα λοιπά, αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση την υπστηρίζουσα την Αίτηση και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στους λόγους Ένστασης. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε εξέφρασε πρόθεση για πώληση, υποθήκευση, μεταβίβαση, διάθεση, ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξένωση της ακίνητης περιουσίας του. Υποστηρίζει τέλος ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς το μέρος του. Ο εναγόμενος αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Ενόρκου Δηλώσεως του. Αρνήθηκε όμως να απαντήσει σ΄ οποιαδήποτε ερώτηση του υπεβλήθη. Κατά την ακρόαση της Αίτηση, η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς τον σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5, εκτίθενται στην παράγραφο 2 του άρθρου και είναι τα εξής: (ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ιι) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση», που τίθεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται βάσει του άρθρου 5 του κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο του οποίου ζητείται η δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας, σχετικά με τις δύο αυτές προϋποθέσεις, θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, την φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας την δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλη περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδεχομένως ο ενάγοντας να λάβει υπέρ του. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης του ενάγοντα, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/
  3. Με βάση το Γενικό Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης, δεδομένου του γεγονότος ότι ο ενάγοντας καταλογίζει στον εναγόμενο ότι του επιτέθηκε παράνομα. Με τα όσα η πλευρά του ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στην συνέχεια είναι κατά πόσον ο ενάγοντας έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Δηλαδή κατά πόσον ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιον τρίτο, είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης (Βλ. Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) ΑΑΔ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 1121]. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην υπόθεση (Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, στις σελίδες 789-790 λέχθηκαν τα εξής: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». Εν προκειμένω ο ενάγοντας - αιτητής στην Ένορκη του Δήλωση ισχυρίζεται ότι υπάρχει κίνδυνος ο εναγόμενος να επιχειρήσει να αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του για να καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αυτό και μόνο είναι αρκετό για να θεωρηθεί, και εν προκειμένω θεωρώ, ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς του ενάγοντα - αιτητή. Το τελευταίο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι εάν θα δεσμευθεί ολόκληρο το μερίδιο του εναγομένου ή μέρος αυτού, ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6 η οποία, όπως έχει προαναφερθεί, παρέχει την δυνατότητα για δέσμευση όσης περιουσίας είναι αναγκαίας για τους σκοπούς του διατάγματος. Ο ενάγοντας προσκόμισε με την Ένορκη του Δήλωση Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, (Τεκμήριο 3), σύμφωνα με το οποίο η αγοραία αξία του μεριδίου του εναγομένου στο εν λόγω ακίνητο κατά την 1.1.1980, ήταν €6.834,41 για το 1/18 μερίδιο του στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/1022 στην τοποθεσία «Ποταμός Σκαλιά» στην Αγία Νάπα και €124.727.91 για το 1/3 μερίδιο του στο ακίνητο με αρ. 4/27 στην τοποθεσία «Μιξούδι» επίσης στην Αγία Νάπα. Ο εναγόμενος στην δική του Ένορκη Δήλωση επισύναψε Εκτίμηση (Τεκμήριο 2), σύμφωνα με την οποία η σημερινή αγοραία αξία του μεριδίου του στο μεν πρώτο ακίνητο (0/1022 Ποταμός Σκαλία) ανέρχεται στις €6000= ενώ για το 1/3 μερίδιο του στο δεύτερο ακίνητο (4/27, Μιξούδι) ανέρχεται στο €1.283.000.00, καθότι στο ακίνητο υπάρχουν οικοδομές που δεν αναφέρονται στην Εγγραφή του κτήματος στο κτηματολόγιο. Έχοντας κατά νου τις αξίες των ακινήτων, κρίνω ότι εάν δεσμευθεί το 1/5 του μεριδίου του εναγομένου στο ακίνητο στην περιοχή «Μιξούδι» καθώς και ολόκληρο το μερίδιο του στο ακίνητο στην περιοχή «Ποταμός Σκαλία», αυτό θα αποτελεί ικανοποιητική εξασφάλιση όπως έχει η κατάσταση στη δεδομένη αυτή στιγμή. Υπό το φως των ανωτέρω, η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, με την διαφοροποίηση ότι η εφαρμογή του διατάγματος όσον αφορά το ακίνητο με αρ. Εγγραφής 4/27, Φ/Σχ. 1-2910-3730 τεμ. 27, στην περιοχή «Μιξούδι» στην Αγία Νάπα, περιορίζεται στο 1/5 του μεριδίου του εναγομένου. Το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι το πέρας της αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, είναι δε πληρωτέα με το πέρας της αγωγής. (Υπ.:) ......................................................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.