← Κύπρος

Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων ΛΤΔ ν. Αναστάση Δίσπυρου, Αρ. Αγωγής: 1560/08, 30/6/2014

Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων ΛΤΔ ν. Αναστάση Δίσπυρου, Αρ. Αγωγής: 1560/08, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1560/08 Μεταξύ: Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων ΛΤΔ, Εναγόντων και Αναστάση Δίσπυρου. Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 30/07/2013 για πώληση ακινήτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές -Ενάγοντες: κα. Ζίκου Για Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενο: κα. Ιωάννου για κ. Σάββα Α Π Ο Φ Α Σ Η (μόνο σε σχέση με τα έξοδα) Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος πώλησης δυο ακινήτων τα οποία ανήκαν στον του Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση και τα οποία είχαν επιβαρυνθεί με το μέμο ΕΒ1076/

  1. Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση εμφανίστηκε δικηγόρος και είχε παραχωρηθεί χρόνος καταχώρισης ένστασης, μέχρι τις 25/11/13, και ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση στις 28/11/
  2. Στις 28/11/13 μετά από αίτημα του κ. Σάββα παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρισης ένστασης και επαναορίστηκε, η αίτηση, για ακρόαση στις 17/01/
  3. Το ίδιο αίτημα είχε γίνει από τον κ. Σάββα και στις 17/01/14 . Στις 05/03/14 που η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση ο κ. Σάββα είχε σπάσει το πόδι του και για αυτό είχε υποβληθεί εκ μέρους του αίτημα αναβολής. Η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση ξανά στις 11/04/14 ημέρα κατά την οποία η πλευρά των Αιτητών ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση με έξοδα. Η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση διαφώνησε με την επιδίκαση εξόδων προς όφελος των Αιτητών και ζήτησε να οριστεί η αίτηση, για αγορεύσεις, σε σχέση με το θέμα των εξόδων. Ορίστηκε για αγορεύσεις στις 02/05/14 αλλά η πλευρά του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση δεν ήταν έτοιμη και επαναορίστηκε η αίτηση για αγορεύσεις στις 13/05/14 και πάλι η πλευρά του Εναγόμενου - Καθ΄ου η Αίτηση δεν ήταν έτοιμη προκαλώντας περαιτέρω έξοδα στην πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών η οποία ήταν πάντα έτοιμη. Τελικά παραδόθηκαν γραπτές αγορεύσεις στις 20/05/
  4. Οι δυο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις σε σχέση με τα έξοδα. Ήταν η γραπτή θέση της κας Ζίκκου ότι το θέμα των εξόδων ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει όπως τα έξοδα συμψηφιστούν με το χρέος του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες. Ο κ. Σάββα, εκ μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση, είχε την αντίθετη άποψη. Αναγνώρισε ότι τα έξοδα ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά εισηγήθηκε ότι η έγερση και η προώθηση της υπό κρίση αίτησης προκάλεσε έξοδα στον Καθ΄ ου η Αίτηση και η πράξη των Αιτητών ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης των συγκεκριμένων εξόδων. Εισηγήθηκε ότι η θα πρέπει να εκδοθεί διαταγή για έξοδα υπέρ του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση. Δικαιοδοτική βάση για την απονομή εξόδων συνιστά η Δ.50 θ.1 η οποία προβλέπει ως ακολούθως: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceedings shall be in the discretion of the Court or Judge..........» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, παρα. 1738 διαβάζουμε τα ακόλουθα: « The Court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of the costs and when they are to be paid. Where costs are in the discretion of the court, a party has no right to costs unless and until the court awards them to him, and the court has absolute discretion to award or not to award them. This discretion must be exercised judicially; it must not be exercised arbitrarily but in accordance with reason and justice.» Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνεται και ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας από τους διάδικους στην διαφορά βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 10, παρα. 17, σελ.
  5. Η καθιερωμένη αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την απονομή εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Στην απόφαση Μιχαήλ Χάσικος κ.α. v. Ανδρέα Χαραλαμπίδη

(1990)1 Α.Α.Δ. 389, στη σελίδα 393 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη» Στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, στη σελίδα 481 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.» Σχετική επί του θέματος είναι και η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση Αναφορικά με τη Δ.35 θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.809, όπου στη σελίδα 814 κ.ε., καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η Δ.59 θ. 13 προσφέρει τη δυνατότητα και καθορίζει τις ευρύτατες παραμέτρους άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων, ιδιαίτερα σε αχρείαστες, κακόβουλες ή υπέρμετρα χρονοβόρες διαδικασίες. Η διαταγή αυτή έχει ως βάση τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα το Order 65 r. 27 που απαντάται στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1955 όπου κάτω από τον τίτλο "Έξοδα Τροποποιήσεων" (Costs of Amendment) διαβάζουμε σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση μπορεί να προσδιορίζει το θέμα των εξόδων με βάση την αρχή ότι ο αντίδικος πρέπει να αποζημιώνεται ή να αποκαθίστανται με έξοδα, αλλά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές, να επιβάλει οποιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο σε συνάρτηση με τα έξοδα ή να επιφυλάξει το θέμα των εξόδων αφήνοντας να αποφασισθεί στην ακρόαση η να μην επιβάλει κανένα." Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. ARTO ESTATES LIMITED
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, στη σελίδα 15 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Σχετικά με τη διακριτική αυτή εξουσία στο Annual Practice του 1960 καταγράφονται τα πιο κάτω, στις σημειώσεις κάτω από το Order 65, r.1, στη σελ.1822-1824 (ύστερα από σχετική αναφορά σε σειρά αποφάσεων): "Where there are no materials on which the Judge can exercise his discretion, he is not justified in depriving a successful party of his costs ... If, however, there are any grounds, their sufficiency is a matter for the Judge's discretion, which will not be interfered with ... A successful party may be deprived of his costs if he presents a false case or false evidence, or acts oppressively in the action ... In many classes of cases the Courts award costs on settled principles, but it is always in the discretion of the Court to depart from the rule where the circumstances of the particular case require it. The distinction between costs awarded according to a general rule and costs awarded in the exercise of a discretion on particular facts is important, because an appeal lies from an order awarding costs on a wrong principle; but no appeal lies from the erroneous exercise of a discretion on particular facts ... This discretion must be exercised judicially, and the Judge ought not to exercise his discretion against a successful party on grounds wholly unconnected with the cause of action. In such a case, semble, the Court of Appeal might be compelled to intervene. But when the Judge, intending to exercise his discretion, has acted on facts connected with or leading up to the litigation, the Court of Appeal is prohibited by statute from entertaining an appeal from his decision." Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές και ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Οδηγήθηκα στην συγκεκριμένη κατάληξη αφού συνεκτίμησα τα ακόλουθα δεδομένα: Ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος, ότι οι ίδιοι οι Αιτητές έχουν αποσύρει την αίτηση χωρίς να παράσχουν οποιοδήποτε λόγο και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δημιούργησε καθυστέρηση με την συμπεριφορά του. Επιπρόσθετα θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα έξοδα που επιδικάζονται σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είναι τα δικηγορικά έξοδα και ανήκουν στον δικηγόρο του διαδίκου υπέρ του οποίου επιδικάζονται. Δεν ανήκουν στον οποιοδήποτε διάδικο αφού επιδικάζονται έτσι ώστε να μην αναγκαστεί ο διάδικος να πληρώσει τον δικηγόρο τον οποίο εργοδότησε για να προωθήσει την δικαστική διαδικασία, αφού έχει δικαιωθεί στην αξίωσή του. Οπόταν, ακόμα και αν επιδικάζονταν έξοδα στην παρούσα περίπτωση εφόσον ανήκουν στον δικηγόρο δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να συμψηφιστούν με το χρέος του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση. Ήταν η επιλογή των Εναγόντων - Αιτητών να αποσύρουν την αίτηση την οποία οι ίδιοι είχαν επιλέξει να καταχωρήσουν Για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί με τέτοιο τρόπο που η κατανομή των εξόδων να είναι δίκαια. Θα είναι δίκαια μόνα αν η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Συνεπακόλουθα η κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.