← Κύπρος

John Hogarth κ.α. ν. Μιχάλη Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 291/09, 23/9/2014

John Hogarth κ.α. ν. Μιχάλη Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 291/09, 23/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 291/09 Μεταξύ:

  1. John Hogarth
  2. Pamela Hogarth Εναγόντων -και-
  3. Μιχάλη Χρίστου
  4. Λούκα Ορφανίδη
  5. Λεόνη Ορφανίδου Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Νικολάου Για Εναγόμενη: κα Χ''Κωνσταντή για Γ.Φ. Πιττάτζη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Το ζεύγος Hogarth από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ενάγοντες, μαζί με την θυγατέρα τους, ΜΕ5, αφού για είκοσι συνεχή χρόνια επισκέπτονταν την Κύπρο για τις διακοπές τους, αποφάσισαν το έτος 2006 να εγκατασταθούν στην Κύπρο και να ασκήσουν επιχείρηση εστιατορίου. Έτσι άρχισαν να ψάχνουν για κάποιο εστιατόριο. Κατά την αναζήτηση τους, και αφού εν τω μεταξύ είχαν δει κάποια εστιατόρια, είδαν να υπάρχει ανακοίνωση πώλησης της επιχείρησης του εστιατορίου Socrates και όπως μετονομάσθηκε το έτος 2005 DAISYS TAVERN. Αποτάθηκαν στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης, κάποιο Μιχάλη Μιχαήλ, στις 9/9/06 ο οποίος τους ανάφερε ότι πωλούσε την επιχείρηση για το ποσό των £45.
  6. Ο Ενάγοντας 1 αντιπρότεινε το ποσό των £43.000 το οποίο και αποδέχθηκε ο Μιχαήλ. Αφού επήλθε η μεταξύ τους συμφωνία για την πώληση της επιχείρησης για το πιο πάνω ποσό, ο Μιχαήλ τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 ο οποίος συμφώνησε στην πώληση της επιχείρησης και της ενοικίασης στους Ενάγοντες και διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν εντάξει και ήταν ζήτημα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης. Έτσι, μετά την πιο πάνω διαβεβαίωση του Εναγομένου 1 καθώς και την παρότρυνση του, στις 10/9/06 στο γραφείο του Μιχαήλ στη Λάρνακα, αφού δόθηκε ξανά η ίδια διαβεβαίωση, υπέγραψαν τη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης, Τεκμήριο 4, αντί του ποσού των £43.000, το οποίο κατέβαλαν σταδιακά ως προνοείται στο Τεκμήριο
  7. Να σημειωθεί ότι στο Τεκμήριο 4, μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά σε νέα ενοικίαση με τους Εναγομένους 1, 2 και 3, για περίοδο 5 ετών, με ενοίκιο £500 το μήνα, την καταβολή ντεποζίτου £500 καθώς και ότι ο Μιχαήλ δεν είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε άδεια αλλά θα βοηθήσει για την έκδοση τέτοιων αδειών. Ακολούθως αφού πήραν και πάλι τις διαβεβαιώσεις από τους Εναγόμενους ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα και ότι ήταν ζήτημα ημερών η άδεια αλλαγής χρήσης από καταστήματα σε εστιατόριο και αφού παροτρύνθηκαν από αυτούς, στις 26/10/06 υπογράφηκε η συμφωνία ενοικίασης, Τεκμήρια 5(α) και 5(β), από όλους τους Εναγόμενους ως ιδιοκτήτες των καταστημάτων και από τον Ενάγοντα 1 ως ενοικιαστής, αν και στα Τεκμήρια 5(α) και 5(β) φαίνονται στην πρώτη σελίδα ως ενοικιαστές τόσο ο Ενάγοντας 1 όσο και η Ενάγουσα 2, με ημερομηνία έναρξης την 1/11/06 και λήξη την 31/10/11 με αρχικό ενοίκιο για τον πρώτο χρόνο ενοικίασης £500 μηνιαίως το οποίο αυξάνετο κατ' έτος ως οι όροι 3 μέχρι 7 των Τεκμηρίων 5(α) και 5(β). Οι Ενάγοντες κατέβαλαν ολόκληρο το ποσό ενοικίασης για το πρώτο έτος. Ακολούθως αφού αποτάθηκαν σε διάφορες αρμόδιες αρχές για να πληροφορηθούν και να προβούν στα απαραίτητα διαβήματα για να λειτουργήσουν νόμιμα το εστιατόριο ενημερώθηκαν ότι δεν υπήρχε ούτε άδεια πολεοδομίας ούτε άδεια οικοδομής καθότι το κτήριο δεν ανεγέρθηκε σύμφωνα με τους όρους της άδειας πολεοδομίας και της άδειας οικοδομής. Αφού ακολούθησε σωρεία αλληλογραφίας, Τεκμήρια 16, 6, 12, 7, 8, 13, 9, 14, 10 και 11 (καταγράφονται με χρονολογική σειρά), μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή η οποία βασίζεται σε αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων, δόλο και απάτη. Αξιώνουν δε την επιστροφή του ποσό των £6.500 που κατέβαλαν για το πρώτο έτος ενοικίασης μαζί με το ντεπόζιτο, το ποσό των £43.000 που κατέβαλαν στον Μιχαήλ για την αγορά της επιχείρησης, το ποσό των £170.860,14 ως διαφυγόν κέρδος για τα 5 έτη ενοικίασης που δεν λειτούργησαν το εστιατόριο, νόμιμους τόκους και έξοδα. Από την άλλη οι Εναγόμενοι αρνούνται τα όσα τους αποδίδουν οι Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι (α) δεν γνώριζαν ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν την επιχείρηση από τον Μιχαήλ για το ποσό των £43.000, (β) ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους Ενάγοντες ότι ήταν ζήτημα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης από καταστήματα σε εστιατόριο ή ανέλαβαν την ευθύνη αλλαχής χρήσης αλλά απεναντίας κατέστησαν σαφές στους Ενάγοντες προ της συνομολόγησης της συμφωνίας ότι η οικοδομή είχε προβλήματα και γι' αυτό τέθηκαν οι όροι 8 και 9 στη συμφωνία ενοικίασης Τεκμήρια 5(α) και 5(β), (γ) ουδεμία συμφωνία αθέτησαν, (δ) η συμφωνία κατέστη διάρκειας ενός

(1)έτους επειδή οι μάρτυρες δεν ήταν παρόντες όταν υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι τη συμφωνία ενοικίασης, (ε) οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται την επιστροφή του ποσού ενοικίου του πρώτου έτους γιατί ήταν στην κατοχή τους, οι οποίοι μάλιστα δεν παρέδιδαν τα κλειδιά του υποστατικού σε αυτούς, (ζ) δεν είχαν καμιά σχέση με το ποσό που δόθηκε στον Μιχαήλ, και (η) δεν ευσταθούν τα όσα τους καταλογίζουν για δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες έδωσαν οι ίδιοι μαρτυρία, ΜΕ2 και ΜΕ4, η θυγατέρα τους, ΜΕ5, των οποίων η μαρτυρία περιστρέφεται γύρω από τις συνθήκες που υπέγραψαν τις δύο συμφωνίες, τις προσπάθειες για την έκδοση αδειών και τις ζημιές που υπέστηκαν, ο Πέτρος Πέτρου, ΜΕ1, ανώτερος τεχνικός στο τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως ο οποίος ανάφερε ότι υποβλήθηκε στις 13/2/06 αίτηση αλλαγής χρήσης σε ταβέρνα αλλά απορρίφθηκε γιατί η άδεια που δόθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου για 7 καταστήματα και 9 οικίες δεν έγινε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής και υπήρχαν περιμετρικά της ταβέρνας αυθαίρετες επεκτάσεις και προσθήκες, και ο Σάββας Σάββα, ΜΕ3, που εργάζεται στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου Παραλιμνίου, ο οποίος ανάφερε ποιοι ήταν οι αρχικοί ιδιοκτήτες του ακινήτου και ότι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες ήταν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση για αλλαγή χρήσης από καταστήματα σε ταβέρνα, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε για τους ίδιους λόγους που ανέφερε και ο ΜΕ1 όπως και άλλων, όπως π.χ. ο χώρος στάθμευσης. Η υπεράσπιση πρόσφερε την μαρτυρία του Εναγομένου 1, ΜΥ1, ο οποίος ανάφερε ουσιαστικά όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους, της Πρωτοκολλητού Μαρίας Τσιάππα, ΜΥ2, η οποία κατάθεσε αντίγραφο της αγωγής αρ. 900/11 και της έκθεσης απαίτησης από τους Ενάγοντες εναντίον του Μιχάλη Μιχαήλ, και της Βίβιαν Τρισόκκα, ΜΥ3, υγειονομικός λειτουργός στο Δήμο Παραλιμνίου, η οποία αναφέρθηκε στην έκδοση αδειών λειτουργίας από το Δήμο Παραλιμνίου για την ταβέρνα από το 1994 μέχρι το 2005 αφού υπέβαλλε αίτηση το πρόσωπο που θα λειτουργούσε την ταβέρνα και όχι οι ιδιοκτήτες. Για την ταβέρνα επίσης εκδίδονταν από το Δήμο Παραλιμνίου άδειες ποτού και καπνού. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν τριάντα τρία
(33)Τεκμήρια, αναφορά στα οποία γίνεται ανωτέρω αλλά και κατωτέρω όπου τούτο είναι απαραίτητο. Η ιστορία των Εναγόντων παρουσιάστηκε εν συντομία στην αρχή της απόφασης. Οι λεπτομέρειες όμως της ιστορίας όπως παρουσιάσθηκε από τους πρωταγωνιστές της, δηλαδή τους Ενάγοντες και τη θυγατέρα τους, έχουν και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, η οποία θα γίνεται ταυτόχρονα κατά την περιγραφή των γεγονότων που την συνθέτουν, έχοντας κατά νου ολόκληρη τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο κατά την διαδικασία και διεργασία αξιολόγησης αντιπαραβάλλει, συγκρίνει, συσχετίζει, ξεχωριστά και ενιαία καθ' ολοκληρία της. Με τον ίδιο τρόπο θα γίνει η αξιολόγηση και σε σχέση με την άλλη όψη της ιστορίας που παράθεσε η Υπεράσπιση. Για τα κοινά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη αξιολόγηση και να δοθούν λόγοι αποδοχής τους αφού τούτα ως τέτοια γίνονται αποδεκτά. Άλλο είναι το θέμα της αξίας τους στον ιστό της υπόθεσης. Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή καταδεικνύεται ότι στις 28/4/93 εκδόθηκε άδεια οικοδομής με αριθμό 497 στον οικοδομικό φάκελο Β153/90, Τεκμήριο 2, για την ανέγερση, εντός του τεμαχίου 506 Φ.Σχ.33/47 W.2 περιοχή ΠΥΘΑΡΚΑ στο Παραλίμνι, επτά καταστημάτων και εννέα κατοικιών, ως η μαρτυρία του ΜΕ1 και του ΜΕ3, των οποίων τη μαρτυρία όπως και της ΜΥ3 αποδέχομαι αφού δεν αμφισβητήθηκε και ουσιαστικά ήταν παραδεκτή και από τις δύο πλευρές. Πέραν τούτου οι μάρτυρες μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας. Όπως αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 1Α, 1Β και 1Γ στις 29/9/97 κατέστησαν κύριοι του εν λόγω τεμαχίου ο Εναγόμενος 1 κατά 2/4 μερίδια και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανά 1/4 μερίδιο έκαστος. Επειδή όμως η ανέγερση των ως άνω οικοδομών δεν έγινε σύμφωνα με τα σχέδια και τους όρους άδειας οικοδομής, τούτες δεν καλύπτονταν από την εκδοθείσα άδεια οικοδομής όπως ανάφεραν οι ΜΕ1 και
  1. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι δεν ανεγέρθηκαν σύμφωνα με τα σχέδια που υποβλήθηκαν, δεν παραχωρήθηκε στο δημόσιο ο απαιτούμενος χώρος πρασίνου και έγιναν αυθαίρετες επεκτάσεις και μετατροπές. Οι Εναγόμενοι, έτσι εχόντων των πραγμάτων, ενοικίασαν τα καταστήματα 1 και 2 στον Μιχάλη Μιχαήλ, ο οποίος λειτούργησε τούτα ως ταβέρνα με την ονομασία SOCRATES TAVERN από το 1994 μέχρι το 2004 και από το 2005 με την ονομασία DAISYS TAVERN για την οποία ταβέρνα εκδίδετο άδεια λειτουργίας επ' ονόματι του Μιχάλη Μιχαήλ από το 1994 έως το 2005 από το Δήμο Παραλιμνίου, Τεκμήρια 18-23 και Τεκμήρια 27-
  2. Επίσης κατά την ίδια περίοδο εκδίδονταν άδειες ποτού και καπνού σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ
  3. Οι Εναγόμενοι με αιτήσεις τους ημερομηνίας 8/2/06 οι οποίες παραλήφθηκαν από την πολεοδομική αρχή στις 13/2/06, Τεκμήρια 1 και 15(α), αιτούνταν τη μετατροπή των υφιστάμενων δύο καταστημάτων και την αλλαγή της χρήσης τους σε καλοκαιρινή ταβέρνα με υπαίθριο χώρο εστίασης. Η αίτηση αυτή τελικά απορρίφθηκε στις 17/4/07, Τεκμήριο 15(γ). Ενώ εκκρεμούσε η αναφερθείσα αίτηση των Εναγομένων, ο Μιχαήλ ανήγγειλε την πώληση της ταβέρνας την οποίαν είδαν οι Ενάγοντες 1 και 2 οι οποίοι έψαχναν για τέτοια επιχείρηση, που παρόμοια επιχείρηση ασκούσαν στη χώρα τους, και μαζί με τη θυγατέρα τους στις 9/9/06 εισήλθαν σε αυτή και αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις εξέφρασαν την επιθυμία τους να αγοράσουν την ταβέρνα. Μετά από πρόταση του Μιχαήλ για £45.000 και αντιπρόταση του Ενάγοντα 1 για £43.000 συμφώνησε ο Μιχαήλ στην πώληση της επιχείρησης για το ποσό των £43.
  4. Σε αυτό το σημείο ο κάθε ένας από τους δύο Ενάγοντες, ΜΕ2 και 4, και η θυγατέρα τους, ΜΕ5, έδωσαν τη δική τους εκδοχή για το τι διαμείφθηκε και τι έγινε στις 9/9/06 στην ταβέρνα και στις 10/9/06 που υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης, Τεκμήριο 4, στο γραφείο του Μιχαήλ στη Λάρνακα. Ο Ενάγοντας 1 στη δήλωση - κατάθεση του, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, δεν αναφέρει πουθενά ότι στις 9/9/06 στην ταβέρνα όπου συνάντησαν και συμφώνησαν με τον Μιχαήλ την αγορά της επιχείρησης ο Μιχαήλ τηλεφώνησε και μίλησε με οιονδήποτε από τους τρεις ιδιοκτήτες. Εκείνο το οποίο ανάφερε είναι ότι ο Μιχαήλ περί ή κατά τις 10/9/06 με την εξουσιοδότηση και έγκριση του Εναγομένου έκανε μαζί τους την συμφωνία πώλησης της ταβέρνας. Χωρίς να δίνει κανένα στοιχείο πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι είχαν γνώση και/ή είχαν ενεργό μέρος στη σύνταξη του συμβολαίου πώλησης ημερομηνίας 10/9/06, Τεκμήριο
  5. Τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός χωρίς θετική μαρτυρία. Κατά την αντεξέταση του στην ερώτηση «Πέστε μας κύριε μάρτυς με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων πότε μιλήσατε;» απάντησε «Κατ' εκείνη την εβδομάδα της 26/10». Και παρακάτω στην ερώτηση «Είπατε ότι μιλήσατε πρώτη φορά την εβδομάδα 26/10/06 με τους ιδιοκτήτες;» απάντησε «Ναι». Ακολούθως στην ερώτηση «Κύριε μάρτυς συμφωνείς μαζί μου ότι πριν τον Οκτώβριο του 2006 ουδέποτε μίλησες με τους ιδιοκτήτες;» απάντησε «σωστό». Στην επόμενη δε ερώτηση «Είτε εσύ είτε η γυναίκα σου;» απάντησε «Όχι». Δηλαδή ούτε αυτός ούτε η σύζυγος του μίλησαν με τους Εναγομένους πριν την εβδομάδα της 26/10/
  6. Η σύζυγος του, Ενάγουσα 2 παρουσιάζει μία εντελώς διαφορετική εκδοχή. Συγκεκριμένα στην εξέταση της ανάφερε ότι, αφού εισήλθαν στην ταβέρνα στις 9/9/06 και ο Μιχαήλ τους έδειξε την ταβέρνα και τους είπε τι συμπεριλάμβανε η επιχείρηση και ότι ήθελε £45.000, όταν ο Ενάγοντας 1 του αντιπρότεινε το ποσό των £43.000, «Ο Μιχάλης Μιχαήλ είπε τότε ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει στη Λευκωσία». Στην ερώτηση «σε ποιους» απάντησε «Στους ιδιοκτήτες του ακινήτου για να συζητήσει γι' αυτό το ποσό το οποίο είχαμε προσφέρει για την επιχείρηση». Εκτός του ότι η μαρτυρία της έρχεται σε κάθετη και απ' ευθείας αντίθεση με τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, δεν υπήρχε λόγος να τηλεφωνήσει και να συζητήσει με τους Εναγόμενους για το ποσό πώλησης της επιχείρησης του αφού αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με αυτή καθ' αυτή την επιχείρηση και απλά ενοικίαζαν τα υποστατικά στον Μιχαήλ. Για τις 10/9/06 όταν μετέβησαν στο γραφείο του στη Λάρνακα σύμφωνα με αυτή ο Μιχαήλ τηλεφώνησε στους ιδιοκτήτες. Τότε ζήτησε να μιλήσει με ένα από τους ιδιοκτήτες στην αγγλική γιατί ήθελε διαβεβαιώσεις ότι όλα θα ήταν νόμιμα. Μίλησε με τον Εναγόμενο 1 στα αγγλικά για τις άδειες και τις άδειες σχετικά με την ταβέρνα και ποιοι θα διεύθυναν την επιχείρηση. Της εξήγησε ότι θα έκαναν αίτηση για αλλαγή χρήσης στο πιστοποιητικό ώστε να μπορούν οι Ενάγοντες να διευθύνουν την ταβέρνα και ότι επρόκειτο για μια τυπικότητα και θα ήταν θέμα ημερών η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού προς όφελος τους. Της είπε ακόμη ότι το ενοίκιο θα ήταν £500 μηνιαίως και θα αυξάνετο κάθε χρόνο. Τέλος της είπε εντάξει, μπορείτε να αγοράσετε την επιχείρηση από τον Μιχαήλ και ότι δεν υπήρχε τίποτε να ανησυχούν διότι όλα ήταν νόμιμα. Κατά την αντεξέταση πρόσθεσε για την συνομιλία αυτή ότι ο Εναγόμενος 1 την αστείευσε ότι ο οι προηγούμενοι ενοικιαστές που υπενοικίασε ο Μιχαήλ ήταν λεσβίες και γέλασε. Είναι ξεκάθαρο ότι γι' αυτή την συνομιλία, που δήθεν έκανε με τον Εναγόμενο 1, η μαρτυρία της έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μαρτυρία του συζύγου της που ανάφερε ότι ούτε αυτός ούτε αυτή είχε οιανδήποτε συνομιλία με τους Εναγομένους πριν την εβδομάδα της 26/10/
  7. Ας δούμε τώρα τι ανάφερε στη μαρτυρία της περί τούτου η θυγατέρα της ΜΕ
  8. Σύμφωνα με την εξέταση της επειδή ήλθαν στην Κύπρο πάρα πολλές φορές αποφάσισαν ως οικογένεια να μετακομίσουν στην Κύπρο και να λειτουργήσουν μία ταβέρνα στην περιοχή Κάπαρη όπου φαινόταν ιδανική για τέτοια επιχείρηση. Έτσι ρώτησαν ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του κτηρίου και τότε έγινε η συνάντηση με τον Μιχαήλ που πίστευαν τότε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης που όπως εξακρίβωσαν αργότερα ήταν ενοικιαστής. Ο Μιχαήλ διευθέτησε όπως συναντηθούν και τους έδειξε τριγύρω (προφανώς εννοεί την ταβέρνα) και τους ανάφερε ότι έπρεπε να συμβουλευθεί κάποιο τρίτο μέρος για τις λεπτομέρειες. Αφού αντιπρότεινε το ποσό των £43.000 ο πατέρας της, ο Μιχαήλ είπε ότι έπρεπε να τηλεφωνήσει για να δει αν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η προσφορά. Τότε ο Μιχαήλ βγήκε από το δωμάτιο για να κάνει το τηλεφώνημα. Όταν επέστρεψε είπε ότι έγινε αποδεκτή η προσφορά. Έτσι έγινε η διευθέτηση να πάνε στο γραφείο του Μιχαήλ στη Λάρνακα την επόμενη ημέρα στις 10/9/06 για να δουν τις λεπτομέρειες της ενοικίασης. Στις 10/9/06 προχώρησαν στην υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης ενώ εξήγησαν στον Μιχαήλ πως θα ασκούσαν την επιχείρηση. «Τότε οι γονείς μου, η Pamela, ρώτησε για όλες τις άδειες. Ο Μιχαήλ μας διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν εντάξει. Όμως όπως έγινε καθαρό αργότερα ήταν ότι μόνο οι ιδιοκτήτες μπορούσαν να αιτηθούν για την άδεια. Οι γονείς μου επέμεναν όπως έρθουν σε επαφή με τους ιδιοκτήτες. Τότε ο Μιχαήλ επικοινώνησε τότε με αυτόν που λέγεται Δόκτορ Μιχάλης Χρίστου, είχαν τότε μια πολύ μακρά συνομιλία στα ελληνικά. Τότε ο Μιχάλης Μιχαήλ κράτησε σε αναμονή τον Μιχάλη Χρίστου (δείχνει βάζοντας το ένα χέρι πάνω στο άλλο) και είπε ότι όλα ήταν εντάξει και είπαν ότι περίμεναν μόνο για μια άδεια και ήταν θέμα μερικών ημερών. Όμως η μητέρα μου είναι μια πολύ καχύποπτη γυναίκα. Επειδή η συνομιλία ήταν στα ελληνικά και δεν καταλάβαινε επίμενε τότε να μιλήσει στον δόκτορα και το οποίο κατ' ακρίβεια επαναλαμβανόταν και μπορούσα και εγώ να το ακούσω, ναι, ναι είναι θέμα ημερών. Έτσι η συνομιλία με τον δόκτορα τέλειωσε και συνεχίσαμε τότε στο κλείσιμο του ενοικίου ..». Διαφαίνεται με σαφήνεια ότι εκτός της διαφοράς στα γεγονότα ως προς τη συνάντηση με τον Μιχαήλ και ότι όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με ότι ο πατέρας της είπε ότι ούτε αυτός ούτε η σύζυγος του μέχρι την εβδομάδα της 26/10/06 μίλησε με οιονδήποτε από τους Εναγομένους αλλά και με αυτά που ανάφερε η μητέρα της, αφού αυτή αναφέρεται σε επιμονή των γονέων της να έλθουν σε επαφή με τους Εναγομένους, έστω και αν κάπου αναφέρεται μόνο στη μητέρα της, ενώ η μητέρα της αναφέρθηκε σε δική της επιμονή. Επανέρχομαι στη μαρτυρία του Ενάγοντα
  9. Αφού λοιπόν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα 1 δεν μίλησαν ποτέ πριν την εβδομάδα της 26/10/06 ούτε αυτός ούτε η σύζυγος του με τους Εναγομένους, εξάγεται αβίαστα ότι δεν μπορεί να ευσταθίσει ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψαν και τις δύο συμφωνίες, ήτοι της πώλησης επιχείρησης ημερομηνίας 10/9/06, Τεκμήριο 4, και της ενοικίασης ημερομηνίας 26/10/06 Τεκμήρια 5(α) και 5(β) κατόπιν παρότρυνσης, υπόσχεσης και διαβεβαίωσης από τους Εναγόμενους ότι η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης ήταν ζήτημα ημερών. Σίγουρα η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης από τον Μιχαήλ στους Ενάγοντες, αφού υπογράφηκε στις 10/9/06, δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν της όποιας υπόσχεσης ή διαβεβαίωσης των Εναγομένων ότι όλα ήταν εντάξει και ήταν θέμα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης. Ο ισχυρισμός του ότι αυτό τους είπε ο Μιχαήλ, που μίλησε τηλεφωνικά στις 10/9/06 με τον Εναγόμενο 1, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένα και το αυτό με αυτό που αναφέρθηκε προηγουμένως. Μάλιστα η μαρτυρία, περί τούτου, της συζύγου και της θυγατέρας του που έδωσαν μαρτυρία μετά από αυτόν και ανάφεραν ότι η σύζυγος του μίλησε με τον Εναγόμενο 1, είναι εκ των υστέρων σκέψεις και σκοπό είχαν να πληρώσουν το κενό που άφησε ο Ενάγοντας 1 αφού με την αγωγή αξιώνεται και το ποσό που έδωσαν στο Μιχαήλ για την αγορά της επιχείρησης. Πέραν των πιο πάνω, ενώ στην παράγραφο 8 της δήλωσης - κατάθεσης του ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι κατηγορηματικά τους δήλωσαν ότι είχαν ήδη αιτηθεί για αλλαγή της χρήσης ώστε να ήταν δυνατό να μπορούσαν οι Ενάγοντες νόμιμα να την χρησιμοποιήσουν ως ταβέρνα, έστω και αν στο τέλος της παρ. 9 διαφοροποιεί τη φράση «ώστε να ήταν δυνατό ..» σε «για να χρησιμοποιηθεί νόμιμα σαν ταβέρνα», κάτι που καταδεικνύει ότι με ευκολία αλλάζει τους ισχυρισμούς του, στη συνέχεια τόσο στις παρ. 10 και 11 της δήλωσης - κατάθεσης του όσο και κατά την αντεξέταση του ανάγει και εξισώνει την πιο πάνω ενέργεια των Εναγομένων για να καταστήσουν νόμιμη την αλλαγή χρήσης από καταστήματα σε ταβέρνα τα συγκεκριμένα υποστατικά, με παρότρυνση, υπόσχεση και διαβεβαίωση ότι ήταν σίγουρη η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης και μάλιστα ως δήθεν του αναφέρθηκε ήταν θέμα ημερών. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι όταν ο Ενάγοντας 1 υπέγραψε τη συμφωνία ενοικίασης στις 26/10/06 γνώριζε ότι δεν είχε εκδοθεί άδεια αλλαγής χρήσης και η ταβέρνα δεν ήταν νόμιμη από αυτή την άποψη και ότι είχε υποβληθεί αίτηση αλλαγής χρήσης που εκκρεμούσε ώστε αν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί από αυτούς νόμιμα. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας 1 ανάφερε ότι οι Εναγόμενοι όταν συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 2006 του είπαν ότι δεν έλαβαν καμία απάντηση στην αίτηση τους για αλλαγή χρήσης «ούτε ναι, ούτε όχι» και ήταν θέμα πολύ σύντομου χρόνου και γι' αυτό εισήχθηκε ο όρος 9 της συμφωνίας ενοικίασης. Τούτο όμως καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν σίγουροι για την θετική έκβαση της αίτησης τους. Ο όρος 9 της συμφωνίας ενοικίασης δεν είναι τυχαία που τέθηκε. Σκοπός του από την μια ήταν να καταστεί σαφές ότι ήταν σε γνώση των Εναγόντων ότι το υποστατικό δεν πληρούσε κάποιες προδιαγραφές για την διεξαγωγή συγκεκριμένων εμπορικών δραστηριοτήτων, μεταξύ των οποίων και η άσκηση επιχείρησης ταβέρνας, όπως καταγράφεται αμέσως πιο πάνω, και από την άλλη ο αποκλεισμός των Εναγόντων από το να ισχυριστούν ότι τώρα ισχυρίζονται. Με την παρ. 8 της συμφωνίας ενοικίασης, που ουσιαστικά συμπληρώνει και επεκτείνει την παρ. 9, ξεκαθαριζόταν ότι οι Εναγόμενοι δεν αναλάμβαναν να εξασφαλίσουν οιαδήποτε άδεια ακριβώς για να μην δύνανται οι Ενάγοντες να ισχυριστούν ότι οι Εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να τους εξασφαλίσουν άδειες. Με τις δύο αυτές παραγράφους στην ουσία από τη μία δηλώνετο από τους Εναγομένους στους Ενάγοντες η νομική κατάσταση των υποστατικών και από την άλλη δηλώνετο από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους ότι γνώριζαν αυτή την κατάσταση, τους απάλλασσαν από οιανδήποτε υποχρέωση για εξασφάλιση οιασδήποτε άδειας και αποδέχονταν να το ενοικιάσουν ως έχει. Άλλωστε ως ανάφερε ο Ενάγοντας 1 κατά την αντεξέταση του είχε γνώση για το τι άδειες χρειάζονταν για τη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης γιατί ασκούσε παρόμοια επιχείρηση στη χώρα του. Ακόμα ενώ στη δήλωση - κατάθεση του το παράπονο του εστιάζεται στην παρότρυνση, υπόσχεση και διαβεβαίωση των Εναγομένων ότι ήταν ζήτημα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης και γι' αυτό υπέγραψαν τις συμφωνίες, κατά την αντεξέταση του είπε ότι οι Εναγόμενοι το μόνο που του ανάφεραν ήταν ότι δεν πήραν καμία απάντηση σχετικά με την αλλαγή χρήσης και περίμεναν για αλλαγή χρήσης, το οποίο βέβαια έρχεται σε αντίθεση ή τουλάχιστον διαφοροποιείται από τον ισχυρισμό ότι ήταν θέμα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης αλλά δεν του είπαν ότι το κτήριο είναι παράνομο. Επίσης όταν ρωτήθηκε ποιος του είπε ότι ήταν θέμα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης απάντησε, γενικά, οι ιδιοκτήτες, αποφεύγοντας να πει ποιος από αυτούς αφού στην ουσία με αυτόν που μιλούσε ήταν ο Εναγόμενος
  10. Ακόμα ο Ενάγοντας 1 όταν ρωτήθηκε αν είχε παράπονο από τον Μιχαήλ απάντησε αρνητικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι κίνησε την αγωγή αρ. 900/11 Ε. Δ. Αμμοχώστου, Τεκμήρια 24 και 25, με την οποία αξιώνει ότι και με την παρούσα αγωγή και επομένως είναι ψέμα ότι δεν έχει παράπονο από αυτόν, απάντησε ότι αυτή ήταν η συμβουλή του δικηγόρου του. Περαιτέρω απαντώντας σε άλλες σχετικές ερωτήσεις είπε ότι ο Μιχαήλ του πώλησε μια επιχείρηση και αυτός πλήρωσε γι' αυτή και ως εκ τούτου ο Μιχαήλ δεν έκανε κάτι λάθος. Αυτοί που τον ξεγέλασαν και τον εξαπάτησαν ήταν οι Εναγόμενοι οι οποίοι του ενοικίασαν ένα υποστατικό που είναι παράνομο, χωρίς άδεια οικοδομής. Ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα 1 δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη λογική. Αν πίστευε ότι ο Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε το μεμπτό δεν θα κινούσε την αναφερθείσα αγωγή εναντίον του να του καταλογίζει δόλο και απάτη, να προβάλει ίδιους ισχυρισμούς με την υπό εξέταση αγωγή και να αξιώνει το ποσό των £43.000 και το ποσό των £6.500 τα οποία αξιώνει και από τους Εναγομένους στην παρούσα αγωγή. Είναι παράδοξο να μην έχει παράπονο από τον Μιχαήλ που ενοικίαζε το ένα υποστατικό από το 1994 και αργότερα και το άλλο και ήξερε από πρώτο χέρι σχετικά με τη νομική κατάσταση τους και όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του δεν τους ανάφερε τίποτε γι' αυτό το θέμα όταν συμφώνησε μαζί τους την πώληση της επιχείρησης του. Αντίθετοι ήταν οι ισχυρισμοί της συζύγου του και της θυγατέρας του, οι οποίες θεωρούν τον Μιχάλη το ίδιο υπεύθυνο όπως τους Εναγόμενους, ότι είπε ψέματα και ότι τους εξαπάτησε. Η ΜΕ4 πέραν των όσων ήδη έχουν αναφερθεί και σχολιασθεί ενώ δεν παρευρέθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης ούτε είχε καμία συνάντηση με τους Εναγομένους, πέραν της δήθεν συνομιλίας με τον Εναγόμενο 1, με πολύ ευκολία είπε κατ' επανάληψη ότι όλοι τους είπαν ψέματα και ότι όλοι τους είπαν ότι ήταν θέμα ημερών η έκδοση άδειας αλλαγής χρήσης. Όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει τους Εναγόμενους απάντησε μάλιστα και υπέδειξε τη γυναίκα που βρισκόταν στο Δικαστήριο ως την Εναγόμενη
  11. Όταν ρωτήθηκε πως την γνώριζε απάντησε ότι πήγαν στην ταβέρνα τους στη Περνέρα. Στην υπόδειξη όμως ότι δεν ήταν η Εναγόμενη 3 αλλά η σύζυγος του Εναγόμενου 1, απάντησε ότι δεν τους μίλησε αυτή αλλά ο σύζυγος της. Αξιοσημείωτο είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση της. «Ε. Πριν να αγοράσετε την επιχείρηση από τον κ. Μ. Μιχαήλ πήγατε στο δημαρχείο κυρία μάρτυς να επισκεφθείτε το δημαρχείο αναφορικά με το θέμα άδειας λειτουργίας του υποστατικού; Α. Πριν να δούμε την ταβέρνα στο Κάππαρη πήγαμε τότε στον ΚΟΤ για να υπογράψουμε ότι χρειαζόταν για άδειες κλπ, πως ήταν ο νόμος εδώ στην Κύπρο σε σύγκριση με τη Σκωτία. Αλλά ο Μ. Μιχαήλ παραδέχθηκε ότι δεν είχε άδεια λειτουργίας λόγω του ότι σταμάτησε τότε να εμπορεύεται και ότι άρχισε μία νέα επιχείρηση στη Λάρνακα αλλά μας είπε ότι ήταν μία τυπικότητα, ήταν θέμα ημερών, επέμενε.» Από την πιο πάνω απάντηση όμως, αν μετέβησαν στον ΚΟΤ πριν την αγορά της επιχείρησης, για να πληροφορηθούν σχετικά με τις άδειες, εξάγεται ότι θα πρέπει να πληροφορήθηκαν και για την άδεια οικοδομής όπως τους αναφέρθηκε και μετά και άρα γνώριζαν ότι για την άσκηση τέτοιας επιχείρησης χρειαζόταν άδεια οικοδομής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή ότι δεν γνώριζαν ότι δεν είχαν άδεια οικοδομής τα υποστατικά της επιχείρησης ταβέρνας λαμβανομένου υπόψη των όρων 8 και 9 της συμφωνίας ενοικίασης. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, χωρίς δισταγμό αναφέρω ότι ο ισχυρισμός του ότι δήθεν οι Ενάγοντες του ανάφεραν ότι θα το χρησιμοποιούσαν ως κατάστημα ηλεκτρικών ειδών είναι εκ των υστέρων σκέψεις και εντελώς ψέμα αφού οι Ενάγοντες ασκούσαν παρόμοια επιχείρηση με την ταβέρνα στη χώρα τους και δεν αναφέρθηκε όχι μόνο η παραμικρή απόδειξη ή στοιχείο αλλά ούτε η παραμικρή ένδειξη ότι οι Ενάγοντες είχαν τέτοια διάθεση. Άλλωστε γιατί να αγοράσουν την επιχείρηση στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο εξοπλισμός της ταβέρνας εάν δεν επρόκειτο να την χρησιμοποιήσουν ως ταβέρνα. Ένα ακόμα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί ότι σκοπός των Εναγόντων ήταν η λειτουργία ταβέρνας και όχι ηλεκτρικών ειδών είναι και το γεγονός ότι για να βγάλουν τα προς το ζειν λειτούργησαν τον επόμενο χρόνο ταβέρνα στην Περνέρα. Ούτε επίσης μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι δεν γνώριζε ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν την επιχείρηση από τον Μιχαήλ μέχρι πριν την επιστολή του δικηγόρου τους, αφού σε σχετική ερώτηση είπε ότι στις αρχές Οκτωβρίου του τηλεφώνησε ο Μιχαήλ για να του πει ότι βρήκε ενοικιαστές οπότε περί τα μέσα Οκτωβρίου ετοίμασαν τη συμφωνία ενοικίασης και την έστειλαν στον Μιχαήλ για να την φέρει σε γνώση των Εναγόντων και ως εκ τούτου εξάγεται ότι γνώριζαν για την πώληση της επιχείρησης από τον Μιχαήλ στους ενάγοντες γιατί ως θέμα λογικής δεν υπάρχει κανείς που δίνει την επιχείρηση του σε αγνώστους του δωρεάν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τόσο οι Ενάγοντες 1 και 2 μαζί με τη θυγατέρα τους, ΜΕ5, όσο και ο ΜΥ1, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί και κρίνονται αναξιόπιστοι. Το Δικαστήριο τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στην περίπτωση μας με την απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας των Εναγόντων και της θυγατέρας τους, ΜΕ5, ελλείπει αυτό το γεγονός της αξιόπιστης μαρτυρίας και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ευρήματα και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η σημασία της αξιόπιστης μαρτυρίας μπορεί να αναζητηθεί στις υποθέσεις Kades v. Νικολάου and Another
(1986)1 CLR 212, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter" στην Agapiou v. Panayiotou,
(1988)1 CLR 257 και στην Εθνική Τράπεζα ν. Χ¨Νέστορος
(1990)1 ΑΑΔ 41, 45 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή Αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφ΄ όσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχής ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου" Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στις υποθέσεις Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 ΑΑΔ 157, Κωνσταντινίδης ν. Κάτζιη
(1993)1 ΑΑΔ 492, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, 741 και Μ.Α. GOODVALVE SUPPLIERS LTD κ.α. ν. Θάλειας Χαραλάμπους
(2003)1 ΑΑΔ 127, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, υποδεικνύοντας, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, ότι η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. Στην υπόθεση Κορέλλη ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 12, αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αναξιοπιστία των Εναγόντων και της θυγατέρας τους χωρίς άλλο οδηγεί στην κατάληξη ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Με έχει απασχολήσει το θέμα των εξόδων. Ενόψει του γεγονότος ότι η απόρριψη της αγωγής δεν ήταν το αποτέλεσμα της αποδοχής της μαρτυρίας και εκδοχής των Εναγομένων, αφού και ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε αναξιόπιστος, κρίνω ότι ορθότερο και δικαιότερο είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδά της. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.