Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Σολωμού Καλλίσιη, Αρ. Αγωγής: 575/13, 11/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 575/13 Μεταξύ: Κυπριακής Δημοκρατίας Ενάγουσας Και Σολωμού Καλλίσιη Εναγόμενου ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.4.2014 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 19/06/2013 Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Παπαευσταθίου. Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Α. Πιττάτζης (για να ακούσει απόφαση κα Χ"Κωσταντή). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος - Αιτητής με την αίτηση του, ημερομηνίας 11/04/2014, ζήτησε την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης ημερομηνίας 19/06/
- Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.17 θ.θ. 2,3,4,9 και 10 και στη Δ.48 θ.θ. 1, 2 και
- Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκες δηλώσεις τόσο του Εναγόμενου - Αιτητή καθώς και του βουλευτή Κυριάκου Χατζηγιάννη. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, Σολωμό Καλλίσιη, στις 19/06/13, είχε εκδοθεί εναντίον του απόφαση για το ποσό των €5.957,26- πλέον τόκοι και έξοδα γιατί είχε παραλείψει να εμφανιστεί στην υπό κρίση αγωγή. Τα τελευταία 25 χρόνια, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ασκεί το επάγγελμα του γεωργού καλλιεργώντας τα δικά του χωράφια στο Παραλίμνι. Το 2000 τοπικοί παράγοντες είχαν έρθει σε συνεννόηση με το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και είχαν καλέσει γεωργούς από το Παραλίμνι για να τους προτείνουν την χρήση νερού για σκοπούς άρδευσης δωρεάν. Τους είχε ζητηθεί αυτό γιατί διαφορετικά το νερό θα διοχετευόταν στη θάλασσα. Ο ίδιος είχε αποδεχθεί την χρήση του συγκεκριμένου νερού αφού δεν θα στοίχιζε για τον ίδιο οτιδήποτε. Όμως το Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων, όταν περιήλθε υπό νέα διεύθυνση, αποφάσισε να χρεώνει τους γεωργούς που είχαν σύνδεση με το αποχετευτικό ανεξάρτητα από το κατά πόσο κατανάλωναν νερό ή όχι. Με την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό κρίση αγωγής ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με τον βουλευτή της Επαρχίας Αμμοχώστου, κ. Χατζηγιάννη, αναφέροντας του τα γεγονότα. Ο κ. Χατζηγιάννης τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα έπρεπε να ανησυχεί γιατί το ζήτημα ήταν ευρύτερο και θα γινόταν συνάντηση με τον τότε Υπουργό Γεωργίας, ο οποίος Υπουργός είχε εντοπίσει το λάθος και τους είχε διαβεβαιώσει ότι παρά την καταχώρηση των αγωγών και την έκδοση αποφάσεων δεν θα λαμβάνονταν οποιαδήποτε περαιτέρω μέτρα και κανένας δεν θα υποχρεωνόταν να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό. Επίσης, είχε πληροφορηθεί από άλλους γεωργούς ότι είχαν γίνει έντονες διαμαρτυρίες και παραστάσεις σε κρατικούς λειτουργούς καθώς και στον Υπουργό Γεωργίας γιατί το Τμήμα Υδάτων είχε προβεί σε χρεώσεις παρόλο που δεν είχε γίνει καμία κατανάλωση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η Ενάγουσα χωρίς να τον ενημερώσει είχε τοποθετήσει μετρητή στην δική του παροχή και διοχέτευε από την δική του παροχή νερό σε τρίτους με αποτέλεσμα η κατανάλωση των τρίτων να φαίνεται ως δική του. Κατέληξε ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση και ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε κατανάλωση νερού και δεν οφείλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό. Ο λόγος της μη εμφάνισης του στο Δικαστήριο οφειλόταν στις διαβεβαιώσεις που του είχαν δοθεί σε σχέση με τις χρεώσεις. Ο κ. Κυριάκος Χατζηγιάννης, βουλευτής της Επαρχίας Αμμοχώστου, σε ένορκη δήλωση του επιβεβαίωσε τα όσα είχε αναφέρει ο Εναγόμενος - Αιτητής και αφορούσαν τον ίδιο. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση αντιμετώπισε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένσταση της βασίστηκε στη Δ.17 θ. 2,3,4 και 10, στη Δ.26 θ.14, στη Δ.33 θ.5, στη Δ.57 θ.2 και στη Δ.48 θ. 1-9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Έντασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της δικαστικής απόφασης, ότι η εκδοθείσα απόφαση είχε εκδοθεί νομότυπα και κανονικά, ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή ή και συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου είναι γενικοί και αόριστοι, ότι δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης του στο Δικαστήριο και ότι η αίτηση είχε γίνει για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης και είναι κακόπιστη. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Βάσου Μαύρου, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω του ότι εργάζεται στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα οι θέσεις που έχει προβάλει ο Αιτητής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υποστηρίζει ότι οι υποδομές επεξεργασίας και εγκατάστασης δικτύου επαναχρησιμοποίησης του ανακυκλωμένου νερού είχαν γίνει λόγω του ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση των Συμβουλίων Αποχέτευσης Αγίας Νάπας και Παραλιμνίου. Πράγματι κάποια ακίνητα του Αιτητή ήταν συνδεδεμένα με το αποχετευτικό από το 2002 και είχαν συνδεθεί μετά από δική του αίτηση και αφού έλαβε γνώση όλων των προϋποθέσεων και των όρων σύνδεσης με το αποχετευτικό και της κατανάλωσης ανακυκλωμένου νερού. Σε σχέση με τις χρεώσεις κατανάλωσης, ήταν ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι οι χρεώσεις είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της κυβέρνησης και των Συμβουλίων Αποχετεύσεως. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι ο Αιτητής δεν ήταν διατεθειμένος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο αλλά ούτε και να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Οι ισχυρισμοί του αφορούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Υπήρχαν πέραν των 1.000 καταναλωτών ανακυκλωμένου νερού και μόνο ορισμένοι από αυτούς δεν είχαν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν κατανάλωνε νερό υποστήριξε ότι είναι καταναλωτής σε τέσσερις παροχές. Στις δύο από αυτές είναι ο μοναδικός καταναλωτής από το 2002 μέχρι το
- Στις άλλες δύο προμηθευόταν το ανακυκλωμένο νερό με άλλους έξι καταναλωτές από τους οποίους οι τέσσερις έχουν εξοφλήσει τις οφειλές τους. Εξήγησε ότι ο κάθε καταναλωτής έχει δικό του υδρομετρητή και κλήθηκε να πληρώσει τις ενδείξεις του δικού του υδρομετρητή οπόταν οι χρεώσεις δεν είναι αυθαίρετες. Παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής μέχρι και σήμερα χρησιμοποιεί ανακυκλωμένο νερό απρόσκοπτα και εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένος με το δίκτυο ανακυκλωμένου νερού δεν έχει καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Καταλήγει, ότι παρά το γεγονός ότι του είχε επιδοθεί η αγωγή είχε επιλέξει να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η πλευρά του Αιτητή - Εναγόμενου ζήτησε την αντεξέταση του κ. Βάσου Μαύρου. Αντεξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι σε σχέση με το ανακυκλωμένο νερό το Τμήμα Αναπτύξεως και Υδάτων είχε αναλάβει αρμοδιότητα το
- Δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, στο Τμήμα Αναπτύξεως και Υδάτων, όσα είχαν προηγηθεί από το 2002-2008 σε σχέση με το ανακυκλωμένο νερό. Ενημερώθηκαν μόνο για την τοποθέτηση των μετρητών από τους Δήμους καθώς και για την διαδικασία που ακολουθείτο από αυτούς. Προέκυψε ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος είχε συμβόλαιο με τον Δήμο Παραλιμνίου από το 2002 μέχρι το
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι από τους 1200 καταναλωτές μόνο 90 άτομα δεν ανταποκρίθηκαν στην πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Ο ίδιος είχε απλά ακούσει ότι είχε γίνει σύσκεψη με τον πρώην Υπουργό Γεωργίας και τον βουλευτή κ. Χατζηγιάννη όμως προώθησε την θέση ότι το Τμήμα Αναπτύξεως και Υδάτων δεν μπορεί να βασιστεί στα λεγόμενα των βουλευτών και δεν γνωρίζει ο ίδιος τι υποσχέσεις είχαν δοθεί από τον βουλευτή στους καταναλωτές. Εξήγησε ότι από την στιγμή που τοποθετείται ένας υδρομετρητής υποχρέωση για αποπληρωμή της κατανάλωσης έχει ο ιδιοκτήτης του υδρομετρητή. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd Πολ. Εφ. 145/09 ημερ. 10/04/12 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) ΑΑΔ 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής προβάλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε γεγονότα που την υποστηρίζουν. Αντίθετα η Καθ΄ης η αίτηση αντικρούοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ανέφερε ότι στους δυο υδρομετρητές ο Αιτητής - Εναγόμενος είναι ο μοναδικός καταναλωτής και στις άλλες παροχές οι υπόλοιποι καταναλωτές είχαν πληρώσει το δικό τους μερίδιο. Δεν ανεξετάστηκε ο κ. Μαύρος σε σχέση με την θέση του αυτή οπόταν παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Διαπιστώνεται ότι αυτό που έπραξε ο Αιτητής ήταν να δώσει βάση στα λεχθέντα του βουλευτή κου Χατζηγιάννη, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν εξέφραζε την πολιτική του Τμήματος Αναπτύξεως και Υδάτων, αλλά είχε κάνει μια προσωπική προσπάθεια να βοηθήσει του γεωργούς για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό πόρρω απέχει από το να συνιστά υπεράσπιση. Αναφορικά με την μη εμφάνιση του Εναγόμενου- Αιτητή καθ όλη την εξέλιξη της αγωγής, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο, στις 17/05/2013, αίτηση για απόφαση είχε καταχωριστεί στις 07/06/2013 και μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης, η υπόθεση προχώρησε αμέσως για απόδειξη, με την έκδοση της απόφασης στις 19/06/2013. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης για το λόγο ότι είχε καθησυχαστεί από τον βουλευτή κ. Χατζηγιάννη να μην ανησυχεί, θέση που αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα, γιατί συνιστούσε υποσχέσεις βουλευτή και όχι ανειλημμένη απόφαση του αρμόδιου Τμήματος. Για ένα χρόνο δεν είχε ενδιαφερθεί πως είχε εξελιχθεί η υπόθεση εναντίον του παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι ήταν υπό εκδίκαση στο Δικαστήριο. Η επόμενη εξέλιξη ήταν στις 11/04/2014, η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Απ' όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος -Αιτητής δε είχε δράσει άμεσα και είχε επιλέξει να αγνοήσει την δικαστική διαδικασία δίνοντας βάση στα όσα του είχαν λεχθεί από τον βουλευτή κ. Χατζηγιάννη με τους κινδύνους που ελλόχευαν. Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο - Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο αιτητής. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου- Αιτητή, όπως αυτός μπορεί να συναχθεί από την Ένορκη Δήλωσή του καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση. Το γεγονός ότι είχε αποδεχθεί την χρήση νερού συνεκτιμημένο με το γεγονός ότι αγωνιούσε να του χαριστεί το ποσό που όφειλε καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι δεν κατανάλωνε νερό. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι και η μόνη υπεράσπιση που προτάθηκε. Έπεται ότι δεν πληρούται η βασική προϋπόθεση για ακύρωση της απόφασης. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα απορρίψω την Αίτηση με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο