Φώτης Μιχαήλ ν. Κ.Κ. EXTREME ENTERTAINMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 750/11, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 750/11 Μεταξύ: Φώτης Μιχαήλ Ενάγοντας και Κυριάκος Χατζηγιάννης Εναγόμενος Ως έχει τροποποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/06/2012 Μεταξύ: Φώτης Μιχαήλ Ενάγοντας και Κ.Κ. EXTREME ENTERTAINMENT LTD Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Σεπτεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Ν. Ανδρέου (για να ακούσει απόφαση κ. Κατσιάρης). Για Εναγόμενη Εταιρεία: κα Μιχαηλίδου για Νεοφύτου και Νεοφύτου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η (μόνο σε σχέση με τα έξοδα) Ο συνήγορος του Ενάγοντα είχε αρχικά καταχωρίσει την παρούσα αγωγή εναντίον φυσικού προσώπου για ζημιές οι οποίες είχαν προκληθεί στο δικό του ακίνητο από την κατοχή και χρήση γειτνιάζοντος ακινήτου, στο δικό του ακίνητο. Ο τότε Εναγόμενος είχε καταχωρίσει εμφάνιση, δια δικηγόρου και στην συνέχεια Υπεράσπιση στην οποία προώθησε την θέση ότι δεν ήταν ο ιδιοκτήτης αλλά ούτε ο ενοικιαστής του γειτνιάζοντος υποστατικού. Ακολούθως ο Ενάγοντας ζήτησε άδεια για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος έτσι ώστε να φαίνεται ως εναγόμενος νομικό πρόσωπο, όπως φαίνεται και από τον τίτλο της αγωγής. Τέθηκε εκ νέου, από τον συνήγορο του Εναγόμενου, θέμα για απόρριψη της αγωγής λόγω του ότι στρεφόταν εναντίον προσώπου που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου αντικαταστάθηκε ο Εναγόμενος με νομικό πρόσωπο. Μετά παρέλευση περίπου ενός έτους και ενώ η αγωγή ήταν έτοιμη για να ξεκινήσει η ακρόαση ο συνήγορος του Ενάγοντα είχε αιτηθεί εκ νέου την τροποποίηση του τίτλου έτσι ώστε να εμφαίνονται δυο άλλα φυσικά πρόσωπα ως εναγόμενοι. Ο κ. Νεοφύτου έθεσε θέμα ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε εγκαταλείψει το υποστατικό πριν την έγερση της αγωγής. Ο κ. Ανδρέου παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα και ζήτησε να αποσύρει την αγωγή εναντίον της. Αντιμετώπισε το αίτημα του κ. Νεοφύτου για την απονομή των εξόδων του και ορίστηκε για αγορεύσεις η αγωγή σε σχέση με τα έξοδα. Είναι η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα, όπως αυτή προωθήθηκε στην γραπτή του αγόρευση που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι ο Ενάγοντας δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της πλευρά της Εναγόμενης Εταιρείας γιατί είναι η Εναγόμενη Εταιρεία που έχει εγκαταλείψει το υποστατικό. Παράπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η κα Μιχαηλίδου στην δική της γραπτή αγόρευση υποστήριξε ότι από την αρχή ο Ενάγοντας είχε καταχωρίσει αγωγή εναντίον λανθασμένου διαδίκου προκαλώντας σε αυτόν έξοδα. Στην συνέχεια προωθήθηκε η αγωγή, μετά από τροποποίηση, εναντίον νομικού προσώπου το οποίο επίσης δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την επικαλούμενη οχληρία και παρά το γεγονός ότι είχε ενημερωθεί και ο συνήγορος του Ενάγοντα από την αρχή της διαδικασίας για το θέμα αυτό, αυτός επέμενε στην προώθηση της αγωγής. Υποστηρίζει ότι η όλη στάση του Ενάγοντα έχει προκαλέσει δικηγορικά έξοδα τα οποία θα ήταν άδικο να επωμιστούν οι Εναγόμενοι στην αγωγή. Δικαιοδοτική βάση για την απονομή εξόδων συνιστά η Δ.59 θ.1 η οποία προβλέπει ως ακολούθως: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceedings shall be in the discretion of the Court or Judge..........» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η εκδ., παρα. 1738 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The Court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of the costs and when they are to be paid. Where costs are in the discretion of the court, a party has no right to costs unless and until the court awards them to him, and the court has absolute discretion to award or not to award them. This discretion must be exercised judicially; it must not be exercised arbitrarily but in accordance with reason and justice.» Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνεται και ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας από τους διάδικους στην διαφορά βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 10, παρα. 17, σελ. 16. Η καθιερωμένη αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την απονομή εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Στην απόφαση Μιχαήλ Χάσικος κ.α. v. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, στη σελίδα 393 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη» Στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, στη σελίδα 481 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.» Σχετική επί του θέματος είναι και η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση Αναφορικά με τη Δ.35 θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.809, όπου στη σελίδα 814 κ.ε., καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η Δ.59 θ. 13 προσφέρει τη δυνατότητα και καθορίζει τις ευρύτατες παραμέτρους άσκησης της δικαστικής ευχέρειας ως προς την επιβολή ή επιδίκαση εξόδων, ιδιαίτερα σε αχρείαστες, κακόβουλες ή υπέρμετρα χρονοβόρες διαδικασίες. Η διαταγή αυτή έχει ως βάση τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και συγκεκριμένα το Order 65 r. 27 που απαντάται στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1955 όπου κάτω από τον τίτλο "Έξοδα Τροποποιήσεων" (Costs of Amendment) διαβάζουμε σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση μπορεί να προσδιορίζει το θέμα των εξόδων με βάση την αρχή ότι ο αντίδικος πρέπει να αποζημιώνεται ή να αποκαθίστανται με έξοδα, αλλά το Δικαστήριο είναι ελεύθερο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές, να επιβάλει οποιοδήποτε όρο θεωρεί σκόπιμο σε συνάρτηση με τα έξοδα ή να επιφυλάξει το θέμα των εξόδων αφήνοντας να αποφασισθεί στην ακρόαση η να μην επιβάλει κανένα." Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. ARTO ESTATES LIMITED
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, στη σελίδα 15 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Σχετικά με τη διακριτική αυτή εξουσία στο Annual Practice του 1960 καταγράφονται τα πιο κάτω, στις σημειώσεις κάτω από το Order 65, r.1, στη σελ.1822-1824 (ύστερα από σχετική αναφορά σε σειρά αποφάσεων): "Where there are no materials on which the Judge can exercise his discretion, he is not justified in depriving a successful party of his costs ... If, however, there are any grounds, their sufficiency is a matter for the Judge's discretion, which will not be interfered with ... A successful party may be deprived of his costs if he presents a false case or false evidence, or acts oppressively in the action ... In many classes of cases the Courts award costs on settled principles, but it is always in the discretion of the Court to depart from the rule where the circumstances of the particular case require it. The distinction between costs awarded according to a general rule and costs awarded in the exercise of a discretion on particular facts is important, because an appeal lies from an order awarding costs on a wrong principle; but no appeal lies from the erroneous exercise of a discretion on particular facts ... This discretion must be exercised judicially, and the Judge ought not to exercise his discretion against a successful party on grounds wholly unconnected with the cause of action. In such a case, semble, the Court of Appeal might be compelled to intervene. But when the Judge, intending to exercise his discretion, has acted on facts connected with or leading up to the litigation, the Court of Appeal is prohibited by statute from entertaining an appeal from his decision." Παρατηρώ ότι η γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης των εξόδων στους Εναγόμενους ήταν το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν σίγουρος ποιος ήταν αυτός που του προκάλεσε την ισχυριζόμενη βλάβη. Όμως χωρίς δεύτερη σκέψη προχώρησε στην τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αντικαθιστώντας τον αρχικό Εναγόμενο και ακολούθως προχώρησε ξανά, μετά παρέλευση δυο ετών, σε αίτημα τροποποίησης του τίτλου για να αντικατασταθεί η Εναγόμενη Εταιρεία με άλλα δυο φυσικά πρόσωπα. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές και ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η πλευρά του Ενάγοντα επωμιστεί τα έξοδα τα οποία είχε προκαλέσει. Η πλευρά των Εναγομένων έχει «πετύχει» αφού δικαιώθηκε. Ήταν εξ αρχής ο ισχυρισμός ότι δεν έχει σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Οδηγήθηκα στην συγκεκριμένη κατάληξη αφού συνεκτίμησα τα ακόλουθα δεδομένα: Ότι στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά του Ενάγοντα, λόγω της αμέλειας της να καθορίσει ποιος πραγματικά της είχε προκαλέσει την κατ ισχυρισμό ζημιά, συνέχιζε την εξέλιξη της αγωγής χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε έρευνα και οδήγησε την αγωγή σε ακρόαση γνωρίζοντας ότι δεν είχε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τόσο του αρχικού Εναγόμενου καθώς και της Εναγόμενης Εταιρείας ενώ είχε από την αρχή ενημερωθεί από τον συνήγορο των Εναγόντων για το γεγονός αυτό. Θεωρώ ότι αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα ο κάθε Ενάγοντας να δοκιμάζει την τύχη του αλλάζοντας εναγόμενους μέχρι να πετύχει τον πραγματικά υπεύθυνο για την ζημιά που υπέστη χωρίς οποιεσδήποτε συνέπειες. Αυτή η συμπεριφορά θα οδηγούσε σε ατέρμονες διαδικασίες και αχρείαστες διαδικασίες και θα προκαλούσε αδίκως έξοδα για τα οποία ο Ενάγοντας δεν θα λογοδοτούσε. Επιπρόσθετα θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα έξοδα που επιδικάζονται σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είναι τα δικηγορικά έξοδα και ανήκουν στον δικηγόρο του διαδίκου υπέρ του οποίου επιδικάζονται. Δεν ανήκουν στον οποιοδήποτε διάδικο αφού επιδικάζονται έτσι ώστε να μην αναγκαστεί ο διάδικος να πληρώσει τον δικηγόρο τον οποίο εργοδότησε για να προωθήσει την δικαστική διαδικασία. Θα συνιστούσε κατάφορη αδικία να εξαναγκαστούν οι δυο Εναγόμενοι, τόσο ο πρώτος καθώς και η εταιρεία, στην υπό κρίση αγωγή να επωμιστούν δικηγορικά έξοδα επειδή αδίκως είχαν κληθεί από τον Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που κατέγραψα πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί με τέτοιο τρόπο που η κατανομή των εξόδων να είναι δίκαια. Θα είναι δίκαια μόνα αν η πλευρά του Ενάγοντα επωμιστεί έξοδα τα οποία είχε προκαλέσει. Η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του αρχικού Ενάγοντα και της Εναγομένης Εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο