ΜΙΧΑΛΗ ΝΙΚΟΛΑ ΤΖΙΕΛΛΑ ν. ΤΑΣΟΥ ΜΗΝΑ, Αρ. Αγωγής: 1406/2010, 17/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1406/2010 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΝΙΚΟΛΑ ΤΖΙΕΛΛΑ, από το Παραλίμνι Ενάγοντα -και- ΤΑΣΟΥ ΜΗΝΑ, από το Φρέναρος Εναγομένου Ημερομηνία: 17 Ιουλίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Eνάγοντα: Η κα Μ. Χ' Κωσταντή. (κ. Μαρκουλλής για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Eναγόμενο: Ο κ. Μουαΐμης. (κα Αντωνίου για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €5.936-, με νόμιμο τόκο, ως μισθούς οι οποίοι του οφείλονται από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας είναι επαγγελματίας μάγειρας και ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν διαχειριστής ή και ιδιοκτήτης του εστιατορίου με την επωνυμία «Parko» στον Πρωταρά. Δυνάμει προφορικής συμφωνίας είχε απασχολήσει τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος, στο εστιατόριο του για την περίοδο 20/07/10 μέχρι 25/10/
- Οι όροι εργοδότησης περιλάμβαναν ως μηνιαίο μισθό το ποσό των €1.500-, καταβολή όλων των εισφορών ή και των ταμείων που καταβάλλονται στις κοινωνικές ασφαλίσεις, ήτοι 13% επί των εσόδων του υπαλλήλου και για κάθε έξι εργάσιμες ημέρες θα δικαιούτο μία ημέρα ξεκούρασης. Ο Ενάγοντας είχε εργαστεί στο συγκεκριμένο εστιατόριο ανελλιπώς και χωρίς διακοπή από τις 20/07/10 μέχρι 27/10/10, που ο Εναγόμενος είχε κλείσει το εστιατόριο. Σε όλη αυτή την περίοδο ο Ενάγοντας δεν είχε λάβει οποιαδήποτε άδεια απουσίας ή οποιαδήποτε μέρα ξεκούρασης με τον εξυπακουόμενο όρο ότι ο Εναγόμενος θα του κατέβαλλε την αξία των εργάσιμων ημερών. Παρά ταύτα όμως ο Ενάγοντας δεν του κατέβαλε το ποσό των €5.936-, το οποίο αναλογεί τους μισθούς του καθώς επίσης και τις δώδεκα ημέρες άδειας ξεκούρασης τις οποίες είχε εργαστεί ενώ παράλληλα δεν του είχε καταβάλλει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και όλα τα σχετικά ταμεία. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του πρόβαλλε δύο προδικαστικές ενστάσεις: Ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και ότι ο Ενάγοντας δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή και αιτία αγωγής προσωπικά εναντίον του Εναγομένου και η αγωγή είναι κατά νόμο και κατ΄ ουσία αβάσιμη. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος πρόβαλλε, ως υπεράσπιση του, ότι κατά τον επίδικο χρόνο διαχειριστής του «Parko Bar Restaurant», στον Πρωταρά, ήταν η εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD». Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος, ως διευθυντής της εταιρείας «JIMTALE MANAGEMENT LTD», είχε προσλάβει τον Ενάγοντα ως μάγειρα για την περίοδο 20/07/10 μέχρι 25/10/10 με μηνιαίο μισθό €1.000- και επιπρόσθετα θα του καταβαλλόταν η αναλογία του 13ου μισθού και θα εργαζόταν 6 ημέρες την εβδομάδα και μια μέρα δεν θα εργαζόταν. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας λάμβανε κανονικά τη μέρα ξεκούρασης του και δεν του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Κατέληξε ότι εάν του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αυτό του οφείλεται από την εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD» και όχι από τον ίδιο. Την υπόθεσή του προώθησε με την μαρτυρία του ο ίδιος ο Ενάγοντας. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι επαγγελματίας μάγειρας και κατοικεί στο Παραλίμνι ενώ ο Εναγόμενος ήταν ο διαχειριστής και ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Parko» στον Πρωταρά. Δυνάμει προφορικής συμφωνίας ο Εναγόμενος τον είχε απασχολήσει ως μάγειρα κατά την περίοδο 20/07/10 έως 25/10/10 με μηνιαίο μισθό €1.500-. Επιπρόσθετα θα του κατέβαλλε όλες τις εισφορές και των ταμεία που καταβάλλονται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ενώ θα εργαζόταν για έξι μέρες ανά εβδομάδα και στην περίπτωση που εργαζόταν την μέρα ανάπαυσης του θα την πληρωνόταν. Είχε εργαστεί ανελλιπώς και αδιάκοπα από τις 20/07/10 μέχρι 27/10/10, που ο Εναγόμενος είχε κλείσει το εστιατόριο χωρίς να του παραχωρηθεί οποιαδήποτε άδεια απουσίας ή ξεκούρασης με τον εξυπακουόμενο όρο ότι θα πληρωνόταν. Κανένα ποσό δεν του καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο και περαιτέρω είχε διαπιστώσει ότι ο Εναγόμενος δεν του είχε πληρώσει ούτε και είχε καταβάλει τις εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Το συνολικό ποσό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, που ο Εναγόμενος όφειλε να του καταβάλει ήταν οι μισθοί του για 3 μήνες, ήτοι €4.500-, τα ωφελήματα του ύψους €359- και οι 12 μέρες ξεκούρασης που δικαιούτο, ήτοι €861,60-. Επιπρόσθετα, του οφειλόταν άδεια ξεκούρασης αξίας €430,80- και αναλογία 13ος μισθού αξίας €375-. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε εργαστεί για την περίοδο 20/07/10 μέχρι 25/10/
- Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος είχε ζητήσει από τη Συντεχνία μάγειρα γι΄ αυτό και ο ίδιος είχε σταλεί στο εστιατόριο «Parko», στον Πρωταρά, όπου τον είχε προσλάβει ο Εναγόμενος. Εργαζόταν καθημερινά από 14˸30 το μεσημέρι μέχρι τις 11˸00 το βράδυ και ενίοτε μέχρι τα μεσάνυκτα. Καταρτιζόταν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας, από ένα Βούλγαρο μάγειρα που εργοδοτείτο από τον Εναγόμενο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι τη διαχείριση της επιχείρησης την είχε ο κ. Τάσος Μηνά και αυτόν ο ίδιος γνώριζε ως εργοδότη του. Ο ίδιος δεν γνώριζε σε ποιον ανήκε η επιχείρηση ούτε και γνώριζε την εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD». Προώθησε την θέση ότι η συμφωνία είχε επιτευχθεί με τον Εναγόμενο και όχι με οποιαδήποτε εταιρεία αλλά παραδέχθηκε ότι η συμφωνία ήταν προφορική. Εξήγησε ότι σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς έπρεπε να λάβει 12 μέρες ξεκούρασης ήτοι «off». Για κάθε εργάσιμη μέρα λαμβάνει, ήταν η θέση του, ο κάθε εργαζόμενος και ανάλογη άδεια. Σε σχέση με τον υπολογισμό στον οποίο είχε προβεί ισχυρίστηκε ότι για να καταλήξει σε συγκεκριμένο ποσό είχε διαιρέσει το ποσό των €1.500- για 26 μέρες, που ήταν οι εργάσιμες μέρες για τον μήνα, για να φθάσει στο ημερομίσθιο του. Ερωτηθείς ξανά ανέφερε ότι το ποσό των €71,80- ημερησίως του το είχε καθορίσει η Συντεχνία για 22 εργάσιμες μέρες. Εξήγησε περαιτέρω ότι είχε καθορίσει ο ίδιος τον εργάσιμο χρόνο του σε 20 μέρες για 3 μήνες εξαιρώντας τις υπόλοιπες 5 μέρες, προς διευκόλυνση του δικηγόρου του όταν θα κατέγραφε την αξίωση, για αυτό υπήρχε μια διαφοροποίηση της αξίωσης του με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι δεν είχε λάβει τις ημέρες ξεκούρασης που δικαιούτο γιατί δεν υπήρχαν αρκετοί μάγειροι, παρόλο που στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα καταγραφόταν μια μέρα ως μέρα ξεκούρασης. Ούτε είχε λάβει την ετήσια άδεια που δικαιούτο. Υποστήριξε ότι δεν είχε πληρωθεί κανένα ποσό, για την περίοδο που εργάστηκε, ως μισθό. Ο ίδιος, λόγω του ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, είχε παραμείνει και εργαζόταν στο εστιατόριο με την ελπίδα ότι θα πληρωνόταν τον 2ο μήνα. Όταν του υποβλήθηκε ότι του προσφέρθηκε το ποσό των €3.000- στις 23/10/10 αρνήθηκε την υποβολή και υποστήριξε ότι όταν ζητούσε να πληρωθεί τους μισθούς του ο Εναγόμενος εύρισκε πάντοτε δικαιολογίες. Επανεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που του οφείλονταν είναι αυτά που κατεγράφησαν στην γραπτή του δήλωση. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Εναγόμενο, Τάσο Μηνά, του οποίου η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι είναι διευθυντής της εταιρείας «JIMTALE MANAGEMENT LTD», η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η διαχειρίστρια του εστιατορίου με την επωνυμία «Parko» στον Πρωταρά. Περί τα μέσα του Ιούλη του 2010 η εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD» είχε ανάγκη εργοδότησης ενός μάγειρα και ο ίδιος είχε διεξάγει συνεντεύξεις, ως διευθυντής της εταιρείας και η εταιρεία είχε εργοδοτήσει τον Ενάγοντα για την περίοδο 20/07/10 μέχρι τη λήξη της καλοκαιρινής περιόδου. Η συμφωνία εργοδότησης ήταν προφορική και περιλάμβανε ως μηνιαίο μισθό το ποσό των €1.000-, την παραχώρηση τεσσάρων
(4)«off» τον μήνα, τα οποία θα παραχωρούντο σύμφωνα με το πρόγραμμα υπηρεσίας, του οποίου την ευθύνη έχει ο υπεύθυνος κουζίνας ονόματι Christof. O Eνάγοντας είχε εργαστεί για την περίοδο από 20/07/10 μέχρι 31/07/10 και είχε κληθεί από την εταιρεία για να πληρωθεί πλην όμως ο ίδιος είχε ζητήσει όπως πληρωθεί στο τέλος της εργοδότησης του γιατί, σύμφωνα με τα δικά του λεχθέντα, ήθελε τα λεφτά μαζεμένα για να τα χρησιμοποιήσει για να πληρώσει τη χειρουργική επέμβαση της συζύγου του. Τελικά ο Ενάγοντας είχε εργαστεί από τις 20/07/10 μέχρι τις 24/10/10 και είχε λάβει έντεκα
(11)μέρες ξεκούρασης ήτοι «off». Στις 25/10/10 του είχε ζητηθεί, τηλεφωνικά, να παρουσιαστεί στο εστιατόριο για να πληρωθεί και όταν παρουσιάστηκε του δόθηκαν σε φάκελο €3.000- σε μετρητά, τα οποία είχε αρνηθεί να παραλάβει ισχυριζόμενος ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στις €4.500-. Η εταιρεία είχε αρνηθεί να του καταβάλει το ποσό €4.500- πλην όμως είχε δηλώσει πρόθυμη να του καταβάλει το ποσό των €3.000-, σύμφωνα με την προφορική συμφωνία. Επιπρόσθετα ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται οποιαδήποτε άδεια γιατί δεν είχε εργαστεί έξι μήνες. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος προσωπικά οφείλει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Κατέθεσε στο Δικαστήριο πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας καθώς και πιστοποιητικό των διευθυντών της εταιρείας και αυτά σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 3 καθώς επίσης και βεβαίωση ότι η διαχειρίστρια εταιρεία του εστιατορίου «Parko» ήταν η εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD» ως Τεκμήριο
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι τηρείτο εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας το οποίο κατάρτιζε ο υπεύθυνος της κουζίνας και υπογραφόταν από τον διευθυντή της επιχείρησης. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, το πρόγραμμα εργασίας μόνο ως προς το γεγονός ότι είχε το συγκεκριμένο πρόγραμμα στην κατοχή του και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Κατέληξε, ότι ο Ενάγοντας είχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD» της οποία ο ίδιος ήταν απλά διευθυντής. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι από το 2002 μέχρι το 2010 η εταιρεία «JIMTALE MANAGEMENT LTD» διαχειριζόταν το συγκεκριμένο εστιατόριο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε δηλώσει τον Ενάγοντα ως μέρος του προσωπικού της εταιρείας για το έτος 2010 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι είχαν δηλωθεί γύρω στα 12 με 15 άτομα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν είχε δηλωθεί στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αφού είχαν διαφωνήσει σε σχέση με το ποσό του μισθού που θα του καταβάλλετο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπέχει υποχρέωση, ο εργοδότης, να δηλώσει τον υπάλληλο του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και επέμενε ότι ήταν η εταιρεία που είχε προσλάβει τον Ενάγοντα και όχι ο ίδιος. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε διαπραγματευθεί μαζί του πλην όμως ήταν η θέση του ότι του είχε αναφέρει ότι θα εργαζόταν για την εταιρεία του. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας είχε ξεκινήσει εργασία στις 20/07/10 και όταν ολοκληρώθηκε ο μήνας ο ίδιος τον είχε φωνάξει για να του καταβάλει τον μισθό του πλην όμως ο Ενάγοντας είχε ζητήσει όπως του καταβληθεί ολόκληρο το ποσό στο τέλος της εργοδότησης γιατί η γυναίκα του θα υποβαλλόταν σε εγχείρηση. Είχε σταματήσει να εργάζεται στις 25/10/10 και λόγω του ότι δεν είχαν συμφωνήσει στο ποσό του μισθού του ο ίδιος δεν μπορούσε να του καταβάλει τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο κάθε υπάλληλος δικαιούται να δουλέψει δυο μήνες και μετά να δηλωθεί στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και λόγω του ότι ο Ενάγοντας είχε σταματήσει στις 25/10/10 για αυτό δεν του πλήρωσε Κοινωνικές Ασφαλίσεις και θα του τα έβαζε όλα μαζί. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι σήμερα δεν μπορεί να καταβάλει στον Ενάγοντα τις €3.000- όμως αρνήθηκε ότι η εταιρεία αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Υποστήριξε ότι μπορεί να καταβληθούν οι μισθοί του Ενάγοντα αλλά χρειάζεται χρόνος. Όταν του υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε για το γεγονός αυτό όμως παράλληλα ανέφερε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είναι αδρανής από το
- Για να καταλήξει ότι πρόσφατα είχε ενημερωθεί ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση από τον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος του είχε αποστείλει κάποιες επιστολές. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν πλήρωνε το προσωπικό του εστιατορίου και γι΄ αυτό οι εργοδοτούμενοι του έφευγαν ισχυρίστηκε ότι πλήρωνε στο ακέραιο, το 2010, το προσωπικό του εστιατορίου. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε καταχωρήσει το όνομα του Ενάγοντα στους υπαλλήλους που είχε εργοδοτήσει και ούτε είχε αναφέρει στο λογιστή του, τον Ιούλιο ή τον Οκτώβριο του 2010, για τη συγκεκριμένη εργοδότηση. Επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας είχε λάβει όλα τα «off» του και το μόνο που οφείλεται στον Ενάγοντα, από τον ίδιο, είναι οι μισθοί του και οι επιπρόσθετες πέντε μέρες και τίποτε περισσότερο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του Εναγόμενου και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ.Μουαϊμης καταχώρησε γραπτή αγόρευση και η κα Χ»Κωνσταντή αγόρευσε προφορικά. Το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων είναι στο νου του Δικαστηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462 : «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αναφέρω ότι κανένας από τους μάρτυρες που έδωσαν προφορική μαρτυρία δεν μου έχει κάνει ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Το όλο πλαίσιο της μαρτυρίας είναι πολύ ομιχλώδες και θεωρώ ότι πολλά από τα θέματα που ξετυλίχτηκαν παρέμειναν αδιευκρίνιστα με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα. Ξεκινώντας από τον Ενάγοντα αναφέρω ότι η όλη του μαρτυρία γύρω από τη σχέση που είχε με τον Εναγόμενο παρουσιάστηκε πολύ χαλαρή. Σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε συνάψει σύμβαση εργοδότησης. Ήταν πολύ συγχυσμένος σε σχέση με το ποσό που του οφειλόταν. Εν πάση περιπτώσει το ποσό που αξιώθηκε ήταν διαφορετικό από αυτό που ο Ενάγοντας είχε ζητήσει κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του. Δεν διευκρινίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του γιατί είχε καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό. Αρκέστηκε να αναφέρει ότι το ημερομίσθιο του είχε καθοριστεί από την συντεχνία χωρίς να υποστηρίξει περαιτέρω την θέση του για να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει αν το δικό του ημερομίσθιο είναι €71.80- γιατί ο καθένας κάμνει διαφορετική μαθηματική πράξη. Αντιφάσεις διαπιστώνονται και ως προς τον χρόνο που εργάστηκε, ήτοι την έκταση. Ισχυρίστηκε αρχικά ότι είχε εργαστεί μέχρι τις 25/10/10 και στην συνέχεια μέχρι 27/10/10, στην γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 1, ενώ στην αγωγή του ισχυρίστηκε ότι είχε εργαστεί μέχρι τις 20/10/10. Δεν αξίωσε οποιαδήποτε άδεια στην αγωγή του ενώ στην γραπτή του δήλωση ισχυρίστηκε ότι του οφείλονται 6 μέρες άδεια καθώς και αναλογία 13ου μισθού. Αξιώσεις οι οποίες δεν μπορούν να του αποδοθούν αφού δεν προβλήθηκαν στα δικόγραφα. Ερωτηματικά γεννά η απόφασή του να παραμείνει μετά και τον δεύτερο μήνα που δεν είχε πληρωθεί Από την αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος σε μια προσπάθεια να αποφύγει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας είχε συνεργαστεί με την εταιρεία του, η οποία λόγω της δεινής κατάστασης στην οποία βρίσκεται δεν μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε αξίωση. Θεωρώ τον ισχυρισμό του αυτό αναληθή αφού ο ίδιος κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του είχε αναφέρει ότι είχε εργοδοτήσει τον Ενάγοντα. Επίσης οι ισχυρισμοί που προέβαλλε αναφορικά με την καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων, σε σχέση με τους υπαλλήλους του, ξενίζει. Δήλωνε άγνοια για το διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας «Jimtale», για να παραδεχθεί στην συνέχεια ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Παραδέχτηκε όμως ότι οφείλεται στον Ενάγοντα το ποσό των €3.000-. Πρόκειται για παραδοχή επιζήμια για τον Εναγόμενο και, για τον λόγο αυτό, πρόκειται για παραδοχή η οποία δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί ως αληθής ( βλ. Cross on Evidence, Seventh Edition, 1990 σελ. 578 και επέκεινα). Η συγκεκριμένη παραδοχή, σε συνδυασμό με το αναντίλεκτο γεγονός πως ο Ενάγοντας πράγματι είχε εργαστεί στο συγκεκριμένο εστιατόριο τεκμηριώνει την υποχρέωση του Εναγόμενου να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό, ήτοι €3.000-, αφού δεν έχει αποδειχθεί το ποσόν των €5.720,60-. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχουν καταγραφεί δυο προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπιση. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε από αυτές έχει αποσυρθεί πλην όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία είχε εγείρει τις δυο προδικαστικές ενστάσεις, δεν τις προώθησε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Παρά το γεγονός αυτό το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την προδικαστική ένσταση που αφορά την αρμοδιότητά του να εκδικάσει στην επίδικη διαφορά αφού συνιστά θέμα το οποίο εξετάζεται και ex proprio motu από το Δικαστήριο αλλά και λόγω του ότι είχε γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα της δικαιοδοσίας κατά την αγόρευση εκ μέρους του Ενάγοντα. Σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, να εξετάσει και ν αποφασίσει θέμα αποζημιώσεων σε σχέση με συμφωνία εργοδότησης, σχετικές είναι οι αρχές, όπως αυτές έχουν συνοψισθεί, στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co
(1990)1 ΑΑΔ 517, σελ. 527. Παραθέτω τη σχετική περικοπή: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60)στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος.» Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67), μετά την τροποποίησή του από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο αρ. 79
(1)/96, το οποίο έχει διευρύνει τα δικαιοδοτικά όρια του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για να συμπεριλάβει: «(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Κατά συνέπεια η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εξαρτάται από την διατυπωθείσα αξίωση και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με την έκβαση. Τίθεται ως κριτήριο για ανάληψη δικαιοδοσίας μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτούμενου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον η αξίωση του είναι για αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν με βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/67. Το δικαίωμα του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Elbee Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 149 το Δικαστήριο επιλείφθηκε του εν λόγω ζητήματος. Επικαλέστηκε το αξίωμα ubi jus ibi remedium ώστε να προσδιορίσει το εύρος της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Όπως εκεί αφήνεται να νοηθεί, όπου η περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των διατάξεων οιουδήποτε των νόμων που προσδιορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το Δικαστήριο που κέκτηται δικαιοδοσίας είναι το Επαρχιακό. Διαφορετική προσέγγιση θα καθιστούσε το πιο πάνω αξίωμα και τις δικαιούμενες θεραπείες άνευ ουσίας, εφόσον δεν θα υφίστατο forum για απόδοση τους. Πέραν των άρθρων 3 και 30 του Ν. 24/67 η υπόθεση Elbee (ανωτέρω) εξέτασε και το άρθρο 12(ε) του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, Ν. 8/67. Ας σημειωθεί ότι στην ίδια υπόθεση η αξίωση των εφεσίβλητων, εγερθείσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν υπερέβαινε τις αποζημιώσεις που μπορούσαν να επιδικαστούν δυνάμει του Ν. 24/67, δηλαδή μισθούς δύο ετών, ενώ η χρονική περίοδος εργοδότησης των εναγόντων ήταν μικρότερη των 6 μηνών, δηλαδή της προϋπόθεσης που επιβάλλεται από τον Ν. 24/67 για ανάκτηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Σχετικό με το επίδικο θέμα είναι το απόσπασμα από τη σελίδα 154: «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Στο άρθρο 12 του Νόμου εκείνου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 5/73)προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Εντάσσονται σ' αυτή μεταξύ άλλων και εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης άλλου Νόμου ή Κανονισμού. Με την παράλληλη πρόνοια του άρθρου 30 του Ν. 24/67 (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 6/73)εντάσσονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του ή και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του. Μετά την έκδοση της απόφασης στην Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους(ανωτέρω) θεσπίστηκε ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1996 Ν. 79(Ι)/96). Το άρθρο 12 τροποποιήθηκε με την προσθήκη νέας παραγράφου, της (ε). Στην έκταση που είναι σχετικό, το άρθρο διαβάζεται τώρα ως εξής: "Καθιδρύεται Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... "(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση." Όπως ορίζει ο Νόμος, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται, είναι αποκλειστική. (Βλ. συναφώς Στυλιανίδης ν. British American Ins. (ανωτέρω)). Η αξίωση των εφεσιβλήτων σαφώς καλύπτεται από την παράγραφο (ε) του άρθρου 12, η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας.» Πέραν της απόφασης Elbee (ανωτέρω) σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν. Ahmed El-Sayed Mohamed Ahmed Awadalla κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 852. Σε αυτή την υπόθεση η περίοδος εργοδότησης των αιτητών ήταν μικρότερη των 6 μηνών και εν τούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να θεωρήσει ότι είχε δικαιοδοσία να ακούσει την αίτηση. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εδράστηκε στο άρθρο 12(ε) του Ν. 8/67, για το οποίο ανέφερε: «Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το ερώτημα πότε έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και πότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ), τούτο διέπεται από το Άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67ως έχει τροποποιηθεί) σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67ως έχει τροποποιηθεί) όπως τα άρθρα αυτά έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων τις προαναφερθείσες υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Ltd. ν. Μακρίδου και Παναγιώτου ν. Δ. Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ.). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία όταν το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό που μπορεί να επιδικασθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως προβλέπεται στον Πρώτο Πίνακα, δηλαδή τα ημερομίσθια δύο ετών. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία είναι ορθή. Τότε μόνο δεν θα είχε δικαιοδοσία αν η αξίωση του κάθε αιτητή (εφεσίβλητου) υπερέβαινε τα ημερομίσθια 2 ετών. Τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε γίνει.» Υπαγωγή των πιο πάνω νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση δεν είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έχω καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα λόγω του ότι η αξίωση του Ενάγοντα αφορά δεδουλευμένους μισθούς, δεν υπερβαίνει μισθούς δύο ετών και κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή με τον τερματισμό της σύμβασης, ο Ενάγοντας είχε ήδη εργαστεί λιγότερες από 26 βδομάδες. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι η αξίωση του Ενάγοντα υπάγεται στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του Ν. 8/67, εφόσον διεκδικείται δικαίωμα που προκύπτει από ατομική σύμβαση. Για όλους λοιπόν τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Για σκοπούς πληρότητας όμως το Δικαστήριο θα εξετάσει αυτή τούτη την αξίωση του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο έχει αχθεί στο συμπέρασμα ότι λόγω της αδυναμίας της μαρτυρίας του Ενάγοντα να αποδείξει την αξίωσή του στην ολότητά της το μόνο ποσό το οποίο θα μπορούσε να του αποδοθεί είναι το ποσό των €3.000-, το οποίο ο Εναγόμενος έχει παραδεχθεί ότι οφείλεται στον Ενάγοντα. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του είτε δεν έχουν αποδειχθεί , εργάσιμες μέρες και μέρες ξεκούρασης είτε δεν αξιώθηκαν στην αγωγή, αναλογία 13ου μισθού και άδειας οπόταν και θα πρέπει να απορριφθούν. Ενόψει της κατάληξης σε σχέση με την δικαιοδοσία η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο