← Κύπρος

Π. Κολάνης & Υιός ΛΤΔ ν. Ανδρέα Σιαντάνη, Αρ. Αγωγής 718/2010, 31/10/2014

Π. Κολάνης & Υιός ΛΤΔ ν. Ανδρέα Σιαντάνη, Αρ. Αγωγής 718/2010, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 718/2010 Μεταξύ: Π. Κολάνης & Υιός ΛΤΔ Εναγόντων -και- Ανδρέα Σιαντάνη Εναγόμενου --------- Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Eνάγοντες : Η κα Χατζηκωσταντή για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Εγγλέζου). Για Eναγόμενο: Ο κ. Σ. Σάββα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €895.60- (Λ.Κ. 524.17), ως χρεωστικό υπόλοιπο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, είναι εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία ασχολείται με την πώληση και εμπορία ή πώληση υλικών οικοδομής ή και ειδών υγιεινής και συναφών εμπορευμάτων. Την περίοδο 24/10/05 μέχρι 25/05/06 οι Ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν στον Εναγόμενο, στο Παραλίμνι, υλικά οικοδομής και συναφή εμπορεύματα σε λογικές ή και συμφωνημένες τιμές. Επιπρόσθετα, είχαν εκτελέσει προς όφελος του, του Εναγόμενου, εργασίες με μηχανήματα, ήτοι εκφόρτωση και ανέλκυση και τοποθέτηση υλικών σε λογικές και συμφωνημένες τιμές. Στις 25/05/06 το υπόλοιπό του ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.724.17-. Είχε πληρώσει, στις 27/07/06, το ποσό των Λ.Κ.524.17- και είχε παραμείνει υπόλοιπο Λ.Κ.524,17- ήτοι €895.60-, το οποίο έκτοτε αμελεί να πληρώσει παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ισχυρίζεται ότι κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν ως υπεργολάβος της εταιρείας «Τζιοβάννη», στην περιοχή Κάππαρη και χρησιμοποιούσε υλικά της συγκεκριμένης εταιρείας. Οι Ενάγοντες δεν του είχαν παραδώσει οποιαδήποτε υλικά ποτέ, αλλά του είχαν προσφέρει υπηρεσίες με ανυψωτικό μηχάνημα για το ανέβασμα υλικών στις δυο πολυκατοικίες που εργαζόταν. Παραδέχεται ότι είχε καταβάλει, στους Ενάγοντες, στις 28/07/06, το ποσό των Λ.Κ. 200- ήτοι €341,72- όμως ισχυρίζεται ότι ήταν προς πλήρη εξόφληση των υπηρεσιών που οι Ενάγοντες του είχαν προσφέρει. Ο Εναγόμενος είχε καταβάλει στους Ενάγοντες διάφορα ποσά, ήτοι στις 12/12/05 Λ.Κ.200-, στις 23/03/06 Λ.Κ.200- και στις 19/05/06 Λ.Κ.200-. Οπόταν, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης, μαρτυρία δόθηκε από τον διευθυντή των Εναγόντων, κ. Παντελή Κολάνη, (Μ.Ε.1), ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο λόγω του ότι είναι πελάτης του. Η Εταιρεία του ασχολείται με την πώληση υλικών οικοδομής, αλλά και την εξυπηρέτηση των πελατών με την παροχή υπηρεσιών ανυψωτικών μηχανημάτων, ήτοι ανέβασμα υλικών οικοδομής. Η συνεργασία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο είχε ξεκινήσει τον Οκτώβριο 2005, όταν είχε επισκεφτεί το κατάστημα της Ενάγουσας Εταιρείας και είχαν συνεννοηθεί για να τον εξυπηρετούν, οι Ενάγοντες, στις δουλειές του «Τζιοβάννη» στο συγκρότημα «Γιασεμή». Λόγω του ότι ο Εναγόμενος ήταν οικοδόμος του παρείχετο βοήθεια με το τηλεσκοπικό μηχάνημα, ήτοι οι Ενάγοντες του ανέβαζαν τα υλικά οικοδομής στις οικοδομές. Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη οικοδομή αποτελείτο από δυο πολυκατοικίες με 6 ή 8 διαμερίσματα η κάθε μια. Στο εργοτάξιο υπήρχαν 7 με 8 συνεργεία, τα οποία εξυπηρετούνταν από τους Ενάγοντες. Για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών εκδίδονταν τιμολόγια, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  2. Εξήγησε τα τιμολόγια, αρχίζοντας από το τιμολόγιο
  3. Υπέδειξε ότι ο Εναγόμενος είχε αγοράσει ένα λάστιχο, μια ένωση και ένα κλιπ λαστίχου και είχε υπογράψει την παραλαβή των προϊόντων. Το τιμολόγιο 16922 είχε εκδοθεί στις 31/10/05 και κατέγραφε τις ημερομηνίες που ο ίδιος είχε επισκεφτεί το εργοτάξιο και είχε ανεβάσει άμμο, τούβλα και τσιμέντα, με το ανυψωτικό μηχάνημα, για να μπορεί ο Εναγόμενος να εργαστεί. Ήταν η θέση του ότι οι χρεώσεις γίνονταν στην βάση των συμφωνηθέντων τιμών που ήταν €20- την ώρα και ήταν μια τιμή που είχε συμφωνηθεί με όλους τους υπεργολάβους του συγκροτήματος. Για κάθε ένα από τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμήριο 1 είχε εξηγήσει τί δουλειές είχαν διεκπεραιωθεί. Σε σχέση με το τιμολόγιο 17814 ισχυρίστηκε ότι είχε μετακινήσει άμμο, από το βουνό με τον άμμο στην οικοδομή, πάνω στην οικοδομή και το ποσό της χρέωσης διαφοροποιείτο με βάση την ποσότητα του άμμου που τοποθετείτο σε κάθε όροφο. Το τιμολόγιο 18576 αφορούσε υλικά τα οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε αγοράσει από το κατάστημα των Εναγόντων. Υποστήριξε ότι όλα τα τιμολόγια ήταν σε γνώση του Εναγόμενου, αφού του παραχωρούνταν αντίγραφα. Επίσης, του αποστελλόταν και σχετική κατάσταση λογαριασμού από το λογιστήριο της Εταιρείας. Η λογίστρια έβαζε τα τιμολόγια μαζί με την κατάσταση λογαριασμού σε φάκελο και τα παρέδιδε στον Εναγόμενο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, δέσμη με καταστάσεις λογαριασμών που αφορούσαν τις δοσοληψίες με τον Εναγόμενο. Εξήγησε ότι ο Εναγόμενος πλήρωνε έναντι λογαριασμού και εκδιδόταν η σχετική απόδειξη για το ποσό που κατέβαλλε. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, τις αποδείξεις εισπράξεως και εξήγησε ότι στην απόδειξη ημερομηνίας 12/12/2005 φαίνεται η υπογραφή της συζύγου του, στην απόδειξη με αριθμό 8817 φαίνεται η υπογραφή του γιου του και η τελευταία απόδειξη φέρει την υπογραφή της υπαλλήλου της Ενάγουσας Εταιρείας. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι στην απόδειξη με αριθμό 8817 είχε κάμει λάθος ο γιος του και κατέγραψε ότι είχε εξοφληθεί η οφειλή. Ο Εναγόμενος είχε ενημερωθεί, για το λάθος και του είχε δοθεί και κατάσταση λογαριασμού η οποία καταδείκνυε το υπόλοιπό του. Οφειλόμενο σήμερα είναι το ποσό των Λ.Κ.530- και προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Όσον αφορά τη μη υπογραφή των τιμολογίων, από τον Εναγόμενο, εξήγησε ότι πάντοτε ζητείτο από τον Εναγόμενο να υπογράψει τα τιμολόγια, αλλά πάντοτε προωθούσε τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και αρνείτο. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι με τον Εναγόμενο είχαν γνωριστεί πριν το 2005 γιατί κάποτε ήταν και ο ίδιος οικοδόμος και δούλευαν σε κοντινές δουλειές, στις οποίες συναντιόντουσαν. Όσον αφορά τη συμφωνηθείσα τιμή, ήταν ο ισχυρισμός του ότι κάποτε χρεωνόταν το ποσό των Λ.Κ.20- την ώρα και κάποτε Λ.Κ.15- ανάλογα. Ο ίδιος εκτελούσε τις πλείστες εργασίες, οι οποίες καταγράφονται στα τιμολόγια και συμπλήρωνε τα τιμολόγια. Εξήγησε ότι κάθε φορά που μετέβαινε στην εργασία του Εναγομένου έγραφε στο τιμολόγιο και τις δουλειές που διεκπεραιώνονταν. Κάποτε εκτελούνταν και εργασίες από τον γιο του, όμως ήταν ο ίδιος που σημείωνε πάνω στο τιμολόγιο τις ημερομηνίες που εκτελούνταν οι εργασίες, μετά και από υπόδειξη και του γιου του ή έγραφε την εργασία που είχε εκτελέσει προς όφελος του Εναγομένου και ο ίδιος ο γιος του. Ερωτηθείς επέμενε ότι πάντοτε δίνονταν τα τιμολόγια στον Εναγόμενο και παρά το γεγονός ότι του ζητείτο να υπογράψει αυτός αρνιόταν, πλην του πρώτου τιμολογίου, το οποίο και υπέγραψε. Κατάσταση λογαριασμού του αποστέλλετο κάθε Παρασκευή ή κάθε δεκαπέντε μέρες όταν πληρωνόταν κάποιο ποσό έναντι. Σε σχέση με το υπόλοιπο, ήταν η θέση του, ότι δεν είχε εξοφληθεί και ότι είχε γίνει λάθος στην απόδειξη με αριθμό 8817, ένα λάθος για το οποίο είχε ενημερωθεί άμεσα ο Εναγόμενος. Εν πάση περιπτώσει, ήταν ο ισχυρισμός του ότι οι λογιστές του Εναγόμενου μπορούσαν να γνωρίζουν ότι με το ποσό που είχε καταβάλει στις 28/7/2006 δεν θα μπορούσε να είχε εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η κα Δήμητρα Χριστοδούλου, (Μ.Ε.2), η οποία ασχολείται με τα λογιστικά και την αλληλογραφία των Εναγόντων. Τον Εναγόμενο τον γνώριζε από τις επισκέψεις του στο κατάστημα των Εναγόντων. Η ίδια, με οδηγίες του κ. Παντελή Κολάνη, είχε ανοίξει λογαριασμό, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, για τον Εναγόμενο στον οποίο περνούσε τα τιμολόγια, μετά που τα έλεγχε και κάθε τέλος του μήνα ετοίμαζε κατάσταση λογαριασμού. Αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί και αφορούσαν τον Εναγόμενο. Εξήγησε ότι στο πρώτο τιμολόγιο είχε αναγραφεί λάθος το όνομα του Εναγόμενου, στην παρουσία του Εναγόμενου, και ο ίδιος είχε αποδεχθεί το τιμολόγιο. Ισχυρίστηκε ότι για κάθε δουλειά που εκτελείτο για τον Εναγόμενο, στο έργο «Γιασεμή» του κ. Τζιοβάννη, υπήρχε εγγραφή σε τιμολόγιο και το ποσό που είχε συμφωνηθεί να χρεωθεί. Μεταξύ των καθηκόντων της ήταν να ελέγχει τα ποσά των τιμολογίων και να τα περνά στο λογισμικό. Κάθε τρεις μήνες υποβάλλει το Φ.Π.Α. και κάθε δεκαπέντε μέρες εκδίδει κατάσταση λογαριασμού για να μπορεί να πληρωθεί από κάθε πελάτη το υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε πάντοτε έναντι του οφειλομένου ποσού. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2, την τρίτη σελίδα, ισχυρίστηκε ότι καταγράφεται το υπόλοιπο του Εναγόμενου το 2007 σε λίρες, το οποίο, στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 2, μετατράπηκε σε ευρώ. Το ποσό των €895,60- είναι το ποσό, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, οφείλεται μέχρι σήμερα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε ότι είναι οι αποδείξεις που είχαν εκδοθεί για τα ποσά που είχαν εισπραχθεί από τον Εναγόμενο, ο οποίος είχε πληρώσει με τέσσερις επιταγές έναντι του υπολοίπου. Τις δύο από αυτές τις αποδείξεις τις είχε εκδώσει η ίδια και παράλληλα είχε ετοιμάσει και κατάσταση λογαριασμού για να γνωρίζει ο Εναγόμενος το υπόλοιπό του μέχρι τη μέρα που είχε πληρώσει. Η απόδειξη με αριθμό 8817 κατά λάθος γράφει ότι είναι προς εξόφληση αφού το οφειλόμενο ποσό, λόγω του ότι ήταν μεγαλύτερο από το ποσό που είχε καταβάλλει τη συγκεκριμένη μέρα, δεν μπορούσε να είχε εξοφληθεί. Το ποσό των Λ.Κ.200- είχε δοθεί έναντι και ο Εναγόμενος το γνώριζε, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν υπήρξε αγορά στις 28/07/2006 για το ποσό των Λ.Κ.200- και στην κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ξεκάθαρα. Η τελευταία απόδειξη που η ίδια είχε εκδώσει στον Εναγόμενο καταγράφει ότι το ποσό είχε καταβληθεί έναντι λογαριασμού και καταδεικνύει ότι υπήρχε υπόλοιπο. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι δούλευε για χρόνια και ασχολείτο με τα λογιστικά σε άλλες δύο εταιρείες πριν εργοδοτηθεί στους Ενάγοντες. Εξήγησε ότι τα τιμολόγια συμπληρώνονταν από τον κ. Παντελή Κολάνη, ο οποίος γνώριζε τί δουλειά είχε διεκπεραιωθεί. Σε σχέση με το τιμολόγιο 18919 εξήγησε ότι είχε περιέλθει στην κατοχή της στις 12/04/2006 που είχε κλείσει το τιμολόγιο για να πληρωθεί. Υποστήριξε, σε ερώτηση που της τέθηκε, ότι για να είναι γραμμένες σε ένα τιμολόγιο οι συγκεκριμένες εργασίες θα πρέπει να έχουν διεκπεραιωθεί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος, ήταν η θέση της, να καταγράφεται οτιδήποτε δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα γιατί αυτό θα σήμαινε ότι οι Ενάγοντες θα κατέβαλλαν περισσότερο Φ.Π.Α. χωρίς λόγο. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού, επέμενε στη θέση της ότι η ίδια περνά τα τιμολόγια και ότι δεν μπορεί κανένας να επέμβει με οποιοδήποτε τρόπο στο λογισμικό σύστημα. Όσον αφορά την απόδειξη, ημερομηνίας 12/05/2006, είχε περιέλθει στην αντίληψή της όταν της είχε παραδοθεί το μπλοκ αποδείξεων για να περάσει τις εισπράξεις. Η ίδια είχε τηλεφωνήσει στον Εναγόμενο και του είχε εξηγήσει ότι είχε γίνει λάθος και ότι δεν εξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό με την καταβολή των Λ.Κ.200-, αφού το υπόλοιπό του τη δεδομένη στιγμή ήταν γύρω στις Λ.Κ.757-. Εξέφρασε την απορία γιατί είχε δώσει ο Εναγόμενος στις 28/07/2006 το ποσό των Λ.Κ.200- αφού είχε εξοφλήσει στις 12/05/2006 και δεν είχε αγοράσει οποιαδήποτε άλλα προϊόντα. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Κωνσταντίνος Κολάνης, (Μ.Ε.3), γιος του κ. Παντελή Κολάνη και εργοδοτούμενος στους Ενάγοντες. Ήταν η θέση του ότι ο πατέρας του εκτελούσε εργασίες για τον Εναγόμενο, τον οποίο γνώριζε και ο ίδιος. Οι εργασίες αυτές εκτελούνταν στην περιοχή Κάππαρη, στο έργο «Γιασεμή» του Τζιοβάννη. Αναγνώρισε την απόδειξη πληρωμής με αριθμό 8817, το Τεκμήριο 3 και ανέφερε ότι ο ίδιος την είχε εκδώσει. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε κάνει λάθος την ώρα που εξέδιδε τη συγκεκριμένη απόδειξη, το οποίο λάθος του υπέδειξε η λογίστρια και ακολούθως ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο και του είχε παραδώσει και κατάσταση λογαριασμού. Όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τον Εναγόμενο, ο Εναγόμενος αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε εκδώσει τη συγκεκριμένη απόδειξη στο εργοτάξιο όπου εργαζόταν ο Εναγόμενος. Όμως, όταν είχε επιστρέψει στα γραφεία της Εταιρείας η λογίστρια της Εταιρείας, η κα Δήμητρα Χριστοδούλου, του είχε αναφέρει ότι δεν είχε εξοφλήσει, με την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, ο Εναγόμενος και ακολούθως είχε ειδοποιηθεί ο Εναγόμενος για το συγκεκριμένο λάθος. Είχε αφαιρεθεί, το ποσό που είχε καταβληθεί, από τον λογαριασμό του Εναγόμενου και του είχε παραδοθεί και σχετική κατάσταση λογαριασμού, η οποία έδειχνε και το υφιστάμενο υπόλοιπό του. Όμως, δεν ανταποκρίθηκε για να το εξοφλήσει. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, Ανδρέας Χριστοφή Σιαντάνη, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το 2005 είχε εργαστεί στο εργοτάξιο του κ. Τζιοβάννη, στην περιοχή Κάππαρη, στο Παραλίμνι. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε συνεργαστεί με τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα οι Ενάγοντες είχαν αναλάβει να ανεβάζουν τα υλικά οικοδομής με το ανυψωτικό τους μηχάνημα στην συγκεκριμένη οικοδομή. Τον κ. Παντελή Κολάνη τον γνώριζε μόνο από τις δουλειές στις οικοδομές και στο έργο τον είχε καλέσει ένας άλλος υπεργολάβος και έκτοτε εξυπηρετούσε όλο το συγκρότημα. Την πρώτη φορά, που είχαν εκτελεστεί εργασίες από τον κ. Κολάνη, τον είχε ρωτήσει κατά πόσο θα υπέγραφαν οτιδήποτε και ο κ. Κολάνης του είχε αναφέρει ότι θα διευθετούσε το θέμα. Δεν είχε συζητηθεί τιμή για τις προσφερθείσες εργασίες. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 1, την υπογραφή του και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο τιμολόγιο το είχε υπογράψει στο κατάστημα των Εναγόντων και είχε ζητήσει να πληρώνει κάθε δύο μήνες και να υπογράφει τα τιμολόγια γιατί διαφορετικά δεν θα θυμούνταν. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο κ. Κολάνης δεν κρατούσε τιμολόγια όταν επισκεπτόταν το εργοτάξιο και ουδέποτε του είχαν δοθεί οποιαδήποτε τιμολόγια ή του είχαν σταλεί. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τις καταστάσεις λογαριασμού που συνιστούσαν το Τεκμήριο
  5. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, αναγνώρισε τις συγκεκριμένες αποδείξεις και ανέφερε ότι και ο ίδιος τις είχε στην κατοχή του. Σε σχέση με την απόδειξη με αριθμό 8817 παραδέχθηκε ότι είχε εκδοθεί στο εργοτάξιο από τον γιο του κ. Κολάνη και υποστήριξε ότι με αυτήν είχε εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο έργο είχαν κτιστεί δύο διώροφες πολυκατοικίες και οι εργασίες για την κατασκευή τους είχαν ξεκινήσει το Μάιο του
  6. Οι συγκεκριμένες πολυκατοικίες δεν είχαν ολοκληρωθεί το
  7. Υποστήριξε και ο ίδιος ότι η απόδειξη εξόφλησης έφερε ημερομηνία Μάιο του
  8. Ακολούθως, όμως, δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή των δύο πολυκατοικιών. Απ' ότι θυμόταν η συγκεκριμένη εργασία είχε διαρκέσει ένα χρόνο, έξι μήνες η κάθε πολυκατοικία. Παραδέχθηκε ότι δεν του είχε ανεβάσει οποιοσδήποτε άλλος υλικά οικοδομής στις δύο εκείνες πολυκατοικίες. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι δεν είχαν συμφωνήσει οτιδήποτε σε σχέση με τις χρεώσεις. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε σημειώσει ποιες μέρες του είχαν προσφερθεί υπηρεσίες από τους Ενάγοντες. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι γνώριζε για την έκδοση των τιμολογίων, παρά ταύτα όμως, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι κανένας δεν του είχε ζητήσει να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Αντίθετα, ο κ. Κολάνης του είχε αναφέρει ότι θα κανόνιζε ο ίδιος τα τιμολόγια. Προώθησε την θέση ότι ποτέ δεν γνώριζε το οφειλόμενο ποσό αφού ποτέ δεν του είχε δοθεί κατάσταση λογαριασμού. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι τον Ιούλιο του 2006 είχε εξοφλήσει και αυτό προέκυπτε και από την απόδειξη που του είχε δοθεί, τον Μάιο του
  9. Όσον αφορά την πληρωμή των Λ.Κ.200- που είχε καταβάλει τον Ιούλιο του 2006, μεταγενέστερα της εξόφλησης, ερωτηθείς ανέφερε ότι μπορεί να είχε αγοράσει κάποια υλικά. Δεν είχε δει ότι η συγκεκριμένη πληρωμή είχε πιστωθεί έναντι λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι πράγματι του είχαν τηλεφωνήσει μια φορά, το 2010, για οφειλόμενο ποσό. Επίσης παραδέχθηκε ότι ήταν δική του υποχρέωση να πληρώνει για την ανύψωση των υλικών οικοδομής. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας, (Μ.Ε.1) και ο άνθρωπος που εκτελούσε τις εργασίες στο μεγαλύτερο τους μέρος θεωρώ ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αφού γνώριζε πολύ καλά τί δουλειές είχαν γίνει προς όφελος του Εναγόμενου και προφανώς ο ίδιος προέβαινε στις χρεώσεις. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε ότι του είχαν παρασχεθεί υπηρεσίες από τους Ενάγοντες. Ο διευθυντής των Εναγόντων δεν είχε λόγο να πει ψέματα. Γιατί να χρεώσει κάτι που δεν αγοράστηκε ή για υπηρεσία που δεν είχε παραχωρηθεί και να πληρώσει Φ.Π.Α. χωρίς λόγο. Τα όσα ανέφερε υποστηρίχθηκαν και από την πραγματική μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και από την μαρτυρία της λογίστριας, Δήμητρας Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) και του υιού του, Κωνσταντίνου Κολάνη, (Μ.Ε.3). Δεν αμφισβητήθηκαν οι δοσοληψίες, με τους Ενάγοντες, από τον Εναγόμενο. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν το υπόλοιπο, το οποίο όμως επεξηγήθηκε τόσο από τον Μ.Ε.1 καθώς και την Μ.Ε.2 με πάρα πολύ λεπτομέρεια και με αναφορά στα στοιχεία που προέκυπταν τόσο από τα εκδοθέντα τιμολόγια καθώς και από τις αποδείξεις εισπράξεως που και ο ίδιος ο Εναγόμενος, σύμφωνα με δική του παραδοχή, είχε στην κατοχή του. Τα όσα έχουν λεχθεί για τον κ. Παντελή Κολάνη, (Μ.Ε.1), ισχύουν και για την κα Δήμητρα Χριστοδούλου, (Μ.Ε.2) και τον κ. Κωσταντίνο Κολάνη, (Μ.Ε.3). Ήταν και οι δυο ειλικρινείς μάρτυρες, μάρτυρες της αλήθειας. Τα όσα ανέφεραν υποστηρίχθηκαν από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Από την αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν συνεχώς εκνευρισμένος. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ήθελε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι είχε κάνει λάθος ο Κωσταντίνος Κολάνης, (Μ.Ε.3) και του είχε γράψει στην απόδειξη, ημερομηνίας 12/05/06, «εξόφληση». Δεν αρνήθηκε την παραχώρηση των υπηρεσιών. Όμως, αν πράγματι είχε εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό εγείρεται το ερώτημα γιατί είχε καταβάλλει, δυο μήνες μετά, άλλες Λ.Κ.200- έναντι λογαριασμού, Τεκμήριο 3, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Οι ισχυρισμοί του αντικρούονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων. Μια απλή μαθηματική πράξη αντικρούει την θέση του. Είπε επίσης ψέματα ότι δεν είχε συμφωνηθεί οποιαδήποτε τιμή. Δηλαδή εκτελούνταν προς όφελος του εργασίες, τις οποίες θα έπρεπε να αποπληρώσει, και δεν γνώριζε την αξία των συγκεκριμένων εργασιών ή και δεν είχε συμφωνήσει την τιμή για την εκτέλεσή τους. Η θέση του αυτή αντιβαίνει την λογική και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία που ασχολείται με την πώληση ειδών οικοδομής, αλλά και την εκτέλεση εργασιών με ανυψωτικά μηχανήματα σε οικοδομές, είχαν συνεργαστεί με τον Εναγόμενο, ο οποίος ήταν υπεργολάβος στο συγκρότημα οικοδομών «Γιασεμή» στην περιοχή Κάππαρη στο Παραλίμνι, την περίοδο Μάιο 2005 με Ιούλιο 2006. Σε διάφορες ημερομηνίες είχαν προσφερθεί στον Εναγόμενο υπηρεσίες και υλικά οικοδομής και εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια, τα οποία για δικούς του λόγους, ο Εναγόμενος δεν υπέγραφε. Πλήρωνε πάντοτε έναντι λογαριασμού και σε μια από αυτές τις πληρωμές του εκ λάθους ο υιός του διευθυντή των Εναγόντων είχε γράψει στην απόδειξη είσπραξης που είχε εκδώσει ότι ήταν προς εξόφληση του λογαριασμού. Με τον εντοπισμό του λάθους από την λογίστρια των Εναγόντων είχε ενημερωθεί άμεσα ο Εναγόμενος, ενώ παράλληλα του είχε δοθεί και κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαινόταν το υπόλοιπο του μετά την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, το οποίο ανερχόταν στις Λ.Κ.724.17-. Ακολούθως, είχε καταβάλλει στις 28/07/06 ποσό Λ.Κ.200- και πάλι έναντι λογαριασμού και είχε παραμείνει υπόλοιπο Λ.Κ.524,17- το οποίο αρνήθηκε να εξοφλήσει εκμεταλλευόμενος το λάθος των Εναγόντων, που κατέγραψαν στην απόδειξη ημερομηνίας 12/05/06, «για εξόφληση». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση των Εναγόντων, όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, βασίζεται στην ύπαρξη υπόλοιπου δυνάμει λογαριασμού, για παρασχεθείσες υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο καθώς και για αγορασθέντα υλικά οικοδομής τα οποία ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι παρέλαβε πλην όμως αρνήθηκε να εξοφλήσει. Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσυρση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μάρσαλ κ. ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, στην οποία καταγράφηκε ότι κριτήριο δεν είναι, αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση DEMIL IMPORTS EXPORTS LTD ν Ζήνων Κωνσταντινίδης ΛΤΔ
(2011)1Α ΑΑΔ 462: «Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 ΑΑΔ 962). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι απέδειξαν ότι εξέδωσαν και τα τιμολόγια και τα δελτία μεταφοράς και ότι παρέδωσαν στους εφεσείοντες τα εμπορεύματα...» Βλ. επίσης Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος ΛΤΔ ν Φάρμα Ρένος Χ' Ιωάννου Πολ. Εφ. 97/09 ημερ. 21/06/2012, Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1B Α.Α.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1 Α ΑΑΔ 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α.
(2010)1Γ ΑΑΔ 1746, θα πρέπει να εξεταστούν τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε τις παρασχεθείσες υπηρεσίες εκ μέρους των Εναγόντων. Αυτό που αμφισβήτησε ήταν ότι υπήρχε υπόλοιπο για τις παρασχεθείσες εργασίες. Οι Ενάγοντες έφεραν το βάρος να αποδείξουν ότι πράγματι ο Εναγόμενος όφειλε το ποσό των €895.60- ως υπόλοιπο λογαριασμού. Σύμφωνα με την υπόθεση A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156: «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν......... Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, V. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)». Στην Mantovani κρίθηκε, και επικυρώθηκε από το Εφετείο, πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζονταν στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd V. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ.734, η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφονταν στους λογαριασμούς. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις συνάδουν και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση D and G Products Ltd V. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 και ειδικότερα το ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Τράπεζας που ακολούθησε, θεωρώντας ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε τελικά, ότι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο». (Βλ. επίσης Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ,
(2010)1 Β ΑΑΔ
  1. Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην παρούσα αγωγή, με δεδομένη την άρνηση του Εναγόμενου για το υπόλοιπο, απαιτείτο θετική μαρτυρία απόδειξης των όσων καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο
  2. Θεωρώ ότι η απαιτούμενη μαρτυρία έχει προσκομιστεί αφού το άτομο που παρείχε τις υπηρεσίες και τα προϊόντα είχε δώσει μαρτυρία, η αξία των παρασχεθείσων προϊόντων και υπηρεσιών δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και τα ποσά τα οποία έχουν καταβληθεί από τον Εναγόμενο είχαν αμφισβητηθεί. Αντιθέτως παραδέχθηκε ότι έχει και ο ίδιος στην κατοχή του τις αποδείξεις εισπράξεως που συνιστούν το Τεκμήριο
  3. Παρόλο που είχε γραφτεί στην απόδειξη, ημερομηνίας 12/05/06, «για εξόφληση» ο Εναγόμενος γνώριζε ότι υπήρχε υπόλοιπο για αυτό και δυο μήνες μετά, στις 28/07/2006 είχε καταβάλλει άλλες Λ.Κ.200- έναντι λογαριασμού. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία η αξίωση των Εναγόντων έχει αποδειχθεί. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, για το ποσό των €895.60- πλέον νόμιμο τόκο από 07/06/
  4. Επιδικάζονται, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.