← Κύπρος

Σωτήρη Λοΐζου κ.α. ν. Μιχαήλ Μιχαηλά κ.α., Αρ. Αγωγής: 520/14, 17/10/2014

Σωτήρη Λοΐζου κ.α. ν. Μιχαήλ Μιχαηλά κ.α., Αρ. Αγωγής: 520/14, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 520/14 Μεταξύ:

(1)Σωτήρη Λοΐζου
(2)Ελένης Λοΐζου Εναγόντων -Καθ' ων η αίτηση και
(1)Μιχαήλ Μιχαηλά
(2)Λογιστικό και Ελεγκτικό Γραφείο Μ.Θ. Μιχαηλά Λτδ Εναγόμενων-Αιτητών Αίτηση ημερομηνίας 19/6/2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Οκτωβρίου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κα Ελένη Λουκά. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Χρίστος Καρράς (κα Σπετσιώτη για ν' ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές-Εναγόμενοι με την Αίτησή τους ζήτησαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η Ενάγουσα 2 ή και οι υπηρέτες ή και οι υπάλληλοι ή και οι αντιπρόσωποί της από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, υποθηκεύσουν ή επιβαρύνουν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/5689, Φ. Σχ.32/3110V01, Τμήμα 1, τεμάχιο 265, στο χωριό Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου. Νομική βάση για την Αίτηση αποτέλεσαν τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι Δ.39, θ. 2 και Δ.48, θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Αίτηση κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του κύριου Μιχάλη Μιχαηλά, Εναγόμενου 1, η οποία συνόδευε την Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η υπό κρίση αγωγή, η οποία έχει εγερθεί από τους Ενάγοντες, αξιώνει την καταβολή του ποσού των €2.330- καθώς επίσης και διατάγματα από το Δικαστήριο με τα οποία να επιβάλλεται η παράδοση, στον Ενάγοντα 1, όλων των εγγράφων ή και βιβλίων ή και λογαριασμών τα οποία ο Ενάγοντας 1 είχε εμπιστευθεί στους Εναγόμενους. Στις 15/04/2014 είχε καταχωριστεί από πλευράς των Εναγόντων μονομερής Αίτηση και είχαν πετύχει την έκδοση διατάγματος με την οποία είχε διαταχθεί η παράδοση όλων των τιμολογίων, συμβολαίων, αποδείξεων, βιβλίων χρεωστών και πιστωτών καθώς και οι καταστάσεις λογαριασμών των Τραπεζών, τα φορολογικά δεδομένα και οι απαραίτητες πληροφορίες για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων. Οι Αιτητές-Εναγόμενοι συμμορφώθηκαν στις 24/04/2014 με το διάταγμα του Δικαστηρίου, όμως παράλληλα ανταπαίτησαν το ποσό των €5.025,42- πλέον Φ.Π.Α. ως το υπόλοιπο συμφωνηθείσας ή και λογικής ή και τρέχουσας αμοιβής για την ετοιμασία των εξελεγμένων λογαριασμών για τα έτη 2006 με 2012, καθώς και €950- πλέον Φ.Π.Α. για την παροχή υπηρεσιών τήρησης λογιστικών βιβλίων. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι μετά από δική του έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου είχε διαπιστώσει ότι η μόνη περιουσία, η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Εναγόντων, είναι το ακίνητο που περιγράφεται στην Αίτηση και συνιστά διώροφη κατοικία. Οι Ενάγοντες είναι σε μεγάλη ηλικία και υπάρχει πιθανότητα να μεταβιβάσουν τη συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι των παιδιών τους και σε τέτοια περίπτωση υπάρχει πιθανότητα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση τυχόν εκδοθεί υπέρ των Εναγομένων. Γι' αυτό και ζητήθηκε η έκδοση του συγκεκριμένου απαγορευτικού διατάγματος. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, διευκρινίστηκε ότι η αγοραία αξία του συγκεκριμένου ακινήτου την 1/1/1980 ανερχόταν στο ποσό των €23.920,42-. Η σημερινή του αξία ανέρχεται στο ποσό των €80.758,79-. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων. Στην Ένσταση καταγράφονται επτά λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν υπήρξε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων από τους Αιτητές αφού δεν είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, ότι δεν υπάρχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος, ότι δεν υπάρχει ζημιά ή θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς αφού αυτή μπορεί να απονεμηθεί σε χρήμα, ότι η έκδοση του διατάγματος βασίστηκε σε αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς και έγινε καταχρηστικά και για εκδικητικούς λόγους, ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και ότι δεν πληρούνται οι τυπικές ή οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 7/7/2014. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι Δ.39, θ. 2 και Δ.48, θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Σωτήρη Λοΐζου, Καθ' ου η αίτηση 1-Ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι δεν είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι έχουν αποκρύψει την πραγματική οικονομική κατάσταση τόσο του ιδίου καθώς και της συζύγου του, ενώ εκ της θέσεώς τους, ως λογιστές, γνώριζαν πολύ καλά το σύνολο της κινητής και ακίνητής τους περιουσίας. Όμως, ακόμα και να μην γνώριζαν την πραγματική οικονομική ή και περιουσιακή κατάστασή τους, δεν είχαν καταβάλει τις απαραίτητες προσπάθειες για να εξακριβώσουν την οικονομική τους επιφάνεια. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε τεκμήριο με το οποίο να αμφισβητείται είτε η δική του οικονομική ευρωστία ή της συζύγου του. Δεν αποκαλύπτεται η πηγή που δικαιολογεί την πιθανολόγηση της αποξένωσης της περιουσίας του. Υποστηρίζει, ο Ενάγοντας 1, ότι δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού δεν προτίθενται να μεταβιβάσουν την περιουσία τους σε τρίτα πρόσωπα. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι τόσο τα εισοδήματά τους καθώς και η ακίνητή τους περιουσία είναι υπεραρκετή για να ικανοποιήσει τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγομένων. Κατά τη δική του άποψη, η συμπεριφορά των Αιτητών-Εναγομένων είναι καταχρηστική ή και παράνομη ή και αδικαιολόγητη αφού δέσμευσαν περιουσία της συζύγου του, η οποία υπερβαίνει δυσανάλογα το ποσό της αξιούμενης ανταπαίτησης των Εναγομένων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Εναγόμενοι 1 και 2-Αιτητές είχαν μέχρι πρόσφατα τη διαχείριση, την σύνταξη και τον έλεγχο των οικονομικών ή και των λογιστικών υποθέσεων της επιχείρησης των Καθ' ων η αίτηση. Γι' αυτό και είναι σε θέση να γνωρίζουν το σύνολο της κινητής ή και ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση, καθώς και το γεγονός ότι έχουν προσωπικά εισοδήματα ή ποσοστιαία κέρδη επί του ποσού των €50.000- μηνιαίως. Τόσο ο ίδιος, καθώς και η σύζυγός του, είναι κάτοχοι δύο αυτοκινήτων αξίας περίπου €6.000-, του περιεχομένου του καταστήματος που διατηρούν αξίας περίπου €50.000-, καθώς και μιας κατοικίας στο Αυγόρου. Λόγω της μη διεξαγωγής εύλογης έρευνας εκ μέρους των Εναγομένων-Αιτητών, για εξακρίβωση των περιουσιακών στοιχείων, είναι η εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση 1-Ενάγοντα ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί ή και να παραμεριστεί. Η παράλειψη των Αιτητών-Εναγομένων να παρουσιάσουν το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα στάθμισης των εκατέρωθεν αναγκών και της τυχόν ταλαιπωρίας που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έκδοση ή μη του διατάγματος. Υποστηρίζει ότι στην περίπτωση που οι Αιτητές-Εναγόμενοι αποδείξουν την Ανταπαίτησή τους τόσο ο ίδιος, καθώς και η σύζυγός του, είναι σε θέση να συμμορφωθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου. Τυχόν διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος, είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι θα στερήσει την απόλαυση, χρήση και κάρπωση της περιουσίας του, αφού θα δεσμευτεί η οικία τους η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, και κάτι τέτοιο δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ο καταγραφείς από τους Αιτητές-Εναγόμενους ισχυρισμός, ότι είναι μεγάλοι σε ηλικία και η πιθανότητα μεταβίβασης της περιουσίας είναι μεγαλύτερη, δεν αποτελεί λόγο για δέσμευση της συγκεκριμένης περιουσίας της οποίας η αξία υπερβαίνει κατά πολλού το ποσό που καταγράφουν οι Αιτητές-Εναγόμενοι στην Ανταπαίτηση. Εάν πράγματι, είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα, είχαν ανησυχία ή φόβο για μια τέτοια μεταβίβαση εγείρεται το ερώτημα γιατί επέδειξαν καθυστέρηση εξήντα ημερών στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι η ταλαιπωρία την οποία θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες από τη συνέχιση του επίδικου διατάγματος θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα υποστούν οι Αιτητές από την ακύρωση του συγκεκριμένου διατάγματος και θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη αν διατηρηθεί σε ισχύ το αιτούμενο διάταγμα. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από τους συνηγόρους των μερών. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε και εγκρίθηκε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Λόγω του ότι έχει εγερθεί στην ένσταση το θέμα του κατεπείγοντος της έκδοσης του συγκεκριμένου διατάγματος μονομερώς το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάσει. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπος Ανδρέα Κουππά ν.
  1. Πουλλά Τσαδιώτη ΛΤΔ
  2. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. Πολ. Εφ. 312/10 ημερ. 17/07/14: «...το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ΄ όλης της ύλης. Άλλο, βεβαίως, είναι το ζήτημα πως πρέπει να προσεγγίζεται δικαστικώς το υπό αναφορά στοιχείο, το οποίο δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο. Ότι, δηλαδή, ένα παρεμπίπτον διάταγμα ως δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας χορηγείται κατ΄ άσκηση δικαστικής ευχέρειας η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το ορθό και το δίκαιο - δίκαιο ή πρόσφορο κατά το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/1960 - που αποτελεί ταυτόχρονα τον οδηγό και τον στόχο άσκησης της. Επομένως ο χαρακτηρισμός του στοιχείου του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Resola δεν πρέπει να αφήνεται σε μεταγενέστερο στάδιο να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του προκειμένου να κρίνει αν με αυτό ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος στην απουσία της άλλης πλευράς.» Εκείνο που το Δικαστήριο εξετάζει σε σχέση με την ικανοποίηση της προϋπόθεσης του κατεπείγοντος, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση το κατεπείγον είχε αναφορά στον κίνδυνο αποξένωσης, οπότε και σαφώς πρέπει να γίνεται τέτοια αναφορά σε συγκεκριμένα δεδομένα που να δικαιολογούν το κατεπείγον. Αυτό όμως δεν είχε γίνει. Οι αναφορές στις παραγράφους 11, 12 και 13 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 - Αιτητή, αφορούσαν όχι το κατεπείγον αλλά το ότι, δοθείσας της κυπριακής κουλτούρας, υπήρχε γενικά κίνδυνος αποξένωσης ώστε να προέκυπτε και κίνδυνος μη ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης υπέρ τους. Από την καταχώρηση της αγωγής, τον Απρίλιο 2014, μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης έχουν παρέλθει δύο μήνες χωρίς οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την εν λόγω οικία. Περαιτέρω, είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου όμως ότι τυχόν αποξένωση του συγκεκριμένου ακινήτου δεν θα καταστήσει την τυχόν εκδοθείσα απόφαση ανικανοποίητη αφού οι Ενάγοντες - Καθ ων η Αίτηση έχουν και άλλα εισοδήματα, αλλά και κινητή περιουσία η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίησή της τυχόν εκδοθείσας απόφασης. Σε σχέση με το ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων όπως τέθηκε το ζήτημα από την πλευρά των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση, προς υποστήριξη των αντίστοιχων λόγων ένστασης, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια», προβάλλεται ότι δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι έχουν κέρδη και εισοδήματα επί του ποσού των €50,000- από τις εισπράξεις του καταστήματος αλλά και άλλη κινητή περιουσία. Κρίνω ότι τα πιο πάνω ήταν ουσιώδη γεγονότα τα οποία η πλευρά των Αιτητών, ως οι λογιστές των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση, γνώριζε και όφειλε να τα είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η νομολογία καθορίζει ότι η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση (βλ. Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά.,
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Στην απόφαση Bloczek Limited v. Vianova Holdings Limited Πολ. Εφ. 387/10 ημερ. 11/07/13 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι΄ αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό (Δέστε: Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας (Δέστε: The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ 1179 και Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 - Δέστε επίσης: Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168).» Εκτός από τα πιο πάνω υπάρχουν και άλλα ζητήματα τα οποία κατά την άποψη μου θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι που αυτό να είχε ενώπιον του μια πλήρη εικόνα των σχέσεων των δύο πλευρών δηλαδή κάποια τιμολόγια εκδοθέντα σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ή και κάποια κατάσταση λογαριασμού. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.(Βλ.Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597,ResolaCyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Ralph Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Εξετάζοντας τα στοιχεία που οι Αιτητές - Εναγόμενοι γνώριζαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο κρίνω ότι συνιστούν ουσιαστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Γνώριζαν στην ολότητά της την οικονομική κατάσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και επέλεξαν να μην αποκαλύψουν τίποτα στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν και την τύχη του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος το οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί. Για σκοπούς πληρότητας όμως θα εξεταστούν και οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος και την παραμονή του σε ισχύ. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο του δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος για ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ανταπαίτηση των Αιτητών - Εναγομένων αφορά το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας ή/και λογικής αμοιβής τους για την ετοιμασία των εξελιγμένων λογαριασμών για τα έτη 2006 με 2012, ήτοι €5.025,42- πλέον ΦΠΑ καθώς και €950- για την παροχή υπηρεσιών τήρησης λογιστικών βιβλίων για την περίοδο 01/01/13 έως 30/06/
  2. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι υπήρχε συμφωνία για καταβολή του ποσού των €2000- ετησίως ως δίκαιη ή/και εύλογη ή/και συμφωνηθείσα αμοιβή στους Αιτητές - Εναγόμενους για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων. Στην Ανταπαίτηση γίνεται ισχυρισμός για υπόλοιπο ύψους €5.025.42- πλέον ΦΠΑ ως υπόλοιπο για την ετοιμασία εξελιγμένων λογαριασμών καθώς και ποσό ύψους €950- για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία, όπως το γεγονός ότι έχουν προσφέρει στους Ενάγοντες ήδη λογιστικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με την νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει τα πρώτα δυο κριτήρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτή η προϋπόθεση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα ή η δυσκολία εκτέλεσης, από μόνη της, δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο λαμβάνεται υπόψη εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία βλ. Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι Αιτητές θα μπορούν να ικανοποιηθούν χρηματικά αν πετύχουν στην αγωγή τους και να αποζημιωθούν για όποια ζημιά ήθελαν υποστεί. Δεν έχει δε προβληθεί ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα 2 - Καθ΄ ης η αίτηση προτίθεται να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο ή ότι οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση είναι αφερέγγυα πρόσωπα. Απλά καταγράφεται ότι είναι πολύ πιθανών λόγω της κυπριακής κουλτούρας να μεταβιβάσει, η Ενάγουσα 2 - Καθ΄ ης η αίτηση το ακίνητο στα παιδιά της. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι αυτή η προϋπόθεση δεν εκπληρούται. Το ενδεχόμενο μη ικανοποίησης μιας δικαστικής απόφασης φαίνεται απομακρυσμένο αφού προκύπτει ότι οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση έχουν εισοδήματα από την επιχείρησή τους. Εξ άλλου η θέση των Αιτητών για βλάβη και ζημιά δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται και όλα αυτά που εισηγούνται για βλάβη παρέμειναν αόριστα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ, θα πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωσή του. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγράψει οι Εναγόμενοι - Αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι Αιτητές - Εναγόμενοι από την ακύρωση του διατάγματος, είναι πολύ μικρότερη από αυτή που θα υποστούν οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση από την οριστικοποίηση του. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από τους Αιτητές ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ακυρώνοντας το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και γι' αυτό το λόγο. Η ισχύς του διατάγματος ημερομηνίας 07/07/2014 τερματίζεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.