Νεκτάριο Κυπριανού ν. G.M. PARASHOS & CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 912/13, 12/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 912/13 Νεκτάριο Κυπριανού Ενάγοντας και
- G.M. PARASHOS & CO LTD
- Γιώργος Μιχαήλ Παράσχου
- Σόνια Γεωργίου Παράσχου Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.5.2014 ΓΙΑ ΠΑΡΑΚΟΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Χριστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26/7/13 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 με το οποίο απαγορεύετο στους Εναγόμενους, υπαλλήλους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους και/ή σε οιονδήποτε από αυτούς που ενεργούν κατ' εντολών τους από το να πωλήσουν την επιχείρηση η οποία στεγάζεται στο κατάστημα το οποίο ευρίσκεται επί της λεωφ. Ξενοδοχείων 5Θ, κατάστημα 6, στον Πρωταρά και το οποίο είναι γνωστό ως Igloo, καθώς και μη αποξένωσης και ή απόσπασης οιουδήποτε εξοπλισμού από τον εξοπλισμό που βρίσκεται στο αναφερθέν κατάστημα, μέχρι εκδίκασης της αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το διάταγμα κατέστη απόλυτο με την σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων στις 23/9/
- Με την παρούσα αίτηση ημερ. 23/5/14, η οποία εδράζεται στη Δ.48 Θ.1 και 2, Δ.42 Α Θ.1-13, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο Ενάγοντας - Αιτητής (στο εξής Αιτητής), ζητεί την τιμωρία των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση) για ανυπακοή στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/7/13 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 23/9/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή - Νεκτάριου Κυπριανού, στην οποία αναφέρει ότι εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα στις 26/7/13 και πιστοποιημένο αντίγραφο του διατάγματος επιδόθηκε στους Εναγόμενους ως εμφαίνεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Το διάταγμα κατέστη απόλυτο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων στις 23/9/
- Πρόσφατα υπέπεσε στην προσοχή του ότι οι Εναγόμενοι αφαίρεσαν μεγάλο μέρος του εξοπλισμού του επίδικου καταστήματος, άλλαξαν τις πινακίδες του και το ονόμασαν Coffe Lab και Allgyros.com. το οποίο πώλησαν σε κάποιον ονόματι Χριστόφορος όπως του παραδέχθηκε πρόσφατα σε μια συζήτηση τους ο τελευταίος. Επιφυλάχθηκε δε να αναφερθεί με κάθε λεπτομέρεια για τα όσα αναφέρει στην παρούσα αίτηση του κατά τη δικάσιμο. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 9/9/
- Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 Θ.1-9, Δ.39 Θ.2 και 21, Δ.41, Δ.42, Δ.42Α, Δ.43 και Δ.43Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4-7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, Μέρος ΙΙ, στη νομολογία, στις αρχές της επιείκειας, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν οκτώ
(8)λόγους ένστασης οι οποίοι μπορεί να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Α) Η αίτηση είναι ελλιπής, αντικανονική, παράτυπη, άκυρη, νόμω και ουσία αβάσιμη και ή παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις του νόμου και ή παραλείπει τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και ή δεν αποκαλύπτει παραβίαση του διατάγματος. Β) Ούτε στην αίτηση, ούτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προσδιορίζεται και παρατίθεται το είδος του αδικήματος και οι λεπτομέρειες του με την αναγκαία σαφήνεια. Γ) Δεν επιδόθηκε προσωπικά στους Εναγόμενους επίσημο αντίγραφο των διαταγμάτων ημερομηνίας 26/7/13 και 23/9/13 κατά παράβαση της Δ.42Α. Δ) Δεν επισυνάπτονται με την αίτηση οι τυχόν ένορκες δηλώσεις επίδοσης των αναφερθέντων διαταγμάτων και ή ο ενόρκως δηλών πουθενά δεν αναφέρει από πού γνωρίζει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 26/7/3 επιδόθηκε σε ένα έκαστον των Εναγομένων, ενώ δεν κάνει καμία αναφορά εάν επιδόθηκε και πότε σε αυτούς το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, το οποίο δεν είναι οπισθογραφημένο από τον Πρωτοκολλητή ως απαιτεί η Δ.42Α. Ε) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθότι δεν υπήρξε παρακοή και ή ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 και 23/9/
- Στ) Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρέθεσε ψευδή και ανυπόστατα γεγονότα και ή προβάλει ασαφείς, αόριστους, αβάσιμους και αναπόδεικτους ισχυρισμούς. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 και της Καθ' ης η Αίτηση
- Η ουσία των όσων αναφέρονται σε αυτές, είναι ότι αρνούνται (α) ότι επιδόθηκε προσωπικά σ' αυτούς τόσο το διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 όσο και το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, (β) πώλησαν το κατάστημα σε κάποιον Χριστόφορο ή σε οιονδήποτε άλλο, (γ) αφαίρεσαν μέρος του εξοπλισμού του επίδικου καταστήματος και (δ) ότι επέτρεψαν να αποξενωθεί και ή να αποσπασθεί η επίδικη περιουσία ή εξοπλισμός που βρίσκεται στο αναφερθέν πιο πάνω κατάστημα. Ισχυρίζονται ότι εξακολουθούν να είναι κύριοι, ιδιοκτήτες και ή κάτοχοι του εξοπλισμού και του εν λόγω καταστήματος και της στεγασμένης σ' αυτό επιχείρησης. Επίσης, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ο κ. Κωνσταντίνου στην αγόρευση του αφού εξήγησε τη νομική πλευρά του θέματος με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αναφέρθηκε τόσο στην αίτηση όσο και στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, στη συνέχεια εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος και από το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση συνεπάγεται ότι αυτά παρέμειναν αναντίλεκτα και ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί η υπόθεση. Από την αντίπερα όχθη ο κ. Χριστάκη στην αγόρευση του ουσιαστικά επανέλαβε αυτά που αναφέρονται και στην ένσταση, με επίκληση σχετικής νομολογίας, για να καταδείξει ότι δεν αποδείχθηκαν όσα καταλογίζονται στους Καθ' ων η Αίτηση με βάση τα οποία ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι παρέβηκαν το διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 ή το διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, στα οποία υπάρχει ασάφεια αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ποιος είναι ο εξοπλισμός, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά για γενικολογία και αοριστία των ισχυρισμών, καθώς και ότι το προσωρινό διάταγμα έχασε την ισχύ του με την έκδοση το τελικού, του οποίου επίδοση έγινε μεταγενέστερα της αίτησης παρακοής, της ασάφειας στον χρόνο που έγιναν αυτά που ο Αιτητής καταλογίζει στους Καθ' ων η Αίτηση, όπως ποιο εξοπλισμό απέσπασαν ή αποξένωσαν ή πότε και πως πώλησαν στον Χριστόφορο το εν λόγω κατάστημα. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 42 του Ν.14/60 και στη Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 42 του Ν.14/60 έχει ως ακολούθως: «Τηρουμένου οιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, έκαστον Δικαστήριον θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει εις υπακοή προς οιονδήποτε Διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων ..» Η Δ.42Α προνοεί τα πιο κάτω: «
- Όπου οιονδήποτε διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σ΄ αυτό με μια σημείωση ως εξής: Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε σ΄ αυτό το διάταγμα, εντός του χρόνου που καθορίζεται σ΄ αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σας σε κατάσχεση.
- Επίσημο αντίγραφο του διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει το διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. 3.
(1)Όπου εκδίδεται τέτοιο διάταγμα από οιονδήποτε Δικαστήριο και το πρόσωπο που διατάσσεται να κάμει ή του απαγορεύεται να κάμει κάτι (που πιο κάτω θα ονομάζεται «ο καθ΄ ου» η αίτηση) αρνείται ή παραλείπει να το κάμει ή απέχει να το κάμει σύμφωνα με τις οδηγίες του τοιούτου διατάγματος, το πρόσωπο υπέρ του οποίου εδόθη το τοιούτο διάταγμα (που πιο κάτω θα ονομάζεται ο «αιτητής») μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για ένταλμα συλλήψεως (προσαγωγή) (Writ of Attachment).
(2)Τέτοια αίτηση θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως που να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση και επίσημο αντίγραφο αυτής πρέπει, εκτός αν διατάσσεται διαφορετικά από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να επιδίδεται στον Καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά. Το Δικαστήριο ή Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι δια της καθυστερήσεως που θα προκληθεί λόγω της πιο πάνω διαδικασίας θα μπορούσε να συνεπάγετο ανεπανόρθωτη ή σοβαρή ζημιά μπορεί να δώσει διάταγμα μονομερώς (ex parte) με τοιούτους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά και με τέτοια υποχρέωση, αν υπάρχει, που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα θεωρήσει δικαία και οιοσδήποτε διάδικος που επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα μπορεί να κινηθεί να το παραμερίσει.
- Κατά την επιστρεπτέα ημέρα του διατάγματος αν ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν παρουσιασθεί και το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι του έγινε κανονική επίδοση δύναται, το Δικαστήριο, να διατάξει την έκδοση εντάλματος συλλήψεως (Writ of Attachment) εναντίον του.
- Το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει τον χρόνο για την εμφάνιση του Καθ΄ ου η αίτηση ή μπορεί, κατά την ημέρα που είναι επιστρεπτέο, να δώσει οδηγίες όπως το ένταλμα σύλληψης εκδοθεί κατόπιν ορισμένου χρόνου και σε περίπτωση που εξακολουθεί να μην υπακούει ως εκείνο το χρόνο στο διάταγμα εν σχέσει προς το οποίο είναι ένοχος ανυπακοής.
- Αν ο Καθ΄ ου δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιασθεί και δεν δείξει καλό λόγο που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μην τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον διατάξει να πληρώσει τοιούτο πρόστιμο ή να τον στείλει στη φυλακή για τοιούτο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει.» Βάση εξουσίας των Δικαστηρίων να επιβάλλουν ποινή για καταφρόνηση Δικαστηρίου αποτελεί το άρθρο 162 του Συντάγματος το οποίο έχει ως εξής: «Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν πριφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και παν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δέδωκα μήνας. Παρά ας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου». Το άρθρο 152 του Συντάγματος προβλέπει την ίδρυση κατώτερων Δικαστηρίων. Το άρθρο 160 του Συντάγματος προβλέπει την ίδρυση Δικαστηρίων με κοινοτικό νόμο τα οποία θα δικάζουν αστικές διαφορές, που αφορούν στον προσωπικό θεσμό και στα θρησκευτικά ζητήματα. Με τον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ιδρύθησαν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια στην έννοια που αποδίδεται στα πιο πάνω άρθρα. Η Δικαστική εξουσία ως η μόνη Αρχή επίλυσης των διαφορών αμφισβητουμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε συνδυασμό με την συμμόρφωση και το σεβασμό στις αποφάσεις των Δικαστηρίων αποτελούν τα θεμέλια του κράτους Δικαίου. Η καταφρόνηση των Δικαστηρίων παρουσιάζεται σε δύο μορφές. (Α) Στην Αστική καταφρόνηση, άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και (Β) την Ποινική καταφρόνηση που διέπεται από το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.
- Σύμφωνα με την υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634 η διαδικασία του άρθρου 42 του Ν.14/60 έχει σκοπό την αποκατάσταση και γίνεται προς όφελος του παραπονουμένου με σκοπό τη συμμόρφωση του αδικοπραγούντος ενώ η διαδικασία του άρθρου 137 του ΚΕΦ. 154 έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και έχει σκοπό την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου. Επομένως με την εξουσία που περιβάλλεται το Δικαστήριο, έχει την δικαιοδοσία να εκδικάζει τέτοιου είδους αιτήσεις οι οποίες αφορούν την αστική καταφρόνηση, με σκοπό την διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής διαδικασίας (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others
(1983)1 C.L.R. 348, και την αποκατάσταση του Αιτητή εκεί και όπου τα γεγονότα το επιβάλλουν. Επομένως εδώ μας ενδιαφέρει η αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω ανυπακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου από τους Καθ' ων η Αίτηση. Το διάταγμα όμως του Δικαστηρίου πρέπει ή να είναι επιβλητό (enforceable) δηλαδή (α) αναγκαστικό (coercive order) (β) διατακτικό (mandatory) (γ) απαγορευτικό (prohibitory) και όχι αναγνωριστικό (βλ. υπόθεση Πέτρου Πετράκη v. Ann-Marie Marks Petraki
(2002)1 (B)AAΔ.911). Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για απαγορευτικό (prohibitory) διάταγμα αφού μ΄ αυτό απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση να προβαίνει στις ενέργειες που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 23/9/13. Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του Καθ΄ ου η Αίτηση που τονίζονται με τις κυρώσεις ποινικού Δικαστηρίου (βλ. Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 (Β)ΑΑΔ 1085). Σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου χαρακτηρίστηκε «οιονεί ποινική διαδικασία». Γι΄ αυτό και ο βαθμός απόδειξης είναι εκείνος που εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Μαρίας Ιωάννου v. Έλλης Ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1ΑΑΔ 309, Mouzouris v. Xylophagοu Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 (E) ΑΑΔ 750, In re Bramblevale Ltd
(1969)3 ALL E.R. 1062, 1063, Halin v. Timour
(2005)1 Α.Α.Δ. 424, Ioannides v. The Republic
(1971)3 CLR 48-57, Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634 και στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus σελίδα 92 του κ. Πική. Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για την τιμωρία προσώπου για ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα πηγάζει από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο. (βλ. Krashias K. Wunderlich v. E. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366 και Οικονομίδου v. Economides Estates
(1999)1(B) ΑΑΔ 1145. Οι δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60 καθορίζονται στη Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο αποτελεί το δικονομικό Δίκαιο. Τίθεται όμως ένα θέμα. Η αίτηση ανυπακοής δικαστικού διατάγματος η οποία καταχωρείται πριν το πέρας της αγωγής, δηλαδή πριν την έκδοση απόφασης όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί ενδιάμεση ή πρωτογενή αίτηση; Έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με τη Δ.IΘ.2 πρωτογενής αίτηση (originating summons) είναι οποιαδήποτε αίτηση εκτός από αίτηση σε εκκρεμούσα διαδικασία «... means any summons other than a summons in a pending cause or matter» και επίσης στην ερμηνευτική διάταξη «cause» σημαίνει «includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant» και «matter» σημαίνει «includes every proceeding in court not in a cause», όπως και τις υποθέσεις Hjichambis Attorney Generals & others
(1986)1 CLR386, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, 759-760 στην οποία αναφέρεται στην εφαρμογή της Δ.48 σε τέτοια αίτηση και την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία στη σελίδα 381 αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα, «Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση έχει προσεγγισθεί ως ενδιάμεση γιατί συναρτάται άμεσα με ενδιάμεσα θέματα που είχαν εγερθεί στην αγωγή. Αφήνουμε ανοικτό, γιατί δεν εγείρεται και γιατί δεν έχει αναπτυχθεί σχετική επιχειρηματολογία, το κατά πόσο η αίτηση για τιμωρία λόγω ανυπακοής δικαστικού διατάγματος, η οποία καταχωρείται μετά το πέρας της αγωγής, είναι ενδιάμεση ή πρωτογενής.», καθώς και την νέα Δ.48Θ.4 θεωρώ ότι η αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου που καταχωρείται πριν το πέρας της αγωγής έχει τον χαρακτήρα ενδιάμεσης αίτησης. Στην διαδικασία για καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία ως έχει αναφερθεί οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικής κατηγορίας. Επομένως η Καθ' ης η Αίτηση έχει δικαίωμα να γνωρίζει επαρκώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Έτσι ο Αιτητής οφείλει, στην αίτηση ή έστω στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει, να προσδιορίζει και να παραθέτει το είδος του αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού, δηλαδή τις παραβιάσεις του διατάγματος, με σαφήνεια όπως σε ποινικό κατηγορητήριο. (βλ. Krashias και Ιωάννου ανωτέρω). Συγκεκριμένα στην υπόθεση Krashias με αναφορά στις υποθέσεις Chriffern DC v. Keane
(1984)2ALL E.R. 118 και Attorney-General v. Levetter
(1979)1 ALL E.R. 711 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Photiou v. Hadjiforados
(1988)1 CLR 384 υπογραμμίστηκαν οι διαφορές μεταξύ των Κυπριακών και αντίστοιχων Αγγλικών θεσμών και τονίστηκε ότι μόνο η αυστηρή προσαρμογή προς τη Δ.42Α ανοίγει το δρόμο για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος φυλάκισης και μεσεγγύησης (Attachment and sequestration) στη περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος αποτελούν: (Α) Ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου. (Β) Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης από τον Πρωτοκολλητή στο διάταγμα μιας σημείωσης ως εξής: Εάν εσείς η κατονομαζόμενη Δώρα Γεωργιάδου παραλείψετε να υπακούσετε σ' αυτό το διάταγμα, εντός του χρόνου που καθορίζεται σ' αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σε κατάσχεση. (Γ) Προσωπική επίδοση επίσημου αντιγράφου του διατάγματος στην Καθ' ης η Αίτηση. (Δ) Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στην Καθ' ης η Αίτηση. (Ε) Απόδειξη της αντικειμενικής (actus reus) και της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης, δηλαδή της πράξης παρακοής και της ηθελημένης μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος από την Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο σημαίνει ότι το αδίκημα (η παράβαση του διατάγματος) πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο όμως, πρέπει πριν προχωρήσει σε καταδίκη να ικανοποιηθεί ότι: (Στ) οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (Ζ) ο Καθ' ου η Αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ως ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του Διατάγματος και των όρων στον Καθ' ου η Αίτηση και (Η) ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (βλ. Masri v. Consolidated Constractors Internacional
(2011)EWH 2579 (Comm), Μαρκίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, Mouzouris (ανωτέρω), Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margarita Μιχαηλίδου Polvakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ 390, Ελένη Κωνσταντίνου v. Κώστα Ξιούρου, Έφεση Αρ. 3/12, ημερ. 9/5/14, Μαύρος v. Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, Yugos Finance BV κ.ά. v. HaleGAy Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 180/09, ημερ. 8/3/13, Μαυρονικόλα v. Ξάνθου
(2011)1 Α.Α.Δ. 293, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 108/5, Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269. Ο Αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντελέστηκε πράξη παρακοής του διατάγματος του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι δεν συμμορφώθηκε με αυτό ο Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389). Όταν δε αναφέρεται ότι η ανυπακοή στο διάταγμα είναι ηθελημένη εννοείται ότι η παρακοή δεν προήλθε τυχαία, κατά λάθος ή ακούσια. Εάν ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ως υπεράσπιση του την αδυναμία συμμόρφωσης του με το διάταγμα του Δικαστηρίου τότε φέρει το βάρος να αποδείξει τούτο (βλ. Μιχαηλίδης v. Polvakova, ανωτέρω). Το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει εξουσία να επιβάλλει ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα
(12)μήνες στον απειθούντα, όμως η φυλάκιση δεν μπορεί να συνεχίζεται μετά την υπακοή του, βλ. Αίτηση Νίκος Σιελή
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Μπορεί βέβαια να επιβληθεί πρόστιμο, αν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ακόμη μπορεί το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημίωση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Μαύρου, ανωτέρω). Στην υπό εξέταση αίτηση παρακοής ημερομηνίας 23/5/14 με την παράγραφο Α ζητείται η τιμωρία των Καθ' ων η Αίτηση επειδή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/7/13 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 23/9/
- Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της ανυπακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/7/13 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 23/9/13 εντοπίζονται στις παρ. 5, 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση και η απόδειξη των οποίων επιχειρείται να γίνει, στις ίδιες αυτές παραγράφους. Εξετάζοντας μια προς μια τις πιο πάνω προϋποθέσεις, έχοντας υπόψη τους λόγους ένστασης και την αγόρευση του συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, αποδεικνύεται ότι: (Α) υπάρχει διάταγμα Δικαστηρίου, ήτοι το διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13, αφού, έστω και αν δεν επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η ύπαρξης του δεν αμφισβητείται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Εκείνο που αμφισβητείται είναι η ισχύς του ενόψει της έκδοσης του τελικού διατάγματος στις 23/9/
- Κάτι βέβαια που δεν ευσταθεί αφού η κατάστηση του ως τελικό στις 23/9/13 απλά επιβεβαιώνει τη συνέχιση του μέχρι εκδίκασης της αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Αν και το διάταγμα ημερομηνία 26/7/13 μαζί με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια, φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι επιδόθηκε προσωπικά στους Καθ' ων η Αίτηση, εντούτοις δεν επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 26/7/13 και της αίτησης ημερομηνίας 23/5/14 στους Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση αμφισβήτησαν την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 26/7/13 σ' αυτούς προσωπικά και θα έπρεπε ο αιτητής να αποδείξει την προσωπική επίδοση τους με κατάλληλη μαρτυρία, πράγμα που δεν έπραξε. (Γ) Στο διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 υπάρχει οπισθογράφηση στην οποία αναφέρονται τα ονόματα των Καθ' ων η Αίτηση και αναγράφεται «αν εσείς αμελήσετε να συμμορφωθείτε με το παρόν διάταγμα, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση». Όμως η αναφερθείσα οπισθογράφηση δεν σημειώνεται στο τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/
- Επομένως εάν η αίτηση παρακοής προωθείται στη βάση του διατάγματος ημερομηνίας 23/9/13 ευσταθεί ο λόγος αυτός της ένστασης και επιτυγχάνει όσον αφορά το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/
- Από την άλλη όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 σημειώνεται η οπισθογράφηση η οποία καταγράφεται ανωτέρω. Αφού ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση δήλωσε ότι αποδέχεται ότι έγινε επίδοση του τελικού διατάγματος ημερομηνίας 23/9/13 αλλά όχι του διατάγματος ημερομηνίας 26/7/13, στο βαθμό που η αίτηση στηρίζεται στο τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, αφού ο Αιτητής επικαλείται και τα δύο διατάγματα, ο λόγος αυτός της ένστασης, ο οποίος ήδη έγινε αποδεκτός, θα είχε καταλυτικές συνέπειες για την επιτυχία της αίτησης αφού στην απουσία της οπισθογράφησης, ελλείπει ουσιαστικό στοιχείο του αδικήματος της ανυπακοής. Ακόμη ένα θέμα όσον αφορά το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, εάν η υπό κρίση αίτηση παρακοής προωθείται στη βάση αυτού του διατάγματος. Αν και δεν επισυνάφθηκαν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης του τελικού διατάγματος ημερ. 23/9/13 και ο συνήγορος δέχθηκε ότι έγινε προσωπική επίδοση σε αυτούς, αυτού του διατάγματος, έθεσε ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την γνώση αυτού του διατάγματος από τους Καθ' ων η Αίτηση αφού ημερομηνία επίδοσης του έγινε στις 29/5/14, δηλαδή μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Έτσι και πάλι η αίτηση θα αποτύγχανε αφού αυτή καταχωρήθηκε στις 23/5/14 ενώ η επίδοση του τελικού διατάγματος ημερ. 23/9/13 στους Καθ' ων η Αίτηση έγινε στις 29/5/14 και επομένως δεν έλαβαν γνώση του διατάγματος πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ημερ. 23/5/
- (Δ) Η αίτηση παρακοής επιδόθηκε προσωπικά στους Καθ' ων η Αίτηση αφού αυτό δεν αναφέρεται στους λόγους ένστασης ούτε και αμφισβητήθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Πριν ασχοληθώ με τις προϋποθέσεις Ε, Στ και Η που καταγράφονται ανωτέρω, αναφέρω ότι ο λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, άκυρη, νόμω αβάσιμη, δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού η αίτηση στηρίζεται στα ορθά άρθρα 42 και 42Α, Δ.48 Θ.1 και 2, έγινε δια κλήσεως και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις Ε, Στ και Η που αναφέρονται ανωτέρω διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται αφού πράγματι στο διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13 αναφέρεται γενικά σε εξοπλισμό και στην υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται ποια αντικείμενα από τον εξοπλισμό αποσπάσθηκαν ή αποξενώθηκαν. Ούτε και πότε έγινε αυτό αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά γίνεται αναφορά «πρόσφατα» και δεν εξηγείται εάν τούτο έγινε πριν ή μετά την έκδοση του διατάγματος. Επομένως στο βαθμό που η αίτηση παρακοής αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του διατάγματος δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, ούτε ο χρόνος στον οποίο αναφέρεται ότι έγινε η πράξη παρακοής ούτε και ποια αντικείμενα από τον εξοπλισμό αποσπάσθηκαν ή αποξενώθηκαν. Όσον αφορά το σκέλος του διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση να πωλήσουν την επιχείρηση η οποία στεγάζεται στο επίδικο κατάστημα, διαπιστώνεται ότι υπάρχει παντελής έλλειψης μαρτυρίας τόσο για το χρόνο που έγινε τούτο αφού αναφέρεται «πρόσφατα», όσο και για την ίδια την πράξη αφού δεν αναφέρεται πλήρως το ονοματεπώνυμο του υποτιθέμενου αγοραστή για να μπορούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση να ζητήσουν την αντεξέταση του, αφού η αναφορά στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ότι κάποιος ονόματι Χριστόφορος του είπε ότι του πώλησαν το αναφερθέν κατάστημα, είναι γενική, ασαφής και αόριστη. Συνεπώς, στο βαθμό που η αίτηση παρακοής αναφέρεται στο πρώτο σκέλος του διατάγματος δεν έχει αποδειχθεί ότι έγινε πώληση του εν λόγω καταστήματος από τους Καθ' ων η Αίτηση σε άλλο πρόσωπο. Καταλήγοντας, με βάση όλα τα πιο πάνω όπως προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, δεν έχει αποδειχθεί η προϋπόθεση Β, όπως καταγράφεται στις σελίδες 10 και 11 της απόφασης, εάν η αίτηση προωθείται στη βάση του τελικού διατάγματος ημερ. 23/9/13 όσον αφορά την οπισθογράφηση στο διάταγμα ημερομηνίας 23/9/13, επειδή δεν υπάρχει σε αυτό οπισθογράφηση, η προϋπόθεση Γ όσον αφορά το διάταγμα ημερομηνίας 26/7/13, επειδή δεν απέδειξε ο Αιτητής ότι τούτο επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση προσωπικά, οι προϋποθέσεις Ε και Η αφού δεν αποδείχθηκε, είτε η πώληση της επιχείρησης η οποία στεγάζεται στο κατάστημα που περιγράφεται στο διάταγμα, είτε η απόσπαση ή αποξένωση οιονδήποτε αντικειμένων από τον εξοπλισμό που βρίσκεται στο εν λόγω κατάστημα και επομένως δεν αποδείχθηκε η παράβαση είτε του πρώτου είτε του δεύτερου σκέλους του διατάγματος ημερομηνίας 26/7/13 ή και του διατάγματος ημερομηνίας 23/9/13 και η προϋπόθεση Στ αφού οι όροι του διατάγματος δεν είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι επειδή δεν καταγράφεται τι περιλαμβάνεται στον εξοπλισμό της επιχείρησης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο