← Κύπρος

ΠΕΛΑΓΙΤΣΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ δια της νόμιμου και/ή ειδικού Πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. Ε. Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής

ΠΕΛΑΓΙΤΣΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ δια της νόμιμου και/ή ειδικού Πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. Ε. Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 851/14, 6/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 851/14 Μεταξύ: ΠΕΛΑΓΙΤΣΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ δια της νόμιμου και/ή ειδικού Πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσας -Αιτήτριας και

(1)Ε. Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΤΔ
(2)ΕΦΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
(3)ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγόμενων-Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 2/10/2014 για αντεξέταση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Νοεμβρίου, 2014. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κα Φιόνα Νικολάου (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Α. Ζαχαρίου). Για Εναγόμενους-Καθ' ωνη αίτηση: κ. Βαλανίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Λυσιώτη). Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή της η Αιτήτρια-Ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της Καθ' ης η αίτηση 2, Έφης Χριστοφόρου, Ενόρκως Δηλούσας στην Ένσταση που καταχωρίστηκε στην αίτηση της Αιτήτριας για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Νομική βάση για υπό κρίση την Αίτηση αποτέλεσαν η Δ.38, θ.θ.1-3 και 9, η Δ.39 θ.θ. 1 και 2 και η Δ.48 θ.θ. 1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση κατατέθηκε ένορκη δήλωση της Γεωργίας Χατζηκυριάκου, θυγατέρας και πληρεξούσιας αντιπροσώπου της Αιτήτριας-Ενάγουσας στην υπό κρίση Αίτηση και Αγωγή. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της η έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης είναι αναγκαία και εύλογη ενόψει του ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 εγείρουν θέματα και ισχυρισμούς, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην Αίτηση, που αφορούν σημαντικά και ουσιώδη επίδικα ζητήματα στην αγωγή και την ενδιάμεση αίτηση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, τα οποία τίθενται για πρώτη φορά και με τέτοιο τρόπο που αυτά να χρήζουν αντεξέτασης για να διαφανεί κατά πόσο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι αληθείς αλλά και για σκοπούς πλήρους απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι όσον αφορά τους ισχυρισμούς για εσκεμμένη παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων που αφορούν το συγκεκριμένο κατάστημα, αυτοί χρήζουν αντεξέτασης. Καταλήγει, ότι δικαιολογείται και επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις, η έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης, γιατί οι ισχυρισμοί και οι θέσεις των Καθ' ων η αίτηση αποτελούν άρνηση των ισχυρισμών και γεγονότων που επικαλείται η Ενάγουσα-Αιτήτρια. Οι Καθ' ων η αίτηση-Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αντιμετώπισαν την Αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφουν δεκαέξι λόγους ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι αντικανονική ή και ελλιπής ή και νομικά ή και πραγματικά αβάσιμη ή και αστήρικτη γιατί απουσιάζει συγκεκριμένη αναφορά στα άρθρα του Νόμου όπως προβλέπεται από τη νομολογία, ότι η Αιτήτρια καταχρηστικά αιτείται την έκδοση άδειας αντεξέτασης χωρίς να παραθέτει καλό λόγο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, ότι η σκοπούμενη αντεξέταση επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό ή και θέσεις για διόρθωση των παραλείψεων των Αιτητών, ότι επιδιώκεται η μεταβολή ή και αλλοίωση της εικόνας που αρχικά είχε δοθεί στο Δικαστήριο, ότι επιδιώκεται η μετατροπή της διαδικασίας σε κυρίως δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στη Δ.39 και η αντεξέταση που επιζητείται δεν είναι αναγκαία ή απαραίτητη, ότι η υπό κρίση Αίτηση γίνεται καταχρηστικά και με σκοπό το ψάρεμα μαρτυρίας και χρήσης της στην υπόθεση Ε16/13, Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, στην οποία ακόμη εκκρεμεί η Έκθεση Απαίτησης καθώς επίσης και ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.39, στη Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, σε σχέση με τα γεγονότα, από την ένορκη δήλωση της Έφης Χριστοφόρου, Καθ' ης η αίτηση 2 και αξιωματούχου της Καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, η Αιτήτρια δεν παραθέτει κανένα λόγο που να δικαιολογεί την αντεξέταση της και δεν συνιστά καλό λόγο ο ισχυρισμός που αφορά την αντίκρουση των θέσεων των Καθ' ων η αίτηση αφού στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί αντικρουόμενων ισχυρισμών. Η Αιτήτρια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συμπληρώσει, με την σκοπούμενη αντεξέταση, τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχε καθήκον να παραθέσει από την αρχή. Καταχρηστικά προβαίνει στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για να ψαρέψει μαρτυρία και να καθυστερήσει τη διαδικασία. Καταλήγει, η ομνύουσα, ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει τι ακριβώς αμφισβητεί ώστε να μπορεί να δικαιολογείται η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, γι' αυτό και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως πραγματικά ανυπόστατη και νομικά αβάσιμη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Order 38, βλ. Annual Practice 1958, σελ. 865, επεξηγείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας με έμφαση στο γεγονός ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση καταγράφεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Στην απόφαση Λ. Μήλου κ.α. Αιτ.18/08,
(2008)1 ΑΑΔ 280, όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης του αιτήματος γι΄ αντεξέταση, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στη Δ.39 θ.1, παρείχε τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (Annual Practice 1958, σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878).» Για τούτο, σημαντικό στοιχείο, αποτελεί το είδος της αίτησης και τα στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται και να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι ζητείται η αντεξέταση της κας Έφης Χριστοφόρου, ενόρκως δηλούσας στην Ένσταση, σχεδόν εφ όλου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της. Όμως δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι πρόκειται περί μονομερούς αιτήσεως για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και θα έπρεπε από μόνη της η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκείνη να αποκαλύπτει τα προαπαιτούμενα για την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων χωρίς να υπάρχει ανάγκη αντεξέτασης. Δεν εντοπίζεται αναφορά σε οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ούτε σε συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα για αντεξέταση ως απαιτεί η σχετική νομολογία. Εκείνο που επικαλείται είναι ότι οι αναφορές της Εναγόμενης 2, ομνύουσας στην Ένσταση, ως προς τα γεγονότα που επιχειρεί να εισαγάγει με την ένορκη δήλωση δεν είναι αληθείς. Η εξουσία του Δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.39 θ.1, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της σχετικής δικονομικής πρόνοιας. Για να δοθεί άδεια αντεξέτασης θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι το αμφισβητούμενο γεγονός είναι σχετικό με την αίτηση και ουσιώδες. Θεωρώ απαραίτητο να καταγράψω το ακόλουθο απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Washed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660: «Tο ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ενόρκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R . v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Χαράλαμπος Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτη ΛΤΔ κ.α. Πολ. Εφ.312/10 ημερ. 17/07/14, η οποία αφορούσε την αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, κατεγράφησαν, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα τα ακόλουθα σχετικά: «Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων.» Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αντεξέταση επί σχεδόν όλων των θεμάτων, ήτοι όλων των γεγονότων που θα εκδικασθούν και αφορούν τις μεταξύ των μερών σχέσεις, πράγμα ανεπίτρεπτο. Έγκριση της συγκεκριμένης αίτησης θα συνεπαγόταν την εκδίκαση της υπόθεσης κατά το στάδιο της έκδοσης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Συνοψίζοντας, θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί ανάγκη για αντεξέταση της Έφης Χριστοφόρου, προκειμένου να αποφασιστούν τα ζητήματα που εγείρονται στην αίτηση για έκδοση μονομερούς διατάγματος. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, για έκδοση μονομερούς διατάγματος, έχει υποχρέωση να εξετάσει τις προϋποθέσεις για τη έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος. Ο λόγος που ζητείται η αντεξέταση, κρίνω, αφορά θέματα ουσίας της αγωγής και αξιοπιστίας της Εναγόμενης 2 επί των ισχυρισμών της σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ζητήματα που σίγουρα δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Αν επιτραπεί αντεξέταση, για τους λόγους που ζητείται, η εκδίκαση της κυρίως αίτησης θα ισοδυναμεί κατά πολύ με εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Καταλήγω, επομένως, πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.39 θ.1. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ..................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.