← Κύπρος

Αντρέα Ν. Κόνια ν. Λούκα Νικόλα Τσαούσιη, Αρ. Αγωγής 961/10, 14/11/2014

Αντρέα Ν. Κόνια ν. Λούκα Νικόλα Τσαούσιη, Αρ. Αγωγής 961/10, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 961/10 Μεταξύ: Αντρέα Ν. Κόνια Ενάγοντα -και- Λούκα Νικόλα Τσαούσιη Εναγομένου --------- Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Μιντής. Εναγόμενος: εμφανίζεται αυτοπροσώπως (καμιά εμφάνιση κατά την έκδοση της απόφασης παρά το ότι είχε ειδοποιηθεί από το Πρωτοκολλητείο). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας αξίωσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Φρενάρους -Αυγόρου στις 06/12/
  2. Αξίωσε το ποσό των €6.300- για υλικές ζημιές οι οποίες είχαν προκληθεί στο αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΚΗΜ
  3. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ήταν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΗΜ166, ενώ ο Εναγόμενος ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης του ημιφορτηγού αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΒΑΧ
  4. Στις 06/12/2008 και περί ώρα 12:55 μ.μ., ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημά του με αρ. εγγραφής ΚΗΜ166 στο δρόμο Φρενάρους-Αυγόρου με κατεύθυνση στο Φρέναρος. Παρά τη χωμάτινη πάροδο που οδηγεί στην περιοχή Χαλοσπιτιά, ο Εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με κατεύθυνση το Αυγόρου, ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ή/και εισήλθε στην πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ή/και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά σε χωμάτινη πάροδο, η οποία βρισκόταν δεξιά προς την πορεία του. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πράξης του Εναγόμενου ήταν ο τραυματισμός του Ενάγοντα και η πλήρης καταστροφή του οχήματός του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, η σύγκρουση είχε προκληθεί λόγω της αποκλειστικής αμέλειας ή/και της παράβασης των καθηκόντων του Εναγόμενου, ο οποίος δεν καλυπτόταν από ασφάλεια. Ως λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των καθηκόντων του Εναγόμενου καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι παρέλειψε να διατηρεί την αριστερή ή/και την άκρα αριστερή πλευρά του δρόμου, ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποκόπτοντας την κανονική πορεία του Ενάγοντα, ότι προσπάθησε να στρίψει δεξιά ως προς την πορεία του χωρίς να παρατηρήσει εάν έρχονταν άλλα οχήματα από την αντίθετη κατεύθυνση, ότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, ότι έστριψε απότομα από την αριστερή λωρίδα του δρόμου στη δεξιά λωρίδα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση, ότι δεν ελάττωσε ταχύτητα στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά και έθεσε τον Ενάγοντα ενώπιον απρόβλεπτου ή και απότομου κινδύνου ή και σε κατάσταση αγωνίας της στιγμής, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα άλλα αυτοκίνητα ή/και το αυτοκίνητο του Ενάγοντα και δεν του έδωσε επαρκή χώρο ενώ ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, ότι προσπάθησε να στρίψει από τον κύριο δρόμο στην πάροδο διαγώνια, ότι παρέλειψε να παραλείψει έγκαιρα για την πρόθεσή του να εισέλθει δεξιά σε πάροδο και ότι γενικά οδηγούσε αμελώς και απρόσεκτα. Λόγω του δυστυχήματος, το οποίο οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες, ζημιές, ταλαιπωρία καθώς και άλλα έξοδα τα οποία κατέγραψε ως ακολούθως. Ως σωματικές βλάβες κατέγραψε την εγκεφαλική διάσειση ή/ και κάκωση, εκδορές στη μετωπική χώρα, σημάδι στο αριστερό μέτωπο και εισχώρηση γυαλιών στο συγκεκριμένο τραύμα και μώλωπες στα πόδια. Είχε παραμείνει στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, για παρακολούθηση, μέχρι 07/12/
  5. Λόγω των συγκεκριμένων τραυματισμών ο Ενάγοντας είχε παραμείνει εκτός εργασίας από τις 07/12/2008 μέχρι τις 13/12/
  6. Από τον τραυματισμό του έχει παραμείνει ένα μικρό σημάδι στο μέτωπο. Ως λεπτομέρειες των ειδικών του ζημιών κατέγραψε την απώλεια ημερομισθίων από την εργασία του ύψους €500-, την καταβολή €85- για την αστυνομική έκθεση, έξοδα για την έκθεση εκτίμησης του αυτοκινήτου €185-, τους τόκους και τα έξοδα για σύναψη δανείου για την αγορά νέου αυτοκίνητου ύψους €379,99- και την αξία του οχήματος του, το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς και ανερχόταν στις €6.300-. Αξιώνει, ως συνολικό ποσό για τις ειδικές ζημιές τις οποίες υπέστη, €7.449,99-. Λόγω του δυστυχήματος ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, όπου έτυχε των Πρώτων Βοηθειών και παρέμεινε για ένα βράδυ από τις 06/12/2008 μέχρι τις 07/12/2008 και ακολούθως στις 07/12/2008 είχε παραπεμφθεί για αποθεραπεία και είχε λάβει άδεια απουσίας από την εργασία του μέχρι και τις 13/12/
  7. Αξιώνει αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς που υπέστη, αλλά και για τον πόνο και την ταλαιπωρία την οποία υπέστη. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του παραδέχεται ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΒΑΧ
  8. Αρνείται, όμως, τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ενώ οδηγούσε το όχημά του με αρ. εγγραφής ΒΑΧ098 είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά θέτοντας τον δεξιό του δείκτη πορείας σε λειτουργία και λαμβάνοντας όλα τα λογικά και απαραίτητα μέτρα, τα οποία μπορούσε να λάβει ένας μέσος λογικός άνθρωπος πριν να στρίψει στη χωμάτινη πάροδο χωρίς να ανακόψει την πορεία οποιουδήποτε άλλου επερχόμενου οχήματος. Αφού είχε διαπιστώσει ότι δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα από την εξ αντιθέτου πορεία του έστριψε δεξιά και αφού είχε εισέλθει πέραν του μισού οχήματός του στη χωμάτινη πάροδο, ο Ενάγοντας, ο οποίος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα το όχημά του με αρ. εγγραφής ΚΗΜ166, προσέκρουσε βίαια στο πίσω μέρος του προφυλακτήρα του οχήματος του Εναγομένου. Στη συνέχεια, το όχημα του Ενάγοντα προσέκρουσε στο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΕ235, το οποίο βρισκόταν πίσω από το όχημα του Εναγομένου. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος καταγράφει τα ακόλουθα: Ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα κατά παράβαση του ορίου ταχύτητας που στο συγκεκριμένο δρόμο ήταν 80 χ.α.ω., ότι παρέλειψε να έχει τη δέουσα προσοχή ή/και δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση στο δρόμο, ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκίνητου του εγκαίρως ή/και καθόλου ή/και οδηγούσε με ελαττωματικά φρένα, ότι παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση ή/και ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα με αρ. εγγραφής ΒΑΧ098, ότι απέκοψε τη νόμιμη πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΕΕ235 και συγκρούστηκε με αυτό, ότι οδηγούσε ή/και εισήλθε στη λανθασμένη λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του. Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα δόθηκε μαρτυρία από τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 3622, Μ. Χατζηγιάννης, Μ.Ε.1, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε κληθεί ο Αστυνομικός Σταθμός Δερύνειας σε σχέση με ένα τροχαίο δυστύχημα, το οποίο είχε γίνει στο δρόμο Φρενάρους-Αυγόρου. Όταν ο ίδιος είχε μεταβεί στο χώρο του δυστυχήματος είχε βρει τρία οχήματα, τα τρία εμπλεκόμενα στο δυστύχημα, στις τελικές τους θέσεις. Παρών στη σκηνή ήταν ο κύριος Τσαούσιης. Τα υπόλοιπα άτομα που επέβαιναν στα άλλα δύο οχήματα είχαν μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Στη σκηνή του δυστυχήματος είχε προβεί σε μετρήσεις, με την βοήθεια άλλων αστυνομικών και είχε ετοιμάσει πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Εξήγησε ότι το ένα από τα οχήματα βρισκόταν σε μια πάροδο λίγο έξω από το δρόμο, ενώ το άλλο ήταν μέσα στο δρόμο. Το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, το οποίο ο ίδιος είχε σημειώσει ως Β1, είχε καταλήξει στο απέναντι χωράφι, το τρίτο όχημα είχε μείνει στο δρόμο, ενώ το όχημα του Εναγόμενου, το οποίο είχε σημειώσει ως Α1 είχε βγει εκτός δρόμου στην πάροδο. Απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, τα ενεχόμενα οχήματα είχαν πάρα πολλές ζημιές, ήταν σχεδόν διαλυμένα. Το όχημα του Ενάγοντα είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό του μέρος, ενώ το όχημα του Εναγόμενου στην πισινή αριστερή πλευρά ενώ είχε αποκολληθεί και ο άξονάς του με τους δύο τροχούς και είχε μετακινηθεί σε απόσταση 2 μέτρα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η σύγκρουση είχε γίνει στο αριστερό πίσω μέρος του ημιφορτηγού που οδηγούσε ο Εναγόμενος, γι' αυτό και είχε αποκολληθεί ο άξονας με τους δύο τροχούς και είχε μεταφερθεί δύο μέτρα πίσω από το όχημα. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, το Χ1, εξήγησε ότι εκεί που συγκρούστηκε το όχημα Α1 με το Β1 υπήρχαν ίχνη ελαστικών εξ ου και σημειώθηκε ως πρώτο σημείο σύγκρουσης. Το όχημα Α1 από τη σύγκρουση είχε γυρίσει με την πίσω του πλευρά να βλέπει προς το χωράφι μέχρι που έφθασε στην τελική του θέση, ενώ το όχημα Β1 μετά την σύγκρουση έφυγε από την πορεία του και συγκρούστηκε με το όχημα Γ1, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη πορεία. Το Β1 και το Γ1 είχαν σχεδόν συγκρουστεί μετωπικά και το Β1 είχε καταλήξει στο χωράφι ενώ το Γ1 είχε αλλάξει πορεία. Εξήγησε ότι στο συγκεκριμένο δρόμο υπάρχει διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και ο συγκεκριμένος δρόμος έχει πλάτος 5,90 εκ. Επίσης ανέφερε ότι επί του σχεδίου του είχε σημειώσει, με κάθετες γραμμές, τις χωμάτινες παρόδους που υπάρχουν στο συγκεκριμένο δρόμο. Στα πλαίσια διερεύνησης του συγκεκριμένου δυστυχήματος, ο ίδιος είχε λάβει καταθέσεις τόσο από τον Ενάγοντα, καθώς και από τον Εναγόμενο. Κατέθεσε την κατάθεση του Εναγόμενου ως Τεκμήριο
  10. Επίσης κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής, το οποίο είχε ετοιμάσει. Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος είχε κατηγορηθεί, αναφορικά με το συγκεκριμένο δυστύχημα, για αμελή οδήγηση καθώς επίσης και ότι δεν είχε ασφάλεια και Μ.Ο.Τ. και είχε καταδικαστεί σε σχέση με την αμελή οδήγηση σε ποινή προστίμου ύψους €400- και 3 βαθμούς ποινής. Ερωτηθείς ανέφερε ότι στο σημείο σύγκρουσης υπήρχαν πλαστικά γυαλιά, και στο σημείο Ε υπήρχαν λάδια από τη δεύτερη σύγκρουση. Στο σημείο Π υπάρχει μια γραμμή που είναι τα ίχνη τροχοπέδησης πιο έντονα από το σημείο Δ, δηλαδή ίχνη ελαστικού των οποίων η έκταση ήταν 1,60μ.. Σε σχέση με τον δρόμο τον περιέγραψε ως ευθύ με χωμάτινο παγκέτο δεξιά και αριστερά. Υποστήριξε ότι το αυτοκίνητο ΚΗΜ166 είχε καταστραφεί ολοσχερώς στην μπροστινή και την αριστερή πλευρά του. Κατέθεσε την ιατρική αναφορά σε σχέση με τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Αντεξεταζόμενος από τον Εναγόμενο, ισχυρίστηκε ότι στο χώρο του δυστυχήματος υπήρχαν ακόμη ένα με δύο συνάδελφοί του αστυνομικοί. Παραδέχθηκε ότι στο χώρο του δυστυχήματος ήταν παρών ο κ. Κόνιας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της Τροχαίας Αμμοχώστου, λόγω του ότι το δυστύχημα ήταν σοβαρό και υπήρχαν τρία ενεχόμενα οχήματα. Ήταν η θέση του ότι, απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί, στο χώρο του δυστυχήματος όταν είχε φθάσει ο ίδιος ήταν παρών μόνο ο Εναγόμενος. Υπέδειξε, επί του σχεδιαγραφήματος, το σημείο Π, στο οποίο είχε διαπιστώσει ίχνη τροχοπέδησης και ίχνη ελαστικών. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι οι ζημιές του οχήματος Α1 ήταν εκτεταμένες, μήκους 1,60μ και δεν συνιστούσαν παλαιά κτυπήματα, αλλά ζημιές από το συγκεκριμένο ατύχημα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, κ. Ανδρέας Κόνιας, Μ.Ε.
  11. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ήταν ο ιδιοκτήτης και ο οδηγός του αυτοκινήτου ΚΗΜ
  12. Τη συγκεκριμένη μέρα, 06/12/2008, ενώ κατευθυνόταν από το Αυγόρου στο Φρέναρος και σε κάποια στιγμή του δρόμου ο ίδιος είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου να έρχεται από απέναντί του. Ακολούθως, όταν ο ίδιος είχε πλησιάσει το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, είδε να δείχνει ότι θα έστριβε δεξιά σε κοντινή απόσταση και αμέσως μετά μπήκε αριστερά και ανέκοψε τη δική του πορεία. Σε σχέση με τη δική του πορεία ο Εναγόμενος είχε κατευθυνθεί αριστερά και ο ίδιος δεν είχε μπορέσει να αντιδράσει γιατί όλα είχαν γίνει σε κλάσματα δευτερολέπτου. Είχε δει τον Εναγόμενο να μπαίνει στη δική του πορεία, σε απόσταση περί τα 20μ. και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση μαζί του, γι' αυτό και είχε μετακινήσει το αυτοκίνητό του λίγο πιο δεξιά με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Ήταν η θέση του ότι το κτύπημά ήταν αρκετά δυνατό. Ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 75 με 80 χ.α.ω. γιατί γνώριζε το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο, λόγω του ότι τον διανύει 3 με 4 φορές την μέρα, που είναι 80 χ.α.ω.. Το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι κινείτο αργά. Παραδέχθηκε ότι στο σημείο σύγκρουσης αριστερά της πορείας του υπήρχε χωμάτινη πάροδος. Όσον αφορά τις ζημιές του, το αυτοκίνητό του είχε καταστραφεί ολοσχερώς, γι' αυτό και είχε ζητήσει την ετοιμασία έκθεσης από τον κ. Ο'Μαχόνι. Κατέθεσε τη συγκεκριμένη εκτίμηση ως Τεκμήριο
  13. Είχε αποστείλει, επίσης, διπλοσυστημένη επιστολή στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιδράσει όταν είδε τον Εναγόμενο να στρίβει και συγκρούστηκε μαζί του στο σημείο Χ1 και κατέληξε τελικά στο σημείο Β
  14. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι εργαζόταν στην Εργοληπτική Εταιρεία Chaholis με μεικτό μισθό €1.927- το μήνα. Απουσίασε από την εργασία, του λόγω του δυστυχήματος, για μια εβδομάδα. Είχε πληρώσει €185- για την ετοιμασία της εκτίμησης και €85- για την ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 6, η αστυνομική έκθεση μόνο ως έγγραφο στην κατοχή του. Μετά το δυστύχημα είχε αγοράσει νέο αυτοκίνητο συνάπτοντας δάνειο από Τράπεζα, με αποτέλεσμα να καταβάλει σε τόκους γύρω στα €350-. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, διατηρώντας την πορεία του προς το Φρέναρος και έχοντας την προσοχή του στραμμένη στο δρόμο. Η ανακοπή της πορείας του, από τον Εναγόμενο, ήταν αστραπιαία, γιατί ο Εναγόμενος είχε μπει στην πορεία του και του είχε ανακόψει το δρόμο γι' αυτό και δεν είχε προφτάσει να αντιδράσει και είχε συγκρουστεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, στην αριστερή του πλευρά στους τροχούς. Λόγω της σύγκρουσης είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα στα πόδια και μώλωπες. Ήταν η θέση του ότι είχε μια μεγάλη σχισμή στο κεφάλι, η οποία αιμορραγούσε. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο Αστ. Κόνιας είναι ανιψιός του πατέρα του. Αρνήθηκε ότι έτρεχε. Παραδέχθηκε ότι στο σημείο που είχε γίνει η σύγκρουση υπήρχε διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή. Όταν του υποβλήθηκε ότι έτρεχε ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος οδηγούσε με ταχύτητα 75 με 80 χ.α.ω.. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Δρ Μιχαηλίδη, Μ.Ε.3, ιατρό στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου Παραλιμνίου για πέραν των 20 ετών. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, τη βεβαίωσή του σε σχέση με τα τραύματα του Ενάγοντα. Εξήγησε ότι ο ασθενής όταν έφθασε στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου είχε πλήρως τις αισθήσεις του και επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Έφερε εκδορές στη μετωπική χώρα και είχε εισαχθεί στο χειρουργικό θάλαμο, λόγω του κτυπήματος στο κεφάλι του. Είχε παραμείνει για ένα βράδυ στο Νοσοκομείο για παρακολούθηση όπως είθισται όταν οι ασθενείς παραπονούνται για κεφαλαλγία και ζάλη. Εξήγησε ότι ένας ασθενής, μετά από κάποιο κτύπημα στο κεφάλι, μπορεί εξωτερικά να μην φέρει κακώσεις πλην όμως λόγω της απότομης κίνησης του εγκεφάλου υπάρχει πιθανότητα αύξησης της ενδοκρανιακής πίεσης και γι' αυτό κρατείται στο Νοσοκομείο για να επανεκτιμηθεί η κατάστασή του μετά την παρέλευση εικοσιτεσσάρων ωρών. Σε σχέση με τις εκδορές ισχυρίστηκε ότι αυτές είχαν καθαριστεί με αντισηπτικό. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο κ. Κόνιας είχε εισαχθεί στις Πρώτες Βοήθειες η ώρα 13:
  15. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Θράσος Ο'Μαχόνι, Μ.Ε.4, ο οποίος είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ και διπλωματούχος εκτιμητής ζημιών οχημάτων και μηχανημάτων και ασκεί το επάγγελμα από το
  16. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε προβεί σε εκτίμηση του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΗΜ166 και είχε ετοιμάσει σχετική έκθεση για τις ζημιές σύμφωνα με οδηγίες από τον ιδιοκτήτη. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 9, την Εκτίμηση. Επεσήμανε ότι το όχημα είχε κτυπηθεί στην αριστερή πλευρά και από λάθος, στην Έκθεσή του, ο ίδιος είχε καταγράψει ότι είχε κτυπηθεί στη δεξιά. Ισχυρίστηκε ότι η σύγκρουση ήταν έντονη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί ολόκληρο το μπροστινό μέρος του οχήματος συμπεριλαμβανομένου και του σιασί-αμαξοστοιχίας. Λόγω της έντασης της σύγκρουσης είχε ενεργοποιηθεί και το σύστημα των αερόσακων. Ήταν η θέση του ότι η αξία του συγκεκριμένου οχήματος πριν το ατύχημα ήταν €6.800- και ο ίδιος λαμβάνοντας υπόψη την έκταση καθώς και τη φύση των ζημιών θεώρησε ότι το όχημα ήταν πλήρως κατεστραμμένο και είχε καταστεί μη διορθώσιμο. Καθόρισε την αξία του, μετά το δυστύχημα, στα €500- και το κατέταξε ως πέραν οικονομικής εκμετάλλευσης. Εξήγησε ότι για να καταλήξει στην αξία του οχήματος είχε λάβει υπόψη του το έτος κατασκευής του, που ήταν το 1999, ότι είχε εισαχθεί μεταχειρισμένο, καθώς επίσης είχε λάβει υπόψη του και τον εξοπλισμό του. Η εκτίμησή του είχε κοστίσει €120- πλέον Φ.Π.Α., στο σύνολο €138-. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του Ενάγοντα, αφού δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε μελέτη. Αυτό όμως που μπορούσε να αναφέρει ήταν ότι η σύγκρουση ήταν αρκετά έντονη. Ισχυρίστηκε όμως ότι αν η σύγκρουση ήταν βίαιη από την πείρα του θα παρουσιάζονταν περισσότερες ζημιές στο αμάξωμα. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για τον Ενάγοντα προς υποστήριξη της Υπεράσπισης δόθηκε μαρτυρία από τον Εναγόμενο και τρεις άλλους μάρτυρες. Προς υποστήριξη των θέσεών του ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ενώ κατευθυνόταν στο δρόμο Φρενάρους-Αυγόρου σε κάποιο σημείο του δρόμου είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Έλεγξε το δρόμο σε όσο οπτικό πεδίο είχε, έλεγξε με τους καθρέπτες οδήγησης πλάγια και πίσω και διαπίστωσε ότι τον ακολουθούσε ένα μικρό αυτοκίνητο, σε πολύ κοντινή απόσταση, στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου και είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει με τον δείκτη πορείας του. Είχε διαπιστώσει ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος και τότε είχε αρχίσει να στρίβει δεξιά. Είχε δει, στο βάθος του δρόμου, στα 300 με 350μ. το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, το οποίο είχε προσπαθήσει να αποφύγει μεταβαίνοντας προς τον χωματόδρομο δεξιά. Είχε βρεθεί, ακολούθως, σε ένα χωράφι και είχε διαπιστώσει ότι το χωράφι, στο οποίο είχε ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητό του, είχε υψόμετρο 1,5 μ. από το δρόμο. Οι πισινοί τροχοί του δικού του αυτοκινήτου ήταν στο χωράφι και οι μπροστινοί στο χωματόδρομο. Οι πισινοί τροχοί είχαν αποκολληθεί και βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο. Είχαν κοπεί οι βίδες με τις οποίες στερεώνονταν οι τροχοί στην αμαξοστοιχία του αυτοκινήτου. Κατά την εξέταση του δυστυχήματος από την Αστυνομία, ο ίδιος θέλησε να τους υποδείξει την γρατσουνιά που υπήρχε στην αριστερή μεριά του δικού του αυτοκινήτου. Η Αστυνομία αρνήθηκε να το εξετάσει. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο ίδιος είχε μεταβεί στο σημείο σύγκρουσης των άλλων δύο οχημάτων και οι κοπέλες, οι οποίες επέβαιναν του τρίτου αυτοκινήτου, είχαν κατεβεί από το αυτοκίνητο και περίμεναν το ασθενοφόρο. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο δυστύχημα είχε συμβεί στο μέσο της διαδρομής Φρενάρους-Αυγόρου. Ήταν η θέση του ότι είχε στρίψει στη χωμάτινη πάροδο λίγο απότομα στην προσπάθειά του να αποφύγει το όχημα του Ενάγοντα, το οποίο είχε δει να έρχεται με ταχύτητα χωρίς να λάβει υπόψη του το δικό του αυτοκίνητο που ήταν στο δρόμο. Επέμενε στη θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε ελαττώσει ταχύτητα και ότι είχε συνεχίσει την πορεία του με την ίδια ταχύτητα για 300 μ.. Υποστήριξε εμφαντικά ότι το δικό του οπτικό πεδίο ήταν καθαρό και είχε αναγκαστεί να στρίψει διαγώνια μετά την εμφάνιση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα στο δρόμο. Παραδέχθηκε ότι ο δρόμος ήταν ευθύς και καθαρός. Επίσης παραδέχθηκε ότι ίσως να έπρεπε να διανύσει ένα μέτρο περισσότερο για να μπορεί να στρίψει δεξιά. Όμως, υποστήριξε ότι έστριψε πιο γρήγορα δεξιά λόγω των λαγκούβων στο χωματόδρομο. Όταν έκαμε την κίνηση να στρίψει δεξιά είχε δει τον Ενάγοντα να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα, γι' αυτό και είχε στρίψει διαγώνια σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά του να φύγει από το δρόμο. Παραδέχθηκε ότι το αυτοκίνητό του δεν είχε Μ.Ο.Τ. και ότι ήταν διαγραμμένο. Ήταν όμως ο ισχυρισμός του ότι βρισκόταν σε εξαιρετική μηχανική κατάσταση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν είχε δώσει στον Ενάγοντα την ευκαιρία να αντιδράσει και υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας είχε την ευκαιρία της απόστασης των 300μ. για ν' αντιδράσει. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε συγκρουστεί μαζί του, αλλά με το τρίτο αυτοκίνητο και ότι οι τροχοί του δικού του αυτοκινήτου είχαν φύγει από το τράνταγμα του αυτοκινήτου και όχι από την σύγκρουση. Οι τροχοί, ήταν η θέση του, είχαν αποκολληθεί λόγω της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ του δρόμου και του χωραφιού. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Σωτήρης Πελεκάνος, Μ.Υ.2, συνοδηγός στο όχημα του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του στο δρόμο Φρενάρους-Αυγόρου και όταν πλησίασαν το στρίψιμο προς τη Σταυροβουνιώτισσα ο Εναγόμενος έβαλε το δείκτη του για να στρίψει δεξιά και ξεκίνησε να στρίβει. Τότε, άκουσε ένα τράνταγμα στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου και το αυτοκίνητο είχε βρεθεί ακινητοποιημένο στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Το πίσω μέρος του αυτοκινήτου βρισκόταν στο χαντάκι και το μπροστινό του μέρος έβλεπε τη δύση. Ο ίδιος, όταν άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, είχε ακούσει φωνές και κλάματα. Είχε κοιτάξει πίσω και είχε δει τα δύο αυτοκίνητα κτυπημένα και κάποιες κοπέλες να κλαίνε και να φωνάζουν. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, υπήρχε υψομετρική διαφορά εκεί που είχε ακινητοποιηθεί το ημιφορτηγό που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ του χωραφιού και του δρόμου ήταν μεταξύ του 1 και 1,5 μ.. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε διακρίνει οποιοδήποτε αυτοκίνητο από απέναντι. Η δική του προσοχή ήταν στραμμένη δεξιά. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι με δική του προτροπή είχε καλέσει τον κ. Τσαούσιη, τον Εναγόμενο, να επισκεφθούν το περιβόλι του, το οποίο βρισκόταν 100 με 200 μ. από το μέρος που είχε συμβεί το δυστύχημα. Μετά που έγινε το δυστύχημα το πίσω μέρος του αυτοκινήτου είχε πέσει μέσα στο δρόμο και οι δύο τροχοί στο χαντάκι. Το αυτοκίνητο είχε ταρακουνηθεί, όμως ο ίδιος δεν γνώριζε τα αίτια του δυστυχήματος. Δεν είχε αντιληφθεί να είχε συγκρουστεί το αυτοκίνητο του Ενάγοντα με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου γιατί ο Εναγόμενος είχε στρίψει δεξιά και είχε πάρει δεξιά πορεία. Μαρτυρία δόθηκε και από τον υιό του Εναγόμενου, κ. Νικόλα Τσαούσιη, Μ.Υ.3, αρχιτέκτονα στο επάγγελμα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο κ. Τσαούσιης του είχε παραχωρήσει το σχεδιαγράφημα της Αστυνομίας και με βάση το συγκεκριμένο σχεδιαγράφημα ο ίδιος είχε προβεί σε μετρήσεις θεωρώντας ως σημείο μηδέν τον πάσσαλο της ΑΗΚ. Ακολούθως, είχε σχεδιάσει, σε σχεδιαστικό πρόγραμμα, το σχέδιο του Αστυφύλακα και η μόνη διαφορά που ο ίδιος είχε βρει ήταν ο χωμάτινος δρόμος. Ενώ στο σχέδιο φαίνεται 9,5 μ., στην πραγματικότητα είναι 6,5 μ.. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Βραχίμης Αρτιματάς, Μ.Υ.4, αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός στο επάγγελμα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε μεταβεί στο δρόμο Φρενάρους-Αυγόρου και είχε μετρήσει με το GPS δύο σημεία του δρόμου. Το σημείο του δυστυχήματος μέχρι το σημείο του δρόμου που υπήρχε ορατότητα. Επίσης, είχε μετρήσει το υψόμετρο του δρόμου με το παρακείμενο τεμάχιο. Είχε διαπιστώσει ότι υπήρχε ορατότητα 294 μ., ενώ η υψομετρική διαφορά του χωραφιού με το δρόμο ήταν 1,35 μ.. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι το σημείο του δυστυχήματος του είχε υποδειχθεί από τον κ. Τσαούσιη και ότι ο ίδιος είχε μεταβεί στο σημείο του δυστυχήματος για να προβεί σε μετρήσεις τον Δεκέμβριο του
  17. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι περνά πολύ τακτικά από το συγκεκριμένο δρόμο και ο δρόμος δεν έχει οποιαδήποτε χωρομετρική αλλαγή. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις, με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες για τον Ενάγοντα καθώς και τους μάρτυρες του Εναγόμενου. Ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. O Αστ. 3622 κ. Χατζηγιάννης, Μ.Ε.1, δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να πει ψέματα. Εξήγησε τις συνθήκες του ατυχήματος με αναφορά στο σχεδιαγράφημα το οποίο είχε ετοιμάσει κατά την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Δεν αμφισβητήθηκε, στην ουσία, το σχεδιαγράφημά του ή οι μετρήσεις του. Με δεδομένο ότι ο ίδιος απλά είχε αποτυπώσει ό,τι είχε βρει στην σκηνή του δυστυχήματος, αποδέχομαι στην ολότητά το σχεδιαγράφημά του ως την σωστή απεικόνιση της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.2, από την άλλη δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με την ταχύτητά του. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι σε ένα δρόμο ευθύ είχε δει ένα όχημα να παρεμβαίνει στην πορεία του και δεν είχε μειώσει την ταχύτητά του με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι σφοδρή σε σημείο που να αποκοπεί ο πισινός άξονας με τους τροχούς του ημιφορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Σε σχέση επίσης με τους τραυματισμούς του τα όσα ανέφερε δεν συμφωνούν με τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Δρ. Μιχαηλίδη, Μ.Ε.3, καθώς και το ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε, Τεκμήριο
  1. Προσπάθησε να παρουσιάσει ως πιο εκτεταμένους και πιο σοβαρούς τους τραυματισμούς του. Θεωρώ λίγο υπερβολική τη μαρτυρία του. Ο κ. Μιχαηλίδης, Μ.Ε.3, εξήγησε τί τραύματα είχε ο Ενάγοντας όταν είχε προσκομιστεί στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου καθώς και τους λόγους που είχε κρατηθεί προληπτικά για ένα βράδυ στο Νοσοκομείο. Παρόλο που η μαρτυρία του διαφέρει από τη μαρτυρία του Ενάγοντα δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει τα όσα ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας. Ο κ. Ο' Μαχόνι, Μ.Ε.4, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας και εξήγησε με λεπτομέρεια πως είχε οδηγηθεί στο συγκεκριμένο συμπέρασμα που αφορούσε την αξία του οχήματος Ενάγοντα καθώς και το γεγονός ότι είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του, αλλά ούτε και έχω οποιοδήποτε λόγο για να μην τον πιστέψω. Αποδέχομαι τις θέσεις του. Η μαρτυρία του Εναγόμενου ήταν απλή και παρέθεσε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα είχε αντιληφθεί, ήτοι ότι το αυτοκίνητό του είχε υποστεί βλάβες λόγω της υψομετρικής διαφοράς του δρόμου και όχι λόγω της οποιασδήποτε σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είχε δει από απέναντι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα να έρχεται με ταχύτητα αλλά συνέχισε και έστριψε δεξιά στην πορεία του, λίγο απότομα, για να το αποφύγει. Ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι ενώ είχε δει το αυτοκίνητο του Ενάγοντα να έρχεται επέλεξε να στρίψει δεξιά της πορείας του προφανώς γνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την πορεία του Ενάγοντα. Ο συνοδηγός του Εναγόμενου, Μ.Υ.2, ήταν προφανές ότι είχε έρθει στο Δικαστήριο για να τον βοηθήσει αφού ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει οποιοδήποτε αυτοκίνητο να έρχεται από την αντίθετη πορεία. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σε ένα δρόμο ευθύ και με μεγάλη ορατότητα χωρίς στροφές. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τα αίτια του δυστυχήματος και ούτε είχε αντιληφθεί την σύγκρουση. Δεν με έπεισε για την αλήθεια των λεχθέντων του. Οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, Νικόλας Τσαούσιης και Βραχίμης Αρτιματάς, έδωσαν μαρτυρία σε σχέση με τις έρευνες στις οποίες προέβηκαν αναφορικά με την υψομετρική διαφορά του δρόμου, Μ.Υ.3 και την ορατότητα, Μ.Υ.
  2. Θεωρώ την μαρτυρία τους ανεξάρτητη και, εν πάση περιπτώσει, δεν διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε εξελιχθεί το συγκεκριμένο δυστύχημα. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής ΒΑΧ098, ημιφορτηγό, στο δρόμο Φρενάρου-Αυγόρου με κατεύθυνση το Αυγόρου. Σε κάποιο σημείο δεξιά του δρόμου, σε σχέση με την πορεία του, όπου υπήρχε χωμάτινη πάροδος δεξιά είχε αποφασίσει να στρίψει. Είδε από απέναντι τον Ενάγοντα να έρχεται, όμως, στην προσπάθειά του να το στρίψει δεξιά, είχε κατευθυνθεί διαγώνια, δεν είχε υπολογίσει σωστά την απόσταση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ενάγοντας, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, με αριθμούς εγγραφής ΚΗΜ166, να συγκρουστεί με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Λόγω του ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με κάποια ταχύτητα, είχε χτυπήσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στο μέσω του δρόμου της δικής του πορείας και ακολούθως βρέθηκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, ο Ενάγοντας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με άλλο αυτοκίνητο το οποίο εκείνη την στιγμή οδηγείτο στη συγκεκριμένη πορεία του δρόμου νόμιμα. Λόγω της σύγκρουσης ο Ενάγοντας είχε υποστεί μώλωπες και είχε παραμείνει για προληπτικά για παρακολούθηση στο Νοσοκομείο για ένα βράδυ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. . ...» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, εισήγαγε ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η μη εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας ως εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς του Εναγόμενου και κατά πόσο ο Εναγόμενος ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου (ανωτέρω), Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά (βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218). Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού, ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει, ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή, από τα δεδομένα της τροχαίας κίνησης και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από τον οδηγό να επιδείξει για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εάν κάποιος οδηγός επέδειξε ή όχι αμέλεια, εξαρτάται από το αν, κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, έπραξε ότι θα έπραττε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Το βάρος απόδειξης της αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που ισχυρίζεται αμέλεια και πρόκληση του δυστυχήματος εξ' υπαιτιότητας της άλλης πλευράς, ο οποίος καλείται να το αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το καθήκον του οδηγού για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. v. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72, Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα εξετάσω το θέμα της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου, αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Η ευθύνη του Εναγόμενου συνίσταται στο γεγονός ότι παρέλειψε, οδηγώντας σε σημείο του δρόμου όπου δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα περιορισμού της ορατότητάς του, έχοντας αντιληφθεί το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα του Ενάγοντα, να εκτιμήσει σωστά την απόστασή του με αποτέλεσμα να εισέλθει στην πορεία του διαγώνια, να του αποκόψει την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί του στο μέσω της λωρίδας της πορείας του Ενάγοντα. Παρά το γεγονός ότι είχε δει, ο Εναγόμενος, τον Ενάγοντα να έρχεται από απέναντι αντί να τον περιμένει να περάσει και μετά να στρίψει δεξιά στη χωμάτινη πάροδο βιάστηκε να στρίψει δεξιά και αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι είχε στρίψει διαγώνια. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά εκφεύγει της συμπεριφοράς ενός λογικού, συνετού οδηγού. Οπόταν η συγκεκριμένη πράξη του Εναγόμενου ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Έρχομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται θέμα συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Στη συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του οδηγού να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης v. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881. Αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στις υποθέσεις Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 226,Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218 και Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση στην απόφαση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου και Χριστάκης Αντωνίου, Πολ. Εφ. 333/09 ημερ. 14/02/14: «Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, «Ο καταμερισμός ευθύνης αποτελεί έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το ποιος θα ήταν ο καταμερισμός στον οποίο εμείς θα προβαίναμε δεν είναι το ζητούμενο. Όπως ανέφερε ο δικαστής Wright στην British Fame (Owners) v. Macgregor (Owners)
(1943)A.C. 197 (στη σελ. 201) σχετικά με τον καταμερισμό: «It involves an individual choice or discretion, as to which there may well be differences of opinion by different minds."». Από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί έχοντας υπόψη τη μεγάλη ορατότητα που υπήρχε στο συγκεκριμένο δρόμο είναι ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν τέτοια που δεν του επέτρεψε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα ή ακόμα ότι δεν πρόσεξε έγκαιρα την παρουσία του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στο δρόμο, δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο, ώστε να προσπαθήσει να τον αποφύγει γι' αυτό και τον είχε χτυπήσει στο πίσω μέρος του οχήματος. Αυτή η παράλειψη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων προς αποφυγή του δυστυχήματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει και ο Ενάγοντας κάποια ευθύνη για το δυστύχημα την οποία θα καθόριζα στο ποσοστό του 20%. Έχοντας επιμερίσει την ευθύνη θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα των αποζημιώσεων του Ενάγοντα. Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις έχει νομολογηθεί επανειλημμένα ότι οι ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνονται θα πρέπει να εξειδικεύονται με λεπτομέρεια. Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία όπως αποτυπώθηκε στην απόφαση Ανδρέας Χρυσοστόμου ν CYPRIALIFE LTD
(2011)1Β Α.Α.Δ 1490: «Ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει κατά τρόπο αυστηρό τις ειδικές ζημιές που διεκδίκησε με την αγωγή του. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ 467.» Εναπόκειται στον Ενάγοντα, σε κάθε περίπτωση, να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε στην Αγγλική υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177 από το Λόρδο Goddard: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages is for them to proof their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages" They have to prove it.». Σύμφωνα και με πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Jamal Ismail v.
  1. Μιχαήλ Αντωνίου
  2. Χριστάκης Αντωνίου (ανωτέρω): «Σύμφωνα με την πάγια νομολογία οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και ν' αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. (βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1977)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μουττά ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1, Ζήνων Μερκής Λτδ. ν. Ελληνικής Τράπεζας (1999 1 Α.Α.Δ. 1923, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1083).» Επίσης, στο σύγγραμμα McGrecor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.» Ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την απώλεια των εισοδημάτων του την οποία επικαλέστηκε στην Έκθεση Απαίτησής του. Καμιά μαρτυρία δεν είχε προσκομιστεί σε σχέση με το γεγονός ότι εργαζόταν στην εταιρεία A. Chaholis Developers Ltd ή σε σχέση με το εισόδημά του. Σε σχέση με την Αστυνομική Έκθεση παρόλο που προσκομίστηκε μόνο η Έκθεση, Τεκμήριο 6, και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής καταγράφεται πάνω στην Έκθεση ο αριθμός απόδειξης και το ποσό, οπόταν, το ποσό των €85- μπορεί να αποδοθεί. Όμως σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό τόκους του δανείου που είχε λάβει για την αγορά νέου αυτοκινήτου καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε κονδύλι. Η μαρτυρία που αφορά την αξία του οχήματος του Ενάγοντα έχει γίνει αποδεκτή οπόταν μπορεί να του αποδοθεί επίσης το κονδύλι μειωμένο από το ποσοστό της συντρέχουσας ευθύνης του. Οπόταν ο Ενάγοντας δικαιούται ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €5.040- για το αυτοκίνητο, πλέον €110.60 για την Εκτίμηση και €68- για την Έκθεση της Αστυνομίας. Δηλαδή δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €5.218.60- με νόμιμο τόκο από 22/07/2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του επικαλέστηκε εγκεφαλική διάσεισης, σημάδι στο αριστερό μέτωπο και μώλωπες στα πόδια. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι είχε παραμείνει εκτός εργασίας για μια βδομάδα. Όμως η ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε προς απόδειξη των αξιώσεών του, ο Δρ. Μιχαηλίδης, Μ.Ε.3, καθώς και η βεβαίωση που προσκομίστηκε, το Τεκμήριο 7, δεν συμφωνούν με τους τραυματισμούς που κατέγραψε ο Ενάγοντας. Ο Δρ. Μιχαηλίδης είχε αναφέρει ότι το μόνο που έφερε ο Ενάγοντας ήταν εκδορές και είχε παραμείνει προληπτικά για ένα βράδυ στο Νοσοκομείο. Δεν έκαμε αναφορά σε εγκεφαλική διάσειση ή οποιοδήποτε σημάδι στο αριστερό μέτωπο. Ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό για άδεια ανάπαυσης ή απουσίας από την εργασία. Οπόταν λόγω ελλείψεως μαρτυρίας δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό για γενικές αποζημιώσεις. Ενόψει όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των € €5.218.60- πλέον νόμιμο τόκο από 27/07/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στη σχετική κλίμακα. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.